Supreme Court allows appeal against labor termination dismissal due to employer's failure to pay statutory severance.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the second instance court's dismissal of the labor contract termination. The employer argued that the failure to pay severance was justified by a 'forgivable mistake' regarding the employee's criminal conduct, but the court found this reasoning legally flawed. The court held that the employer, as a large organized entity, could not claim ignorance of its statutory obligation to pay severance when a criminal complaint was filed, and thus the termination was invalid.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 5 para. 3 of Law 3198/1955; Art. 288 of the Civil Code: The court ruled that an employer cannot justify non-payment of statutory severance by claiming a forgivable mistake, particularly when the employee has filed a criminal complaint, as a large organized entity must know its legal obligations.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 918 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 918/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βερβεσού και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: "ΕΝΩΣΗΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΘΗΡΑΪΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΣΥΝ. Π.Ε." που εδρεύει στην Θήρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπατσίκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/8/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 99/2011 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/9/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 1/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 13/9/2011 αιτήσεως του Ι. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 99/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/ 1955, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφ` όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, συνάγεται σαφώς ότι δεν επέρχεται ακυρότητα της καταγγελίας, αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η μη καταβολή από τον εργοδότη ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης είναι δικαιολογημένη κατά τις αρχές της καλής πίστεως, αποδιδόμενη όχι σε κακοβουλία, αλλά σε εύλογη αμφιβολία ή πλάνη συγγνωστή ή παραδρομή ως προς το ακριβές ποσό αυτής.
Τα περιστατικά αυτά, εισφερόμενα στη διαδικασία από τον εναγόμενο εργοδότη με αίτημα τη διάσωση του κύρους της καταγγελίας, συνιστούν ένσταση (ΑΠ 585|2011, 311|2010). Εξ άλλου από τα άρθρα 591 παρ. 1β`, 666 παρ.1, 115 παρ.3 και 256 παρ.1δ` ΚΠολΔ συνάγεται ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς, πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο.
Επί πλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τη συζήτηση και το περιεχόμενο αυτής (ΚΠολΔ 259). (ΟλΑΠ 2/2005).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, στην κατ` έφεση δίκη είναι απαράδεκτη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών που δεν είχαν προταθεί στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει με κύρια παρέμβαση, για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη ή παρεμβαίνει με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ.
Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης.
Ο λόγος αναιρέσεως, όμως, δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ` όψη τον προταθέντα ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή αβάσιμο. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: ο αναιρεσείων άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης την από 18-8-2008 αγωγή του, με την οποία, επικαλούμενος σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που συνέδεε αυτόν με την αναιρεσίβλητη και την οποία η τελευταία κατήγγειλε, ζήτησε να κηρυχθεί άκυρη η καταγγελία αυτή, με τις εντεύθεν συνέπειες, ως καταχρηστική, άλλως διότι δεν καταβλήθηκε η από το νόμο προβλεπόμενη αποζημίωση, άλλως να καταβληθεί σ' αυτόν η νόμιμη αποζημίωση.
Από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 34|2009 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η αγωγή, ως προς τις περί ακυρότητας της καταγγελίας της επίδικης εργασιακής σύμβασης βάσεις της, έγινε δεκτή κατά το περί καταβολής της αποζημιώσεως αίτημά της και υποχρεώθηκε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, να καταβάλει στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα, από την αιτία αυτή, το ποσό των 10.557,72 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση εκ μέρους του (ήδη) αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε την εξαφάνισή της και την αποδοχή της αγωγής του. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση, αφού έγινε δεκτό αφενός μεν ότι η καταγγελία της επίδικης εργασιακής συμβάσεως εκ μέρους της εργοδότριας δεν ήταν καταχρηστική, αλλά έγινε για σπουδαίο λόγο, αφετέρου δε ότι η καταγγελία δεν ήταν άκυρη, εκ της μη καταβολής της κατά νόμο αποζημιώσεως, καθόσον αυτό έγινε καλόπιστα από την εργοδότρια, η οποία πίστευε ότι δεν ήταν υπόχρεη προς καταβολή της.
Ειδικότερα, για το κρίσιμο αυτό ζήτημα, το εφετείο δέχθηκε τα εξής: "...Η εναγομένη, με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προτείνει για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι η μη καταβολή της αποζημίωσης στον ενάγοντα οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη της, γιατί πίστευε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησής της, λόγω της ύπαρξης σπουδαίων λόγων για ην καταγγελία της σύμβασης και ιδίως λόγω της τέλεσης ποινικού αδικήματος (εξύβριση και χειροδικία) από τον ενάγοντα σε βάρος της συναδέλφου του Π.
Ν. Ο ανωτέρω ισχυρισμός της εναγομένης συνιστά την ένσταση συγγνωστής πλάνης κατά της ένδικης αγωγής του ενάγοντος, με την οποία διώκεται (κατά την κύρια βάση της) η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, εξαιτίας της μη καταβολής της αποζημίωσης...".
Ο αναιρεσείων, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησής της, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ, ισχυριζόμενος ότι δεν υποβλήθηκε τέτοια ένσταση, άλλως δεν υποβλήθηκε νόμιμα και κατά τρόπο ορισμένο και, επομένως, το εφετείο δεν έπρεπε να τη λάβει υπόψη του.
Σχετικά με τους ισχυρισμούς αυτούς του αναιρεσείοντα, από τα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα εξής: Με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, η εναγομένη-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, προκειμένου να αντικρούσει την έφεση και ειδικότερα κατά τον ισχυρισμό ότι η επίδικη καταγγελία ήταν άκυρη, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων ότι " σε κάθε περίπτωση....., εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της ΠΑΣΕΓΕΣ, η μη καταβολή της αποζημίωσης, που δικαιούται ο μισθωτός, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας, εάν είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, όπως προκύπτει στην κρινόμενη περίπτωση, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι χρησιμοποιήσαμε τον ως άνω τρόπο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να μην καταβάλουμε την κατά νόμο αποζημίωση, θεωρήσαμε δε ότι συντρέχει σπουδαίος λόγος, για την μη καταβολή αποζημίωσης, ήτοι η αντισυμβατική συμπεριφορά του αντιδίκου, προφανώς στόχευε στην απόλυσή του, σε συνδυασμό με τη βίαιη και υβριστική συμπεριφορά του απέναντι στην υπάλληλο Π.
Ν.". Ο ισχυρισμός περιέχει σαφώς και κατά τρόπο ορισμένο, ένσταση της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με την οποία ήταν κατ' αυτήν δικαιολογημένη, κατά την καλή πίστη, η μη καταβολή εκ μέρους της νόμιμης αποζημίωσης, δηλαδή πίστευε ότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση, ήτοι πλανήθηκε .υποβλήθηκε δε νόμιμα, κατ' άρθρο 527 παρ. 1, περ. 1 Κ.Πολ.Δικ, ήτοι, προς αντίκρουση εκ μέρους της εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσίβλητης εργοδότιδας.
Επομένως, παραδεκτά ελήφθη υπόψη ο ισχυρισμός αυτός από το Εφετείο και ερευνήθηκε κατ' ουσίαν και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/ 1955, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφ` όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, συνάγεται σαφώς ότι δεν επέρχεται ακυρότητα της καταγγελίας, αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η μη καταβολή από τον εργοδότη ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης είναι δικαιολογημένη κατά τις αρχές της καλής πίστεως, αποδιδόμενη όχι σε κακοβουλία, αλλά σε εύλογη αμφιβολία ή πλάνη συγγνωστή ή παραδρομή ως προς το ακριβές ποσό αυτής.
Τα περιστατικά αυτά, εισφερόμενα στη διαδικασία από τον εναγόμενο εργοδότη με αίτημα τη διάσωση του κύρους της καταγγελίας, συνιστούν ένσταση (ΑΠ 585|2011, 311|2010). Συγγνωστή πλάνη, εξάλλου, συντρέχει, στην περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη και αναφορικά με την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στον μισθωτό, όταν ο εργοδότης, αν και κατέβαλε την, κατ' αντικειμενική κρίση, επιμέλεια, την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, λαμβανομένων υπόψη του και των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων, οφείλει να επιδείξει στις συναλλαγές του, δεν μπόρεσε να διαγνώσει την από το νόμο απορρέουσα υποχρέωσή του, ήτοι να καταβάλει στον απολυόμενο την σχετική αποζημίωση, πιστεύοντας καλόπιστα ότι δεν έχει τέτοια υποχρέωση ή ότι η υποχρέωσή του αυτή εκπληρώνεται με την καταβολή του χρηματικού ποσού, που πρόσφερε, για το σκοπό αυτό, στον εργαζόμενο.
Κατ' εξαίρεση, εξάλλου, της γενικής ως άνω αρχής, περί υποχρεώσεως του εργοδότη, για καταβολή αποζημίωσης στον απολυόμενο μισθωτό, προβλέπονται από το νόμο (άρθρα 5 και 6 παρ. 1 Ν.2112|1920, άρθρο 4 Ν.4558|1930, άρθρο 6 παρ. 1 και 4 Β.Δ.16|18.7.1920, άρθρο 7 Ν. 3198|1955)περιπτώσεις, κατά τις οποίες είναι δυνατή η απόλυση των μισθωτών και χωρίς να καταβληθεί αποζημίωση.
Οι περιπτώσεις αυτές είναι οι εξής: 1) Όταν απολύεται μισθωτός, που δεν έχει συμπληρώσει υπηρεσία δύο μηνών στον εργοδότη, από την εργασία του οποίου απολύεται, 2) Όταν πρόκειται για απόλυση μισθωτού, που είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, πλην δεν αμείβεται από τον εργοδότη, αλλά από τρίτους, υπαγόμενος στην κατηγορία των τεκμαρτών ημερομισθίων (άρθρο 26 παρ. 1 Α.Ν. 1846|1951), 3) σε περίπτωση σιωπηρής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τον μισθωτό, όταν απέχει από την εργασία του λόγω ασθενείας, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από τα επιτρεπόμενα από το νόμο χρονικά όρια (άθρο 5 παρ. 3 Ν.2112|1920, άρθρο 3 Ν.4558|1930, 4) Όταν η απόλυση επέρχεται, συνεπεία διακοπής των εργασιών της επιχείρησης, λόγω πυρκαϊάς ή άλλου περιστατικού ανώτερης βίας, για τα οποία δεν είναι ασφαλισμένος ο εργοδότης.
Εάν όμως ο εργοδότης είναι ασφαλισμένος για τους ανωτέρω κινδύνους, υποχρεούται να καταβάλει τα 2|3 της οφειλόμενης αποζημίωσης (άρθρο 6 παρ. 3 Ν.2112|1920, α Ν.4558|1930, 6 παρ. 4 ΒΔ 16|18.7.1920), 5) Όταν η απόλυση γίνεται συνεπεία δόλιας (αντισυμβατικής) συμπεριφοράς του μισθωτού. Όταν δηλαδή ο μισθωτός, με σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη του να τον απολύσει και να του καταβάλει αποζημίωση, παραβαίνει επίτηδες τις συμβατικές του υποχρεώσεις, 6) Σε περίπτωση απόλυσης του μισθωτού, μετά από υποβολή μήνυσης εναντίον του, για αξιόποινη πράξη, που διέπραξε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή μετά από απαγγελία κατηγορίας εναντίον του, για αδίκημα, γενικά, που έχει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος (άρθρα 7 παρ. 1 Ν. 3198|1955, 5 παρ. 1 Ν.2112|1920, 6 παρ. 2 Β.Δ.16|18.7.1920).
Στην τελευταία αυτή περίπτωση το αδίκημα πρέπει να έχει σχέση με την εκτέλεση της εργασίας του ή να την επηρεάζει (Α.Π. 45|2005, 136|2003, 270|1999, 1367|1992). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Υπάρχει παράβαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, όταν ο δικαστής: α) προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή που έχει, β) εφάρμοσε μη εφαρμοστέο κανόνα (για τον οποίο δεν υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις) και γ) παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε: α) ότι η καταγγελία της επίδικης εργασιακής σχέσης έγινε, χωρίς να καταβληθεί η προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση απολύσεως, β) ότι η αναιρεσίβλητη έπρεπε να καταβάλει στον αναιρεσείοντα, για την αιτία αυτή το ποσό των 10.557,72 ευρώ και γ) ότι η μη καταβολή της αποζημιώσεως έγινε "λόγω συγγνωστής πλάνης, οφειλόμενης στο γεγονός ότι υπήρχαν σπουδαίοι λόγοι, για την καταγγελία της συμβάσεως και ειδικότερα "λόγω της ύπαρξης σπουδαίων λόγων για την καταγγελία της σύμβασης και ιδίως λόγω της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του προς την συνάδελφό του Π.
Ν., την οποία εξύβριζε και είχε χειροδικήσει σε βάρος της" και ότι, συνεπώς, δεν έπασχε ακυρότητα, από το λόγο αυτό, ήτοι τη μη καταβολή της αποζημιώσεως, η επίδικη καταγγελία. Έτσι, όπως έκρινε το εφετείο και με βάση τις παραδοχές αυτές, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3, 7 παρ. 1 Ν.3198|1955, 5 παρ.1 Ν. 2112|1920, 288 Α.Κ., καθόσον, υπό τα πραγματικά αυτά γεγονότα, δεν συνέτρεχε περίπτωση πλάνης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, περί την καταβολή της επίδικης αποζημίωσης απόλυσης στον αναιρεσείοντα, εφόσον α) περίπτωση μη καταβολής της αποζημίωσης προβλέπεται από το νόμο, όταν (μεταξύ άλλων) έχει υποβληθεί μήνυση κατά του εργαζομένου, πράγμα το οποίο, όπως δέχεται το εφετείο δεν συνέτρεχε στην προκειμένη εν προκειμένω και όχι, όταν απλά γίνεται επίκληση ότι ο εργαζόμενος έχει τελέσει κάποια αξιόποινη πράξη, έστω και σε βάρος συναδέλφου του, β) δε γίνεται επίκληση περιστατικών εξάλλου, από τα οποία να προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε την, κατ' αντικειμενική κρίση, επιμέλεια, την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος εργοδότης, λαμβανομένων υπόψη του και των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων, οφείλει να επιδείξει στις συναλλαγές του και ότι (παρ' όλα αυτά), δεν μπόρεσε αυτή να διαγνώσει την από το νόμο απορρέουσα υποχρέωσή της, ήτοι να καταβάλει στον απολυόμενο την σχετική αποζημίωση, πιστεύοντας καλόπιστα ότι δεν έχει τέτοια υποχρέωση, ενόψει του γεγονότος, μάλιστα, ότι πρόκειται για νομικό πρόσωπο και ειδικότερα για μεγάλη και οργανωμένη συνεταιριστική επιχείρηση.
Επομένως ο πρώτος, κατά το πρώτο αυτού σκέλος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση συναφείς αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι ουσιαστικά βάσιμος και για το λόγο πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 99|2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2013 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ