Supreme Court dismisses appeal on civil procedure grounds, upholding lower court's civil damages award for defamation.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued for a retrial based on procedural violations, while the appellee sought to uphold the civil damages awarded for defamation. The court rejected the appeal because the lower court's findings were based on valid evidence and did not violate legal principles regarding established facts or evidence evaluation.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 559 para. 16 KPolD; Art. 559 para. 8 KPolD; Art. 561 para. 1 KPolD: An appeal is inadmissible if the lower court's decision relies on valid evidence without violating legal principles regarding established facts or evidence evaluation, and the court's reasoning is clear and non-contradictory.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 920 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 920/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα-Εισηγητή και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. ..., 2...., 3...., 4..., κατοίκων ... και 5) της Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κατράκη.
Του αναιρεσιβλήτου:... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Παπαντώνη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4354/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7249/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 8 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 7 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, σχημάτισε το αποδεικτικό πόρισμά του επί της υποθέσεως με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει σε αυτή, δηλαδή την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Ως τέτοια έλαβε υπόψη και δικαστικές αποφάσεις πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και όχι διότι παρήχθη από αυτές δεδικασμένο, το οποίο άλλωστε δεν υφίσταται. Επομένως ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.- Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα και αποτελούντα "πράγμα" ισχυρισμό και απέρριψε αυτόν για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από τους εκκαλούντες ισχυρισμό περί πλαστότητας του υπ' αριθμό 142/28-7-1994 ιδιωτικού συμφωνητικού αλλά απέρριψε αυτόν ως αβάσίμο κατ' ουσίαν.
Συνεπώς, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξιών, ούτε για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση του προαναφερθέντος εγγράφου ως γνησίου, είναι αβάσιμος.- Επειδή, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου ή του εντεταλμένου δικαστή αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης και αφορά σε κάποιο πραγματικό ισχυρισμό που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αγωγής, ή της ενστάσεως και του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση, όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν ληφθεί υπόψη ομολογία, υπό την προεκτεθείσα έννοια. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη ομολογία για τη γνησιότητα του ως άνω εγγράφου, η οποία όμως είχε ανακληθεί.
Η παραδοχή όμως της γνησιότητας του εγγράφου αυτού δεν αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, ώστε δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ. Επομένως ο αντίθετος, τέταρτος λόγος αυτής, είναι αβάσιμος.- Επειδή, ο διάδικος που έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει να υποχρεωθεί ο αντίδικός του στην επίδειξη εγγράφων, τα οποία κατέχει, μπορεί, κατά το άρθρο 452 παρ. 1 ΚΠολΔ, να υποβάλει, με τις προτάσεις του στο δικαστήριο της κύριας δίκης, το σχετικό αίτημα.
Η παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί επί της αιτήσεως αυτής, ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 9 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έκρινε το αίτημα των αναιρεσειόντων και κατά την ανέλεγκτη κρίση του (άρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) απέρριψε αυτό.
Συνεπώς ο αντίθετος, έκτος λόγος της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.- Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ.
ΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, αφού συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα και δη ένορκη κατάθεση μάρτυρα και λοιπά έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Επομένως, ο έβδομος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχομένου των αναφερομένων σε αυτόν εγγράφων, αληθώς όμως της εσφαλμένης εκτιμήσεως του περιεχομένου τους, είναι απαράδεκτος.
Επειδή, ο ένατος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, δεδομένου ότι τα ποσά που υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα είναι μικρότερα αυτών, στα οποία περιόρισε το αίτημα της αγωγής σε καταψηφιστικό.- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.
ΑΠ 30/1997, 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι οι εναγόμενοι διέπραξαν τα ποινικά αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, εις βάρος του ενάγοντος, για τα οποία, μετά από μήνυσή του, κηρύχθηκαν ένοχοι με την υπ' αριθμό 10403/2005 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Από τις αξιόποινες αυτές πράξεις των εναγομένων, ο ενάγων υπέστη πλήγμα και μάλιστα σημαντικό στην προσωπικότητά του, τόσο ως άτομο όσο και ως επαγγελματίας που εμφανίσθηκε σε μεγάλο κύκλο προσώπων ως αναξιόπιστος, καθώς επίσης και ψυχική ταλαιπωρία και στενοχώρια, λαμβανομένης υπόψη και της μακροχρόνιας δικαστικής αντιδικίας που δημιουργήθηκε εξ αιτίας αυτών.
Ακολούθως, αφού έλαβε υπόψη το είδος και τις συνθήκες τέλεσης των πράξεων των εναγομένων, ατομικώς και ως εκπροσώπων της πέμπτης από αυτούς, τα όσα διέδωσαν εις βάρος του ενάγοντος, σε διάφορα χρονικά διαστήματα, καθώς και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών και εκτιμώντας τα στοιχεία αυτά και κατ' εφαρμογή και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και μάλιστα στο βαθμό που δεν παραβιάζεται η συναλλακτική αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, επιδίκασε στον ενάγοντα τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς όλα τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και είναι αναγκαία για την κρίση του περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής των άρθρων 914, 932 και 57 ΑΚ. Ενόψει δε των προεκτεθέντων εφόλων των λόγων αναιρέσεως, το Εφετείο δεν παραβίασε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974).
Επομένως οι πέμπτος και όγδοος, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 και 1 ΚΠολΔ, αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Ακολούθως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων ( άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-12-2006 αίτηση των ... κλπ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 7249/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και ,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία, καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ