Supreme Court dismisses appeal against seizure of third party's funds due to lack of debt proof.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court decision upholding a seizure of funds held by a third-party bank. The bank argued it owed nothing to the debtor, while the State contended the seizure was valid under the Enforcement Law. The court ruled that the applicable law allows the third party to prove the debt is non-existent, rendering the State's reliance on outdated legal provisions inadmissible.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 32 and 33 of the Enforcement Law; The third party holding funds seized for a public debtor may rebut the presumption of debt by proving the underlying claim is non-existent or smaller than the seized amount.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 918 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 918/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και ήδη από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή με την επωνυμία "ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ" (Α.Α.Δ.Ε.), εδρεύουσα ομοίως ως άνω, νομίμως εκπροσωπουμένη από τον Διοικητή της, ειδικότερα δε εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της …., που κατοικοεδρεύει στο .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σοφία Μπίκου, Πάρεδο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "….", που εδρεύει στην ..., διατηρεί υποκατάστημα στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Φραγκιαδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2015 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5667/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1663/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 33 του ν.δ 356/1974 ( ΚΕΔΕ), όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 67 Ν. 3842/2010, το οποίο όριζε ότι, εάν ο τρίτος δεν προβεί στη δήλωση ή προβεί μεν σ' αυτή αλλά εκπροθέσμως ή όχι κατά τον τύπο που διαγράφεται στο άρθρο 32 του παρόντος ν.δ/τος, λογίζεται ως οφειλέτης ολόκληρης της ποσότητας για την οποία έγινε η κατάσχεση, προκύπτει ότι η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε ή η εκπρόθεσμη ή η παράτυπη δήλωση δημιουργούσε αμάχητο τεκμήριο ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, κατά του οποίου δεν χωρούσε ανταπόδειξη, σε αντίθεση με τον ΚΠολΔ και το άρθρο 985 παρ.3 αυτού, σύμφωνα με το οποίο η ως άνω παράλειψη του τρίτου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση.
Ωστόσο, γίνεται δεκτό ότι εφόσον ο τρίτος, κατά του οποίου υφίσταται απαίτηση του οφειλέτη του Δημοσίου για απόδοση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπροθέσμως την προβλεπόμενη στο άρθρο 32 του ΚΕΔΕ δήλωση, θεωρείται ότι οφείλει, στον οφειλέτη του Δημοσίου μόνο το χρηματικό ποσό ή την ποσότητα κινητών πραγμάτων που έλαβε από αυτόν και δεν καθίσταται οφειλέτης κατ' αμάχητο τεκμήριο ολόκληρου ίου ποσού, το οποίο ο οφειλέτης του Δημοσίου οφείλει στο τελευταίο (ΣΤΕ 1904/2010, ΣΤΈ 47/2003).
Εξάλλου το άνω άρθρο 33 του ΚΕΔΈ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 67 του Ν. 3842/2010, το οποίο ορίζει ότι "εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθού ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση".
Με τη διάταξη αυτή διαφοροποιούνται οι συνέπειες της παράλειψης από τον τρίτο υποβολής δήλωσης ή υποβολής αυτής εκπρόθεσμα. Συγκεκριμένα, διατηρείται το τεκμήριο της οφειλής εκ μέρους του τρίτου όλης της κατασχεθείσας απαίτησης του Δημοσίου κατά του καθού, πλην όμως για λόγους χρηστής διοίκησης και επιείκειας, το παραπάνω τεκμήριο τώρα γίνεται μαχητό και παρέχεται η δυνατότητα στον τρίτο να το ανατρέψει, προσβάλλοντας την εις βάρος του ταμειακή βεβαίωση και αποδεικνύοντας ότι η οφειλή του προς τον καθού η κατάσχεση είναι ανύπαρκτη ή μικρότερη του ποσού για το οποίο έγινε κατάσχεση (βλ.
αιτιολογική έκθεση του Ν. 3842/2010 υπό το αρθρ.67).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ' έφεση δίκη νεότερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του (Ολ.
ΑΠ 30/1998). Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης "κατ' ουσίαν", υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του είτε έχει αναδρομική δύναμη (Ολ.
ΑΠ 654/1984), είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (Ολ. ΑΠ 7/2011 και 8/2011, ΑΠ 837/2015, ΑΠ 807/2019, 549/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν ( ΑΠ 35/ 2019).
Επίσης για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΑ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 431/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: " Το εκκαλούν με την έφεσή του επαναφέρει τον πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό του που ερείδεται στα άρθρα 30§2, 32§ 1 εδαφ. α, β, γ, δ και 33 του ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (ΚΕΔΕ), ως ίσχυε (το άρθρο 33) πριν την αντικατάστασή του με την παρ. 1 του άρθρου 67 του ν. 3842/2010, ότι μετά την υπό του Προϊσταμένου της ...
πρόσκληση της εφεσίβλητης ανακόπτουσας ως τρίτης δια του κατασχετηρίου εγγράφου όπως καταθέσει εντός οκτώ ημερών στο Δημόσιο Ταμείο τα υπ' αυτής στον οφειλέτη του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα και την παράλειψή της να υποβάλει τη δήλωση περί μη οφειλής της κατά τον τύπο που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 32§1 εδ.
δ' τεκμαίρεται αμαχήτως ότι λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της κατασχεθείσας απαίτησης, ήτοι για ποσό 20.467,29 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απέρριψε τον ισχυρισμό του κρίνοντας ότι η διάταξη του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της (23.04.2010) στερούσε από το δικαστήριο να παράσχει έννομη προστασία στον προσφεύγοντα σ' αυτό και να εξετάσει την ουσία της διαφοράς παραβιάζοντας το άρθρο 20 του Συντάγματος υπό την έννοια ότι ο τρίτος δεν είχε τη δυνατότητα να αμυνθεί αποτελεσματικά αφού δεν μπορούσε να αποδείξει την ανυπαρξία της οφειλής του, αλλά και το άρθρο 6§1 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνουν το δικαίωμα σε παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Πέραν τούτων όμως, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Μετά την αντικατάσταση του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ με την παρ. 1 του άρθρου 67 του ν. 3842/2010, το εκ του άρθρου αυτού δημιουργούμενο τεκμήριο από αμάχητο, λόγω της μη νομότυπης υποβολής της δήλωσης του άρθρου 32 περί του ότι υπάρχει εις χείρας του τρίτου η κατασχεμένη απαίτηση, έχει για λόγους χρηστής διοίκησης και επιείκειας (όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3842/2010) τροποποιηθεί σε μαχητό τεκμήριο και συνεπώς παρέχεται πλέον στον τρίτο η δυνατότητα να το ανατρέψει, προσβάλλοντας την σε βάρος του ταμειακή βεβαίωση και να αποδείξει ότι η οφειλή του προς τον καθού η κατάσχεση είναι ανύπαρκτη ή μικρότερη του ποσού για το οποίο έγινε η κατάσχεση.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι εσφαλμένως το δικαστήριο με την εκκαλουμένη προέβη μετά την ακύρωση της ταμειακής βεβαίωσης συνεκδοχικά στην ακύρωση της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, αλυσιτελώς προβάλλεται και τούτο διότι δεν μπορεί να παραμείνει σε ισχύ επιβολή κατάσχεσης χρηματικής απαίτησης στα χέρια τρίτου όταν δεν είναι υπαρκτή η απαίτηση.
Ως εκ τούτου, κατά τα προεκτεθέντα, εφαρμοζομένου του νόμου (άρθρο 33 του ΚΕΔΕ όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 67 του ν. 3842/2010) που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η εκκαλουμένη (άρθρο 533 §2 ΚΠολΔ), το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η εν λόγω ανακοπή είναι νόμω και ουσία βάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κατά συνέπεια ο προαναφερθείς λόγος της εφέσεως είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος".
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της ταμειακής βεβαίωσης της ... και της αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας της ως τρίτης, κατά το λόγο αυτής ότι ουδέν ποσό όφειλε στον οφειλέτη του Δημοσίου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 32 και 33 του ΚΕΔΕ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 67 του Ν. 3842/2010, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχόμενο ότι η διάταξη του άρθρου 33, όπως ισχύει μετά την άνω αντικατάστασή της δημιουργεί μαχητό τεκμήριο και παρέχει τη δυνατότητα στον τρίτο να αποδείξει ότι η οφειλή του προς τον καθού η κατάσχεση- οφειλέτη του Δημοσίου είναι ανύπαρκτη ή μικρότερη από την κατασχεθείσα απαίτηση, διάταξη η οποία ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ), την οποία άλλωστε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), είχε εφαρμόσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Η ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ, όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 67 του Ν.3842/2010, είναι απαράδεκτη ως αλυσιτελής, καθόσον όπως προαναφέρθηκε η διάταξη αυτή (άρθρο 33 του ΚΕΔΕ) εφαρμόστηκε όπως ισχύει μετά την κατά τα άνω αντικατάστασή της. Περαιτέρω, απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της είναι και η αποδιδόμενη για ανεπάρκεια αιτιολογίας πλημμέλεια, καθόσον δεν προσδιορίζεται ποιες συγκεκριμένα επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά συνέπεια, και οι δύο λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12/10/2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 1663/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ