Supreme Court dismisses appeal on finality grounds and procedural defects regarding seizure of future claims.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against a final first-instance judgment regarding the seizure of future claims. The appellant argued the lower court misinterpreted the seizure document and failed to reference the seizure of future claims, but the court found this to be an evaluative error not subject to review. Furthermore, the court rejected new arguments raised late in the proceedings as inadmissible due to strict procedural timelines. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the appeal.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; A final judgment becomes subject to appeal only after the appeal period for the ordinary appeal expires or is waived, and appeals against evaluative errors are inadmissible if raised after the deadline.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 919 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 919/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... AE", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κόντη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/5/2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Εκδόθηκε η 210/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/11/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ. ΑΠ 5/2001) και όχι κατά το χρόνο συζήτησης αυτής (ΑΠ 145/2011). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, τελεσίδικη και προσβλητή με αίτηση αναίρεσης είναι και η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον παρέλθει άκαρπη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση ή λάβει χώρα παραίτηση από το ήδη κατ' αυτής ασκηθέν τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001, Ολ. ΑΠ 9/1996). Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, αν ο διάδικος που δικάσθηκε διαμένει στην Ελλάδα.
Συνεπώς η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση (μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε άκαρπη η ανωτέρω τριακονθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, είτε διότι κατά τα ήδη προαναφερθέντα ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή από το δικαίωμα επί της ήδη ασκηθείσας έφεσης, οπότε έκτοτε η οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ (ΑΠ 341/2018) .
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 210/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο δέχτηκε την από 7-5-2014 ανακοπή του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και αναγνώρισε ότι η υποβληθείσα ….394/2/25-04-2014 ηλεκτρονική δήλωση της αναιρεσείουσας τράπεζας ,στα χέρια της οποίας ως τρίτης το αναιρεσίβλητο επέβαλε την κατάσχεση, είναι ανακριβής και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα ;ως τρίτη, να δεσμεύσει και να αποδώσει στο αναιρεσείον κάθε ποσό που θα κατατεθεί μελλοντικά στους αναφερόμενους λογαριασμούς του οφειλέτη του αναιρεσίβλητου Ε. Α. ,μέχρι τη συμπλήρωση του ποσού των 51.870,37 ευρώ. Η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 26-9-2017 ,όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ρόδου Χ. Τ., κατ αυτής δε δεν ασκήθηκε έφεση ,όπως συνομολογεί και το αναιρεσίβλητο .
Συνεπώς, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στις 27-11-2017,ήτοι μετά την πάροδο άπρακτης στις 26-10-2017 της προθεσμίας των τριάντα ημερών για την άσκηση έφεσης, η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε τελεσιδικήσει και, επομένως, προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση . Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 144, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ 3 Κ.Πολ. Δ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει, με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποιά αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ανακοπής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποιά από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποιά για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 403/2017,ΑΠ638/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποιά ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 403/2017, ΑΠ 638/2016, ΑΠ 677/2015).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 403/2017, ΑΠ638/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 403/2017, ΑΠ638/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ 356/2002).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30, 30Α, 30Β, 31, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) και 24 του ν. 2915/2001, προκύπτει, ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, οποιασδήποτε κατάθεσης του οφειλέτη του, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο κοινοποιείται ηλεκτρονικά προς το πιστωτικό ίδρυμα.
Η επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον τρίτο (πιστωτικό ίδρυμα) έχει τα αποτελέσματα αυτοδίκαια χωρούσης αναγκαστικής εκχώρησης . Το πιστωτικό ίδρυμα, στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει ηλεκτρονικά προς το κατασχόν Δημόσιο , αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα.
Η ως άνω δήλωση συνιστά υποχρέωση του τρίτου (πιστωτικού ιδρύματος), η οποία δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει σαφή και ειλικρινή πληροφόρηση του τρίτου για τις σχέσεις του με τον καθ' ου η εκτέλεση.
Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή του πίστη. Σε περίπτωση κατάσχεσης μέλλουσας απαίτησης , οπότε ο τρίτος συνήθως βρίσκεται σε αδυναμία να παράσχει σαφή πληροφόρηση και πάλι δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης, αφού στην περίπτωση αυτή, η δήλωση του είναι δυνατόν να είναι αρνητική, ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική, ως προς τη μελλοντική, παρέχοντας τη διαβεβαίωση, ότι θα παρακρατήσει οτιδήποτε προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθ ου η κατάσχεση από την δικαιογόνο αιτία της οφειλής .
Περαιτέρω, σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη καταλαμβάνει μόνο το υφιστάμενο υπόλοιπο, εκτός αν κατάσχονται και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς, οπότε η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου.
Το τελευταίο, όμως, απαιτεί, στο πλαίσιο της σαφήνειας και του ορισμένου του κατασχεθέντος αντικειμένου, την σαφή αναφορά στο κατασχετήριο περί κατάσχεσης και μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του πιστωτικού ιδρύματος από τους τηρούμενους τραπεζικούς λογαριασμούς (ΑΠ 825/2018, ΑΠ 256/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 210/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου , κατά το κρίσιμο για την κρινόμενη υπόθεση μέρος της, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: " Δυνάμει του με αριθμό ...8/1248/10-04-2014 κατασχετηρίου εγγράφου, που κοινοποιήθηκε στην καθ ης η ανακοπή ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕ" στις 14-04-2014,η Δ.Ο.Υ ...υ επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της ως τρίτης ,κατ άρθρο 30 ΚΕΔΕ, κάθε χρηματικού ποσού που η τελευταία όφειλε στον οφειλέτη του Δημοσίου Α. Ε. του Α. ή επρόκειτο στο μέλλον να οφείλει σε αυτόν ,μέχρι του ποσού των 51.870,37 ευρώ, προσκαλώντας την ταυτόχρονα να καταθέσει το κατασχεθέν ποσό.
Το ύφος και η αιτία των οφειλών του Α. Ε. αναλύονται στον πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ ... ,ο οποίος συγκοινοποιήθηκε στην καθ ης μαζί με το έγγραφο αναγκαστικής κατάσχεσης. Στις 25-04-2014 η καθ ης υπέβαλε ηλεκτρονικά (κατ άρθρο 30Β ΚΕΔΕ ) την προσβαλλόμενη υπ αριθ. ...94/2/25-04-2014 δήλωση, στην οποία απάντησε ,ότι κατά την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετηρίου εγγράφου, τηρούνταν στο όνομα του καθ ου οφειλέτη α) ένας ατομικός λογαριασμός ταμιευτηρίου και β) ένας ατομικός λογαριασμός όψεως ,οι οποίοι εμφάνιζαν αμφότεροι μηδενικό υπόλοιπο ,ενώ αρνήθηκε να δεσμευτεί ότι θα παρακρατήσει ότι τυχόν προκύψει στο μέλλον υπέρ της καθ' ης η κατάσχεση από τη μνημονευόμενη στο κατασχετήριο έννομη σχέση.
Ωστόσο ,από το περιεχόμενο της ανωτέρω δήλωσης συνάγεται ότι η καθ ης ,μολονότι αποδέχεται ότι μεταξύ της ίδιας και του ως άνω οφειλέτη του Δημοσίου υφίσταται έγκυρη τραπεζική σύμβαση κατάθεσης ,προς εξυπηρέτηση της οποίας τηρούνται στο όνομα αυτού οι μνημονευόμενο τραπεζικοί λογαριασμοί, προέβη σε εν μέρει αρνητική δήλωση αναφορικά με αυτούς, παραλείποντας να παρέχει τη διαβεβαίωση ότι θα παρακρατήσει την τυχόν οφειλή που θα προκύψει στο μέλλον υπέρ του Ε.
Α. με βάση την ως άνω βασική συμβατική σχέση μεταξύ τους. Με δεδομένο, όμως το ότι η επιβληθείσα εις χείρας της τρίτης κατάσχεση δεν αφορά μόνο στις ενεστώσες αλλά και στις μέλλουσες απαιτήσεις του ως άνω καθ ου η κατάσχεση έναντι της Τράπεζας, η σχετική δήλωση της τελευταίας, πέραν από την αναφορά στη βασική σχέση (δικαιογόνο αιτία της απαίτησης), έπρεπε να διαλαμβάνει και τη διαβεβαίωση αυτής ότι επιφυλάσσεται για την τυχόν μελλοντική γένεση της απαίτησης του καθ ου η κατάσχεση (ήτοι για την τυχόν ύπαρξη επιπλέον πιστωτικού υπολοίπου στους προαναφερθέντες τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα του ανωτέρω αναφερόμενου καθ ου η κατάσχεση ,οπότε και θα γεννηθεί η αντίστοιχη υποχρέωση της καθ ης η ανακοπή προς απόδοση των αντίστοιχων ποσών).
Συνεπώς, κατά το άνω σκέλος της, η ανωτέρω δήλωση της καθ ης η ανακοπή είναι ανακριβής ". Ακολούθως με βάση το ανωτέρω σκεπτικό δέχτηκε την από 7-5-2014 ανακοπή του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και αναγνώρισε ότι η υποβληθείσα ...94/2/25-04-2014 ηλεκτρονική δήλωση της αναιρεσείουσας τράπεζας ,στα χέρια της οποίας ως τρίτης το αναιρεσίβλητο επέβαλε την κατάσχεση, είναι ανακριβής και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα ,ως τρίτη, να δεσμεύσει και να αποδώσει στο αναιρεσείον κάθε ποσό που θα κατατεθεί μελλοντικά στους αναφερόμενους λογαριασμούς του οφειλέτη του αναιρεσίβλητου Ε. Α., μέχρι τη συμπλήρωση του ποσού των 51.870,37 ευρώ.
Η αναιρεσείουσα, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης , κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αιτιάται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχτηκε ότι το αναιρεσίβλητο επέβαλε κατάσχεση στα χέρια της (αναιρεσείουσας ) ως τρίτης, με βάση το περιεχόμενο του ...8/1242/10-4-2014 κατασχετηρίου και για κάθε μελλοντικά οφειλόμενο ποσό προς τον οφειλέτη του Ε.
Α. , χωρίς τούτο να προκύπτει από το ανωτέρω κατασχετήριο . Από την επισκόπηση, στο πλαίσιο διερεύνησης του άνω αναιρετικού λόγου, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κυρίως της από 7-5-2014 ανακοπής του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας ,στην οποία ενσωματώνεται το ανωτέρω κατασχετήριο, προκύπτει ότι με το κατασχετήριο ...8/1248/10-04-2014 ,που κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία " ...
ΑΕ" στις 14-04-2014,η Δ.Ο.Υ ...υ επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της ως τρίτης, κατ άρθρο 30 ΚΕΔΕ, κάθε χρηματικού ποσού που η τελευταία όφειλε στον οφειλέτη του Δημοσίου Α. Ε. του Α. ή επρόκειτο στο μέλλον να οφείλει σε αυτόν ,μέχρι του ποσού των 51.870,37 ευρώ, δηλαδή η κατάσχεση αφορούσε και μέλλουσες απαιτήσεις του ως άνω καθ ου η κατάσχεση έναντι της αναιρεσείουσας Τράπεζας.
Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, μεταξύ των οποίων και το προαναφερόμενο κατασχετήριο από το οποίο, ο αποδεικνυόταν πλήρως (άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ) ότι η κατάσχεση αφορούσε και μέλλουσες απαιτήσεις του ως άνω καθ ου η κατάσχεση έναντι της αναιρεσείουσας Τράπεζας, λόγω της σαφούς αναφοράς σ' αυτό της κατάσχεσης και των μελλοντικών απαιτήσεων .
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έκρινε χωρίς απόδειξη ,ως ανακριβή την ...94/2/25-04-2014 ηλεκτρονική δήλωση της αναιρεσείουσας επί της επιβληθείσας στα χέρια της κατάσχεσης από το αναιρεσίβλητο δυνάμει του ...8/1248/10-04-2014 κατασχετήριου εγγράφου της Δ.Ο.Υ ..., διότι ,αφού υπήρχε κατάσχεση και μελλοντικών απαιτήσεων ,για να θεωρηθεί ειλικρινής η δήλωση , η αναιρεσείουσα ,σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη ,όφειλε να διαβεβαιώσει το αναιρεσίβλητο ότι θα παρακρατήσει υπέρ αυτού , κάθε ποσό που θα κατατεθεί στο μέλλον στους λογαριασμούς του οφειλέτη του μέχρι τη συμπλήρωση του προαναφερθέντος ποσού.
Συνεπώς , ο ανωτέρω λόγος , πέραν του ότι πλήττει απαραδέκτως την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 του Κ.Πολ. Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, από όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.
του Κ.Πολ.Δ. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου , διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό ,όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου ,το οποίο σωστά ανέγνωσε ,συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι τότε πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων ,που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.
ΑΠ 2/2008, Ολ. ΑΠ 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 748/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση, ότι η υποβληθείσα από την αναιρεσείουσα δήλωση είναι ανακριβής, κατά το ανωτέρω αναφερόμενο μέρος της, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο περιεχόμενο του επικληθέντος και προσκομισθέντος ...8/1248/10-04-2014 κατασχετηρίου ,στο οποίο επί λέξει αναφέρεται "κατάσχω αναγκαστικά στα χέρια σας ως τρίτου όσα οφείλετε ή μέλλετε να οφείλετε ..".
Με τον επικουρικά προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης ,από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ,η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω αποδεικτικού μέσου γιατί δεν γίνεται σ' αυτό αναφορά για κατάσχεση στα χέρια της μελλοντικών απαιτήσεων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος, γιατί η επικαλούμενη αιτίαση αναφέρεται σε σφάλμα όχι αναγνωστικό αλλά εκτιμητικό, πέρα από το γεγονός ότι και από τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου του ίδιου κατασχετήριου , όπως προσαρτάται στην από 7-5-2014 ανακοπή, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του.
Περαιτέρω δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ ,με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η κατάσχεση των μελλοντικών απαιτήσεων που δέχθηκε το Εφετείο, δεν προκύπτει από το ανωτέρω κατασχετήριο, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενο του προκύπτει, πλήττεται πλέον η αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ) .
Με τους ισχυρισμούς που η αναιρεσείουσα προβάλλει για πρώτη φορά με το "σημείωμα" που κατέθεσε στο παρόν Δικαστήριο στις 5-12-2018,ότι το ηλεκτρονικό κατασχετήριο που της κοινοποιήθηκε περιλαμβάνει τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 3 της ΠΟΑ 1257/2013 του Υπουργού Οικονομικών ,μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται η κατάσχεση μελλοντικών απαιτήσεων, απαραδέκτως επιχειρείται να θεμελιωθεί νέος αναιρετικός λόγος, ο οποίος μπορούσε να προβληθεί μόνο με πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ασκούμενο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αναίρεσης και αντίγραφο αυτού επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 569 παρ 2 Κ.Πολ.Δ).
Μετά τα παραπάνω, αφού δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες διακρίσεις .
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στα οριζόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, μειωμένα αφού υποβάλλεται από αυτό το σχετικός (νόμιμο αίτημα (άρθρα 176 ,183, 189,191 παρ 2 Κ.Πολ.Δ) 22 του ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 Εισ. Ν.ΚΠολΔ, 5 αρ. 12 του ν. 1738/1987, 2 της Κοινής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/92 (ΦΕΚ 11/20.1.1993) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.11.2017 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... A.E." για αναίρεση της με αριθμό 210/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ