Legislator Giurisprudenza & Legislazione
918/2008 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as political courts lack jurisdiction to recognize state liability for wrongful detention.

Numero d'incarto 918/2008
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision, ruling the civil suit for damages was inadmissible. The appellant sought compensation for wrongful detention but filed directly with a political court instead of first requesting a release order from the Pleummeleidodika of Volos. The court held that political courts lack jurisdiction to determine the existence of state liability, reserving that power exclusively for criminal courts.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 7 para. 4 of the Constitution; Articles 94, 95, 96 of the Constitution; Article 533 et seq. of the Code of Criminal Procedure: Political courts lack jurisdiction to diagnose the wrongful nature of detention or recognize state liability, reserving this power exclusively for criminal courts which determine the obligation to compensate.

Parole chiave

Generato dall'IA
political court jurisdiction wrongful detention compensation state liability recognition criminal court exclusive power inadmissible civil suit pleummeleidodika release order constitutional separation of powers

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 7 paragraph 4 of the Constitution
Articles 94, 95 and 96 of the Constitution
Article 93 of the Constitution
Article 533 et seq. of the Code of Criminal Procedure
Article 6 paragraph 2 of the European Convention on Human Rights
Article 3 of Protocol 7 to the ECHR
Article 9 paragraph 5 of the International Covenant on Civil and Political Rights
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 918 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 918/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κουνελάκη. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Γρυλωνάκη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 661/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 4655/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-6-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 6-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο δικαστικός αντιπρόσωπος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 93 του Συντάγματος "τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους", ενώ με τα άρθρα 94, 95 και 96 αυτού (Συντάγματος), ορίζεται η δικαιοδοσία του καθενός από τα παραπάνω δικαστήρια. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 παρ. 4 του Συντάγματος "νόμος ορίζει με ποιους όρους το Κράτος παρέχει, ύστερα από δικαστική απόφαση, αποζημίωση σε όσους καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν άδικα ή παράνομα ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν παράνομα την προσωπική τους ελευθερία".

Κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διατάξεως, η παροχή αποζημιώσεως με δικαστική απόφαση σε όσους προφυλακίστηκαν ή καταδικάστηκαν ή στερήθηκαν την ελευθερία τους, προϋποθέτει τη διάγνωση από δικαστήριο του αδίκου ή παράνομου χαρακτήρα της στέρησης της ελευθερίας του κατηγορηθέντος, ο οποίος, στη συνέχεια, κηρύχθηκε αθώος ή απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες, για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη, κατόπιν πράξεων, παραλείψεων ή εκτιμήσεων ποινικού δικαστηρίου ή συμβουλίου ή άλλου οργάνου (Εισαγγελέα, Ανακριτή), εντεταγμένου στη διαδικασία της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που καθορίζονται από τον κοινό νομοθέτη.

Ο τελευταίος, δεν μπορεί πάντως να αναθέσει τη διάγνωση αυτή σε δικαστήρια άλλης δικαιοδοσίας, όπως είναι τα πολιτικά δικαστήρια, ενόψει του εκτεθέντος πιο πάνω οργανωτικού συστήματος χωριστών δικαιοδοσιών που εγκαθιδρύει το Σύνταγμα. Περαιτέρω, στο άρθρο 3 του 7ου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. που κυρώθηκε και κατέστη εσωτερικό δίκαιο, με το ν. 1705/1987, ορίζεται ότι: "όταν ένα πρόσωπο καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση για αξιόποινη πράξη και η καταδίκη αυτή ακυρωθεί ή όταν στο πρόσωπο αυτό απονεμηθεί χάρη με βάση ένα νέο ή μεταγενέστερο της απόφασης, γεγονός που αποδεικνύει άμεσα ότι υπήρχε δικαστική πλάνη, τότε το πρόσωπο που υποβλήθηκε σε ποινή η οποία ήταν αποτέλεσμα αυτής της καταδίκης, θα αποζημιώνεται σύμφωνα με το νόμο ή την πρακτική που ακολουθείται στο Κράτος για το οποίο πρόκειται, εκτός αν αποδειχθεί ότι η μη έγκαιρη αποκάλυψη του άγνωστου γεγονότος οφείλεται ολικά ή μερικά σ' αυτό το πρόσωπο".

Κατά δε το άρθρο 9 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά δικαιώματα, που κυρώθηκε και κατέστη εσωτερικό δίκαιο με το ν. 2464/1997 "κάθε πρόσωπο, θύμα παράνομης σύλληψης ή κράτησης, έχει δικαίωμα αποζημίωσης". Εξάλλου, με τα άρθρα 533-545 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που περιέχονται στο τρίτο κεφάλαιο και υπό τον τίτλο "Αποζημίωση εκείνων που άδικα καταδικάστηκαν ή κρατήθηκαν προσωρινά", τα οποία τροποποιήθηκαν με το άρθρο 26 του ν. 2915/2001, στην Εισηγητική έκθεση του οποίου αναφέρεται ότι ο νομοθέτης θεώρησε αναγκαία την εναρμόνιση της νομοθεσίας, που διέπει την αποζημίωση όσων καταδικάστηκαν ή κρατήθηκαν και μετέπειτα αθωώθηκαν, με το Σύνταγμα και τις Διεθνείς Συμβάσεις που έχει επικυρώσει η χώρα μας, και συγκεκριμένα με τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 4 του Συντάγματος, 5 παρ. 5 της Ε.Σ.Δ.Α, 9 παρ. 5 και 14 παρ. 6 του Διεθνούς Συμφώνου του Ο.Η.Ε.

για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα, ορίζονται τα εξής: Α) άρθρο 533. 1. "Έχουν δικαίωμα να ζητήσουν από το Δημόσιο αποζημίωση: α) οι προσωρινά κρατηθέντες που αθωώθηκαν αμετάκλητα με βούλευμα ή απόφαση δικαστηρίου, β) οι κρατηθέντες με καταδικαστική απόφαση η οποία μετέπειτα εξαφανίστηκε...... 2. Όσοι κρατήθηκαν λόγω καταδίκης ή κρατήθηκαν προσωρινά κατά την παρ. 1, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν αποζημίωση και αν ακόμη έχουν απαλλαγεί επειδή, μολονότι τέλεσαν την πράξη, δεν τους επιβλήθηκε ποινή για οιανδήποτε λόγο".

Β) άρθρο 535. "Το δημόσιο δεν έχει υποχρέωση για αποζημίωση αν εκείνος που καταδικάστηκε ή κρατήθηκε προσωρινά έγινε από πρόθεση υπαίτιος της καταδίκης ή της προσωρινής του κράτησης". Γ) άρθρο 536. " 1. Σχετικά με την υποχρέωση του δημοσίου για αποζημίωση αποφαίνεται το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση για την υπόθεση, με ιδιαίτερη ταυτόχρονη απόφαση, ύστερα από προφορική ή γραπτή αίτηση εκείνου που αθωώθηκε και αφού προηγουμένως ο αιτών και ο εισαγγελέας ακουστούν. 2.

Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση εκείνου που αθωώθηκε, του επιδικάζεται κατ' αποκοπή ημερήσια αποζημίωση συνολικά για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 3000 δρχ. ή 8, 804 ευρώ, ούτε ανώτερη από 10.000 δρχ. ή 29,347 ευρώ την ημέρα και της οποίας το ύψος προσδιορίζεται αφού ληφθεί υπόψη και η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου.

Το κατώτερο και ανώτερο ύψος της αποζημίωσης μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Δ) άρθρο 537. 1. Εκείνος που ζημιώθηκε μπορεί να υποβάλει και αργότερα αίτηση για αποζημίωση στο ίδιο δικαστήριο. 2. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση παραδίδεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου αυτού μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα (10) ημερών από την απαγγελία της απόφασης στο ακροατήριο ή από την κοινοποίηση στον προσωρινά κρατούμενο του απαλλακτικού βουλεύματος ή της απαλλακτικής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του.

Η παραπάνω προθεσμία δεν παρατείνεται λόγω αποστάσεως. Η αίτηση εισάγεται στο δικαστήριο ή στο συμβούλιο που συγκαλείται εκτάκτως για την εκδίκαση της κατά το δυνατό σε μία από τις πρώτες εργάσιμες ημέρες μετά την παράδοση της αίτησης. 3. Το δικαστήριο αποτελείται κατά προτίμηση από τους ίδιους δικαστές που αποφάνθηκαν για την ποινική υπόθεση.

Ε) άρθρο 538. "Απόφαση που αναγνωρίζει υποχρέωση του δημοσίου για αποζημίωση, αν εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων των διατάξεων 536 και 537, είναι άκυρη. ΣΤ). άρθρο 539. "1. Αν αναγνωριστεί από το ποινικό δικαστήριο μόνο υποχρέωση για αποζημίωση από το Δημόσιο, χωρίς να επιδικαστεί αποζημίωση, ή αν η επιδικασθείσα αποζημίωση κρίνεται από τον δικαιούχο ανεπαρκής για να καλύψει το σύνολο της ζημίας του ή από το Δημόσιο κρίνεται υπερβολική, οι διάδικοι μπορούν να εγείρουν αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια, κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ.

Κ.Πολ.Δ., που δεν μπορούν να εξετάσουν πάλι την ύπαρξη αυτής της υποχρέωσης για τον ακριβή προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί το δικαστήριο να υπερβεί το ανώτατο όριο της παραγράφου 2 του άρθρου 536. 2. Η αξίωση παραγράφεται ύστερα από δύο χρόνια από την ημέρα που έγινε αμετάκλητη η απόφαση για την ποινική υπόθεση".

Ζ) άρθρο 540.1. "Αντικείμενο της αξίωσης για αποζημίωση στα πολιτικά δικαστήρια είναι κάθε είδους ζημία που προκλήθηκε από την ολική ή μερική εκτέλεση της ποινής ή της προσωρινής κράτησης στην περιουσιακή κατάσταση εκείνου που ζημιώθηκε και η ηθική βλάβη που υπέστη" και Η) άρθρο 544 "Στις διατάξεις των άρθρων 533-542, ως δικαστήριο και απόφαση νοούνται και τα δικαστικά συμβούλια και τα βουλεύματα τους".

Με τις παρατεθείσες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας περιέχεται πλήρης ρύθμιση για την αποζημίωση των αδίκως καταδικασθέντων ή προσωρινώς κρατηθέντων που τελικώς αθωώθηκαν, όπως απαιτείται από το άρθρο 7 παρ. 4 του Συντάγματος. Ειδικότερα, προβλέπεται σε αρμονία προς τις συνταγματικές διατάξεις περί χωριστών δικαιοδοσιών (άρθρα 94, 95 και 96) ότι αρμόδιο δικαστήριο για τη διάγνωση του άδικου ή παράνομου της προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης είναι αποκλειστικώς το ποινικό δικαστήριο(ή δικαστικό συμβούλιο) που αθώωσε ή απήλλαξε ή τιμώρησε με ελαφρότερη ποινή τον κατηγορούμενο.

Τα δε πολιτικά δικαστήρια είναι αρμόδια, μόνο για τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας και την επιδίκαση της ανάλογης αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, στις περιπτώσεις που το ποινικό δικαστήριο έχει μεν αναγνωρίσει τη σχετική υποχρέωση του Δημοσίου, αλλά δεν έχει προσδιορίσει το ύψος της αποζημίωσης, ή προσδιόρισε αυτή και το ύψος της δεν βρίσκει σύμφωνο τον δικαιούχο ή το υπόχρεο Δημόσιο.

Και τούτο διότι, ο ποινικός δικαστής ο οποίος έχει πλήρη γνώση της διεξαχθείσας ενώπιον του ποινικής διαδικασίας, εκτιμώντας τις συνθήκες και όλες τις προσκομισθείσες αποδείξεις, είναι ο πλέον κατάλληλος για να αποφανθεί για την υποχρέωση ή μη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της προβλεπόμενης από τις πιο πάνω διατάξεις υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, να του καταβάλει το ποσό των 1.247.091,19 ευρώ ως αποζημίωση, λόγω της αναφερόμενης άδικης προφυλάκισης του στο Αγροτικό Σωφρονιστικό Κατάστημα Ανηλίκων Κασσαβέτειας από 27-1-2000 έως 5-10-2000, η οποία (αγωγή) υποβλήθηκε απευθείας ενώπιον του πρωτοβαθμίου πολιτικού δικαστηρίου, χωρίς να έχει προηγηθεί αίτηση του προς το Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου, το οποίο εξέδωσε το υπ' αριθμ. 12/2000 απαλλακτικό βούλευμα, για το θέμα αυτό, είναι απαράδεκτη, γιατί τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να αποφαίνονται σχετικά με την αναγνώριση της υποχρέωσης, δηλαδή δεν έχουν εξουσία να διαγνώσουν αν ορθώς ή όχι αποφάνθηκε το ποινικό δικαστήριο επί του ζητήματος της υπάρξεως ή μη του δικαιώματος, αλλά μόνο για τον ακριβή προσδιορισμό του ύψους αυτής.

Ακολούθως δε, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε επίσης απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη για την ίδια αιτία, ήτοι λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.4 του Συντάγματος, 5 παρ. 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που κατέστη εσωτερικό δίκαιο με το ν.

δ. 53/1974, του άρθρ.6 παρ.2 της αυτής Συμβάσεως, του άρθρ. 3 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κατέστη εσωτερικό δίκαιο με το ν. 1705/1987 και του άρθρου 9 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά δικαιώματα, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 533 επ. του Κ.Ποιν. Δ. οι οποίες εναρμονίζονται πλήρως προς τις εν λόγω διατάξεις, τόσο ως προς τις ουσιαστικές, όσο και ως προς τις δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος αποζημίωσης εκείνων που άδικα καταδικάστηκαν ή κρατήθηκαν προσωρινά.

Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-6-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4655/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ