Legislator Giurisprudenza & Legislazione
919/2013 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding facts not raised in lower court.

Numero d'incarto 919/2013
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the employer's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding an employee's unpaid overtime. The employer argued that the court should have considered facts about the employee's additional duties not explicitly detailed in the initial employment agreement. The court ruled that these arguments were inadmissible because they were not legally proposed to the lower court during the original proceedings.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(8), 559(14), 562(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only the legality of the lower court's decision based on facts and arguments legally presented to that court, rendering new factual allegations inadmissible.

Parole chiave

Generato dall'IA
inadmissible appeal unraised facts labor dispute overtime compensation code of civil procedure prolungamento dell'orario di lavoro ore di lavoro non effettuate periodo di presenza obbligatorio

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 648, 653, 659 of the Civil Code
Article 1 of Law 1876/1990
Article 2 of Law 3765/1957
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 919 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 919/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε.Μ.Ε.", που εδρεύει στις … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Λύτρα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 420/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2566/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσείουσα με την από 27/5/2009 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1066/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2566/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 4199/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/10/2012 αίτησή της και τους από 11/2/2013 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 12/3/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 31/10/2012 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 11/2/2013 πρόσθετων λόγων κατά της 4199/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 653 και 659 ΑΚ προκύπτει ότι, αν κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων η παροχή από τον εργαζόμενο, μέσα στο νόμιμο ωράριο, πρόσθετης διαρκούς φύσεως εργασίας, η οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεν είναι συναφής με την εργασία που συμφωνήθηκε αρχικά και η οποία (πρόσθετη) εργασία παρέχεται συνήθως με μισθό ο εργοδότης, αν δεν συμφωνηθεί ιδιαίτερος πρόσθετος μισθός, ούτε συμφωνήθηκε ότι δεν θα καταβάλλεται πρόσθετος μισθός, υποχρεούται να καταβάλει για την πρόσθετη αυτή εργασία τον ειθισμένο μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται συνήθως σε άλλους μισθωτούς, που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες.

Περαιτέρω, από τις αυτές ως άνω διατάξεις (648, 653, 659 ΑΚ) σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 του Ν.1876 / 1990 και 2 επ. Ν.Δ 3765 /1957, προκύπτει ότι γνήσια ετοιμότητα προς εργασία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος βρίσκεται σε πλήρη δέσμευση του ελεύθερου χρόνου, του, υπό την έννοια ότι κατά τη διάρκεια του ωραρίου του δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα να αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμη διαφορετικά, αλλά πρέπει να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη σε κάθε στιγμή που θα του ζητείται.

Σ' αυτή τη μορφή ετοιμότητας (γνήσια) θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα από το εάν θα παρουσιασθούν περιπτώσεις για παροχή εργασίας, και έτσι η γνήσια ετοιμότητα εξομοιώνεται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ' αυτήν, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ειδικότερα για τα κατώτατα όρια αποδοχών, τα χρονικά όρια εργασίας, την αμοιβή και τις προσαυξήσεις για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές, αργίες κ.λ.π., για το λόγο δε αυτόν στην παραπάνω περίπτωση ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, οφείλεται ο ειθισμένος μισθός, σύμφωνα με το άρθρο 653 ΑΚ.

Αντίθετα, στην περίπτωση παροχής εξαρτημένης εργασίας με τη μορφή της απλής ετοιμότητας ή ετοιμότητας κλήσεως προς εργασία, στην οποία ο εργαζόμενος συμφωνεί να περιορίσει την προσωπική του ελευθερία, αναλαμβάνοντας μόνο την υποχρέωση να παραμείνει σε ορισμένο τόπο για ορισμένο χρόνο, χωρίς να έχει σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, τις οποίες υποχρεούται να κινητοποιήσει μόνο αν υπάρξει ανάγκη, δεν εφαρμόζονται, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυχτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες.

Για το λόγο αυτό στην τελευταία περίπτωση οφείλεται μόνον ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο ειθισμένος μισθός, σύμφωνα με το άρθρο 653 ΑΚ. Τέλος το ζήτημα του είδους της ετοιμότητας προς εργασία, και ειδικότερα, αν πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα είναι θέμα αποδείξεως των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στη μία ή την άλλη περίπτωση.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ που ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση προκύπτει ότι η αναίρεση της αποφάσεως και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική και ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά το κεφάλαιο (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) το οποίο αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνέχονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης τότε, μόνο ως προς αυτά, εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως, το οποίο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.

Με την αναίρεση της αποφάσεως κατά το μέτρο της παραδοχής της αντίστοιχης αιτήσεως, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας και το δικαστήριο της παραπομπής επανεκδικάζει την έφεση (ή την αγωγή) μόνο ως προς τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, το δε δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας, ως προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια, δεσμευόμενο μόνον για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση, με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ισχυριζόταν ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψε με την εναγομένη συμφωνήθηκε να εργάζεται σ' αυτή ως οδηγός σχολικού λεωφορείου, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και επί 38 ώρες την εβδομάδα και ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η εργασιακή του σχέση εργαζόταν καθημερινά πέραν του συμφωνημένου ωραρίου χωρίς να του καταβάλλεται αμοιβή για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή εργασία, απλή εργασία και χωρίς να υπολογίζεται η αμοιβή του αυτή στις αποδοχές αδείας και στα επιδόματα εορτών και αδείας και με την οποία (αγωγή) ζητούσε ,μετά μερική μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για τις ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 11.000 ευρώ και β) να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλει για τις ίδιες αιτίες το συνολικό ποσό των 82,934,05 ευρώ, εκδόθηκε η 420/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε έφεση και το Εφετείο Αθηνών, με την 2566/2009 απόφαση του δέχθηκε, εκτός των άλλων, ότι ο ενάγων οδηγώντας το σχολικό αυτοκίνητο της εναγομένης πραγματοποιούσε καθημερινά προκαθορισμένα δρομολόγια παραλαβής και μεταφοράς μαθητών από διάφορες περιοχές της Αττικής προς τα εκπαιδευτήρια της εναγομένης, που βρίσκονται στις …, κατά τις ώρες 06.30'έως 07.30', ενώ μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων ακολουθούσε αντίστροφο πρόγραμμα επιστροφής των μαθητών προς τις κατοικίες τους κατά τις ώρες 14.00' έως 17.30' μη περιλαμβανομένου στο ημερήσιο ωράριο εργασίας του ενάγοντος του χρόνου μετάβασης του από την οικία του στο σημείο παραλαβής του πρώτου μαθητή ούτε του χρόνου επιστροφής του σ' αυτήν από το σημείο παράδοσης του τελευταίου μαθητή μετά τη λήξη των μαθημάτων, ότι κατά τις ενδιάμεσες ώρες (δηλ.

από 08.30' που ολοκληρωνόταν η προσέλευση των μαθητών μέχρι την 13.30' που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για την αποχώρηση τους) ο ενάγων τις δύο ημέρες της εβδομάδας είχε εφημερία και παρέμεινε υποχρεωτικά στο σχολείο, εκτελώντας με το λεωφορείο διάφορες εργασίες της εναγομένης, ότι κατά τις υπόλοιπες τρεις ημέρες ο ενάγων απασχολείτο κατά τις ενδιάμεσες αυτές ώρες με εργασίες παρακολουθηματικές προς την κύρια εργασία του οδηγού, δηλαδή με την καθαριότητα και συντήρηση του λεωφορείου και τον εφοδιασμό του με καύσιμα, παραμένοντας στις εγκαταστάσεις της εναγομένης και διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές δυνάμεις του για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίηση τους από την εναγομένη, ενώ πολλές φορές κατά τις ίδιες ώρες μετέφερε μαθητές σε ημερήσιες εκδρομές (όπως στο Λαύριο στη Χαλκίδα) ευρισκόμενος κατά τις ώρες αυτές σε γνήσια ετοιμότητα προς εργασία και ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα πραγματοποίησε τις εις αυτή αναφερόμενες ώρες υπερεργασίας, ιδιόρρυθμης υπερωρίας, παράνομης υπερωρίας και απλής επιπλέον εργασίας, για τις οποίες δικαιούται τις εις αυτή διαφορές αποδοχών, τις οποίες μετά την παραδοχή της εφέσεως, την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και την εν μέρει κατ' ουσίαν παραδοχή της αγωγής, επιδίκασε στον ενάγοντα.

Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε την από 27/5/2009 αίτηση αναιρέσεως, η οποία συζητήθηκε στις 20/4/2010 και επί της οποίας εκδόθηκε η 1066/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η 2566/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτό ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα, ποιες ειδικότερες εργασίες όφειλε να εκτελέσει ο ενάγων εάν παρίστατο ανάγκη κατά το ενδιάμεσο του ωραρίου του χρονικό διάστημα των τριών ημερών της εβδομάδας, κατά τις οποίες βρισκόταν σε γνήσια ετοιμότητα προς εργασία και αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της αμοιβής του ενάγοντος για παροχή εργασίας πέραν του ωραρίου (υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή εργασία, απλή επιπλέον εργασία), αναγκαίως δε και κατά το κεφάλαιο για οφειλόμενες διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας, αφού αυτές προκύπτουν και επηρεάζονται από το συνυπολογισμό των αμοιβών για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία και απλή επιπλέον εργασία.

Στη συνέχεια το δικαστήριο της παραπομπής (Εφετείο) δέχθηκε ανελέγκτως, ως προς το κεφάλαιο που αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών τα ακόλουθα: Δυνάμει γραπτών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου διαρκείας από 6/9/2000 έως 5/9/2001, από 6/9/2001 έως 31/8/2002 και από 2/9/2002 έως 15/6/2003, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων ανέλαβε να προσφέρει στη διατηρούσα επιχείρηση ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε.Μ.Ε" τις υπηρεσίες του ως οδηγός σχολικού λεωφορείου επί πέντε ημέρες και 40 ώρες εβδομαδιαίως (πρώτη σύμβαση) και επί πέντε ημέρες και 38 ώρες εβδομαδιαίως οι λοιπές, αντί μηνιαίου μισθού 246.700 δραχμών (723, 99 ευρώ), 259.100 ευρώ (760,38 ευρώ), και 787,30 ευρώ αντιστοίχως.

Απεδείχθη, επίσης, ότι, ανεξάρτητα από τις επί μέρους συμφωνίες των διαδίκων για το ωράριο εργασίας τους, ο ενάγων καθ' όλο το ως άνω επίδικο διάστημα απασχολήθηκε επί ένδεκα ώρες, κατά μέσο όρο, ημερησίως,δηλαδή από 06.30'έως 17.30', κατά τα χρονικά όμως διαστήματα από 15/6/-6/9/2001 και από 15/6/-2/9/2002, η απασχόληση του δεν υπερέβαινε το συμφωνημένο ωράριο.

Συγκεκριμένα ο ενάγων οδηγώντας το σχολικό λεωφορείο της εναγομένης πραγματοποιούσε καθημερινά δρομολόγια παραλαβής και μεταφοράς μαθητών από διάφορες περιοχές της Αττικής προς τα εκπαιδευτήρια της εναγομένης, που βρίσκονται στις ..., κατά τις ώρες 06.30' έως 07.30', ενώ μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων ακολουθούσε αντίστροφο πρόγραμμα επιστροφής των μαθητών προς τις κατοικίες τους κατά τις ώρες 14.00' έως 17.30', μη περιλαμβανομένου στο ημερήσιο ωράριο εργασίας του ενάγοντος του χρόνου μετάβασης του από την οικία του στο σημείο παραλαβής του πρώτου μαθητή ούτε του χρόνου επιστροφής του σ' αυτήν από το σημείο παράδοσης του τελευταίου μαθητή μετά τη λήξη των μαθημάτων.

Κατά τις ενδιάμεσες ώρες (δηλ. από 08.30' που ολοκληρωνόταν η προσέλευση των μαθητών μέχρι την 13.30' που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για την αποχώρηση τους) ο ενάγων τις δύο ημέρες της εβδομάδας είχε εφημερία και παρέμεινε υποχρεωτικά στο σχολείο, εκτελώντας με το λεωφορείο διάφορες εργασίες της εναγομένης.

Κατά τις υπόλοιπες τρεις ημέρες ο ενάγων απασχολείτο κατά τις ενδιάμεσες αυτές ώρες με εργασίες παρακολουθηματικές προς την κύρια εργασία του οδηγού, δηλαδή, με την καθαριότητα του εσωτερικού του λεωφορείου και κυρίως από τις τσίχλες των μαθητών που ήταν κολλημένες στα καθίσματα, στο πάτωμα και τις κουρτίνες σβησίματα και γραψίματα με μαρκαδόρους κ.λ.π., με τον εφοδιασμό του λεωφορείου με καύσιμα που απαιτούσε περίπου μία (1) ώρα, με την επιδιόρθωση καθισμάτων και ζωνών ασφαλείας, δηλαδή με εργασίες απαραίτητες για την ασφαλή και σε καθαρό περιβάλλον μετακίνηση των μαθητών, οι οποίες περιλαμβανόταν στις εργασιακές, του υποχρεώσεις και γενικώς παρέμεινε στις εγκαταστάσεις της εναγομένης διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές δυνάμεις του για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίηση τους από την εναγομένη, όπως π.χ.

για τυχόν μεταφορά μαθητών σε νοσοκομείο, ή σε ημερήσιες σχολικές εκδρομές, που πραγματοποιούνταν κάθε μέρα και για τις οποίες ήταν απαραίτητοι 4-5 οδηγοί τη μέρα, ευρισκόμενος ως εκ τούτου ο ενάγων κατά τις ώρες αυτές σε γνήσια ετοιμότητα προς εργασία. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, συμμορφούμενο με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ερευνώντας την έφεση κατά τα κεφάλαια που αναιρέθηκε η 2566/ 2009 (προγενέστερη) απόφαση του Εφετείου, έκρινε, με τις πραγματικές ως άνω παραδοχές ότι στην κρινόμενη υπόθεση υφίσταται γνήσια ετοιμότητα του ενάγοντος προς εργασία.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δηλαδή κρίνοντας κατ' ουσίαν την ύπαρξη ή όχι γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία του ενάγοντος στην εναγομένη, συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, καθόσον η υπόθεση συζητήθηκε μέσα στα διαγραφόμενα από την αναιρετική απόφαση όρια. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, μέρος πρώτο, του κύριου αναιρετηρίου, καθώς και ο πρώτος λόγος, μέρος πρώτο, του πρόσθετου αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ. 18 του Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε προς την 1066/2010 αναιρετική απόφαση είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα, ποιες ειδικότερα εργασίες όφειλε να εκτελέσει ο ενάγων, εάν παρίστατο ανάγκη, κατά το ενδιάμεσο του ωραρίου χρονικό διάστημα των τριών ημερών της εβδομάδας, κατά το οποίο βρισκόταν σε γνήσια ετοιμότητα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Ειδικότερα οι παραδοχές ότι τις υπόλοιπες τρεις ημέρες (μετ' αφαίρεση, από τις πέντε εργάσιμες ημέρες, των δύο ημερών την εβδομάδα που ο ενάγων είχε εφημερία και παρέμεινε υποχρεωτικά στο σχολείο) ο ενάγων απασχολείτο κατά, τις ενδιάμεσες ώρες ,δηλαδή, από 08.30' που ολοκληρωνόταν η προσέλευση των μαθητών μέχρι την 13.30' που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για την αποχώρηση τους, με τις αναλυτικά αναφερόμενες ως άνω εργασίες παρακολουθηματικές προς την κύρια εργασία του οδηγού, οι οποίες περιλαμβάνονταν στις εργασιακές του υποχρεώσεις και γενικώς παρέμεινε στις εγκαταστάσεις της εναγομένης διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις, για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίηση τους από την εναγομένη, όπως π.χ.

για τυχόν μεταφορά μαθητών σε νοσοκομείο ή σε ημερήσιες σχολικές εκδρομές που πραγματοποιούνταν κάθε ημέρα, ευρισκόμενος ως εκ τούτου ο ενάγων κατά τις ώρες αυτές σε γνήσια ετοιμότητα προς εργασίας, είναι πλήρεις και σαφείς και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ως προς το ζήτημα αν πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια ετοιμότητα προς εργασία.

Επομένως, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος μέρος δεύτερο του κύριου αναιρετηρίου και πρώτος μέρος δεύτερου του πρόσθετου αναιρετηρίου λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ. Πολ. Δ. είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, αν για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους. Αν προσβάλλεται απόφαση του Εφετείου πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο λόγο του κύριου αναιρετηρίου και δεύτερο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου, με την επίκληση, του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ προβάλλει τις αιτιάσεις ότι ενώ στην αγωγή του ο ενάγων ισχυριζόταν μόνο ,ότι συμφωνήθηκε μεταξύ αυτού και της εναγομένης ότι η εργασία του θα ήταν 38 ώρες την εβδομάδα, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα έως Παρασκευή) και ότι η συμφωνία αυτή καταστρατηγήθηκε εκ μέρους της, αφού εκείνος εργαζόταν έξι ημέρες την εβδομάδα, από της 06.00' έως 18.30' καθημερινά πραγματοποιώντας έτσι 34 υπερωρίες την εβδομάδα ή 136 το μήνα χωρίς να λαμβάνει αποζημίωση, με τις πρωτόδικες προτάσεις του πρόβαλε το πρώτον απαραδέκτως, ότι κατά τον ενδιάμεσο χρόνο, ήτοι από 08.30' μέχρι πέρατος του σχολείου, η εναγομένη τον απασχολούσε αναγκαστικως σε διάφορες εργασίες, όπως προσωρινές επισκευές βλαβών του αυτοκινήτου, τροφοδοσία του με καύσιμα, καθαρισμό του αυτοκινήτου εξωτερικώς, καθώς και ότι, κατά τον ίδιο χρόνο, βρισκόταν σε επιφυλακή "σαν ασθενοφόρο", για τυχόν έκτακτα περιστατικά, όπως μεταφορά των νηπίων στη θερμαινόμενη πισίνα, μεταφορά των μαθητών σε ημερήσιες εκδρομές, σε θέατρα αθλοπαιδιές κ.λ.π., τα τελευταία δε περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η προσβαλλόμενη απόφαση τα δέχθηκε κατ' ουσίαν, και έτσι, το μεν, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, το δε, δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ως άνω αγωγικό ισχυρισμό.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι τον ισχυρισμό αυτό τον πρότεινε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31/10/2012 αίτηση αναιρέσεως και τους από 11/2/2013 πρόσθετους λόγους κατά της 4199/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ