Legislator Giurisprudenza & Legislazione
918/2025 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's finding of ownership over public land in Dodecanese.

Numero d'incarto 918/2025
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Dodecanese Regional Court of Appeal's decision recognizing the plaintiff's ownership of public land. The plaintiff argued the court ignored a forestry expert's report proving the land was rocky and unsuitable for cultivation, while the State contended the lower court properly considered all evidence. The court ruled that the lower court's explicit statement of considering all documents and the absence of contradictions in its reasoning made the appeal inadmissible.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(1)(c) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court's decision clearly demonstrates that all admissible evidence was considered, even if not explicitly listed, provided no reasonable doubt exists regarding the evaluation of the evidence.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal admissibility evidence evaluation public land ownership Dodecanese islands forestry expert report zone agricole diritto fondiario rurale utilizzazione agricola

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 552, 553, 556, 558, 564(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 9(1)(a) of Law 2100/1952
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court Case 22/2005
Supreme Court Case 1498/2021
Supreme Court Case 956/2021
Supreme Court Case 1388/2019
Supreme Court Case 1065/2014
Supreme Court Case 551/2013
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 918 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 918/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη- Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αργυρώ Κουσκουμβεκάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παραπονιάρη που ανακάλεσε την από 26-9-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2...-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 330/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 69/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-10-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 5.10.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 69/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω), το οποίο έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτή ως ουσία βάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με το αρθρ. 9 παρ. 1 εδ. α` ν. 2100/1952 που ισχύει από 28.4.1952, ορίσθηκε ότι το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί κτημάτων στη Δωδεκάνησο, που υπάγονται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ) αποσβέννυται, οι δε έχοντες δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των ανωτέρων κτημάτων αποκτούν την πλήρη κυριότητα επ` αυτών αυτοδικαίως δυνάμει της ως άνω διάταξης και χωρίς καμία άλλη διατύπωση.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω οι καλλιεργούντες δημοσίας γαίας στη Δωδεκάνησο (εκτός της περιφέρειας Κτηματολογίου Ρόδου και Κω) για μια δεκαετία πριν την έναρξη εφαρμογής του α.ν. 1539/1938, ήτοι πριν την 10-1-1949, έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων αυτών, διότι το κτηθέν απ` αυτούς με βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) έχει τραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτών με το άρθρο 9 παρ.1 εδάφ.

α` του ν.2100/1952, μετά την απόσβεση του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 10-2-1947 Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας, που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947 (ΑΠ 992/2024, ΑΠ 1954/2022, ΑΠ 192/2019, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 1817/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 873/2018).

Εξάλλου η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1230/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή είτε μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, είτε, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά. (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 270/2024, ΑΠ 1495/2021, ΑΠ 591/2021, ΑΠ 590/2019). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : "Με το υπ' αριθ. ...-2009 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Λέρου Μ.

Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λέρου, στον τόμο 117 με αύξοντα αριθμό ..., ο ενάγων απέκτησε από τον Μ. Μ. του Κ. και της Φ., ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 4.715 τ.μ. στη θέση "ΑΣΦΟΥΓΓΑΡΟΣ ΜΠΛΕΦΟΥΤΙ" Λέρου, που εμφαίνεται στο από Απριλίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ.

Γ. με τα στοιχεία Ε1-Ζ-Η-Θ-Ι-Ω-Α1-Β1-Θ1-Ε1 και χαρακτηρίζεται με τον αριθμό δύο (2). Το εν λόγω αγροτεμάχιο αποτελεί αυτοτελές τμήμα ενός αρχικά μείζονος αγροτεμαχίου, εκτάσεως 17.134 τ.μ. Το δε ως άνω αυτοτελές τμήμα συνορεύει ως εξής: βορειοανατολικά με το χαρακτηριζόμενο στο ως άνω τοπογραφικό ακίνητο με αριθμό 1 αυτοτελές αγροτεμάχιο, ανατολικά με ιδιοκτησία Δ., νοτιοανατολικά επίσης με ιδιοκτησία Δ., νοτιοδυτικά με το με αριθμό 3 αυτοτελές αγροτεμάχιο και βορειοδυτικά με δημοτική οδό.

Το όλο ακίνητο αυτό, εκτάσεως 17.134 τ.μ, απέκτησε ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, δυνάμει της υπ' αρ. πρωτ. ...-2008 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Α. Φ.-Ε., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Λέρου στον τόμο 116 και αύξοντα αριθμό ..., με την οποία πράξη ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, αποδέχτηκε την κληρονομιά του παππού του Μ.

Κ. ή Φ. του Κ., σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ...-1946 δημόσια διαθήκη του, του Δημάρχου Λέρου Κ. Κ., που εκτελούσε χρέη συμβολαιογράφου, το οποίο έχει νομίμως καταχωρηθεί στα οικεία Βιβλία της Δημαρχίας Λέρου, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 19/28-8-1956 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω. Με την ως άνω διαθήκη, ο θανών άφησε στον εγγονό του, Μ.

Μ., εκτός των άλλων ακινήτων, το ευρύτερο αγροτεμάχιο εκτάσεως 17.500 τ.μ στην θέση "ΑΣΦΟΥΓΓΑΡΟΣ - ΜΠΛΕΦΟΥΤΙ", ο δε θανών κληρονομούμενος Μ. Φ. ή Κ. του Κ., κατείχε αυτό το αγροτεμάχιο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Σύμφωνα με την υπ' αρ. πρωτ. 4268/14-09-1998 Πράξη Χαρακτηρισμού Έκτασης του Διευθυντή Δασών Δωδεκανήσου, το συνημμένο από Ιανουάριο 1998 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.

Η. και την από 28-8-1998 έκθεση αυτοψίας του δασολόγου Θ. Σ., το ευρύτερο ακίνητο εκτάσεως 153.333 τ.μ, μέρος του οποίου αποτελεί και το ακίνητο του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, συνορεύει Ανατολικά με χορτολιβαδικές εκτάσεις, νότια με αγροτική οδό και χορτολιβαδικές εκτάσεις, δυτικά με δασικές εκτάσεις και βόρεια με θάλασσα και χορτολιβαδικές εκτάσεις, αποτελεί πεδινή έκταση με μέσο υψόμετρο 05,00 μ.

και κλίση 5-10%, αποτελείται από το τμήμα Α που χαρακτηρίζεται ως δασική έκταση κατ' άρθ. 3 παρ. 6α ν. 998/1979, το τμήμα Β που καλύπτεται με φρύγανα αστοιβής αχινοποδιού, φέρει παλαιό ερειπωμένο κτίσμα και χαρακτηρίζεται ως χορτολιβαδική έκταση κατά την έννοια του άρθ. 3 παρ. 6β ν. 998/1979 και το επίδικο τμήμα Γ (μέρος του οποίου αποτελεί η ιδιοκτησία του ενάγοντος) που καλύπτεται με φρύγανα αστοιβής αχινοποδιού, φέρει ίχνη παλαιάς καψάλας (καύσης) και χαρακτηρίζεται ως χορτολιβαδική έκταση κατά την έννοια του άρθ. 3 παρ. 6β ν. 998/1979.

Από την έκδοση της ανωτέρω πράξης το εναγόμενο αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου τμήματος, επικαλούμενο την ιδιότητά του ως δασικής εκτάσεως. Πλην όμως, η ύπαρξη σχίνων, θαμνώδους βλάστησης και φρυγάνων, ακόμη και πευκών, δεν μπορεί από μόνη της να χαρακτηρίσει τα εν λόγω ακίνητα ως δασική έκταση...Το επίδικο τμήμα είναι διαχωρισμένο με αναβαθμούς (δαμάκια), οι οποίοι αναβαθμοί - δαμάκια χρησιμεύαν τα παλαιά χρόνια για την περίφραξη των χωραφιών και την διευκόλυνση της καλλιέργειάς τους.

Η ύπαρξη των δαμακίων αυτών, προκύπτει αδιαμφισβήτητα, από το προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες φωτογραφικό υλικό ενώ επιβεβαιώνεται και από τις μαρτυρικές καταθέσεις (ένορκες βεβαιώσεις) των μαρτύρων των εναγόντων, περαιτέρω δε προκύπτει και από την ως άνω αναφερόμενη διαθήκη. Σημειωτέον, ότι οι δύο εκ των μαρτύρων αποδείξεως, είναι γεννημένοι κατά τα έτη 1935 και 1937, επομένως έχουν προσωπική γνώση των όσων κατέθεσαν, καθώς τα χρόνια εκείνα οι περισσότερες οικογένειες ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες στις οποίες μάλιστα βοηθούσαν και τα μικρά παιδιά.

Εξάλλου, ήδη στην από ...-1946 δημόσια διαθήκη του Μ. Κ. ή Φ., η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Δημάρχου Λέρου Κ. Κ. το μείζον ακίνητο, μέρος του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο των εναγόντων, περιγράφεται ως "περιτοίχιστο χωράφι", γεγονός το οποίο αφενός υποδηλώνει την από ετών αγροτική χρήση του (χωράφι) αλλά και την ύπαρξη των δαμακίων.

Το επίδικο ακίνητο αποδείχτηκε ότι το καλλιεργούσαν οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος ήδη από το έτος 1935, η δε αγροτική χρήση του επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη δαμακίων, όπως αποδεικνύεται από την ως άνω διαθήκη και τις φωτογραφίες που προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο ενάγων, τα οποία δαμάκια υφίστανται τουλάχιστον 70 χρόνια πριν την συζήτηση της παρούσης.

Ο ενάγων κατέστη συνεπώς κύριος με παράγωγο τρόπο δυνάμει του υπ' αρ. ...-2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Λέρου Μ. Γ., δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχος του ήταν κύριος του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, ενώ το εναγόμενο, αν κι αμφισβητεί την κυριότητα του κυριότητα του άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, Μ.

Μ. του Κ., ουδέν στοιχείο προσκόμισε προς επίρρωση του ισχυρισμού του, σε αντίθεση με τον ενάγοντα, ο οποίος απέδειξε ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του, σε κάθε περίπτωση, είχε καταστεί κύριος, τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και δια εκτάκτου χρησικτησίας, όπως εξάλλου και ο ίδιος ο ενάγων, με συνεχή άσκηση νομής λαμβανομένου υπόψη του χρόνου και του απώτερου δικαιοπαρόχου Μ.

Φ. ή Κ. από την 01-01-1935. Το εναγόμενο δεν επικαλείται κανένα δικό του τρόπο κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου και προβάλλει μόνο το τεκμήριο κυριότητας εκ του άρθ. 62 ν. 998/1979. Ωστόσο, δεδομένου ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη Λέρο και όχι στη Ρόδο ή στην Κω, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί ιδίας κυριότητας επί αυτού, ως δημόσιας δασικής και ειδικότερα χορτολιβαδικής έκτασης (βλ.

μείζονα σκέψη υπό στοιχείο I). Άλλωστε και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι το επίδικο ακίνητο έχει τα χαρακτηριστικά δημόσιας γαίας (εραζί-εμιριέ), ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Μ. Φ. ή Κ., το καλλιεργούσε συνεχώς και αδιαταράκτως από το 1935 έως το 1951, οπότε κι απεβίωσε, είναι δε όπως προαναφέρθηκε αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν καλλιεργήσιμο.

Δηλαδή ο Μ. Κ. ή Φ. του Κ., το καλλιεργούσε για χρονικό διάστημα πλέον της δεκαετίας πριν τη 10.1.1949, που τέθηκε σε ισχύ στα Δωδεκάνησα ο α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", επομένως ο Μ. Κ. ή Φ. του Κ., είχε αποκτήσει πριν τη 10.1.1949 δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ) έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθ. 78 του από 17 Ραμαζάν 1274 Οθωμανικού νόμου περί γαιών και το μεταβίβασε αιτία θανάτου, εγκύρως προς τον εγγονό του Μ.

Μ. του Κ. με την υπ' αριθμ. ...-1946 δημόσια διαθήκη του η οποία δημοσιεύθηκε την 28-8-1956. Ακολούθως αυτός με το άρθ. 9 του ν. 2100/1952 απέκτησε αυτοδικαίως χωρίς καμία άλλη διατύπωση, την πλήρη κυριότητα επ' αυτού (επιδίκου ακινήτου) και αποσβέστηκε το δικαίωμα ψιλής κυριότητας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθ. 1 του παραρτήματος XIV της από 20.2.1947 συνθήκης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας, που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947.

Περαιτέρω, ο χαρακτηρισμός του επίδικου ακινήτου ως χορτολιβαδικής έκτασης από τη Διοίκηση δεν επηρεάζει την κρίση περί της κυριότητας επί αυτού. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον σύμφωνα με την ίδια την από 29/01/1998 έκθεση αυτοψίας του δασολόγου Θ.. Σ. το επίδικο ακίνητο αποτελεί πεδινή έκταση στην οποία αποδεδειγμένα υπάρχουν παλαιά δαμάκια, ήτοι αποτελούσε καλλιεργήσιμη γη, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνουν και οι υπερήλικες μάρτυρες αποδείξεως του ενάγοντος, εσφαλμένα χαρακτηρίστηκε από την υπ' αρ.

πρωτ. 4268/14-09-1998 Πράξη Χαρακτηρισμού Έκτασης του Διευθυντή Δασών Δωδεκανήσου ως χορτολιβαδική έκταση φέρουσα δασικό χαρακτήρα, κατ' επιτρεπτό παρεμπίπτοντα έλεγχο νομιμότητας και όχι της κρίσης της Διοίκησης περί τα πράγματα εκ μέρους του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς ως ευρισκόμενο επί πεδινού εδάφους και μη περικλειόμενο από δασικές εκτάσεις εμπίπτει στο άρθ. 3 παρ. 6 περ.

β ν. 998 /1979, όπως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της διοικητικής πράξεως, χωρίς να συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από τη διάταξη αυτή. Η δε τροποποίηση της δασικής νομοθεσίας κατά το έτος 2014 δε μεταβάλλει το χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, καθώς αυτό και πάλι δεν εντάσσεται στις χορτολιβαδικές εκτάσεις δασικού χαρακτήρα (άρθ. 3 παρ. 3 και 5 περ.

α ν. 998/1979), ενώ σε κάθε περίπτωση δεν καταλαμβάνει την κρίσιμη για την κρινόμενη υπόθεση διοικητική πράξη, ούτε δύναται να καταλύσει την υφιστάμενη κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου, σύμφωνα με τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσας αναφερόμενα.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτή ως ουσία βάσιμη, κρίνοντας ότι το επίδικο δεν αποτελούσε δημόσια γαία, αλλά ακίνητο καθαράς ιδιοκτησίας, το οποίο δεν εντάσσεται στις χορτολιβαδικές εκτάσεις δασικού χαρακτήρα, αλλά αποτελεί αγροτεμάχιο (χωράφι) καλλιεργούμενο από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος ήδη από το έτος 1935, ότι ο ενάγων κατέστη κύριος αυτού τόσο με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του υπ' αριθ. ....2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Λέρου Μ.

Γ., όσο και με έκτακτη χρησικτησία, καθώς και ο άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε επίσης καταστεί κύριος αυτού, τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με έκτακτη χρησικτησία, με συνεχή άσκηση πράξεων νομής επ' αυτού που προσιδιάζουν στη φύση του ως καλλιεργούμενου αγροτεμαχίου. Διέλαβε δε επιπλέον το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τον ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο ανήκει στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί - εμιριέ), την επάλληλη αιτιολογία, ότι, και επί τη, μη υιοθετούμενη απ' αυτό, εκδοχή κατά την οποία το επίδικο έχει τα χαρακτηριστικά της δημόσιας γαίας (εραζί-εμιριέ), "...ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Μ.

Φ. ή Κ., το καλλιεργούσε συνεχώς και αδιαταράκτως από το 1935 έως το 1951, οπότε κι απεβίωσε, είναι δε όπως προαναφέρθηκε αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν καλλιεργήσιμο. Δηλαδή ο Μ. Κ. ή Φ. του Κ., το καλλιεργούσε για χρονικό διάστημα πλέον της δεκαετίας πριν τη 10.1.1949, που τέθηκε σε ισχύ στα Δωδεκάνησα ο α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", επομένως ο Μ.

Κ. ή Φ. του Κ., είχε αποκτήσει πριν τη 10.1.1949 δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ) έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθ. 78 του από 17 Ραμαζάν 1274 Οθωμανικού νόμου περί γαιών και το μεταβίβασε αιτία θανάτου, εγκύρως προς τον εγγονό του Μ. Μ. του Κ. με την υπ' αριθμ. ...-1946 δημόσια διαθήκη του η οποία δημοσιεύθηκε την 28-8-1956.

Ακολούθως αυτός με το άρθ. 9 του ν. 2100/1952 απέκτησε αυτοδικαίως χωρίς καμία άλλη διατύπωση, την πλήρη κυριότητα επ' αυτού (επιδίκου ακινήτου) και αποσβέστηκε το δικαίωμα ψιλής κυριότητας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθ. 1 του παραρτήματος XIV της από 20.2.1947 συνθήκης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας, που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947.".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, το αναιρεσείον αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 78, 103 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), 1, 2, 3 και 4 εδ.

α` και 65 του Κτηματολογικού Κανονισμού, 4 παρ.1 και 2 του α.ν. 1539/1938 και 1 του Παραρτήματος XIV της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων της 10ης Φεβρουαρίου 1947, όπως κυρώθηκε με το Ν.Δ 423/1947, κρίνοντας εσφαλμένα, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι το επίδικο δεν είναι δημόσια γαία, αλλά αποτελούσε καθαρά ιδιοκτησία "γαία μουλκ" ανήκουσα κατά κυριότητα στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι η νήσος Λέρος, όπου κείται το επίδικο, δεν ανήκει στα "δορυάλωτα" νησιά της Δωδεκανήσου, δηλαδή δεν είχε κατακτηθεί με τα όπλα και ο Τούρκος κατακτητής Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, όχι μόνο δεν δήμευσε τη γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα ανεξαιρέτως τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν από τότε οι κάτοικοι της νήσου Λέρου, να ανήκουν στις ιδιοκτησίες τους ως γαίες μούλκ και επομένως το επίδικο δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαδοχής από το Οθωμανικό Δημόσιο στο Ιταλικό και από το τελευταίο στο Ελληνικό.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, που πλήττει την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης, κατά την οποία το επίδικο δεν αποτελούσε δημόσια γαία (εραζί-εμιριέ), είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη διέλαβε στο σκεπτικό της κύρια και επάλληλη αιτιολογία και με την αναίρεση δεν πλήττεται επιτυχώς η επάλληλη αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Και τούτο διότι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος τους, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, πλήττεται η προσβαλλόμενη κατά την επάλληλη αιτιολογία της, με την αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 9 Ν. 2100/1952 που εφαρμόστηκαν (αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είναι προεχόντως αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι, διότι δεν καθορίζεται στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου που εφαρμόστηκε και δεν εκτίθενται επακριβώς τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος δικαστηρίου, με την προβληθείσα δε για τη θεμελίωση των άνω λόγων αναίρεσης αιτίαση, ότι το επίδικο αποτελεί κυρίως βραχώδη - πετρώδη έκταση, μη δεκτική καλλιέργειας και ως εκ τούτου, ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο δικαιώματος τεσσαρούφ, πλήττεται η κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005).

Για την πληρότητα δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1065/2014, ΑΠ 551/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του τη με αριθ. πρωτ. ....2013 έκθεση αυτοψίας και εισήγησης του Δασοπόνου Θ.

Σ., την οποία με επίκληση προσκόμισε, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι το επίδικο αποτελεί κυρίως βραχώδη - πετρώδη έκταση, μη δεκτική καλλιέργειας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το ως άνω αναφερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5.10.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 69/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω).

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ