Supreme Court partially allows appeal by ordering refund of disputed salary amount plus interest.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's request to restore the case to its previous state regarding a specific salary dispute. The appellant had previously paid the appellee the full amount awarded by the appellate court, but the court found the appeal request valid only for the specific disputed sum of 4,595.06 euros. Consequently, the court ordered the appellee to refund this specific amount with legal interest from the date of the decision.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 568(4), 576(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially restore the case to the previous state when the appellant proves payment of the contested sum but fails to specify interest and costs, ordering the respondent to refund the proven amount with legal interest.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 921 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 921/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "I. F. S. Ανώνυμος Εταιρεία Παροχής Υπηρεσιών, Εμπορική και Αντιπροσωπειών",….Α.Ε. όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο …. και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γάτσιου, που ανακάλεσε την δήλωση παράστασης του, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Δ. Τ. του Μ., κατοίκου ….., που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 7121/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1171/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Καλλιόπη Πανά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρά στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ….. εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Λ.Κ., α) ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 8-1-2019 και με πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη για να παραστεί κατ' αυτήν, β) μετά ματαίωση αυτής οίκοθεν και επαναφορά προς νέα συζήτηση με την κρινόμενη από 10/1/2019 κλήση της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, ακριβές αντίγραφο της άνω υπό κρίση κλήσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκαν, αντίστοιχα, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη.
Αυτή, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της άνω αναφερόμενης δικασίμου, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την δικονομική απουσία της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για την θεμελίωσή της χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει εάν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής, ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 1039/2019, ΑΠ 1120/2015, ΑΠ 167/2011).
Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 11 παρ. 3 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990, προκύπτει, ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) ή η διαιτητική απόφαση (ΔΑ) ισχύει, μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, που την έχουν συνάψει, αν, όμως, η ισχύς της επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά και δη στους εργαζομένους και τους εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος, που αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν με τις δραστηριότητές τους να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της, η επέκταση δε αυτή ισχύει από το χρόνο της δημοσίευσης της σχετικής, περί επέκτασης της ισχύος της, υπουργικής απόφασης.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ιδιότητα του μέλους των ως άνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της ισχύος των ΣΣΕ ή ΔΑ, αποτελεί προϋπόθεση της γένεσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο για τη θεμελίωση και το, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορισμένο της αγωγής.
Αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει, ειδικά, την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου, ως μελών των αντιστοίχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεσθεί, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, με τις προτάσεις του, κατ' άρθρο 224 εδ. β' ΚΠολΔ, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Τούτο όμως δεν απαιτείται, στην περίπτωση, που η ισχύς της ΣΣΕ ή ΔΑ, στην οποία ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του, έχει επεκταθεί, κατά τα πιο πάνω, με την κήρυξή της ως γενικώς υποχρεωτικής με υπουργική απόφαση και πέραν από τα πρόσωπα που είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, που την έχουν συνάψει, οπότε αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή τα πραγματικά γεγονότα, που επισύρουν την εφαρμογή της, όπως είναι η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχείρησης, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος, για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές, ενώ, για το προηγούμενο της κήρυξης της ΣΣΕ ή Δ.Α., ως γενικώς υποχρεωτικής, από τον χρόνο της κήρυξής της, κατά συνέπεια δε, στην περίπτωση, αυτή η αγωγή ουδεμία πάσχει αοριστία (ΑΠ 132/2016, ΑΠ 723/2011, ΑΠ 1133/2010).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. παρ. 4 και 5 ν. 1876/1990 που ορίζουν, αντίστοιχα, "οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζομένους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8" και "μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας", συνάγεται ότι μετά τη λήξη της ΣΣΕ οι υφιστάμενοι κανονιστικοί όροι εργασίας αυτής εξακολουθούν να ισχύουν μετά την πάροδο του οριζομένου ως άνω εξαμήνου ως όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας μέχρι την έναρξη ισχύος της επόμενης ΣΣΕ (ΑΠ 723/2011).
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι η καθιερούμενη ως άνω μετενέργεια των ΣΣΕ ισχύει πρωτίστως για τις ΕΓΣΣΕ, καθώς και για τις λοιπές ΣΣΕ ως προς εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν ΣΣΕ με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 43 παρ. 3 του νόμου αυτού ενώ ως προς τους εργοδότες και εργαζομένους που δεν είναι μέλη αυτών (ισχύει), εάν αυτές είχαν κηρυχθεί γενικά υποχρεωτικές, όπως συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 9 παρ. 4 του ως άνω νόμου (ΑΠ 43/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύμβαση, συνάγεται ότι με την ατομική σύμβαση εργασίας είναι δυνατόν εγκύρως να συμφωνηθεί μισθός με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, που κατ' αρχήν δεν δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την έννοια ότι στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος θα αμείβεται με τις αποδοχές που καθορίζονται από τις ΣΣΕ ή ΔΑ, στις οποίες γίνεται παραπομπή, αν και αυτές καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (Ολ.
ΑΠ 1/2007). Εκ τούτων έπεται ότι επί αγωγής για την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών είναι αρκετή για το ορισμένο αυτής (άρθρ. 216 παρ. 1 ΚΠολΔ) μόνη η επίκληση ότι οι αποδοχές έχουν συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας δια παραπομπής σε ΣΣΕ ή ΔΑ, που κατ' αρχήν δεν είναι δεσμευτικές για τους διαδίκους, χωρίς να απαιτείται επιπλέον αναφορά του ότι οι διάδικοι ήταν μέλη των επαγγελματικών οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη της ΣΣΕ ή στη διένεξη επί της οποίας εκδόθηκε η ΔΑ, αφού λόγω της συμβατικής παραπομπής αυτό παύει να είναι ουσιώδες (ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 773/2017).
Για να καταστεί, όμως, όρος της ατομικής σύμβασης κανονιστικός όρος της ΣΣΕ, πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων) έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις (ΑΠ 228/2014, ΑΠ 277/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της ότι προσλήφθηκε, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την 3/10/2003, από την εναγομένη που έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας, μεταξύ άλλων, την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας. Ότι εργάστηκε ως καθαρίστρια κατά τα έτη …. στον Αερολιμένα Θεσσαλονίκης, ενώ κατά τα έτη 2014 και 2015 στο Νοσοκομείο Παπανικολάου ότι, κατά τα έτη ….
εργαζόταν 9 ώρες την ημέρα, ήτοι από 21.00 έως 06.00 και κατά τα έτη ….εργαζόταν 8 ώρες την ημέρα, ήτοι από 22.00 έως 06.00, ενώ εργαζόταν 5 ή 6 ημέρες την εβδομάδα και κατά μέσο όρο 3 Κυριακές κάθε μήνα, αν και η συμφωνία ήταν για 5 ημέρες την εβδομάδα και 7 ώρες την ημέρα. Όσον αφορά δε τους όρους αμοιβής της, για το ένδικο χρονικό διάστημα, από ….., ισχυρίζεται κατά λέξη τα εξής: "Με την υπ' αριθμ. 51/2010 ΔΑ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας" με πράξη κατάθεσης στο Υπουργείο Εργασίας …. (είχε συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας μου ότι θα εφαρμόζεται στην εργασιακή μου σύμβαση η ισχύουσα ΣΣΕ καθαριστών/τριών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών), το νόμιμο ημερομίσθιο για τις εργαζόμενες καθαρίστριες έγγαμες παρέμεινε στο ίδιο ύψος με αυτό που προβλεπόταν στην προηγούμενη υπ' αριθμόν ..
ΔΑ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας" με πράξη κατάθεσης στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 6/6.6.2008 που κηρύχτηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 51871/2440/11-7-2008)". Ιστορείται, περαιτέρω στην αγωγή ότι το νόμιμο ημερομίσθιό της από 1/1/2011 έως 30/6/2012 για τις εργαζόμενες καθαρίστριες έγγαμες με 6-9 χρόνια υπηρεσίας, όπως αυτή, ανήλθε σε 37,32+4,48 για επίδομα τριετιών (6% ανά τριετία) + 10% επίδομα γάμου 3,73+5% επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 1,87=47,40 ευρώ μικτά και (47,40χ6/35) 8,125 ευρώ μικτά το νόμιμο ωρομίσθιο.
Ότι καθόλο τον χρόνο υπηρεσίας της στην εναγομένη (και κατά τον ένδικο χρόνο) της καταβλήθηκαν αποδοχές κατώτερες των συμβατικών. Επικαλούμενη δε, κυρίως την σύμβαση εργασίας και τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, επικουρικά δε τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ζήτησε να της καταβάλει η εναγομένη το συνολικό ποσό των 48.072,17 ευρώ για τις διαφορές των αποδοχών της, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής για εργασία του Σαββάτου και της Κυριακής, αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, για δώρα εορτών, επίδομα άδειας και αποδοχές άδειας, νομιμοτόκως από τότε που κατέστη απαιτητή κάθε αξίωση, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής, που δικάσθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης 7121/2017, που, εκτός των άλλων, την απέρριψε ως αόριστη όσον αφορά τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2011 έως 22-6-2012. Στην συνέχεια, κατόπιν ασκήσεως της από 23-6-2017 εφέσεως εκ μέρους της εκκαλούσας-ενάγουσας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 1171/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το ανωτέρω κεφάλαιο και έκρινε ότι η αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι ορισμένη, με την αιτιολογία ότι η αγωγή αυτή, έχοντας το πιο πάνω ιστορικό και αίτημα, είναι πλήρως ορισμένη, κατά την ως άνω κύρια βάση της, διότι περιέχεται σε αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σαφής έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με τον νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από την ενάγουσα (ήδη εκκαλούσα), κατά της εναγομένης (ήδη εφεσίβλητης), ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ορισμένο αίτημα, ιδίως, δε, εκτίθεται η υφιστάμενη, μεταξύ των διαδίκων, εργασιακή σχέση, το είδος της επιχείρησης, που ασκούσε η εναγόμενη Α.Ε.
και η ακριβής ιδιότητα της ενάγουσας, καθώς και ο χρόνος, για τον οποίο αξιώνονται οι μισθολογικές διαφορές και τα λοιπά αγωγικά κονδύλια, κατά τρόπον ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση ποιες στην πραγματικότητα ΣΣΕ ή ΔΑ οφείλονται ή όχι τα αξιούμενα με την ένδικη αγωγή χρηματικά ποσά, κατ' αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο έρευνα και εφαρμογή των εν λόγω ΣΣΕ ή ΔΑ, την εφαρμογή των οποίων επισύρουν τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά.
Ότι πέραν τούτων, ωστόσο, εκτίθενται στην αγωγή και οι εφαρμοστέες ΔΑ. Ειδικότερα κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ίσχυσαν πράγματι για την επιχείρηση της εναγομένης και την ειδικότητα της ενάγουσας α) η 11/2008 ΔΑ απόφαση, που κατατέθηκε στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (αριθ.6/6-6-2008) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 51871/2240/11-7-2008 (ΦΕΚ Β 1448/23-7-2008), διετούς διάρκειας, που έληξε στις 31.12.2009 και β) η ΔΑ 51/2010 "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας", ετήσιας διάρκειας, η οποία δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική και η ενάγουσα πράγματι δεν ανέφερε με τις προτάσεις της ότι οι διάδικοι ήταν μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, αν και η εναγομένη είχε προβάλει την ένσταση μη δέσμευσής της από τη ΔΑ 51/2010, αρνούμενη τις παραπάνω ιδιότητες.
Παρόλα αυτά η αγωγή δεν ήταν αόριστη ως προς τις αγωγικές αξιώσεις, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-1-2011 μέχρι 22-6-2012 (που υπογράφηκε τροποποιητική σύμβαση εργασίας, περί εφαρμογής της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας), ενόψει του ότι για την πρώτη ΔΑ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική, υπήρχε στην αγωγή η αναφορά των πραγματικών γεγονότων που επισύρουν την εφαρμογή της, δηλαδή η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από την εναγομένη επιχειρήσεως, η ειδικότητα της ενάγουσας και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές.
Ότι με βάση τα στοιχεία αυτά το Δικαστήριο μπορούσε και αυτεπαγγέλτως να εφαρμόσει (την ρητά άλλωστε επικαλούμενη από την ενάγουσα) παραπάνω Δ.Α και μάλιστα και για το χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της και του προβλεπομένου στο νόμο εξαμήνου, ως όρο της ατομικής σύμβασης εργασίας της ενάγουσας λόγω της μετενεργείας της και δεδομένου ότι η επακολουθήσασα ΔΑ 51/2010 επανέλαβε απλώς τις ρυθμίσεις της ΔΑ 11/2008, παραπέμποντας, ρητά στις διατάξεις αυτής, η οποία για το λόγο αυτό ήταν εφαρμοστέα.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα προσάπτει με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., την πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα απέρριψε αυτή τον ισχυρισμό της περί αοριστίας της αγωγής για τις μισθολογικές αξιώσεις των επίδικων ετών 2011 και 2012 και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, εφόσον δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε ειδικά την ιδιότητα αυτής και της ενάγουσας ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων ώστε να έχει εφαρμογή η ΔΑ 51/2010 και η τελευταία δεν συμπλήρωσε επιτρεπτά την αγωγή της, ότι αυτή και η αναιρεσείουσα είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Ούτε, περαιτέρω, επικαλέσθηκε η ενάγουσα στην αγωγή της ότι η επίμαχη ΔΑ είχε καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας της, εφόσον για να καταστεί συγκεκριμένος όρος ΣΣΕ και όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής δεν προκύπτει με σαφήνεια, αν για την θεμελίωση των ενδίκων αξιώσεων των ετών 2011-2012 η ενάγουσα θέτει ως βάση την υπ' αριθμ. 51/2010 ΔΑ η την προηγουμένως ισχύσασα 11/2008 ΔΑ, που έληξε στις 31-12-2009. Ενόψει του ότι δε η εναγομένη πρόβαλε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τις έγγραφες προτάσεις της και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του ως άνω δικαστηρίου τον ισχυρισμό περί μη δέσμευσης από την προαναφερόμενη ΔΑ 51/2010 για τον λόγο ότι δεν κηρύχθηκε υποχρεωτική γενικώς και ότι η ενάγουσα δεν ήταν μέλος της συμβληθείσης εργατικής οργάνωσης ούτε η εναγομένη ήταν μέλος της συμβληθείσας εργοδοτικής οργάνωσης, δεν επικαλέστηκε με τις προτάσεις, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής της, κατά τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 118 αριθ. 4 και 224 ΚΠολΔ, τα παραπάνω αναγκαία στοιχεία κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη.
Στην δεύτερη περίπτωση θα έπρεπε να επικαλεστεί για το ορισμένο της αγωγής της, ότι οι όροι της ΔΑ 11/2008 είχαν καταστεί με κοινή συμφωνία με την εναγομένη εταιρεία όροι της ατομικής της σύμβασης εργασίας, δηλαδή ν' αναφέρει σ' αυτήν ότι υπήρξε ρητή υπαγωγή σε συγκεκριμένη ΔΑ και όχι αορίστως "στις ισχύουσες (ούτε καν στις "εκάστοτε ισχύουσες" αναφέρεται).
Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκανε δεκτή την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, με αριθμό 7121/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και απορρίπτοντας τον άνω ισχυρισμό της εναγομένης, δέχθηκε ως ορισμένη, την αγωγή και ως προς το ένδικο κεφάλαιό της, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου (άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως βάσιμος και ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Η έρευνα δε των λοιπών λόγων της αίτησης αποβαίνει περιττή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α ΚΠολΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 65 του ν.4139/2013 και αντικ.
με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι όταν, μετά την αναίρεση της απόφασης, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.
Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το προαναφερόμενο σκέλος, να κρατηθεί και δικασθεί η από 23/6/2017 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 712/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης από το παρόν Δικαστήριο και ν' απορριφθεί αυτή.
Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων λόγω της δυσχέρειας των νομικών ζητημάτων που επιλύθηκαν (αρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο Άρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει αυτή είτε εκούσια είτε αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι με άλλη, γιατί στην τελευταία περίπτωση την επαναφορά διατάσσει, κατά το άρθρο 581 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο της παραπομπής ενώπιον του οποίου συζητείται και πάλι η έφεση μετά την αναίρεση (ΑΠ 313/2017, 1134/2012).
Η αίτηση, όμως, αυτή είναι ανάγκη, κατά τα άρθρα 216 και 217 Κ.Πολ.Δ., να προσδιορίζει τις αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν τα επί μέρους χρηματικά ποσά που συνθέτουν το επιδιωκόμενο συνολικό ποσό, ώστε στην περίπτωση που η αναιρεσιβαλλόμενη αναιρείται κατά ένα μέρος να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που θα αποδοθεί (ΑΠ 604/2018, 313/2017, 1164/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα υπέβαλε με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την παραμονή της συζητήσεως της υποθέσεως (16-9-2019), αίτηση με την οποία ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της αποδώσει το ποσό των 13.607,61 ευρώ, το οποίο της κατέβαλε για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, που επιδικάστηκαν με την 1171/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί.
Η αίτηση αυτή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον η αναιρεσείουσα προσδιορίζει τα επί μέρους χρηματικά ποσά για κεφάλαιο, τόκους, φόρο μισθωτών υπηρεσιών, κρατήσεις ΙΚΑ, χαρτόσημο 3,6% και δικαστική δαπάνη, τα οποία συμποσούμενα ανέρχονται στο ανωτέρω ποσό. Είναι δε και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη των άρθρων 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
και 340 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και από την άποψη της ουσιαστικής της βασιμότητας. Από τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύονται τα εξής: Με την 7.121/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε ως αόριστη η από 30-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της ήδη αναιρεσείουσας κατά το μέρος που η πρώτη ζητούσε διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 22-6-2012 και έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 23-6-2012 έως 12-2-2016 για το συνολικό ποσό των 2.104,10 ευρώ.
Η καταψηφιστική διάταξη της απόφασης αυτής κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή και η αναιρεσείουσα, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του ως άνω επιδικασθέντος ποσού, των τόκων και της δικαστικής δαπάνης, εκ 350 ευρώ, κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη στις 30-5-2017 το ποσό των 2.900 ευρώ. Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την προσβαλλόμενη 1171/2018 απόφασή του, έκανε δεκτή την έφεση αυτή, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσία ολόκληρη την αγωγή, επιδίκασε στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 19.648,08 ευρώ για διαφορές αποδοχών, επίδομα Πάσχα και άδειας, αποδοχές αδείας, αμοιβή για εργασία κατά τη νύκτα και τις Κυριακές και για αποζημίωση απόλυσης, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 12-2-2016.
Σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης η αναιρεσείουσα κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη στις 5-6-2018 το ποσό των 13.607,71 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των επιδικασθέντων ποσών, τόκων και δικαστικών εξόδων, όπως προκύπτει από την από 5-6-2018 απόδειξη καταβολής, που υπογράφει για λογαριασμό της ενάγουσας ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ιωάννης Φαρμάκης.
Από την απόδειξη αυτή αποδεικνύεται ότι οι αξιώσεις της τελευταίας για το αναιρούμενο σκέλος της εφετειακής απόφασης ανέρχονται στο ποσό των 4.595,06 ευρώ (1.359,13 ευρώ για το έτος 2011, επίδομα αδείας 2011 335,49 ευρώ, 2.650,62 ευρώ μέχρι Ιούνιο 2012, επίδομα αδείας 2012 249,82 ευρώ ίσον 4.595,06 ευρώ).
Εν όψει των ανωτέρω, η αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση είναι βάσιμη εν μέρει για το ανωτέρω ποσό, εφόσον δεν προσδιορίζονται σ' αυτή οι τόκοι και τα δικαστικά έξοδα που αντιστοιχούν στο επιδικασθέν κεφάλαιο του αναιρούμενου μέρους. Το ποσό αυτό πρέπει να επιδικασθεί στην αναιρεσείουσα με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της παρούσας απόφασης και μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1171/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 23-6-2017 εφέσεως της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 7121/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το αναιρούμενο μέρος της.
Απορρίπτει την έφεση ως προς αυτό.
Δέχεται εν μέρει την αίτηση της αναιρεσείουσας, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη-καθής η αίτηση να καταβάλει στην αναιρεσείουσα-αιτούσα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων, πεντακοσίων ενενήντα πέντε ευρώ και έξι λεπτών (4.595,06 €) νομιμοτόκως από την επίδοση σ' αυτήν της παρούσας απόφασης. Και Συμψηφίζει ολικά την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ