Supreme Court dismisses ERT appeal on res judicata grounds due to lack of identity of legal cause. The court rejects the appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The court ruled that the appeal was inadmissible because the legal cause differed from previous cases. The court held that the res judicata principle does not apply when the legal basis changes. The court found the appeal arguments were vague and unsupported by law. The court ordered the appellant to pay the legal costs of the respondents. The court emphasized the strict requirements for invoking res judicata. The court noted the different legal provisions in the current case. The court concluded the appeal failed on multiple procedural grounds. The court affirmed the lower court's decision on the merits.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the ERT's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling that the principle of res judicata did not apply. The court found that while the parties were the same, the legal cause differed because the current case relied on different contract formation articles than previous judgments. Consequently, the court held that the lower court correctly rejected the claim of binding precedent. The appeal was further rejected for being vague and lacking specific details on the alleged procedural errors.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 2, 3, 5, 6, 7 of the General Personnel Regulations of ERT; Article 559 of the Code of Civil Procedure. Res judicata applies only when the same parties, object, and legal cause exist; if the legal basis differs, the principle does not bind the courts.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 919 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 919/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ (ΕΡΤ) Α.Ε.", που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Φιλίππου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ....., 2) ....., 3) ......, 4) ......., 5) ......., 6) ......, 7) ......, 8) ......., 9) ...... και 10) ........, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1424/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9455/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-5-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 24-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τα άρθρα 2, 3, 5, 6 και 7 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ΕΡΤ, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 9 του Ν. 1730/1987, εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 8256/22/815/1989 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως, δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 283 Β'/20-4-1989 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και έχει ισχύ νόμου, το προσωπικό της ΕΡΤ Α.Ε.
συνδέεται με αυτή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο και διορίζεται μόνο σε κενές οργανικές θέσεις. Το τακτικό προσωπικό αυτής προσλαμβάνεται μόνο μετά από διαγωνισμό, ειδική δοκιμασία, επιλογή ή συνέντευξη, ο δε επιτυχών πρέπει να δηλώσει εγγράφως ότι δέχεται να προσφέρει στην ίδια την εργασία του, σύμφωνα με τους όρους του Κανονισμού αυτού, των ΕΣΣΕ και των ΔΑ, που ισχύουν για το εν λόγω προσωπικό αυτής και να αναλάβει υπηρεσία εντός τριάντα ημερών από τη γνωστοποίηση της σειράς κατατάξεώς του, προσκομίζοντας τα απαραίτητα δικαιολογητικά, ενώ, αν δεν συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του αυτές, θεωρείται ότι παραιτείται από την πρόσληψη και ως ημερομηνία προσλήψεως θεωρείται εκείνη κατά την οποία ο προσλαμβανόμενος αναλαμβάνει υπηρεσία.
Στο έκτακτο προσωπικό περιλαμβάνονται α) οι ειδικοί σύμβουλοι-προσωπικό ειδικών θέσεων, β) οι δημοσιογράφοι, οι σκηνοθέτες και οι βοηθοί σκηνοθέτες, γ) οι ιδιαίτεροι γραμματείς και δ) το προσωπικό, που προσλαμβάνεται για την κάλυψη περιοδικών ή προσκαίρων αναγκών. Στην υπό το στοιχείο β' κατηγορία με την υπ' αριθ. 24261/Ζ2/3289/14-12-1989 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, προστέθηκαν και οι χορωδοί.
Ειδικότερα ορίσθηκε ότι οι δημοσιογράφοι, οι σκηνοθέτες, οι βοηθοί σκηνοθέτες και οι χορωδοί προσλαμβάνονται με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου με απόφαση του ΔΣ της ΕΡΤ μετά από σχετική εισήγηση του αρμοδίου γενικού διευθυντή και ότι στο εν λόγω προσωπικό εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1α, 2 εδ.
α', γ'- η', 3 και 4, 6 παρ. 4,6,7 και 9, 10 παρ. 1-3, 8 εδ. α', 11, 15, 17, 19, 22-24, 25 παρ. 2, 3 και 5-12 και 26-51 του ανωτέρω Κανονισμού, ενώ στους σκηνοθέτες και βοηθούς σκηνοθέτες εφαρμόζονται επιπλέον και οι διατάξεις των άρθρων 10, 13, 14 και 25 αυτού. Κατά τα λοιπά, οι όροι, οι συνθήκες και η αμοιβή της εργασίας τους καθορίζονται με ΣΣΕ ή ΔΑ, ενώ ειδικότερα για τους δημοσιογράφους μπορεί να ορισθούν και με ατομικές συμβάσεις εργασίας.
Για την πρόσληψη χορωδού απαιτείται ως τυπικό προσόν δίπλωμα ή πτυχίο ωδείου και διετής προϋπηρεσία σε συμφωνική ορχήστρα ή ορχηστρικά - χορωδιακά σύνολα ή τετραετής προϋπηρεσία σε συμφωνική ορχήστρα ή ορχηστρικά - χορωδιακά σύνολα. Επίσης, κατά το άρθρο 8 παρ. 4 του αυτού ως άνω Κανονισμού, κανένας δεν μπορεί να προσληφθεί στην ΕΡΤ ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος κατά τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού αν δεν υπάρχει αντίστοιχη οργανική θέση με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 6 παρ. 3 αυτού.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει με σαφήνεια ότι το έκτακτο προσωπικό της αναιρεσείουσας, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι χορωδοί, α) προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ύστερα από απόφαση του ΔΣ αυτής και μετά από προηγούμενη εισήγηση του γενικού διευθυντή σε κενή οργανική θέση, β) οφείλει να δηλώσει εγγράφως ότι αποδέχεται να προσφέρει σ' αυτή την εργασία του, σύμφωνα με τους όρους του Κανονισμού και των ΕΣΣΕ ή ΔΑ, γ) οφείλει ακόμη να αναλάβει εργασία εντός τριάντα ημερών από τη γνωστοποίηση της αποφάσεως του ΔΣ και δ) αν δεν έγινε από τον προσλαμβανόμενο έγγραφη δήλωση αποδοχής της συμβάσεως εργασίας, επέρχεται μεν ακυρότητα αυτής λόγω μη τηρήσεως του προβλεπομένου από το νόμο έγγραφου τύπου (άρθρ. 159 παρ. 1 Α.Κ.), πλην όμως αίρεται αυτή, αν ο τελευταίος ανέλαβε εργασία και έτσι άρχισε να εκπληρώνει τη σύμβαση.
Ανάλογα ισχύουν, κατά τα άρθρα 84 του Ν.Δ. 321/1969 και 41 του Ν.Δ. 496/1974, για το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, τα οποία κατά μείζονα λόγο εφαρμόζονται ως προς την ανήκουσα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ΕΡΤ, αφού αυτά ισχύουν για τα διεπόμενα από αυστηρότερο σύστημα διατυπώσεων Δημόσιο και ΝΠΔΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής:
Οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από την αναιρεσείουσα ΕΡΤ Α.Ε., με συμβάσεις έργου κατά τον αναφερόμενο για τον καθένα χρόνο, ως εξωτερικοί συνεργάτες - χορωδοί, η μεν τελευταία υπό τον ισχύοντα κανονισμό, οι δε λοιποί υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος κανονισμού του προσωπικού αυτής, που είχε εγκριθεί με την υπ' αριθ. 11319/Ε/104 της 4/13-4-1977 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως.
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι με την υπ' αριθ. 2243/9-6-1989 απόφαση του ΔΣ της αναιρεσείουσας, που εκδόθηκε μετά την αναφερόμενη εισήγηση του γενικού διευθυντή αυτής, αποφασίσθηκε η τροποποίηση του άρθρου 7 του ΓΚΠ/ΕΡΤ, ώστε να είναι εφικτή η πρόσληψη και χορωδών, ως εκτάκτου προσωπικού. Με την απόφαση αυτή, που εγκρίθηκε αρμοδίως, ορίσθηκε ότι ο αριθμός των οργανικών θέσεων των χορωδών ανέρχεται σε εξήντα οκτώ (68).
Για την πλήρωση των θέσεων αυτών αποφασίσθηκε με την ίδια απόφαση η πρόσληψη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των απασχολουμένων μέχρι τότε και αναφερομένων σ' αυτή ονομαστικώς εξήντα τεσσάρων (64) χορωδών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι αναιρεσίβλητοι, ενώ ως ημερομηνία προσλήψεως των τελευταίων ορίσθηκε εκείνη της δημοσιεύσεως της εν λόγω τροποποιήσεως του Κανονισμού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και επιπλέον ορίσθηκε ότι όσοι τυχόν δεν έχουν τα απαιτούμενα και προβλεπόμενα ως άνω τυπικά προσόντα θα προσληφθούν από το χρόνο συμπληρώσεως των σχετικών προϋποθέσεων.
Επίσης, με την ίδια απόφαση, που κηρύχθηκε αυθημερόν εκτελεστή, εντελλόταν η Διεύθυνση Διοικητικού της αναιρεσείουσας να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της εν λόγω τροποποιήσεως, ενώ με την υπ' αριθ. 94/17-10-1989 απόφαση του ΔΣ της αναιρεσείουσας, που κηρύχθηκε και αυτή αυθημερόν εκτελεστή, αποφασίσθηκε η περαιτέρω προώθηση του θέματος της εντάξεως των χορωδών στο έκτακτο προσωπικό αυτής με τη δημοσίευση της προηγούμενης αποφάσεώς του, που έλαβε χώρα στις 14-12-1989.
Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι με την υπ' αριθ. 52/21-5-1990 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου εγκρίθηκε, κατ' εξαίρεση του μέτρου αναστολής των διορισμών στο δημόσιο τομέα, που είχε καθιερωθεί με την υπ' αριθ. 156/19-12-1989 ΠΥΣ, η υπογραφή συμβάσεων εργασίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και των εργαζομένων σ' αυτή ως άνω εξήντα τεσσάρων (64) χορωδών, δηλαδή και των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 75/15-6-1989 απόφαση του ΔΣ αυτής.
Στη συνέχεια, η Διεύθυνση Διοικητικού της τελευταίας απέστειλε έγγραφες ατομικές ειδοποιήσεις προς τους χορωδούς για την υποβολή των απαραιτήτων δικαιολογητικών, προκειμένου να αρχίσει η διαδικασία προσλήψεώς τους, ενώ αμέσως μετά αντηλλάγησαν απόψεις μεταξύ των ενδιαφερομένων χορωδών και της αναιρεσείουσας, καθώς και μεταξύ αυτής και των αναφερομένων άλλων υπηρεσιών για τη διευθέτηση του θέματος και τις οικονομικές επιπτώσεις, που θα είχε η υλοποίηση της ως άνω αποφάσεως του ΔΣ της ΕΡΤ.
Επίσης, με τις υπ' αριθ. 230 και 231/1993 αποφάσεις του ΔΣ της τελευταίας καθορίσθηκαν οι ειδικοί όροι αμοιβής (μισθολογικά κλιμάκια, επιδόματα) και απασχολήσεως (ωράριο) των χορωδών, χωρίς όμως να ρυθμισθεί τελικά η εργασιακή σχέση των αναιρεσιβλήτων με την αντίδικό τους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην απόφαση αυτή, την οποία μάλιστα το ΔΣ της ΕΡΤ ανακάλεσε με την υπ' αριθ. 346/28-2-1996 απόφασή του, ενώ εξακολουθούσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις ανωτέρω συμβάσεις έργου, που είχε συνάψει αρχικά με τους ίδιους και να τους καταβάλει την προβλεπόμενη από τις εν λόγω συμβάσεις αμοιβή.
Τέλος κατέληξε το Εφετείο ότι η περιεχόμενη στην ως άνω υπ' αριθ. 75/15-6-1989 απόφαση του ΔΣ της αναιρεσείουσας, που κηρύχθηκε αυθημερόν εκτελεστή, πρόταση προς τους αναιρεσιβλήτους για τη σύναψη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου περιήλθε αμέσως σ' αυτούς, που και την αποδέχθηκαν, χωρίς στο μεταξύ η αναιρεσείουσα να ανακαλέσει την απόφαση αυτή ή να επιφυλάξει στον εαυτό της ή να διατηρήσει από άλλο λόγο δικαίωμα ανακλήσεώς της, λόγος για τον οποίο δεν ασκεί έννομη επιρροή η ως άνω από 28-2-1996 ανάκληση της αναιρεσείουσας, η δε από μέρους των αναιρεσιβλήτων δήλωση αποδοχής της προτάσεως αυτής περιήλθε στην προτείνασα αναιρεσείουσα στις 14-12-1989 με τη δημοσίευση της τροποποιήσεως του άρθρου 7 παρ. 2 του ΓΚΠ/ΕΡΤ και αποτελεί την πρώτη ημέρα παροχής της υπηρεσίας τους, εφόσον κατ' αυτή είχαν τα προβλεπόμενα τυπικά προσόντα και η ημέρα αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 6 του Κανονισμού, που εφαρμόζεται ανάλογα, σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στην υπ' αριθ. 75/15-6-1989 απόφαση του ΔΣ αυτής, αποτελεί και την ημερομηνία προσλήψεώς τους, δεδομένου ότι η τελευταία δεν καταλήφθηκε από την ανωτέρω ΠΥΣ, που εκδόθηκε μεταγενέστερα, ήτοι στις 21-12-1989.
Έτσι, κατά το άρθρο 192 Α.Κ., εγκύρως καταρτίσθηκε για καθένα από τους αναιρεσιβλήτους εργασιακή σύμβαση. Περαιτέρω το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία δέχθηκε επιπλέον ότι, αν στην κρινόμενη υπόθεση υφίσταται ακυρότητα από τη μη τήρηση του έγγραφου τύπου της συμβάσεως, που επιβάλλεται από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρ. 6 παρ. 1 του Ν. 1256/1982), η απόλυτη αυτή ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αίρεται, αν προηγήθηκε η έγγραφη πρόταση του εργοδότη, χωρίς να ακολουθήσει έγγραφη αποδοχή από μέρους του εργαζομένου, αλλά μόνο σιωπηρή αποδοχή αυτής δια μέσου της εκπληρώσεως απ' αυτόν της συμβάσεως, όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι αποδέχθηκαν την περιεχόμενη στην εν λόγω απόφαση έγγραφη πρόταση της αναιρεσείουσας, εκτελώντας τη σύμβαση.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω εκτιθεμένων, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη από 20-12-2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας και των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 13 του Ν. 1735/1987, 3 παρ. 5 του εν λόγω Κανονισμού της ΕΡΤ Α.Ε., 159, 185, 186, 192, 195 Α.Κ., 84 του Ν.Δ. 321/1969 και 14 του Ν. 1256/1982, αφου αυτό δέχθηκε με την επάλληλη αιτιολογία του, η οποία επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι μεταξύ των διαδίκων στις 14-12-1989 καταρτίσθηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με προηγηθείσα νομότυπη απόφαση του ΔΣ της αναιρεσείουσας, με την οποία, χωρίς επιφύλαξη δικαιώματος αυτής για ανάκλησή της, εκδηλώθηκε οριστικά η βούλησή της να προσλάβει τους αναιρεσιβλήτους από 14-12-1989 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σε δημιουργηθείσες με σχετική τροποποίηση του Κανονισμού οργανικές θέσεις χορωδών, την οποία (σύμβαση) και προσδιόριζε ως προς τα ουσιώδη στοιχεία (είδος συμβάσεως και χρόνος) και η οποία γνωστοποιήθηκε στους τελευταίους, που ναι μεν δεν είχαν αποδεχθεί εγγράφως τη γενόμενη έγγραφη πρόταση, πλην όμως από 14-12-1989 είχαν αναλάβει εργασία στην αναιρεσείουσα και από τότε εκπλήρωναν τη σύμβαση υπό την προταθείσα νέα μορφή της κατά τη σαφή έννοια της ανιαρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (και όχι βέβαια υπό τη μέχρι τότε προηγούμενη μορφή της μισθώσεως έργου, που έπαυσε να ισχύει) και συνεπώς, η ακυρότητα της νέας συμβάσεως εξ αιτίας της εν λόγω ελλείψεως είχε αρθεί.
Με την ανωτέρω ρύθμιση δεν παραβιάσθηκε η συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι με αυτή καταλήφθηκαν όλοι οι εργαζόμενοι μέχρι τότε στην αναιρεσείουσα με συμβάσεις μισθώσεως έργου χορωδοί και δεν εισήχθηκαν αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις σε βάρος άλλων εργαζομένων. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 5 του ΓΚΠ/ΕΡΤ Α.Ε., με την οποία δεν επιτρέπεται η μετατροπή συμβάσεως μισθώσεως έργου σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεν απαγορεύεται ο διορισμός εκτάκτου προσωπικού σε οργανική θέση με τέτοια σύμβαση.
Επίσης, η ανωτέρω απόφαση του ΔΣ (75/15-6-1989) της αναιρεσείουσας, όπως δέχθηκε το Εφετείο, είχε εκδοθεί μετά από σχετική εισήγηση του γενικού διευθυντή αυτής, όπως απαιτείται από το άρθρο 7 παρ. 2α του ως άνω Κανονισμού της. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Τέλος, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των προαναφερομένων διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της άρσεως της ακυρότητας των ως άνω συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνεπεία μη τηρήσεως του έγγραφου τύπου.
Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, το οποίο, εφόσον πρόκειται για δικαίωμα, που έχει ήδη κριθεί μεταξύ των ιδίων προσώπων για το ίδιο αντικείμενο της βασιζομένης στην ίδια νομική και ιστορική αιτία διαφοράς, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους και τα αναφερόμενα στα άρθρα 325 έως 329 του αυτού Κώδικα άλλα πρόσωπα, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν εκείνο που έχει ήδη κριθεί.
Ταυτότητα δε ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη, στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δυο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα), που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε επιπλέον ότι από την υπ' αριθ. 4220/1995 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον αφορά τις πρώτη, τρίτη και πέμπτη αναιρεσίβλητες και την υπ' αριθ. 638/1996 τελεσίδικη απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, καθόσον αφορά τους έκτη, έβδομο και ένατη αναιρεσιβλήτους, δεν απορρέει δεδικασμένο για την παρούσα διαφορά, διότι η πρώτη αναιρεσίβλητη έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της προηγούμενης αγωγής της και ως προς αυτή θεωρήθηκε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε, ενώ ως προς τους λοιπούς ως άνω αναιρεσιβλήτους δεν υφίσταται η αναγκαία για την επίκληση του δεδικασμένου προϋπόθεση της ταυτότητας της νομικής αιτίας μεταξύ των προηγουμένων αγωγών και της ένδικης αγωγής, αφού για το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών υφίσταται η συνδρομή διαφορετικών νομικών κανόνων από εκείνους των προηγουμένων αποφάσεων και συγκεκριμένα, των διατάξεων των άρθρων 159, 185 και 192 Α.Κ.
για την κατάρτιση έγκυρης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις οποίες διατάξεις δεν στηρίχθηκαν οι προηγούμενες αποφάσεις. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Επομένως ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επίσης, ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντος ισχυρισμού της περί δεδικασμένου, που απορρέει από τις ανωτέρω αποφάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, ενόψει των παραδοχών της εν λόγω αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον ως άνω ισχυρισμό αυτής.
Τέλος, ο ίδιος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, διότι προσδιορίζεται μόνο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. χωρίς να εξειδικεύεται η συγκεκριμένη πλημμέλεια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11.5.2007 αίτηση της "ΕΡΤ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 9455/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ