Supreme Court allows appeal against eviction order due to failure to verify debt offset under Civil Code articles 422 and 423.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the appeal against a final eviction order because the lower court failed to verify whether the tenant had offset the debt with prior payments. The tenant argued that previous payments applied to older debts, while the landlord claimed they covered the current rent. The court ruled that the lower court must determine if the debt was partially satisfied before ruling on eviction.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 422 and 423 of the Civil Code; The court must verify whether prior payments offset the current debt before ruling on eviction.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 91 / 2026 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 91/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ερασμία Λιούλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπρόεδρου Σωκράτη Πλαστήρα και μετά από την 254/2025 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο, Μαρία Τατσέλου και Αριστέα Τσαμαδιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στο Λιμένα Χερσονήσου Ηρακλείου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Μ. του Γ. και 3) Α. Μ. του Γ., κατοίκων ... , ενεργούντων για τον εαυτό τους ατομικά και με την ιδιότητά τους ως ομόρρυθμων εταίρων και διαχειριστών της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σαββόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Α. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χατζηδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2019 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 633/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αριστέα Τσαμαδιά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 22-6-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 105/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι αντίθετες εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 633/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία δέχθηκε ως εν μέρει βάσιμη την από 21-02-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Γ.Α ...-2019 ανακοπή κατά της υπ' αριθ. .../2019 διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων. Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον στρέφεται κατά απόφασης που υπόκειται σε αναίρεση και έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, καθόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύτηκε στις 28-6-2021, ενώ η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 22-6-2023 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 118/2025, ΑΠ 1648/2024). Με τη διάταξη αυτή εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται τις αναγκαίες προϋποθέσεις του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 442/2024, ΑΠ 1436/2023). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής, όπως επίσης και το παραδεκτό οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος ή και ένδικου μέσου (ΑΠ 1436/2023, ΑΠ 523/2023, ΑΠ 325/2023), μεταξύ δε αυτών και του ένδικου μέσου της έφεσης (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 1136/2023, ΑΠ 660/2023), καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 34/2025, ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Περαιτέρω, η ένσταση (άρθρο 262 παρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ), όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα, διαφορετικά είναι αόριστη και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 118/2025, ΑΠ 1648/2024, ΑΠ 19/2022), ενώ η παράλειψη αναφοράς των γεγονότων αυτών δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, στο οποίο τυχόν αναγράφονται (ΑΠ 118/2025, ΑΠ 1648/2024, ΑΠ 19/2022).
Ως προς την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής ή της ένστασης, γίνεται διάκριση μεταξύ νομικής αοριστίας και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη νομική επάρκεια, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία υπάρχει, αν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση της αγωγής ή της ένστασης από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της.
Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός που δικαιολογούσε τη νομική ή ποσοτική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης, αν και δεν προτάθηκε, ή αντιστρόφως δεν λήφθηκε υπόψη τέτοιος ισχυρισμός, αν και προτάθηκε (ΑΠ 118/2025, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 922/2019).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέστηκε η παραβίαση, αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 118/2025, ΑΠ 1648/2024, ΑΠ 510/2022) ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 118/2025, ΑΠ 1648/2024, ΑΠ 510/2022).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α` 190), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, ο οποίος στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 76/2024, ΑΠ 1591/2023, ΑΠ 333/2023), εάν συντρέχει δε εξαιρετική περίπτωση των εδαφίων α`- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 118/2025, ΑΠ 1304/2022), ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, προϋπόθεση που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 61/2025, ΑΠ 279/2019, 201/2017).
Περαιτέρω, με το άρθρο 527 του ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 29 του Ν. 4842/2021), ορίζεται ότι: "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Από την ως άνω διάταξη σαφώς συνάγεται ο κανόνας, ότι είναι απαράδεκτη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών στην κατ` έφεση δίκη (έστω και μετ` αναίρεση της εφετειακής απόφασης - ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 367/2024) που δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως. Τούτο δε, γιατί η ένδικη διαφορά πρέπει να κρίνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με βάση το πραγματικό υλικό που χρησιμοποίησε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού η έφεση δεν μπορεί να καταστεί μέσο καταστρατήγησης της αρχής της "συγκέντρωσης", η οποία εξακολουθεί να ισχύει με βάση το άρθρο 237 ΚΠολΔ και παρά την κατάργηση του άρθρου 269 του ως άνω Κώδικα με το Ν. 4335/2015.
Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής (ΚΠολΔ 527), ως πραγματικοί ισχυρισμοί νοούνται μόνον εκείνοι, οι οποίοι στηρίζουν αυτοτελή έννομη συνέπεια και εισάγονται στη δίκη με τη μορφή ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ούτε οι μη αυτοτελείς ισχυρισμοί, όπως είναι τα πραγματικά επιχειρήματα που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 32/2025, ΑΠ 172/2023, ΑΠ 1453/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δέχθηκε ως ορισμένη και παραδεκτώς προταθείσα την αντένσταση του αναιρεσίβλητου (καθ' ου η ανακοπή) ότι οι καταβολές ποσού 28.593,56 ευρώ, τις οποίες οι αναιρεσείοντες (ανακόπτοντες) προέβαλαν κατ` ένσταση εξόφλησης (άρθρο 416 ΑΚ) της απαίτησης του αναιρεσίβλητου (καθ' ου η ανακοπή), δεν αφορούσαν το επίδικο χρέος αλλά διαφορετικό (προγενέστερο) χρέος, καίτοι η ως άνω αντένταση δεν περιείχε τα (προγενέστερα) άλλα χρέη των αναιρεσειόντων και τα παραγωγικά τους πραγματικά περιστατικά.
Πλην όμως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν είχαν προτείνει τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αντένστασης, στον οποίο ερείδεται ο λόγος αναίρεσης, παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ούτε γίνεται επίκληση περίπτωσης του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Τα αναγραφόμενα στη σελίδα 6 των από 12-4-2021 προτάσεών τους ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου: "Τα όσα ισχυρίζεται ο εκκαλών στην κρινόμενη έφεσή του, απαριθμώντας αναλυτικά τα ποσά των ενοικίων που έπρεπε να έχουμε πληρώσει από το 2009 έως το 2018, προβάλλονται τελείως προσχηματικά, είναι τελείως αυθαίρετα και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτίμησης", που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται για το παραδεκτό του πρώτου λόγου της αναίρεσης, αφενός δεν στοιχειοθετούν ισχυρισμό περί αοριστίας της αντένστασης, αφετέρου έχουν προβληθεί επί της έφεσης του αναιρεσιβλήτου (καθ' ου η ανακοπή) με την οποία δεν επαναφέρθηκε παραδεκτώς ο σχετικός ισχυρισμός περί καταλογισμού των καταβολών στα προγενέστερα χρέη, εφόσον δεν είχε προβληθεί παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με καταχώριση στα πρακτικά.
Ο μοναδικός τρόπος παραδεκτής προβολής του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου (καθ' ου η ανακοπή) περί καταλογισμού των καταβολών σε προγενέστερα χρέη είναι ως αντίκρουση στην έφεση των αναιρεσειόντων - ανακοπτόντων, στην οποία όμως δεν προτάθηκε από τους αναιρεσείοντες παραδεκτώς ισχυρισμός περί αοριστίας της αντένστασης.
Κατά το άρθρο 416 του Α.Κ., η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής, πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή, να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται, σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (ΑΠ 301/2025, ΑΠ 428/2023, ΑΠ 666/2020). Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει, κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί.
Αν δεν όρισε τίποτε, η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και, αν υπάρχουν περισσότερα, σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για το δανειστή. Αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια, στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη, ενώ, αν υπάρχουν περισσότερα εξίσου επαχθή, στο αρχαιότερο, ενώ αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα, ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα.
Ενόψει, όμως, του ότι η διάταξη του άρθρου 422 του Α.Κ. για τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών του οφειλέτη σε περίπτωση που αυτός έχει περισσότερα χρέη, είναι ενδοτικού δικαίου, είναι επιτρεπτή αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή, αυτός δε, που επικαλείται συμφωνία ως προς τον τρόπο καταλογισμού, αποδεικνύει αυτήν.
Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία, ούτε μονομερής προσδιορισμός από τον οφειλέτη, που είναι δεσμευτικός για τον δανειστή, τότε ο καταλογισμός θα γίνει κατά τον επικουρικό προσδιορισμό του εδ. β` του άρθρου 422 του Α.Κ. Η διάταξη του άρθρου αυτού εφαρμόζεται αναλογικά, όχι μόνο, όταν τα περισσότερα χρέη πηγάζουν από διαφορετικές έννομες σχέσεις, αλλά και όταν πηγάζουν από την ίδια έννομη σχέση (ΑΠ 301/2025, ΑΠ 80/2023, 1147/2020).
Από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης και εκείνης του άρθρου 422 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί κατ` ένσταση ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σε αυτό αναφέρεται η δίκη (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 666/2020).
Εξάλλου, ο δανειστής, αμυνόμενος κατά της ένστασης εξόφλησης, δικαιούται, κατ` αντένσταση, να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος του προς αυτόν. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται την ύπαρξη του άλλου χρέους, ο δανειστής είναι υποχρεωμένος να αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα, ο δε οφειλέτης να αποκρούσει την αντένσταση προβάλλοντας, κατ` επανένσταση, και αποδεικνύοντας, ότι η καταβολή έγινε για την εξόφληση του επίδικου χρέους με βάση το μονομερή καθορισμό του εξοφλητέου (από τα περισσότερα) χρέους είτε βάσει της διάταξης του άρθρου 422 εδ.
β` ΑΚ (ΑΠ 301/2025, ΑΠ 428/2023, ΑΠ 133/2022). Ειδικότερα, όπως σε κάθε ένσταση, πρέπει να αναφέρονται από το δανειστή, που προβάλλει την ανωτέρω αντένσταση για ύπαρξη άλλου χρέους, τα γεγονότα που, κατά νόμο, τη θεμελιώνουν και μάλιστα, κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί από το δικαστήριο και να έχει ο οφειλέτης τη δυνατότητα να αμυνθεί, δηλαδή πλήρη τα παραγωγικά γεγονότα του άλλου χρέους ή των τυχόν επικαλουμένων περισσοτέρων χρεών και το ύψος αυτών, γιατί αλλιώς η αντένσταση αυτή είναι απορριπτέα (ΑΠ 301/2025, ΑΠ 428/2023, ΑΠ 666/2020).
Αν τελικά ο δανειστής δεν μπορέσει να αποδείξει ότι η καταβολή αφορούσε άλλο χρέος του οφειλέτη προς αυτόν, τότε το καταβληθέν ποσό καταλογίζεται στο μοναδικό πλέον χρέος που οφείλει ο τελευταίος (ΑΠ 301/2025, ΑΠ 1731/2024, ΑΠ 717/2024).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης και συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 855/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 381/2024).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 44/2025, ΑΠ 1772/2024). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης παρίσταται απαράδεκτος (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 253/2023).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει τη συνδρομή ή μη του λόγου αναίρεσης ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων, σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του συναφούς αναιρετικού λόγου, πραγματικά περιστατικά:
"Σύμφωνα με το από ....2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, νομίμως κατατεθειμένο στη Δ.Ο.Υ. Λιμ. Χερσονήσου με αριθμό ....2001, ο καθ' ου η ανακοπή, Ν. Π., εκμίσθωσε στους δεύτερο και τρίτο ανακόπτοντες, Ε. Μ. και Α. Μ. , ένα οικόπεδο κυριότητάς του, εμβαδού 578 τ.μ., που βρίσκεται στο Λιμάνι Χερσονήσου Ηρακλείου, στην ειδικότερη θέση "Λάκκους", επί της οδού ... , προκειμένου οι τελευταίοι να το χρησιμοποιήσουν για την κατασκευή με δικές τους δαπάνες μίας κολυμβητικής δεξαμενής (πισίνας) και ενός ισόγειου κτίσματος, προς εξυπηρέτηση όμορης ιδιοκτησίας τους, στην οποία έχει ανεγερθεί ξενοδοχειακή μονάδα.
Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για έξι έτη, ήτοι με έναρξη την ....2002 και λήξη την ....2007, το δε μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των € 341,00 για το πρώτο έτος της μίσθωσης, στο ποσό των 440,0 € για το δεύτερο έτος της μίσθωσης, στο ποσό των € 490,00 για το τρίτο έτος της μίσθωσης, στο ποσό των € 563,00 για το τέταρτο έτος της μίσθωσης, στο ποσό των € για το πέμπτο έτος της μίσθωσης και στο ποσό των € 660,00 για το έκτο έτος της μίσθωσης, πλέον του τέλους χαρτοσήμου επί του μισθώματος, καταβλητέο την 1η ημέρα έκαστου μισθωτικού μήνα.
Η εν λόγω μίσθωση τροποποιήθηκε δυνάμει του από 28.01.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού, νομίμως κατατεθειμένου στη Δ.Ο.Υ. Λιμ. Χερσονήσου με αριθμό ....2002, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ των ανωτέρω συμβληθέντων στην αρχική μίσθωση μερών. Με την τροποποίηση αυτή, ορίστηκε ότι μισθώτρια του επίδικου ακινήτου θα είναι εφεξής η πρώτη ανακόπτουσα ομόρρυθμη εταιρεία, παράλληλα δε συμφωνήθηκε ότι η διάρκεια της μίσθωσης θα είναι για εννέα έτη, ήτοι με έναρξη από την ....2002 και λήξη την ....2010, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε σε ποσό € 685,00 για το έτος 2008, σε ποσό € 712,00 για το έτος 2009 και σε ποσό € 740,00 για το έτος 2010.
Περαιτέρω, συνεχιζόμενης της μίσθωσης, σύμφωνα με το από ....2016 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, νομίμως κατατεθειμένο ηλεκτρονικά στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, λαμβάνοντας αριθμό Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας: ....2016, ορίστηκε το μηνιαίο μίσθωμα σε 600,0 €, η δε διάρκεια της μίσθωσης από την ....2016 έως την ....2022.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η καταβολή των μισθωμάτων από μέρους των ανακοπτόντων μισθωτών και ιδίως μετά το έτος 2007, δεν γινόταν με τη συνέπεια των άνω συμφωνηθέντων. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι ανακόπτοντες συχνά προέβαιναν στην καταβολή χρηματικών ποσών προς τον καθ' ου έναντι οφειλόμενων από μέρους τους μισθωμάτων.
Συγκεκριμένα, από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες προέβησαν στην καταβολή στον καθ' ου για μισθώματα: 1) την ....2015 ποσού € 1.000,00 έναντι οφειλόμενων μισθωμάτων έτους 2010, 2) την ....2015, σε τηρούμενο επ' ονόματι του καθ' ου τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", ποσού € 1.500,00 έναντι οφειλόμενων μισθωμάτων έτους 2012, 3) την ....2015 ποσού € 2.700,00 έναντι οφειλόμενων μισθωμάτων έτους 2012, 4) την ....2016, σε τηρούμενο επ' ονόματι του καθ' ου τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", ποσού € 2.500,00 έναντι οφειλόμενων μισθωμάτων έτους 2012 και μέρους έτους 2013, 5) την ....2016, σε τηρούμενο επ' ονόματι του καθ' ου τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", ποσού € 1.000,00, έναντι οφειλόμενων μισθωμάτων έτους 2013, 6) την ....2018 σε τηρούμενο επ' ονόματι του καθ' ου τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα "Eurobank", ποσού € 6.216,00, έναντι ενοικίων έτους 2018 μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου αυτών, 7) την ....2018, σε τηρούμενο επ' ονόματι του καθ' ου τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα "Eurobank", ποσού € 621,60, προς εξόφληση μισθώματος Νοεμβρίου 2018 μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, 8) την ....2019 σε τηρούμενο επ' ονόματι του καθ' ου τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα "Eurobank", ποσού € 621,60, προς εξόφληση μισθώματος Δεκεμβρίου 2018 μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, με αποτέλεσμα να έχει εξοφληθεί ολοσχερώς η οφειλή των ανακοπτόντων για επίδικα μισθώματα έτους 2018, 9) την ....2019, σε τηρούμενο επ' ονόματι του καθ' ου τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα "Eurobank", ποσού € 621,60 προς εξόφληση μισθώματος Ιανουάριου 2019 μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, με αποτέλεσμα να έχει εξοφληθεί η οφειλή των ανακοπτόντων για το αιτούμενο με την προσβαλλόμενη διαταγή μίσθωμα μηνός Ιανουάριου 2019.
Περαιτέρω, την ....2017 οι διάδικοι συνήψαν το με ίδιο ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της ένδικης σύμβασης μίσθωσης (υπ' αρ. ...2017 δήλωση πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας), με το οποίο επετράπη η υπεκμίσθωση του μίσθιου ακινήτου. Κατόπιν τούτου, οι ανακόπτοντες υπεκμίσθωσαν το μίσθιο ακίνητο, δυνάμει του από ....2017 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, στο Γ. Μ. - Τ. για τα χρονικά διαστήματα από την ....2017 έως την ....2017, από την ....2018 έως την ....2018 και από την ....2019 έως τις ....2019 αντί μηνιαίου μισθώματος € 3.888,88 πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου. Στο πλαίσιο της εν λόγω υπομίσθωσης, ο υπομισθωτής, Γ. Μ. - Τ. , κατόπιν υπόδειξης των ανακοπτόντων, κατέβαλε την 20.09.2017 στον καθ ου το ποσό των € 4.000,00 έναντι οφειλόμενων από μέρους των ανακοπτόντων μισθωμάτων, τα οποία αποδείχθηκε ότι καταλογίστηκαν σε οφειλόμενα κατά τον οικείο χρόνο μισθώματα έτους 2012.
Περαιτέρω, οι δεύτεροι και τρίτος ανακόπτοντες ήταν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός ακινήτου κτήματος, κείμενου στο λιμένα Χερσονήσου Ηρακλείου, στην ειδικότερη θέση "Τρόχαλοι", με αναλογία 20/100 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου, συνολικής έκτασης 2.203,19 τ.μ. Ο καθ' ου ήταν κύριος 20/100 εξ αδιαιρέτου του ίδιου ακινήτου.
Το εν λόγω ακίνητο πωλήθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. ....2018 Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς -Αγοραπωλησίας Ακινήτου του συμβολαιογράφου Χερσονήσου, Μ. Σ., καταρτισθέν μεταξύ του Κ. Τ. του Ε., της Ε. Τ. του Ε., της Α. χήρας Ε. Σ., της Γ. συζύγου Μ. Κ., της Μ. συζύγου Σ. Ε. και του καθ' ου ως πωλητών αφενός και της ανώνυμης εταιρείας "...
ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ - ΞΕΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ -ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΕΣ - ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΣΠΟΡ - ΠΑΡΑΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΚΑΦΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", νομίμως εκπροσωπουμένης, ως αγοράστριας αφετέρου. Κατά την πώληση αυτή, ο καθ' ου, κατόπιν προφορικής συμφωνίας με τους δεύτερο και τρίτο ανακόπτοντες, προκειμένου να εξοφληθούν οφειλόμενα μισθώματα της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, συμβλήθηκε ως πωλητής των 40/100 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, ήτοι συνυπολογίζοντας στο ποσοστό συνιδιοκτησίας του και το ποσοστό συνιδιοκτησίας των αντιδίκων του, με αποτέλεσμα να εισπράξει ως τίμημα της πώλησης, αφαιρουμένου του καταβληθέντος φόρου χρησικτησίας, των ποσό των 17.080,89 ευρώ, από το οποίο ποσό 8.540,45 ευρώ αντιστοιχεί στο ποσοστό συνιδιοκτησίας των άνω ανακοπτόντων.
Το εν λόγω ποσό, παρότι πρωτοδίκως προτάθηκε σε συμψηφισμό με σχετική ένσταση των ανακοπτόντων ήδη είχε καταλογισθεί για την εξόφληση μισθωμάτων του έτους 2010 και μέρους του έτους 2011. Κατόπιν των ανωτέρω καταβολών, αποδείχθηκε ότι οι ανακόπτοντες, αν και έκαναν ανενόχλητη χρήση του μισθίου, δεν κατέβαλαν στον καθ' ου τα κάτωθι οφειλόμενα ποσά από μισθώματα, ήτοι: (1) για το έτος 2014 ποσό € 8.880,00 (€ 740,00 Χ 12 = 8.880,00), (2) για το έτος 2015 ποσό € 8.880,00 (€ 740,00 Χ 12 = 8.880,00), (3) για το έτος 2016 ποσό € 8.460,00 (€ 740,00 Χ 9 (Ιανουάριος - Σεπτέμβριος) = € 6.660,00 € 600,00 Χ 3 μ (Οκτώβριος - Δεκέμβριος) = € 1.800,00 €, [6.660,00 + 1.800,00 = 8.460,00 €] και (4) για το έτος 2017 ποσό € 7.200,00 (€ 600,00 Χ 12 = € 7.200,00), ήτοι συνολικά το ποσό των € 33.420,00.
Εξάλλου, ο καθ' ου εκμισθωτής, με την από 12.12.2018 εξώδικη διαμαρτυρία του, που επιδόθηκε σε έκαστο εκ των ανακοπτόντων την 17.12.2018 (σχετ. οι υπ' αριθ. ....2018, ....2018 και ....2018, αντίστοιχες εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ηρακλείου, Α. Β.), ήδη κάλεσε τους ανακόπτοντες να του καταβάλουν, μεταξύ άλλων, τα οφειλόμενα ληξιπρόθεσμα μισθώματα έτους 2014 ποσού € 8.880,00, έτους 2015 ποσού € 8.880,00, έτους 2016 ποσού € 8.460,00 και έτους 2017 ποσού € 7.200,00.
Επομένως, οι ανακόπτοντες οφείλουν τα μισθώματα ετών 2014, 2015, 2016 και 2017, συνολικά ποσού 33.420,00 ευρώ, για τα οποία βασίμως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την ανακοπή διαταγή. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια, και κάνοντας εν μέρει δεκτή την ανακοπή επικύρωσε κατά το παραπάνω ποσό (33.420,0) τη διαταγή καταβολής μισθωμάτων, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτόμενων των αντίθετων ισχυρισμών των εκκαλούντων των δύο εφέσεων εκατέρωθεν.
Ειδικότερα, οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εκκαλούντων (ανακοπτόντων) ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση καταλόγισε τις προαναφερόμενες καταβολές σε μισθώματα προγενέστερων του 2013 ετών, για τα οποία είχε παρέλθει πενταετής παραγραφή, δεν αναιρεί την οφειλή για τα παραπάνω οφειλόμενα μισθώματα των ετών 2014 και εντεύθεν, που νομίμως επιδικάσθηκαν με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, καθότι από το περιεχόμενο και την αιτιολογία των ίδιων των χειρόγραφων αποδείξεων που φέρουν τις υπογραφές τους, τα καταβληθέντα ως άνω ποσά ρητά αναφέρονταν σε προηγούμενες οφειλές και όχι στις επίδικες, από τις οποίες δεν δύναται να αφαιρεθούν".
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 19 πλημμέλεια με την αιτίαση ότι αυτή έχει αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες ως προς τον καταλογισμό των καταβολών σε συγκεκριμένα χρέη, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 416 και 422 ΑΚ.
Από το προεκτεθέν και αυτολεξεί παρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με τις ανωτέρω παραδοχές του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και αυτό διότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του καταλογισμού των γενόμενων καταβολών των αναιρεσειόντων σε συγκεκριμένα χρέη, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 416 και 422 ΑΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Και τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες προέβησαν στην καταβολή στον καθ' ου για μισθώματα: 1) την ....2015 ποσού € 1.000,00 έναντι οφειλόμενων μισθωμάτων έτους 2010, 2) την ....2015, σε τηρούμενο επ' ονόματι του καθ' ου τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", ποσού € 1.500,00 έναντι οφειλόμενων μισθωμάτων έτους 2012, 3) την ....2015 ποσού € 2.700,00 έναντι οφειλόμενων μισθωμάτων έτους 2012, 4) την ....2016, σε τηρούμενο επ' ονόματι του καθ' ου τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", ποσού € 2.500,00 έναντι οφειλόμενων μισθωμάτων έτους 2012 και μέρους έτους 2013, 5) την ....2016, σε τηρούμενο επ' ονόματι του καθ' ου τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", ποσού € 1.000,00, έναντι οφειλόμενων μισθωμάτων έτους 2013, 6) την ....2018 σε τηρούμενο επ' ονόματι του καθ' ου τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα "Eurobank", ποσού € 6.216,00, έναντι ενοικίων έτους 2018 μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου αυτών, 7) την ....2018, σε τηρούμενο επ' ονόματι του καθ' ου τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα "Eurobank", ποσού € 621,60, προς εξόφληση μισθώματος Νοεμβρίου 2018 μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, 8) την ....2019 σε τηρούμενο επ' ονόματι του καθ' ου τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα "Eurobank", ποσού € 621,60, προς εξόφληση μισθώματος Δεκεμβρίου 2018 μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, με αποτέλεσμα να έχει εξοφληθεί ολοσχερώς η οφειλή των ανακοπτόντων για επίδικα μισθώματα έτους 2018, 9) την ....2019, σε τηρούμενο επ' ονόματι του καθ' ου τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα "Eurobank", ποσού € 621,60 προς εξόφληση μισθώματος Ιανουάριου 2019 μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, με αποτέλεσμα να έχει εξοφληθεί η οφειλή των ανακοπτόντων για το αιτούμενο με την προσβαλλόμενη διαταγή μίσθωμα μηνός Ιανουάριου 2019, εν συνεχεία την καταβολή στις 20-9-2017 του ποσού των 4.000 ευρώ από τον υπομισθωτή Γ.
Μ. - Τ. την καταλογίζει αορίστως σε οφειλόμενα μισθώματα του έτους 2012 και τη μεταγενέστερη καταβολή του ποσού των 8.540,45 ευρώ από την πώληση, δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2018 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας και αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου Χερσονήσου Μ. Σ., του ιδανικού μεριδίου των ανακοπτόντων την καταλογίζει αορίστως σε οφειλόμενα προγενέστερα μισθώματα του έτους 2010 και μέρους του έτους 2011, χωρίς ωστόσο να διαλάβει παραδοχές περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 422 και 423 ΑΚ και παραδεκτής ή μη προβολής από τον αναιρεσίβλητο αντένστασης ότι οι εν λόγω καταβολές αφορούν διαφορετικό προγενέστερο και όχι το επίδικο χρέος, ήτοι αν υπήρξε ή όχι μονομερής καθορισμός από τους αναιρεσείοντες του χρέους έναντι του οποίου καταβλήθηκαν τα παραπάνω ποσά, ή αν έγινε από τον αναιρεσίβλητο επίκληση ή όχι συμφωνίας διαφορετικού καταλογισμού ή ορισμού από αυτόν άλλης σειράς διαφορετικής από την οριζόμενη στο άρθρο 423 παρ. 1 ΑΚ, και, χωρίς, σε αρνητική περίπτωση, να αιτιολογεί, γιατί δεν έγινε ο καταλογισμός από το Δικαστήριο κατά τη σειρά που ορίζουν τα άρθρα 422 και 423 ΑΚ, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει αν υπήρξε ή όχι μερική ικανοποίηση του αναιρεσίβλητου και, συνακόλουθα, περιορισμός και κατά ποιο ακριβώς ποσό του χρέους έναντι αυτού από τους αναιρεσείοντες, με βάση τον προβληθέντα από τους τελευταίους με την ένδικη ανακοπή τους ισχυρισμό περί μερικής εξόφλησης.
Επομένως, o δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος, για το παραδεκτό της αίτησής τους, παράβολου. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, (άρθρα 176, 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθ. 105/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παράβολου.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ