Supreme Court dismisses appeal on tort damages where lower court correctly applied law and evaluated evidence.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by an insurance company against a second-instance judgment awarding damages to a disabled plaintiff. The lower court had granted additional compensation based on the plaintiff's reduced social and economic status due to his disability, a decision the Supreme Court found legally sound. The court rejected the appellant's arguments regarding missing legal grounds and document distortion, ruling that the appellate court properly exercised its discretion in evaluating evidence and applying substantive tort law.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 559(19) & 559(20) KPolD; An appeal for lack of legal basis is inadmissible when the lower court provides coherent reasoning on fact-finding and evidence evaluation, as such assessments fall outside appellate review unless the resulting finding is ambiguous.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 915 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 915/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) .... κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Αθανασόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου:..., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ριζάκο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2034/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4419/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/4/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 27/1/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση όλου του αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, σχετικά με τις συνθήκες πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος, πραγματικά περιστατικά: "Στις 16 Αυγούστου 2003 και περί ώρα 15.00'ο ενάγων, οδηγώντας την υπ' αριθμ.
κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, κινείτο με κανονική ταχύτητα στην επαρχιακή οδό ... και δη στο δεξιό μέρος της οδού με κατεύθυνση από ... προς.... Κατά τον ίδιο χρόνο, στην αυτή οδό με αντίθετη όμως κατεύθυνση από αυτήν της δίκυκλης μοτοσικλέτας του ενάγοντος κινείτο, το υπ' αριθμ. ...ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο.
Η επαρχιακή αυτή οδός είναι δρόμος διπλής κατευθύνσεως με οδόστρωμα συνολικού πλάτους 7,5 περίπου μέτρων, της οποίας τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας δεν σημαίνονται με κατά μήκος διαγράμμιση. Πλησιάζοντας ο πρώτος εναγόμενος στη διασταύρωση της επαρχιακής οδού (όπου εκινείτο) με την οδό που οδηγεί προς την περιοχή ...
από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής του μέσου συνετού οδηγού πραγματοποίησε αιφνίδια αλλαγή κατεύθυνσης προς τα αριστερά, προτιθέμενος να εισέλθει αριστερά στην οδό, που οδηγεί προς ..., με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία της κανονικώς κινούμενης δίκυκλης μοτοσικλέτας του ενάγοντος, που εκείνη τη στιγμή διερχόταν από το σημείο αυτό και τα δύο οχήματα να συγκρουστούν.
Η ως άνω σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, εκτέλεσε δε αιφνίδια αλλαγή κατεύθυνσης προς τα αριστερά, χωρίς να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή χρησιμοποιώντας προς τούτο τον αντίστοιχο δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, χωρίς να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος και χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους συγχρόνως δε χωρίς να αντιληφθεί εγκαίρως, όπως όφειλε και μπορούσε (δεδομένου μάλιστα ότι η ορατότητά του δεν περιοριζόταν από φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο) την μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο ενάγων και ερχόταν από την αντίθετη της δικής του κατεύθυνση, και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα, στο κανονικώς κινούμενο στο αντίθετο ρεύμα όχημα του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία της μοτοσικλέτας, ήτοι κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 21 παρ. 2 και 23 παρ. 2 ΚΟΚ.
Ο λόγος έφεσης των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας ή περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην ως άνω σύγκρουση και τον τραυματισμό τούτου κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, αφού ο ισχυρισμός τούτων ότι ο πρώτος εναγόμενος προτιθέμενος, να εισέλθει προς ..., ακινητοποίησε το όχημά του και αφού έλεγξε την κίνηση των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα πορείας προς ...
κινήθηκε με ταχύτητα εκκίνησης προς την συμβολή και αφού διάνυσε 10-15 μέτρα, έκανε ελιγμό προς τα αριστερά διασχίζοντας επιτρεπτά κάθετα το αντίστοιχο ρεύμα κυκλοφορίας, δεν αποδείχθηκε δεδομένου ότι τα ίχνη τροχοπέδησης τα οποία ξεκινούν ήδη από το ρεύμα πορείας του (διαγωνίως) ανέρχονται σε 6 και 6,70 μέτρα, και που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον ισχυρισμό του ότι αυτός είχε ακινητοποιήσει το όχημά του πριν τη διασταύρωση και ότι ξεκίνησε, με ταχύτητα εκκίνησης, ενώ επιπρόσθετα σε μια τέτοια περίπτωση θα έπρεπε το σημείο πρόσκρουσης της μηχανής του ενάγοντος να είναι στο πλαϊνό μέρος του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, ενώ αντίθετα το αυτοκίνητό του έχει κτύπημα στο εμπρόσθιο μέρος αυτού.
Ακόμη δεν αποδείχθηκε και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η δίκυκλη μοτοσικλέτα εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα, καθόσον αυτή δεν προσδιορίστηκε από τα αστυνομικά όργανα ελλείψει ιχνών πέδησης, ούτε αποδείχθηκε από άλλα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι ο ενάγων κατείχε άδεια οδήγησης μοτοποδηλάτου, όχι όμως και άδεια ικανότητας οδηγού μοτοσικλέτας, που απαιτείται για το συγκεκριμένο όχημα, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, αφού όπως αποδείχθηκε αυτός οδηγούσε κανονικά, μόνη δε η από τον οδηγό οχήματος παραβίαση διάταξης του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν αρκεί για να θεμελιώσει πταίσμα του για το ατύχημα χωρίς τη διαπίστωση ότι η παράβαση αυτή συνετέλεσε στο βλαπτικό αποτέλεσμα".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την έλλειψη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, αφού διευκρινίζει τους λόγους που αποκλείουν την ύπαρξη συνυπαιτιότητας. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχεται σαφώς ότι το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων βρίσκεται μέσα στο ρεύμα πορείας της μοτοσυκλέτας, ότι η μοτοσικλέτα βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση από το φορτηγό αυτοκίνητο, όταν παρεμβλήθηκε στην πορεία της, ενόψει των ελάχιστων μέτρων (6) ιχνών τροχοπέδησής του που δέχεται ότι αποτυπώθηκαν στο οδόστρωμα πριν από τη σύγκρουση (δεν ήταν δε αναγκαία να προσδιορίζεται επακριβώς η απόσταση αυτή) καθώς και ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου ενήργησε αιφνίδια αλλαγή κατεύθυνσης και υπέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του στη μοτοσικλέτα, από όλα δε τα περιστατικά αυτά προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πως ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν είχε τον αναγκαίο χρόνο να αντιληφθεί έγκαιρα την κίνηση του αυτοκινήτου και να αντιδράσει αποτελεσματικά για την αποφυγή του ατυχήματος.
Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 929 εδ. α' ΑΚ σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 298 του ίδιου Κώδικα η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές συνθήκες και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη του σώματος ή της υγείας του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία του (διαφυγόν κέρδος), επειδή λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία, εξαιτίας αυτής (βλάβης του σώματος ή της υγείας), χάνει εισοδήματα από επαγγελματική δραστηριότητα την οποία θα ασκούσε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.
Τέτοια μελλοντική ζημία μπορεί να υποστεί και αυτός που κατά το χρόνο που επέρχεται η βλάβη του σώματος ή της υγείας δεν απασχολείται επαγγελματικά και συνεπώς δεν υφίσταται υπό την άποψη αυτή περιουσιακή ζημία, όμως προβάλλεται και αποδεικνύεται ότι στο μέλλον, ενόσω διαρκεί η ανικανότητα προς εργασία, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα υποστεί περιουσιακή ζημία από επαγγελματική απασχόληση, την οποία θα μετερχόταν για πρώτη φορά, αλλά δεν μπορεί να το πράξει λόγω της ανικανότητας που προήλθε από τη βλάβη του σώματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά σχετικά με το ζήτημα της ανικανότητας προς εργασία εξαιτίας της βλάβης τη υγείας του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου και της ζημίας του από την απώλεια εισοδημάτων: "Από τη σύγκρουση αυτή τραυματίστηκε σοβαρά ο ενάγων, ο οποίος μεταφέρθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου "..." διασωληνωμένος, με διάγνωση μικρό υποσκληρίδιο αιμάτωμα (ΔΕ) μετωπιαία (δεν έχρηζε χειρουργικής παροχέτευσης).
Ήπιο εγκεφαλικό οίδημα (τοποθετήθηκε ενδοκράνιος καθετήρας για παρακολούθηση πιέσεων). Λόγω υψηλών πιέσεων κατά την νοσηλεία απαιτήθηκε βαρβιτουρική αγωγή, θλάση πνευμόνων και κάταγμα πυέλου και υποκεφαλικό κάταγμα αριστερού μηριαίου (αντιμετωπίστηκε με ενδομυελική ήλωση) κάταγμα αριστερής κνήμης, ρωγμώδες κάταγμα έξω σφυρού.
Νοσηλεύτηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας του ως άνω νοσοκομείου από 17-8-2003 έως 20-9-2003 και κατά τη νοσηλεία του αποδεσμεύτηκε σταδιακά από τον αναπνευστήρα και με τραχιοστομία παρουσίαζε αυτόματη αναπνοή. Κατά την έξοδό του από την ΜΕΘ σε επίπεδο νευρολογικής κατάστασης παρουσίαζε αυτόματο άνοιγμα ματιών, εντόπιζε τον πόνο κυρίως (ΔΕ) υπολείπεται (ΑΡ).
Ηλεκτροεγκεφαλογράφημα στο οποίο υποβλήθηκε την 21-9-2003 έδειξε ισχαιμική αλλοίωση του μετωπικού λοβού (ΔΕ) και ινιακού λοβού, σύστοιχα. Επίσης στον (ΑΡ) μετωπιαίο και (ΔΕ) θάλαμο με απορρόφηση των αιμοραγικών στοιχείων. Στις 20-9-2003 μεταφέρθηκε στην μονάδα αυξημένης φροντίδας, όπου υποβλήθηκε καθημερινά σε κινησιοθεραπεία και φυσιοθεραπεία αναπνευστικού.
Εξήλθε από την ΜΕΘ την 1-12-2003 με αυτόματη αναπνοή, χωρίς ανάγκη χορήγησης οξυγόνου, με πολύ καλή επικοινωνία, φέροντας γαστροστομίας προς κέντρο αποκατάστασης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων παρουσιάζει μετατραυματικές επιληπτικές κρίσεις. Στις 15-11-2004 λόγω εκτόπου οστεοποίησης αριστερής λεκάνης υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση και συνεδρίες ακτινοβολιών, στην περιοχή.
Όπως προκύπτει από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, του διορισθέντος με την 2532/2005 απόφαση, ιατρού νευρολόγου Ι1, ο ενάγων παρουσιάζει όψη-θρέψη φυσιολογική, επίπεδο συνείδησης εγρήγορσης, επικοινωνία σχετικά καλή με βραδύτητα σκέψης και κολλώδη ομιλία. Στάση δυσχερής με τη χρήση βακτηρίας χειρός, βάδιση σχετικά δυσχερής με πελματιαία αδυναμία κάμψης και έκτασης του (ΑΡ) κάτω άκρου.
Στο αριστερό άνω άκρο υπάρχει αδυναμία πλήρους κάμψης και έκτασης του αντιβράχιου, πλήρους απαγωγής του βραχίονα, τέλεια κατάργηση της ικανότητας σύλληψης και συγκράτησης αντικειμένων στα πλαίσια μόνιμης βλάβης καμπτήρων και κινεινώντων μυών δακτύλων καθιστώντας πρακτικά αδύνατο προς εργασία το αριστερό άνω άκρο.
Τένοντα αντανακλαστικά αυξημένα, παθολογικά. Στο (ΑΡ) άνω και κάτω άκρο, ομότιμα δεξιά, αντίδραση πελμάτων (ΔΕ) φυσιολογικά (ΑΡ) σε έκταση. Επίσης παρατηρήθηκε αριστερή υπολειματική πυραμιδική συνδρομή. Διαταραχές αισθητικότητας ημισώματος. Τα ως άνω απότοκα κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις κροταφοβρεγματικά (ΔΕ) με συνοδό παρεγκεφαλία σύστοιχα.
Μετά το τροχαίο ατύχημα εμφανίζει (ΑΡ) πυραμιδική συνδρομή σε έδαφος παρεγκεφαλίας λόγω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. Εμφανίζει πλέον επιληψία, η οποία ουδέποτε υπήρξε και για την οποία λαμβάνει συνεχιζόμενη αγωγή. Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν φορούσε το προστατευτικό κράνος για τούτο καθίσταται συνυπαίτιος των σωματικών βλαβών που αναφέρθηκαν κατά ποσοστό 20%, καθόσον από το είδος και τον τρόπο επέλευσής τους προκύπτει ότι η χρήση προστατευτικού κράνους θα ήταν ικανή να αποτρέψει μέρος από τις επελθούσες βλάβες, οι οποίες είναι απότοκες κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως γενομένης δεκτής της προβαλλόμενης ενστάσεως των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος του άρθρου 300 ΑΚ κατά το ποσοστό, που προεκτέθηκε (20%) ....
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος, (ήτοι το σχολικό έτος 2003-2004, ήταν σπουδαστής στην Γ' τάξη της ειδικότητας *Ηλεκτρολογικών Εγκαταστάσεων Κτιρίων* του ΤΕΕ .... Κατά το σχολικό αυτό έτος απορρίφθηκε λόγω απουσιών εξαιτίας του ως άνω τροχαίου ατυχήματος. Περαιτέρω κατά το σχολικό έτος 2004-2005 γράφτηκε για δεύτερη φορά στην Γ' τάξη, την οποία παρακολούθησε μέχρι τις 13-5-2005.
Δεν κατέστη όμως δυνατόν να λάβει μέρος στην εξεταστική περίοδο λόγω νοσηλείας του στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας. Ο ενάγων αν δεν τραυματιζόταν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει και των προπαρασκευαστικών μέτρων, που είχαν ληφθεί, και δη την εισαγωγή και ανελλιπή φοίτηση και απόδοσή του στην εν λόγω σχολή, μετά την ολοκλήρωση, των σπουδών του θα μπορούσε να εργασθεί ως ηλεκτρολόγος, περίπου κατά τις αρχές του έτους 2007, σε ηλικία 23 ετών, που θα είχε ολοκληρώσει και τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις.
Μετά ταύτα ο ενάγων κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να εργάζεται τουλάχιστον μέχρι την συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, με βάση το ελάχιστο προσδόκιμο όριο ζωής, στην Ελλάδα, ήτοι για 42 έτη. Από την εργασία του αυτή ο ενάγων θα κέρδιζε περίπου το ποσό των 1000 ευρώ. Ενόψει δε ότι σύμφωνα με την προσκομιζόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που έχει συντάξει ο ιατρός νευρολόγος Ι1 ο ενάγων κρίνεται ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 67%, καθώς και ότι είναι αδύνατη η άσκηση του επαγγέλματος του ηλεκτρολόγου από αυτόν, καθότι θεωρείται αδιανόητη η άνοδος σε ικριώματα, η μεταφορά βάρους ή επικίνδυνων υλικών, καθώς αποδεικνύεται ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής το ποσό των 1000 ευρώ θα αυξανόταν κατά ποσοστό 3% ανά τριετία, το ποσό που θα δικαιούται ο ενάγων θα πρέπει να διαμορφωθεί ως ακολούθως ....
Τα ποσά αυτά πρέπει να επιδικασθούν στον ενάγοντα αφού μειωθούν κατά ποσοστό 20%, που αφορά το βαθμό συνυπαιτιότητάς του στην έκταση των σωματικών βλαβών και δη των κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων και της εξ αυτής μετατραυματικής επιληψίας εξαιτίας της οποίας σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού Ι1 αυτός κρίνεται ανίκανος να ασκήσει το επάγγελμα του ηλεκτρολόγου".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της ανικανότητας του ενάγοντος για εργασία και του χρόνου που θα διαρκέσει, αφού από τη χρήση των όρων για τις βλάβες που έχει υποστεί τόσο στα άκρα του όσο και στο νευρολογικό επίπεδο λόγω των κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων και την αναφορά στις παραδοχές της έκφρασης "μόνιμη βλάβη" σε συνδυασμό προς το γενόμενο ποσοστό αναπηρίας του 67% αιτιολογείται πλήρως για ποιο λόγο η ανικανότητα θα διαρκέσει μέχρι το 65ο έτος της ηλικίας με βάση το προσδόκιμο όριο ζωής στην Ελλάδα, και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται η έκφραση "εφόρου ζωής".
Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, συνεπώς, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ανωτέρω διάταξη προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί.
Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την διάταξη αυτή εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία, και β) από την κατ' άρθρο 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (ΑΠ 177/2008, ΑΠ 774/2007, ΑΠ 765/2007, ΑΠ 514/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με το αίτημα του ενάγοντος για επιδίκαση πρόσθετης αποζημίωσης κατά το άρθρο 931 ΑΚ, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "από το ένδικο ατύχημα που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, προκύπτει ότι ο ενάγων έχει υποστεί βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση με ποικίλα νευρολογικά, ορθοπεδικά προβλήματα.
Νοσηλεία 17-8-2003 έως 20-9-2003 σε ΜΕΘ, 20-9-2003 έως 1-12-2003 σε μονάδα αυξημένης φροντίδας, 15-11-2004 χειρουργείο για έκτοπο οστεοποίηση και συνοδό ακτινοβολία, 2-11-2004 εισαγωγή για επιληπτική κρίση στο Γενικό Νοσοκομείο ..., στις 17-7-2005 ακτινολογικός έλεγχος ΗΕΓ, 18-7-2005 εργαστηριακός έλεγχος για φάρμακο επιληπτικών κρίσεων.
Έκτοτε ο ενάγων παρακολουθείται από φυσίατρο στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο ..., ψυχίατρο στη ..., νευροχειρουργό στο Γενικό Νοσοκομείο .... Στις 17-5-2005 υποβάλλεται σε εργαστηριακό έλεγχο με ηλεκτροεγκεφαλογράφημα στο νευροφυσιολογικό εργαστήριο του νευρολογικού τμήματος του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου ..., όπου διαπιστώνονται κρίσεις επιληψίας επί εδαφών παλαιάς βαρείας κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης με πολλαπλές θλάσεις εγκεφάλου, διαταραχές στο ΗΕΓ κυρίως στο αριστερό ημισφαίριο.
Συνιστάται φυσικοθεραπεία και αντιεπιληπτική αγωγή και αποφαίνεται ο πραγματογνώμονας ότι ο ενάγων μετά το τροχαίο ατύχημα εμφανίζει (ΑΡ) πυραμιδική συνδρομή σε έδαφος παρεγκεφαλίας λόγω κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως. Εμφανίζει πλέον επιληψία, η οποία ουδέποτε υπήρξε και την οποία λαμβάνει συνεχιζόμενη αγωγή σύμφωνα με τα ανωτέρω είναι αδύνατη η άσκηση του επαγγέλματος του ηλεκτρολόγου ούτε σήμερα, ούτε ποτέ.
Ακόμη παρουσιάζει διαταραχές μνήμης συγκέντρωσης και προσοχής μικρού βαθμού Αρ ημιπάρεση διαταραχές συντονισμού αρ άκρας χειρός, διαταραχή ισορροπίας σε όρθια θέση, περιορισμός άκρας κίνησης ισχύου γόνατος και ορθοκνημικής Αρ, δυσχέρεια βάδισης (με χρήση βακτηρίας) λόγω αδυναμίας περιαγωγής Αρ σκέλους και κάμψης γόνατος (Αρ) και περιορισμό στην αυτοεξυπηρέτησή του.
Τα ανωτέρω αναφέρει στην τεχνική έκθεσή του και ο ορισθείς από τους εναγόμενους τεχνικός σύμβουλος ... νευροχειρουργός ενώ η Πρωτοβάθμια Υγιειονομική Επιτροπή ... τον έκρινε ανίκανο προς εργασία με ποσοστό 67% για πέντε χρόνια από 26-10-2004. Από όλα τα παραπάνω και τα λοιπά περί την απόδειξη και τα λοιπά περί την ανταπόδειξη στοιχεία συνάγεται, ότι ο ενάγων, εξαιτίας της ως άνω αναπηρίας του με τις απορρέουσες από αυτή προσημανθείσες ως άνω σοβαρές συνέπειες, έχει μειωθεί κοινωνικά και η αναπηρία του έχει επηρεάσει σοβαρά την κοινωνική συναναστροφή και την κοινωνική δραστηριότητα, που έχει ο μέσος υγιής άνθρωπος.
Επίσης εξαιτίας της αναπηρίας του είναι αδύνατη η εκτέλεση από αυτόν εργασιών που απαιτούν καταβολή σωματικής δύναμης, ορθοστασίας ή βάδισης με σοβαρή έτσι δυσμενή επίδραση στην μελλοντική του, οικονομική κατάσταση και επαγγελματική του εξέλιξη.
Για τους λόγους αυτούς, δηλαδή της μόνιμης αναπηρίας του και τις από αυτήν επιδράσεις στην κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική του κατάσταση και εξέλιξη, πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτόν το ποσό των 60.000 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ κατά μερική παραδοχή της αγωγής". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 931 ΑΚ εκ πλαγίου αφού διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ανωτέρω ζήτημα και δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινίζει αν και για ποιο λόγο οι δυσμενείς περιουσιακές και ηθικές συνέπειες, που οφείλονται στην αναπηρία και την παραμόρφωσή του δεν μπορούν να καλυφθούν από την επιδικασθείσα αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης αφού δέχεται σαφώς ότι η εν λόγω παροχή επιδικάζεται για την επίδραση της αναπηρίας του στην κοινωνική του κατάσταση καθώς και στην οικονομική και επαγγελματική του κατάσταση, με προφανή έννοια ότι εξ αιτίας της αναπηρίας του μειώθηκε η κοινωνική του κατάσταση εκ του ότι δεν θα μπορεί να εργαστεί στα επαγγελματικά όπως κάθε φυσιολογικός άνθρωπος. Ο τρίτος λόγος αναίρεσης, επομένως, από την πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος.
IV. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσηςς προβάλλουν την ανωτέρω πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 16-8-2003 σχεδιαγράμματος του τόπου του ατυχήματος, που είχε συνταχθεί από τα αρμόδια όργανα της τροχαίας. Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, επειδή το Εφετείο όπως προκύπτει από την απόφασή του, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Απριλίου 2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Διεθνής Ένωση ΑΑΕ" κλπ για αναίρεση της 4419/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ