Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding proper service of notice to the respondent.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment rendered in absentia. The respondent failed to appear or appoint a lawyer despite being legally and timely summoned for the hearing. Consequently, the court proceeded with the discussion despite the respondent's absence.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticle 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure: If the defendant summoned for the hearing does not appear or is not represented, the Supreme Court examines ex officio whether the summons was legal and timely; if so, the hearing proceeds in their absence.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 917 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 917/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Β. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο-Χαρίλαο Χρυσίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ι. συζύγου Α. Ν., το γένος Γ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Νακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/1/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1555/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3594/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/10/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ,ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην ένδικη υπόθεση, όπως προκύπτει από την …83β/17-9-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Τ. Χ., με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης, αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο από τους αναιρεσίβλητους. Ο τελευταίος, όμως δεν εμφανίστηκε κατ αυτήν, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση, παρά την απουσία του.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 3594/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του πρώτου αναιρεσίβλητου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20-4-2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1555/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 7-1-2011 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσίβλητων, με την οποία ζητούσε, κατά τον ενδιαφέρον για την προκείμενη υπόθεση μέρος της, να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός του περιγραφόμενου ακινήτου του, που χρησίμευε ως πρώτη κατοικία του ,για το λόγο ότι διενεργήθηκε στις 6-10-2010, ημερομηνία κατά την οποία απαγορεύονταν οι πλειστηριασμοί αυτών των ακινήτων ,κατά το άρθρο 19 παρ 1 του ν. 3869/2010. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις", "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας, υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ 1 του ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας) "Πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι, καθώς και οι ενώσεις προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 παρ 2 του ν. 3869/2010, προς το σκοπό προστασίας της κύριας κατοικίας, μπορεί να εξαιρεθεί από τη διαδικασία εκποίησης της περιουσίας του οφειλέτη που υπέβαλε αίτηση ρύθμισης των χρεών του, ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 του ίδιου νόμου, κατά την αρχική της μορφή, "Για έξι μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παρ. 2 του άρθρου 9", ήτοι από 3-8-2010 μέχρι 3-2-2011.
Ακολούθως, με το άρθρο 36 του ν. 3910/8-2-2011 (η αναστολή των ανωτέρω πλειστηριασμών παρατάθηκε μέχρι την 30ή Ιουνίου 2011. Στη συνέχεια με το άρθρο 46 παρ 2 του ν. 3986/2011 ορίστηκε "Στην παρ.1 του άρθρου 19 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει, η φράση "μέχρι την 30ή Ιουνίου 2011" αντικαθίσταται από τη φράση "μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2011 και στο τέλος της παραγράφου προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο "Η διάταξη εφαρμόζεται για κάθε φυσικό πρόσωπο ανεξαρτήτως αν στερείται πτωχευτικής ικανότητας" και έτσι η διάταξη του άρθρου 19 παρ 1 του ν. 3869/2010 έλαβε την ακόλουθη μορφή "Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2011 απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παραγράφου 2 του άρθρου 9.
Η διάταξη εφαρμόζεται για κάθε φυσικό πρόσωπο ανεξαρτήτως αν στερείται πτωχευτικής ικανότητας". (Ακολούθησαν και άλλες παρατάσεις της αναστολής πλειστηριασμού της πρώτης κατοικίας, οι οποίες δε ενδιαφέρουν στην προκείμενη περίπτωση). Τέλος κατά το άρθρο 50 του ν. 3986/2011 "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του", ήτοι από 1-7-2011 (ΦΕΚ 152/1-7-2011).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι από 3-8-2010, που άρχισε η ισχύς του ν. 3869/2010, έως και 30-6-2011 απαγορευόταν ο πλειστηριασμός ακινήτου, που χρησίμευε ως πρώτη κατοικία (μόνο σε φυσικά πρόσωπα που στερούνταν πτωχευτικής ικανότητας, ήτοι δεν ήταν έμποροι και υπέβαλαν αίτηση ρύθμισης των χρεών τους.
Με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την προκείμενη περίπτωση χρόνο (6-10-2010 έως 19-10-2010), ο νομοθέτης δεν θέσπισε γενική και καθολική απαγόρευση πλειστηριασμού πρώτης κατοικίας οποιουδήποτε οφειλέτη, αλλά μόνο των οφειλετών που υπάγονται στο νόμο 3869/2010, δηλαδή των φυσικών προσώπων που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας.
Από 1-7-2011,που τέθηκε σε ισχύ ο ν. 3986/2011, η προστασία αυτή παρέχεται πλέον και αν ο πλειστηριασμός επισπεύδεται σε βάρος φυσικού προσώπου που δεν στερείται πτωχευτικής ικανότητας ,δηλαδή και κατά εμπόρων. Ο νέος αυτός νόμος δεν υπήγαγε στις διατάξεις του και τους πλειστηριασμούς που συντελέστηκαν πριν την ισχύ του ,αφού δεν προβλέπει ρητώς ή σιωπηρώς την ανατροπή ή άρση των συνεπειών των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, που ολοκληρώθηκαν εγκύρως πριν τη δημοσίευσή του, αλλά αντίθετα ορίζει ότι η ισχύς του αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (1-7-2011), εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του, που όμως στην προκείμενη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν ορίζεται, όπως προαναφέρθηκε (ΑΠ 471/2009, ΑΠ 1381/2008, ΑΠ 684/2008, ΑΠ 235/2006, ΑΠ 118/2005).
Η διάταξη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 46 παρ 2 του ν.3986/2011, δεν είναι ερμηνευτική, ώστε να έχει αναδρομική ισχύ, αφού ουδεμία ασάφεια υπήρχε ως προς το ποιοι πλειστηριασμοί απαγορεύονταν μέχρι τη θέσπισή της, ώστε να είναι αναγκαία η ερμηνεία των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 3869/2010 με ερμηνευτικό νόμο, περαιτέρω δε από το περιεχόμενο της προκύπτει ότι έχει αυτοτέλεια και εισάγει νέο δίκαιο.
Η μη αναδρομική επέκταση της ακυρότητας των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας εμπόρων, που ενεργήθηκαν εγκύρως, βάσει της ρύθμισης που τότε ίσχυε, στη χρονική περίοδο από 3-8-2010 έως 30-6-2011, και συνεπώς η μη αναδρομική κατάργηση περιουσιακών δικαιωμάτων, τα οποία οι υπερθεματιστές νομίμως απέκτησαν από τους πλειστηριασμούς αυτούς, δεν αντίκειται στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος) και ειδικότερα στην αρχή της ισονομίας, αφού δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας αποκτημένων δικαιωμάτων τρίτων, η οποία διαφοροποιεί τις περιπτώσεις αυτές από εκείνες που καταλαμβάνει η νεότερη νομοθετική ρύθμιση, αντίθετα δε τέτοια αναδρομή είναι ανεπίτρεπτη, αφού θα παραβίαζε περιουσιακά δικαιώματα, προστατευόμενα από το άρθρο 17 του Συντάγματος (το δικαίωμα κυριότητας, σε περίπτωση λ.χ.
που θα είχε μεταγραφεί η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης), αλλά και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974, το οποίο επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα (Ολ.
ΑΠ 40/1998).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή ανακοπής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ανακοπή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 10/2011, Ολ ΑΠ 2/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την από 10-12-2009 επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου εκ του α' εκτελεστού απογράφου της ...22/2009 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επισπεύσθηκε αναγκαστική εκτέλεση από τον πρώτο των εφεσιβλήτων - πρώτο καθ ων η ανακοπή σε βάρος του εκκαλούντος - ανακόπτοντος για ποσό 9.450 ευρώ. Στη συνέχεια με την ….05/2009 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Α., έλαβε χώρα αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος ακινήτου ιδιοκτησίας του εκκαλούντος-ανακόπτοντος και ειδικότερα: σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του Β-3 διαμερίσματος του δευτέρου (Β) ορόφου πάνω από το ισόγειο πολυκατοικίας που είναι κτισμένη σε οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο και βρίσκεται στον ..., μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης αυτής, της περιφέρειας του Δήμου …. και συγκεκριμένα επί της οδού ... ...
Στη συνέχεια εκδόθηκε η …07/2010 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του άνω δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Α., με την οποία ορίστηκε ημερομηνία διενέργεια πλειστηριασμού του ως άνω ακινήτου η 27η Ιανουαρίου 2010, οπότε ο πλειστηριασμός ανεστάλη και δεν πραγματοποιήθηκε... Τέλος εκδόθηκε η 3175/2010 επαναληπτική περίληψη της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, ορίζοντας νέα ημερομηνία πλειστηριασμού την 6-10-2010.
Κατά την ως άνω ημερομηνία διενεργήθηκε τελικά ο πλειστηριασμός και το ως άνω ιδανικό μερίδιο του ακινήτου κατακυρώθηκε στη δεύτερη των εφεσίβλητων - δεύτερη των καθ ων η ανακοπή, αντί του συνολικού ποσού των 16.310 ευρώ, σύμφωνα με την …..04/6-10-2010 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου της αναπληρώτριας συμβολαιογράφου Φ.
Τ. και της συνταχθείσας από τη συμβολαιογράφο Ι. Λ. …12/15-10-2010 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία μεταγράφηκε στις 19-10-2010 στο Κτηματολογικό Γραφείο … (βλ. το …58/19-10-2010 πιστοποιητικό καταχώρησης εγγραπτέας πράξης του ως άνω κτηματολογικού γραφείου).Ο εκκαλών - ανακόπτων με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, προσέβαλε το κύρος των δύο τελευταίων ως άνω πράξεων, δηλαδή της ….04/6-10-2010 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου της αναπληρώτριας συμβολαιογράφου Φ.
Τ. και της ….12/15-10-2010 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Ι. Λ., υποστηρίζοντας ότι το εκπλειστηριαζόμενο ακίνητο αποτελούσε την πρώτη κατοικία του και οι ως άνω πράξεις ενεργήθηκαν ενόσω ο ίδιος υπαγόταν στις προϋποθέσεις των άρθρων 9 παρ 2 και 19 παρ 1 του ν. 3869/2010, επομένως ίσχυε για τον ίδιο η εκ του ως άνω νόμου χορηγηθείσα αναστολή πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας.
Πλην όμως, εκ των προσκομιζομένων με επίκληση εγγράφων και ειδικότερα εκ της από 6-7-2012 κατάστασης οφειλομένων μισθωμάτων στον Οργανισμό Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών και εκ της ...0498/5-6-2012 επιστολής του Ταμείου Αλληλοβοήθειας και Περιθάλψεως Εκτελωνιστών ….., προκύπτει ότι ο ανακόπτων ασκούσε το επάγγελμα του εκτελωνιστή, επομένως είχε αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα, καθώς διεκπεραίωνε επ' αμοιβή αλλότριες υποθέσεις, επομένως ασκούσε κατ επάγγελμα επιχείρηση πρακτορείας, διαθέτοντας κατά συνέπεια παράλληλα (κατ' άρθ.2 ν. 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα.
Σύμφωνα δε και με τα όσα προελέχθησαν, ο ανωτέρω πλειστηριασμός του ιδανικού μεριδίου του ακινήτου του ανακόπτοντος και, αντίστοιχα, η σύνταξη της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού έλαβαν χώρα στις 6-10-2010, η δε σύνταξη της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης ενεργήθηκε στις 15-10-2010 και η μεταγραφή αυτής στο Κτηματολογικό Γραφείο ….
την 19-10-2010. Εξάλλου η κρινόμενη ανακοπή κατατέθηκε στις 7-1-2011 (βλ. τη σχετική έκθεση κατάθεσης δικογράφου) και επιδόθηκε στις 11-1-2011 (βλ. τις ….97 και …98/11-1-2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Τ. Χ.). Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα όμως ο εκκαλών - ανακόπτων, ως έχων εμπορική ιδιότητα και επομένως πτωχευτική ικανότητα, δεν μπορούσε να απολάβει της προστασίας που παρείχαν οι διατάξεις των άρθρων 9 παρ 2 και 19 παρ 1 του ν.3869/2010 περί απαγόρευσης πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, δεδομένου ότι αυτές κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αφορούσαν φυσικά πρόσωπα που στερούνταν πτωχευτικής ικανότητας.
Η ως άνω τεθείσα απαγόρευση πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας επεκτάθηκε και στα έχοντα πτωχευτική ικανότητα πρόσωπα, επομένως και στους εμπόρους με το άρθρο 46 του ν. 3986/2011, η έναρξη ισχύος του οποίου τοποθετείται μεταγενέστερα του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, δηλαδή την 1-7-2011, χωρίς να τίθεται για την εφαρμογή του αναδρομική ισχύς ή να υφίσταται διάταξη που να ορίζει ότι καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις που έλαβαν χώρα σε προγενέστερο χρονικό διάστημα.
Κατά συνέπεια ο συγκεκριμένος λόγος ανακοπής κρίνεται απορριπτέος κατ ουσία. Δεχόμενη τα ίδια η εκκαλούμενη δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης του εκκαλούντος, που προσβάλλουν για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου τις διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης ,με τις οποίες έκρινε ότι η απαγόρευση πλειστηριασμού δεν ίσχυε για τους έχοντες πτωχευτική ικανότητα, όπως ο εκκαλών, αφού η ισχύς του νόμου που επέκτεινε την απαγόρευση πλειστηριασμού της πρώτης κατοικίας και στους έχοντες πτωχευτική ικανότητα, τοποθετείται μεταγενέστερα του χρόνου που εκπλειστηριάστηκε, κατακυρώθηκε και μεταγράφηκε η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου, απορρίπτοντας στη συνέχεια την ανακοπή, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, με το ν. 3986/2011 προστέθηκε στο τέλος της παρ 1 του άρθρου 19 του ν. 3869/2010 το εδάφιο κατά το οποίο η διάταξη εφαρμόζεται για κάθε φυσικό πρόσωπο ανεξαρτήτως αν στερείται πτωχευτικής ικανότητας. Η επιχειρούμενη από τον εκκαλούντα ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης, κατά την οποία πανηγυρικά δια της ανωτέρω διάταξης, αναφέροντας ο νομοθέτης από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εννοεί τη δημοσίευση του ν. 3869/2010 και ως εκ τούτου περιλαμβάνεται και η επίδικη περίπτωση στις διατάξεις του νόμου αυτού (ν.3869/2010), καθώς επίσης, ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 46 παρ 1 του ν. 3986/2011 είναι διευκρινιστική και έχει εφαρμογή από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ,δηλαδή του ν. 3869/2010, εννοώντας κατ' εκτίμηση, ότι η διάταξη αυτή ως ερμηνευτική έχει από τη φύση της αναδρομική ισχύ, είναι εσφαλμένη και πρέπει να απορριφθεί.
Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, ο νέος νόμος δεν υπήγαγε στις διατάξεις του και τις έννομες σχέσεις που συντελέστηκαν πριν από την ισχύ του ,αφού δεν προβλέπει ρητώς ή σιωπηρώς την ανατροπή ή την άρση των συνεπειών των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που ολοκληρώθηκαν εγκύρως πριν από τη δημοσίευσή του (ΑΠ 118/2005).
Η μη αναδρομική επέκταση της ακυρότητας των πλειστηριασμών που ενεργήθηκαν εγκύρως, βάσει της ρύθμισης που τότε ίσχυε και η μη συνεπώς αναδρομική κατάργηση περιουσιακών δικαιωμάτων, τα οποία οι υπερθεματιστές νομίμως απέκτησαν από τους πλειστηριασμούς αυτούς, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, δεν αντίκειται στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ 1 του Συντάγματος) και ειδικότερα στην αρχή της ισονομίας, αφού δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας αποκτημένων δικαιωμάτων τρίτων, η οποία διαφοροποιεί τις περιπτώσεις αυτές διενεργηθείς στις 6-10-2010 αναγκαστικός πλειστηριασμού από εκείνες που καταλαμβάνει η νεότερη νομοθετική ρύθμιση".
Το Εφετείο με το να δεχτεί ότι ήταν έγκυρος ο διενεργηθείς στις 6-10-2010 αναγκαστικός πλειστηριασμός του ιδανικού μεριδίου του ακινήτου του αναιρεσείοντος, η συνταχθείσα στις 15-10-2010 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και η μεταγραφή αυτής στις 19-10-2010, για το λόγο ότι ο αναιρεσείων κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ως έχων εμπορική ιδιότητα και επομένως πτωχευτική ικανότητα, δεν μπορούσε να απολάβει της προστασίας που παρείχαν οι διατάξεις των άρθρων 9 παρ 2 και 19 παρ 1 του ν. 3869/2010, δεδομένου ότι αυτές κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αφορούσαν φυσικά πρόσωπα που στερούνταν πτωχευτικής ικανότητας, καθώς και ότι η ανακοπή κατατέθηκε στις 7-1-2011 και επιδόθηκε στις 11-1-2011, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 19 παρ. 2 (1-7-2011) και ακολούθως να απορρίψει, με τις ανωτέρω σκέψεις του, ως αβάσιμους τους αντίστοιχους λόγους έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την ανακοπή, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς ερμήνευσε, εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1, 9 παρ 2 και 19 παρ 1 του ν.3869/2010.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι δε και από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, η οποία δεν θεμελιώνεται, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται πλημμέλεια αναφερόμενη σε ακυρότητα προερχόμενη από παραβίαση δικονομικής διάταξης), κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ανακοπής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ ΑΠ 3/1997).
Συνεπώς δεν ιδρύεται ο παρών λόγος αναίρεσης αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης, καθώς και οι νομικοί ισχυρισμοί ή νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 126/2016, ΑΠ 415/2014, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 430/2011, ΑΠ 178/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά το ένα μέρος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτού ότι ο ένδικος πλειστηριασμός της 6-10-2010 ήταν απαγορευμένος, όπως κρίθηκε με το 3708/18-10-2016 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που εκδόθηκε επί ποινικής δίωξης κατά της συζύγου του Ι. Β. και του πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασιλείου Ζακόπουλου, ύστερα από έγκληση της αναιρεσίβλητης για συκοφαντική της δυσφήμηση. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά νομική επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος, προκειμένου να στηρίξει τον προβληθέντα με την ανακοπή ισχυρισμό περί ακυρότητας του ανωτέρω πλειστηριασμού.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του ισχυρισμού του (αναιρεσείοντος) για την ακυρότητα του άνω πλειστηριασμού, το προαναφερόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αποδεικτικό στοιχείο που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, τα έγγραφα που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί ακυρότητος του ανωτέρω πλειστηριασμού, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και το πιο πάνω βούλευμα για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, αφού υποβάλλεται το σχετικό νόμιμο αίτημα (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ 2 Κ.Πολ.Δ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-10-2017 αίτηση του Ε. Β. του Ι. για αναίρεση της 3594/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2019.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ