Supreme Court dismisses appeal on termination of employment contract, upholding lower court's finding of valid compensation offer.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding the termination of an indefinite-term employment contract. The appellant argued that the employer's offer of compensation was fictitious and invalid, but the lower court had already examined and rejected this claim based on documentary evidence. The Court upheld the lower court's judgment, ruling that the employer fulfilled its legal obligations and the procedural requirements were met.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 5(3)(a) of Law 3198/1955; Art. 2(1)(a) of Law 3198/1955; Art. 559(18) of the Code of Civil Procedure: The termination of an indefinite-term employment contract is valid if compensation is offered in writing and paid, and an appeal based on the lower court's failure to examine a specific claim is inadmissible if the lower court did examine the claim substantively.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 918 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 918/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσης: Μ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χρυσώτη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων - καθών η κλήση: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. 2) Πρωτοβαθμίου σωματείου με την επωνυμία "Επαγγελματική Ένωση Αέρος Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Μαρτίου 1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που συνεκδικάσθηκε με την από 11-10-1995 υπέρ της ενάγουσας πρόσθετη παρέμβαση του ήδη δευτέρου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4122/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5545/1997 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1290/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5478/2002 απόφαση. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε εκ νέου αναίρεση και εκδόθηκε η 1313/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 16-2-2005 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 20-9-2004 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αμελαδιώτη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 5 παρ.3 εδ.α'του Ν. 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του Ν.2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη εφ' όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Ως χρόνος καταβολής της αποζημιώσεως ορίζεται κατ' αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 εδ.α' του ανωτέρω Ν. 3198/1955, η ημέρα της λύσεως της συμβάσεως, εκτός αν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, οπότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημιώσεως, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο εδ.
β' της ανωτέρω παρ.1 του άρθρου 2 του Ν. 3198/1955. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της, κατά περίπτωση, την ημέρα που επιδίδεται η έγγραφη καταγγελία στον απολυόμενο μισθωτό, η καταγγελία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται με τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημιώσεως.
Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ακόμη ότι η καταβολή της αποζημιώσεως πρέπει να είναι πραγματική και δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής. Αν όμως ο εργαζόμενος, προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία, αρνείται να εισπράξει την προσηκόντως προσφερόμενη αποζημίωση, τότε ο εργοδότης οφείλει σε εύλογο χρόνο να προβεί σε δημόσια κατάθεση του ποσού αυτής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Ως εύλογος χρόνος θεωρείται αυτός που απαιτείται κατά τη συναλλακτική πείρα (άρθρ.288 ΑΚ) για τη συντέλεση των διατυπώσεων παρακατάθεσης της αποζημιώσεως, για τη σχετική δε κρίση λαμβάνονται υπόψη κατά περίπτωση η συμπεριφορά του εργαζομένου ή άλλες ειδικές συνθήκες που δικαιολογούν την καθυστέρηση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήψε με την αναιρεσίβλητη την 1-6-1983, προσελήφθη από αυτήν ως υπάλληλος και υπηρέτησε σε διάφορες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και στις Διευθύνσεις Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών αυτής.
Με το υπ' αριθ.11114/ 4-8-1994 έγγραφο του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσίβλητης η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε με το ερώτημα της απολύσεως στο αρμόδιο Συμβούλιο Απολύσεων και στη συνέχεια το τελευταίο, κατά τη συνεδρίαση του που έγινε την 29-11-1994, αποφάσισε την απόλυση της για τους εκτιθέμενους στη σχετική απόφασή του λόγους.
Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής η αναιρεσίβλητη κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα την 29-12-1994 έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, προσφέροντας σ' αυτήν και τη νόμιμη αποζημίωσή της, ανερχόμενη στο ποσό των 1.500.000 δρχ. ΣΤΟ ίδιο έγγραφο της καταγγελίας αναφερόταν, ότι σε περίπτωση απουσίας από την οικία της ή αρνήσεώς της να εισπράξει το ανωτέρω ποσό, η αναιρεσίβλητη θα προέβαινε σε παρακατάθεση αυτού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και ότι το σχετικό γραμμάτιο θα βρισκόταν "εις χείρας της (... ..., 3ος όροφος, Δ.Δ.Υ.) και κατά τας εργασίμους ημέρας και ώρας προς διάθεσίν της".
Όπως δε ειδικότερα προκύπτει από την ... σχετική έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Σ. Μ., ο τελευταίος δεν βρήκε την αναιρεσείουσα στην επί της οδού ... της Γλυφάδας κατοικία της αλλά την οικιακή βοηθό της, η οποία όχι μόνον αρνήθηκε να παραλάβει το έγγραφο της καταγγελίας, αλλά και να δηλώσει το ονοματεπώνυμό της και κατόπιν αυτού το θυροκόλλησε παρουσία του μάρτυρα Δ.
Α., ακολούθως δε τήρησε και τις τασσόμενες από το άρθρο 128 παρ.4 του ΚΠολΔ διατυπώσεις, δηλαδή αντίγραφο του εγγράφου της καταγγελίας επέδωσε στον αρμόδιο αξιωματικό υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Γλυφάδας, αφού δεν βρήκε τον προϊστάμενο του εν λόγω Τμήματος, και ακολούθως απέστειλε προς την αναιρεσείουσα σχετική έγγραφη ειδοποίηση δια του Κεντρικού Καταστήματος των ΕΛΤΑ.
Ενόψει δε του ότι, όπως βεβαιώνεται στην ίδια έκθεση επιδόσεως, η μετάβαση του δικαστικού επιμελητή στην ως άνω οικία της αναιρεσείουσας έγινε στις 13.30', είναι προφανές ότι αυτός δεν είχε τη χρονική δυνατότητα να προβεί την ίδια ημέρα σε όλες τις προαναφερόμενες ενέργειες (μετάβαση στο Αστυνομικό Τμήμα Γλυφάδας και το Κεντρικό Ταχυδρομείο) και ακολούθως να επισκεφθεί τη Διεύθυνση των Διοικητικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης που στεγάζεται στο κτίριο της Λεωφόρου Συγγρού ...
για να επιστρέψει το ποσό της αποζημιώσεως που είχε παραδοθεί σ' αυτόν προκειμένου να το καταβάλει στην αναιρεσείουσα. Έτσι, όταν η τελευταία την επομένη ημέρα (30-12-1994) επισκέφθηκε τα γραφεία της αναιρεσίβλητης και αξίωσε την καταβολή της αποζημιώσεώς της, την πληροφόρησαν ότι δεν είχε ακόμη ετοιμασθεί η σχετική επιταγή, υπονοώντας προδήλως το γραμμάτιο παρακαταθέσεως της αποζημιώσεως, δεδομένου ότι ήδη, με το έγγραφο της καταγγελίας, είχε δηλωθεί σ' αυτήν ότι, σε περίπτωση απουσίας της, θα γινόταν παρακατάθεση του ποσού της αποζημιώσεως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και το σχετικό γραμμάτιο θα ήταν στη διάθεση της.
Η παρακατάθεση όμως αυτή δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί εντός της επομένης ημέρας, που μετέβη αυτή στην αρμόδια Υπηρεσία προς παραλαβή του ως άνω γραμματίου παρακαταθήκης, ενόψει των προεκτεθεισών συνθηκών, κυρίως δε της χρονικής αδυναμίας του δικαστικού επιμελητή προς επιστροφή του παραδοθέντος σ' αυτόν ποσού της αποζημιώσεως κατά την προηγούμενη ημέρα, σε συνδυασμό και προς το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία αποτελεί μεγάλη επιχείρηση του ευρύτερου δημόσιου τομέα και εμφανίζει, όπως άλλωστε και οι όμοιες προς αυτήν επιχειρήσεις, δυσλειτουργία, λόγω γραφειοκρατικών διατυπώσεων.
Αυτές ακριβώς οι διατυπώσεις, που επιβάλλουν, για οποιαδήποτε ενέργεια των αρμοδίων υπαλλήλων της, την έγκριση αυτής από τον προϊστάμενο της αρμόδιας υπηρεσίας της, καθώς και το γεγονός ότι από την ημέρα που επισκέφθηκε η αναιρεσείουσα τα γραφεία της αναιρεσίβλητης προς παράδοση του σχετικού γραμματίου παρακαταθέσεως της αποζημιώσεώς της (Παρασκευή 30-12-1994) έως την 1-1-1995 μεσολάβησαν οι ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, κατά τις οποίες δεν ήταν δυνατή η παρακατάθεσή της, σε συνδυασμό και προς το ότι κατά την περίοδο των εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους, λόγω των αδειών των περισσοτέρων υπαλλήλων, υπολειτουργούν όλες οι υπηρεσίες, ήταν και η αιτία που η αναιρεσίβλητη παρακατέθεσε τελικά το ποσό της αποζημιώσεως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την 5-1-1995.
Ενόψει των ανωτέρω, ο χρόνος παρακαταθέσεως της αποζημιώσεως ήταν εύλογος. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα, παρερμηνεύουσα την απολύτως δικαιολογημένη αδυναμία της αναιρεσίβλητης να της παραδώσει το γραμμάτιο παρακαταθήκης της αποζημιώσεως, την αμέσως επομένη της επιδόσεως της καταγγελίας ημέρα (30-12-1994), κατά την οποία επισκέφθηκε τα γραφεία της, και προκειμένου να στοιχειοθετήσει σχετικό λόγο ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής της σχέσεως, ισχυρίζεται ότι η από το δικαστικό επιμελητή προσφορά της αποζημιώσεως συγχρόνως με το έγγραφο της ως άνω καταγγελίας υπήρξε εικονική και έγινε μόνο φαινομενικά, αλλά ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, αφού δεν προέκυψε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο.
Κατά συνέπεια, εφόσον αποδείχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη προσέφερε νομίμως και προσηκόντως την αποζημίωση στην αναιρεσείουσα και ότι λόγω της απουσίας της από την οικία της, παρακατέθεσε αυτήν εντός ευλόγου χρόνου στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η καταγγελία είναι έγκυρη και επέφερε τη λύση της εργασιακής σύμβασης.
Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, καθώς και αυτές των άρθρων 138,288,323,349 παρ.2, 427,431 και 669 του ΑΚ και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για όλα τα ζητήματα, που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αναφέρονται στο κύρος της ένδικης καταγγελίας και συγκεκριμένα α) την κοινοποίηση εγγράφου, β) την πραγματική προσφορά της αποζημιώσεως κατά την επίδοση του εγγράφου και την αδυναμία αυτούσιας καταβολής της στην αναιρεσείουσα, λόγω απουσίας της από την οικία της, γ) την παρακατάθεση αυτής εντός των αμέσων επομένων τεσσάρων εργασίμων ημερών και δ) το εύλογο του χρόνου αυτού.
Επομένως οι περί του αντιθέτου και από το άθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, τρίτος και έκτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχτεί ότι η αναιρεσίβλητη παρακατέθεσε την αποζημίωση εντός ευλόγου χρόνου, παρότι δεν συνέτρεχε περίπτωση ανυπέρβλητου κωλύματος ή λόγος ανωτέρας βίας που να δικαιολογεί την προαναφερόμενη καθυστέρηση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η αποδιδόμενη με αυτόν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αναφέρεται στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Επειδή πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου, επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων ή πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσεως της αγωγής ή της ένστασης.
Στην προκείμενη περίπτωση με το με τον τέταρτο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, και πέμπτο, από το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας α)ότι η από την αναιρεσίβλητη προσφορά της αποζημιώσεως προς την αναιρεσείουσα, λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, ήταν εικονική, και β) ότι η εν λόγω αποζημίωση δεν καταβλήθηκε συγχρόνως με την επίδοση του εγγράφου και η παρακατάθεσή της δεν έγινε εντός ευλόγου χρόνου, κατά συνέπεια δε η καταγγελία της συμβάσεώς της δεν είναι έγκυρη.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, κατά μεν την πρώτη αιτίαση ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παρατίθενται στην πρώτη σκέψη, ερεύνησε τον προαναφερόμενο ισχυρισμό και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, κατά δε τη δεύτερη αιτίαση ως απαράδεκτος, διότι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια αλλά αιτιολογημένη άρνηση του καταλυτικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, ότι η παρακατάθεση της αποζημιώσεως έγινε εντός ευλόγου χρόνου.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.
Με τον έκτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα:1) Την από 23-12-1994 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας που υπογράφεται από την αναιρεσίβλητη, 2) την ...
έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Σ. Μ., στην οποία αναφέρεται αορίστως ότι προσφέρεται αποζημίωση 1.500.000 δρχ., χωρίς ταυτόχρονη καταβολή του ποσού αυτού, 3)το 281365/5-1-1995 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, από το οποίο προκύπτει η παρακατάθεση της αποζημιώσεως την 5-1-1995, και 4) την 20640/2001 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, από τα οποία αποδεικνυόταν ότι η προσφορά της αποζημιώσεως προς την αναιρεσείουσα ήταν εικονική και κατά συνέπεια άκυρη.
Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλομένη απόφαση διαβεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και την ανωτέρω 20640/2001 ένορκη βεβαίωση, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της αποφάσεως για την προσφορά της αποζημιώσεως και την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί εικονικότητας της σχετικής δηλώσεως της αναιρεσίβλητης, προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Eπειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 1290/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε εν μέρει η 5545/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγο και συγκεκριμένα, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και συνεπώς δεν ερεύνησε τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι η καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας ήταν άκυρη γιατί δεν προσφέρθηκε προσηκόντως και νομίμως η σχετική αποζημίωση, αφού η δια του δικαστικού επιμελητή προσφορά ήταν εικονική, δεδομένου ότι την επομένη της κοινοποίησης του εγγράφου της καταγγελίας (30-12-1994) δηλώθηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης στην αναιρεσείουσα, ότι δεν είχε υπογραφεί η σχετική επιταγή και δεν της καταβλήθηκε η αποζημίωση, την οποία τελικώς η αναιρεσίβλητη παρακατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στις 5-1-1995, ακολούθως δε ο Αρειος Πάγος παρέπεμψε την υπόθεση ως προς το παραπάνω κεφάλαιο της στο ίδιο Δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό, τον ερεύνησε κατ' ουσίαν και με τις παραδοχές που παρατίθενται στην πρώτη σκέψη της παρούσας τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως το Εφετείο συμμορφώθηκε προς την ανωτέρω αναιρετική απόφαση και ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-7-2003 αίτηση της Μ. Τ. περί αναιρέσεως της 5478/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ