Supreme Court dismisses appeal on insurance liability claim, ruling claim premature as no third-party suit was filed.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's rejection of an insurance liability claim. The appellant argued the claim was valid, but the Court held that under Greek law, an insurance claim against the insurer only arises when the insured third party files a lawsuit against the liable party. Since no such suit had been filed, the claim was premature and inadmissible. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 1, 7, and 10 of Law 2496/1997; Article 201 of the Civil Code: An insurance claim against the insurer arises only when the insured third party files a lawsuit against the liable party, establishing the insurance event and enabling the insured to pursue their claim.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 921 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 921/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα-Εισηγητή και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της εταιρίας με την επωνυμία "...Ο.Ε" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μαρκάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ" που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ζέμπερη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Μαρτίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 297/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7624/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Απριλίου 2007 αίτησή της και τους από 30 Ιουλίου 2008 προσθέτους επ' αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 7 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 7 και 10 του Ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις" με αυτή του άρθρου 201 ΑΚ, σαφώς προκύπτει ότι επί συμβάσεως ασφαλίσεως αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή έναντι του ασφαλιστή γεννιέται όταν ο ζημιωθείς τρίτος, έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο την σχετική προς αποκατάσταση της ζημίας του αγωγή.
Και τούτο διότι από τότε επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση, έστω και αν δεν έχει προσδιορισθεί με δικαστική απόφαση ή με εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου και από τότε καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή. Το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, αφού δεν διελάμβανε ότι ασκήθηκε αγωγή των ζημιωθέντων παραγγελέων κατά της ενάγουσας, που δεν κατέβαλε σε αυτούς οποιαδήποτε αποζημίωση για απολεσθέντα εμπορεύματα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παρά το ότι ανέφερε ως εφαρμοσθείσες τις διατάξεις των άρθρων 189 και 195 ΕΝ, οι οποίες καταργήθηκαν με το άρθρο 33 παρ. 2 του Ν. 2496/1997, αφού το κρινόμενο ζήτημα ρυθμίζεται καθ' όμοιο τρόπο και με τις νέες διατάξεις.
Επομένως ο αντίθετος, πρώτος λόγος της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.- Επειδή, κατά το άρθρο 7 παρ. 5 του Ν. 2496/1997, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρεώσεως προς καταβολή ασφαλίσματος, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως οφείλεται, προκειμένου για ασφάλιση ζημιών, σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των προσώπων που συνοικούν μαζί τους ή των νομίμων αντιπροσώπων τους ή των εκπροσώπων τους ή των τρίτων στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης.
Ο ασφαλιστής δικαιούται μόνο το δεδουλευμένο ασφάλιστρο. Στην παραπάνω έννοια του τρίτου περιλαμβάνεται και εκείνος στον οποίον ανατέθηκε η μεταφορά του αντικειμένου της ασφαλίσεως ως προστηθείς και στη φύλαξή του. Η διάταξη του εδ. β' του άρθρου 25 του ίδιου Ν. 2496/1997, κατά την οποία δεν παρέχεται κάλυψη, αν οι πράξεις ή οι παραλείψεις προκλήθηκαν από δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου, αφορά μόνο τις καλούμενες δαπάνες απόκρουσης των απαιτήσεων (βλ.
Αιτιολ. Έκθεση Ν. 2496/1997, υπ' άρ. 25, σε ΚΝοΒ 1997, σελ. 594-595). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 330 εδ. β' ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, προκύπτει ότι αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος καταβάλλει εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου του, διακρίνεται δε η αμέλεια, πλην άλλων, σε ελαφρά και βαριά.
Γενικώς η αμέλεια μπορεί να χαρακτηρισθεί ως βαριά όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη, που φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα εις βάρος τρίτων αποτελέσματα της συμπεριφοράς του. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη βαριάς αμέλειας, η οποία είναι αόριστη νομική έννοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου μόνον ως προς το αν με βάση τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση η αμέλεια είναι βαριά, όχι δε και ως προς το αν είναι ή όχι ορθή η εκτιμητική από τις αποδείξεις κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των περιστατικών αυτών.
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, εφόσον οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.
Ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Επί αιτιάσεως για παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας πρέπει να αναφέρεται ποιά συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.
ΑΠ 30/1997, 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι η ενάγουσα, ως παραγγελιοδόχος μεταφορών, ανέλαβε στις 20-9-2001, μετά από συμβάσεις που συνήψε με τρίτους, την υποχρέωση μεταφοράς διαφόρων εμπορευμάτων από την ...
στη.. και τη .... Την ίδια ημέρα η ενάγουσα ανέθεσε στον δεύτερο από τους εναγομένους τη μεταφορά των εμπορευμάτων αυτών, με το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... δημοσίας χρήσεως φορτηγό του αυτοκίνητο, για τις οποίες ο τελευταίος εξέδωσε τις με αριθμό ... και ... φορτωτικές του. Εξ άλλου με το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο η ενάγουσα είχε συνάψει με την πρώτη εναγομένη σύμβαση ασφαλίσεως, με βάση την οποία η τελευταία ανέλαβε να καλύψει την αστική της ευθύνη (ενάγουσας), για ζημίες που τυχόν θα προκαλούνταν κατά τις αναλαμβανόμενες μεταφορές εμπορευμάτων εντός της Ελληνικής Επικράτειας με ίδια μεταφορικά μέσα έως το ποσό των 60.000.000 δραχμών.
Στο κεφάλαιο των "εξαιρούμενων κινδύνων" του άνω ασφαλιστηρίου αναγράφεται ότι: "Ρητά αποκλείονται οι απώλειες, ζημίες, έξοδα ή ευθύνη που οφείλονται ολικά άμεσα ή έμμεσα σε δόλο ή βαρειά αμέλεια του προσωπικού του Ασφαλισμένου", ενώ στο κεφάλαιο των "ειδικών υποχρεωτικών όρων για τη μεταφορά" τίθεται ο εξής όρος: "σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο κατά τη διάρκεια της οδικής μεταφοράς το φορτηγό αυτοκίνητο σταθμεύσει, αυτή η στάθμευση θα πρέπει να γίνει σε αναγνωρισμένους χώρους στάθμευσης parking- (όπως διόδια, Σ.Ε.Α., ..., Μοtel ...) και τα οχήματα να είναι υπό συνεχή επίβλεψη και να κλειδώνονται".
Ότι τα εμπορεύματα φορτώθηκαν σε άριστη κατάσταση στο παραπάνω φορτηγό αυτοκίνητο, στις 20.9.2001 περί ώρα 18.00, στην αποθήκη της ενάγουσας, στην λεωφόρο .... Μόλις ολοκληρώθηκε η φόρτωση, ύστερα από υπόδειξη των υπαλλήλων της πρώτης των εναγομένων ο δεύτερος τούτων, για να μην εμποδίζει τις φορτώσεις άλλων φορτηγών αυτοκινήτων που ανέμεναν τη σειρά τους, απομάκρυνε το δικό του φορτηγό από το χώρο φορτώσεως, σε απόσταση 50 περίπου μέτρων από την αποθήκη της ενάγουσας και αφού το κλείδωσε απλώς επέστρεψε στα γραφεία της τελευταίας προκειμένου να λάβει τα τιμολόγια και λοιπά έγγραφα της μεταφοράς τα οποία δεν είχαν ακόμη εκδοθεί.
Η έκδοση των άνω εγγράφων που αφορούσε τον άνω αναφερόμενο σημαντικό αριθμό παραγγελέων, κατά την κοινή πείρα λόγω του αριθμού τους καθυστέρησε τουλάχιστον επί ημίωρο, κατά το οποίο ο εναγόμενος ιδιοκτήτης του φορτηγού είχε εγκαταλείψει τούτο έμφορτο, σε μη οργανωμένο χώρο στάθμευσης (Parking), χωρίς φύλαξη και οποιαδήποτε οπτική επαφή με αυτό, στην άνω περιοχή που αποτελείται από βιοτεχνικούς και βιομηχανικούς χώρους που κατά την παραπάνω απογευματινή ώρα δεν λειτουργούσαν.
Μετά την παραλαβή των άνω εγγράφων και την επιστροφή του εν λόγω οδηγού στον τόπο στάθμευσης του φορτηγού διαπίστωσε ότι τούτο μαζί με το φορτίο του είχε εξαφανισθεί. Το φορτηγό αυτοκίνητο βρέθηκε την επόμενη ημέρα, χωρίς το φορτίο του, σε ερημική τοποθεσία του ..., με παραβιασμένη την κλειδαριά της πόρτας του συνοδηγού.
Οι μάρτυρες της ενάγουσας Μ1 και Μ2 δεν είχαν σαφή γνώση του συγκεκριμένου γεγονότος, το οποίο εξ άλλου δεν δικαιολογείται, πριν συμβεί το άνω γεγονός, να τους απασχόλησε ιδιαίτερα, εφόσον υπήρχε σημαντική απασχόλησή τους με την φόρτωση και έκδοση των παραστατικών εγγράφων σε σημαντικό αριθμό άλλων φορτηγών που αποτέλεσαν και την αιτία να μεταφέρει το φορτηγό του ο δεύτερος εναγόμενος εκτός του χώρου φόρτωσης.
Έτσι οι εν λόγω μάρτυρες δεν μπόρεσαν να προσδιορίσουν με πειστικό τρόπο τον ακριβή χώρο στάθμευσης του φορτηγού του εναγομένου και το συγκεκριμένο χρόνο που εγκαταλείφθηκε από τον οδηγό του. Η κατάθεση του μάρτυρα Μ2 ότι υπήρχε οπτική επαφή του αυτοκινήτου από την αποθήκη της ενάγουσας δεν κρίνεται πειστική, διότι στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή και η μετακίνηση του φορτηγού, όσο χρονικό διάστημα ήταν ο δεύτερος εναγόμενος στα γραφεία της ενάγουσας.
Να σημειωθεί ότι έναντι της αποθήκης της ενάγουσας, στο αντίθετο ρεύμα λεωφόρου ...υπάρχει χώρος σταθμεύσεως αυτοκινήτων της γαλακτοβιομηχανίας "...", με φυλάκιο ελέγχου, ώστε η κλοπή του φορτηγού, αν αυτό είχε σταθμεύσει εκεί κοντά θα γινόταν αντιληπτή αμέσως. Εξάλλου, όσον αφορά το χρόνο απουσίας του εναγομένου από το φορτηγό του, ο μάρτυρας Μ1 αναφέρεται σε 20-25 λεπτά, ενώ ο μάρτυρας Μ2 σε μικρότερο χρόνο.
Ότι ενόψει των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, η απώλεια των μεταφερόμενων εμπορευμάτων οφείλεται σε υπαιτιότητα του δευτέρου εναγόμενου και ειδικότερα σε βαρεία αμέλεια αυτού, ο οποίος στάθμευσε το φορτηγό του αυτοκίνητο με φορτίο μεγάλης αξίας, του οποίου γνώριζε το περιεχόμενο του, διότι ήταν παρών κατά την φόρτωση και του οποίου δεν υπήρχε επαρκής προστασία, διότι προστατευόταν μόνο από "μουσαμά", που μπορούσε εύκολα να παραβιασθεί, και συγχρόνως σε χώρό αφύλακτο και προσιτό σε οποιονδήποτε τρίτο, όπου δεν μπορούσε να το ελέγξει για σημαντικό χρόνο που ήταν κατά την κοινή πείρα επαρκής για να παραβιασθεί από τρίτους η πόρτα του συνοδηγού και να κλαπεί το όχημα, το οποίο δεν είχε εφοδιάσει ούτε με σύστημα συναγερμού ή άλλο αντικλεπτικό σύστημα, ούτε φρόντισε να λάβει άλλο μέτρο προφύλαξης, με την παρουσία συνοδηγού ή τρίτου από τους υπαλλήλους της πρώτης εναγόμενης, ο οποίος θα έλεγχε το φορτηγό όσο θα έλειπε και θα απετρέπετο με τον τρόπο αυτό η κλοπή του φορτηγού και του εμπορεύματος.
Κάθε μέσος συνετός οδηγός όφειλε και μπορούσε κάτω από τις περιστάσεις αυτές να προβλέψει ως λίαν πιθανή την κλοπή του εγκαταλειφθέντος αφύλακτου επί τόσο χρόνο αυτοκινήτου του, παρόλα αυτά όμως ο εν λόγω εναγόμενος που, ως επί σειρά ετών, μέσος επαγγελματίας οδηγός και με σημαντική συνεπώς πείρα στους κινδύνους που ελλοχεύουν σε παρόμοιες μεταφορές, αν και προέβλεψε ως πιθανό τον κίνδυνο απώλειας του έμφορτου με σημαντικό εμπόρευμα αυτοκινήτου του. (ενόψει μάλιστα του ότι ο μουσαμάς του οχήματός του δεν παρείχε επαρκή προστασία και μπορούσε να παραβιασθεί) δεν φρόντισε από βαρεία αμέλεια του να λάβει οποιοδήποτε από τα άνω μέτρα για τη φύλαξη του για την αποτροπή του εν λόγω κινδύνου.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το ότι στη λεωφόρο ... σταθμεύουν συνήθως φορτηγά αυτοκίνητα, τα οποία όμως δεν είναι έμφορτα εμπορευμάτων για να αποτελέσουν στόχο των δραστών που απέβλεπαν, όπως προέκυψε και στη συγκεκριμένη περίπτωση μόνο στο τυχόν φορτίο των φορτηγών, ενώ η συγκεκριμένη οδός δεν ήταν επίσης πολυσύχναστη, όσον αφορά τις απογευματινές και νυχτερινές ώρες, διότι στην οδό δεν βρίσκονται κατοικίες αλλά μάντρες και λοιποί επαγγελματικοί χώροι, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε δεν λειτουργούν κατά τις συγκεκριμένες ώρες.
Ακολούθως, έκρινε ότι είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας ότι δεν ευθύνεται για τη συγκεκριμένη απώλεια του εμπορεύματος που επήλθε από βαρειά αμέλεια του παραπάνω οδηγού, τον οποίο η ενάγουσα είχε προστήσει στη μεταφορά και συγχρόνως στην κατά τη διάρκεια της υπηρεσία φύλαξης του εμπορεύματος, σύμφωνα με τη διάταξη του, αρθ. 7 παρ. 5 του Ν. 2496/1997 (ΑΠ 1/2001).
Ότι υπό την έννοια αυτή ο εν λόγω προστηθείς στη φύλαξη του εμπορεύματος οδηγός υπάγεται στο "προσωπικό" της ενάγουσας και συνεπώς η εναγομένη δεν ευθύνεται επίσης για την άνω βαρεία αμέλειά του, με βάση και τον εκτεθέντα πρώτο όρο του υπ' αριθ. ... ασφαλιστικού ως άνω συμβολαίου (αρθ. 361 ΑΚ), με το οποίο είχε ρητά αποκλεισθεί οποιαδήποτε ευθύνη της ενάγουσας για απώλειες, ζημίες, έξοδα που οφείλονται ολικά άμεσα ή έμμεσα σε δόλο ή βαρειά αμέλεια του προσωπικού του ασφαλισμένου.
Περαιτέρω έκρινε ότι η ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου αποτελεί συγχρόνως παραβίαση από βαρειά αμέλεια και των υποχρεωτικών όρων που είχαν τεθεί στην ενάγουσα στο κεφάλαιο των : "ειδικών υποχρεωτικών όρων για τη μεταφορά", δηλαδή του όρου που προέβλεπε κατά τρόπο σαφή ότι "σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο κατά τη διάρκεια της οδικής μεταφοράς το φορτηγό αυτοκίνητο σταθμεύσει, αυτή η στάθμευση θα πρέπει να γίνει σε αναγνωρισμένους χώρους στάθμευσης parking (όπως διόδια, Σ.Ε.Α., .., Μοtel ...) και τα οχήματα να είναι υπό συνεχή επίβλεψη και να κλειδώνονται".
Με τον παραπάνω όρο παρατίθεται με σαφή τρόπο η συγκεκριμένη επιμέλεια, ιδίως της επαρκούς επιτήρησης του οχήματος του που θα πρέπει να επιδεικνύει κατά τη μεταφορά κάθε συνετός οδηγός φορτίων σημαντικής αξίας, ώστε να μην καταλείπεται επαρκής, κατά τις αρχές της κοινής πείρας και των συναλλακτικών ηθών, χρόνος για την δημιουργία κινδύνου απώλειας των εμπορευμάτων.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο άνω προστηθείς στη φύλαξη του εμπορεύματος οδηγός επέδειξε την κατά τα άνω εκτεθέντα βαρειά αμέλεια, να εγκαταλείψει δηλαδή χωρίς οποιαδήποτε επιτήρηση φορτίο σημαντικής αξίας και για χρόνο που ήταν αρκετά, όπως αναφέρθηκε, επαρκής για να προκληθεί κίνδυνος παραβίασης και κλοπής του αυτοκινήτου μαζί με το εμπόρευμα, ώστε και από την παραπάνω μόνο παράλειψη να επέλθει το αποτέλεσμα της απώλειας του εμπορεύματος, ανεξάρτητα δηλαδή ακόμη και αν δεν είχε τη δυνατότητα να ανεύρει σε εύλογη απόσταση οργανωμένο (φυλασσόμενο) χώρο να σταθμεύσει το όχημά του.
Ότι με τους παραπάνω όρους της ασφαλιστικής σύμβασης οριοθετούνται κατά τρόπο σαφή τα όρια ευθύνης των συμβαλλομένων, στα πλαίσια προστασίας του εμπορεύματος κατά τη μεταφορά, προς το συμφέρον αμφοτέρων των συμβαλλομένων, και της συγκεκριμένης ενόψει αυτού επιμέλειας που πρέπει να επιδεικνύεται προς τούτο από το μεταφορέα οδηγό και αφορά κάθε συνετό οδηγό μεταφοράς σημαντικής αξίας φορτίων.
Εξ άλλου στη σύμβαση προβλέπονται τρόποι προστασίας του εμπορεύματος που παρέχουν και εναλλακτικά τη δυνατότητα στον μεταφορέα να επιτύχει την προστασία του εμπορεύματος είτε με τη στάθμευση του οχήματος σε οργανωμένους φυλασσόμενους χώρους, είτε με την επαρκή σε χρόνο επιτήρηση του οχήματος. Επομένως και αν θεωρηθεί ότι ο σχετικός όρος της ασφαλιστικής συμβάσεως διευρύνει κατά τα προβλεπόμενα στο νόμο τις περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, εν τούτοις δεν μπορεί να θεωρηθεί συγχρόνως ότι περιορίζει και υπέρμετρα την ευθύνη του λήπτη της ασφάλισης προμηθευτή (άρθρο 2 παρ. 7 περ.
ιγ' του Ν. 2251/1994), και ότι συνεπώς δημιουργείται δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής. Ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί ακυρότητας, λόγω καταχρηστικότητας, του ως άνω συμβατικού όρου (άρ. 2 παρ. παρ. 6 και 7 Ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ). Περαιτέρω, αφού δέχθηκε ως βάσιμη την προβληθείσα από την εναγομένη ως άνω ένσταση απαλλαγής, απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής των ως άνω διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 5 Ν. 2496/1996, 361 και 330 εδ.
β' ΑΚ, 2 παρ. 5 Ν. 2251/1994, 5 εδ. β' της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, ενώ δεν παραβίασε αυτές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες ορθώς δεν εφήρμοσε, αφού δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών.
Επομένως οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, καθώς και αυτός του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής.
Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-4-2007 αίτηση και τους από 30-7-2008 προσθέτους λόγους της εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε", περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 7624/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ