Legislator Giurisprudenza & Legislazione
914/2024 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting argument that procedural rules violate ECHR Article 6.

Numero d'incarto 914/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a law firm against a lower court decision regarding a civil dispute. The appellant argued that the lower court erred by refusing to examine a substantive claim due to procedural formalities, claiming this violated Article 6 of the ECHR. The court rejected this, ruling that such procedural errors are subject to appellate review and do not constitute a violation of fundamental rights when the appeal itself is properly utilized.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 6 § 1 of the ECHR; Article 559 § 1 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court held that an erroneous application of procedural rules does not violate Article 6 of the ECHR if the error is reviewable through the available appellate remedy.

Parole chiave

Generato dall'IA
Article 6 ECHR violation procedural formalities appeal admissibility substantive claim dismissal Code of Civil Procedure legal costs award procedural error review

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 6 § 1 of the ECHR
Article 559 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 914 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 914/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: τελούσας υπό εκκαθάριση εταιρείας δικηγόρων "Γ.Κ. Σ. και Σ.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 23ης Νοεμβρίου 2021 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ. Σ., ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 2-11-2021 και σημείωμα στις 24-11-2021.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Γ. του Γ., πρώην συζύγου Ε. - Α. Β., κατοίκου ......, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 23ης Νοεμβρίου 2021 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μ. Φ., ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 4-11-2021.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 189/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1474/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία με την από 4-8-2020 αίτησή της, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 23ης Νοεμβρίου 2021, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 370/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ. Κατά την οίκοθεν συζήτηση της υπόθεσης, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.

Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.

Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 701/2023, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 22 Νοεμβρίου 2023 υπ'αριθμ. 370/2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 4-Αυγούστου 2020 με αριθμ. καταθ. 5672/701/5-8-2020 αίτησης αναίρεσης, καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο της 23ης-11-2021, κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση της υπόθεσης στο παρόν Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου είχε μετάσχει η ήδη συνταξιοδοτηθείσα Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου.

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές με αριθμό 1474/3-3-2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης της από 29 Νοεμβρίου 2018 και με αριθ.καταθ. 112508/7928/30-11-2018 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια διαδικασία με αριθμό 189/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε εκδικασθεί η από 3 Οκτωβρίου 2017 και με αριθ.

κατάθ. 581137/243/2017 αγωγή, που απορρίφθηκε ως παραγεγραμμένη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας, από τα στοιχεία του φακέλλου, δεν προκύπτει επίδοση (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης οι διάδικοι δεν εμφανίστηκαν, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. τα από 28-11-2023 και 14-12-2023 αποδεικτικά επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Αρείου Πάγου Ε. Π. Μ. Φ. και Γ. Σ., πληρεξούσιους δικηγόρους αντίστοιχα της αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας, δια των οποίων είχαν παρασταθεί αυτές και καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική δικάσιμο (23-11-2021) της υπόθεσης).

Επομένως θα θεωρηθούν παρούσες και κατά τη νέα συζήτηση, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτουν τα ακόλουθα, ως προς τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με την από 3-10-2017 με αριθ. κατάθ. 581137/ 243/2017, αγωγή, η τελούσα υπό εκκαθάριση ενάγουσα δικηγορική εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα, εξέθετε, ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, μετά την από 3-9-2010 εξώδικη δήλωση του συζύγου της, για αποχώρησή της από τη συζυγική οικία, ανέθεσε τον Σεπτέμβριο του έτους 2010 στον εταίρο της δικηγόρο Γ.

Σ., την υπόθεση παραμονής της σε αυτήν και διασφάλιση των δικαιωμάτων της στα αποκτήματα του συζύγου της κατά τη διάρκεια του γάμου. Ότι μεταξύ της εναγομένης και του συζύγου της επήλθε συμβιβασμός, ο οποίος, όπως έχει γίνει δεκτό με την υπ' αριθμ. 433/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δεν ήταν αποτέλεσμα των ενεργειών του ανωτέρω δικηγόρου, αλλά επετεύχθη κατόπιν διαπραγμάτευσης αποκλειστικά μεταξύ των συζύγων, πλην όμως καθ' όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ο ανωτέρω δικηγόρος παρείχε τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή νομικές συμβουλές του στην εναγομένη και προέβη στις επίσης αναφερόμενες στην αγωγή εξώδικες ενέργειες, για τις οποίες δεν έχει λάβει αμοιβή, που υπολογίζεται λόγω έλλειψης συμφωνίας περί του ύψους της, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954), αυξημένη κατά τα άρθρα 98 παρ. 2 του ανωτέρω Κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 379 ΑΚ, λόγω της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης, της σπουδαιότητας της διαφοράς και των ιδιαζουσών περιστάσεων αυτής και ανέρχεται στα ποσά που αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή για την κάθε παροχή νομικής συμβουλής και εκτέλεσης εξώδικης ενέργειας.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 590.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 24%, με το νόμιμο τόκο από 1-12-2011, οπότε οχλήθηκε για την καταβολή του.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 189/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε η αγωγή νόμιμη, πλην του παρεπόμενου αιτήματος για την καταβολή νόμιμων τόκων επί του αναλογούντος, στην αιτούμενη αμοιβή της ενάγουσας, ποσού ΦΠΑ, απορρίφθηκε η έχουσα μετά τον ανωτέρω περιορισμό αναγνωριστικό χαρακτήρα αγωγή, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας προς άσκησή της, με την αιτιολογία ότι η καταψηφιστική αγωγή έχει υποπέσει σε παραγραφή, γενομένης δεκτής της ένστασης παραγραφής που είχε προβάλει η εναγομένη.

Κατά της ως άνω απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 29-11-2018 έφεσή της, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία έγινε τυπικά δεκτή ή έφεση και απορρίφθηκε αυτή κατ' ουσίαν, επικυρωθείσας της πρωτόδικης απόφασης.

Με το άρθρο 591 παρ.1 στοιχ. δ του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87) ορίζεται, ότι στις ειδικές διαδικασίες (στις οποίες υπάγονται, μεταξύ των άλλων και οι διαφορές από αμοιβές δικηγόρων, κατά το άρθρο 614 αρ. 5, του ιδίου κώδικα) "τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα".

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ.1 στοιχ. δ του ΚΠολΔ, τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως [...] τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ` αυτές, [...]".

Με το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 29 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190) καθότι σύμφωνα με την παρ.2α του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, οι διατάξεις του άρθρου αυτού (527) όπως τροποποιήθηκαν εφαρμόζονται για τα ένδικα μέσα που θα κατατεθούν μετά από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές δικηγόρων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, με τις προτάσεις τους και να προτείνουν αυτούς συνοπτικά και προφορικά κατά τη συζήτηση με καταχώρησή τους στα πρακτικά, διαφορετικά είναι απαράδεκτοι.

Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν κατατεθούν έγγραφες προτάσεις, προφορική προβολή των ισχυρισμών αυτών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (ΑΠ 907/2022, ΑΠ 235/2019) και κατά συνέπεια απαιτείται να προκύπτει η προβολή αυτών ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών (πρακτικών) και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής τους είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 907/2022, ΑΠ 235/2019, σχετ.

ΟλΑΠ 43/1996). Σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στο άρθρο 527 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη των ισχυρισμών αυτών, εφόσον αυτοί δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως κατά τρόπο παραδεκτό ως άνω, εκτός εάν εμπίπτουν σε κάποια από τις προεκτεθείσες εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής τους, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς (ΑΠ 907/2022, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 88/2018, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 388/2013).

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 907/2022, AΠ 270/2015) και με αυτόν ελέγχεται και η απόρριψη από το Δικαστήριο ισχυρισμού ότι προβλήθηκε απαράδεκτα (ΑΠ 907/2022, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 98/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο (κατά ένα σκέλος αυτού) λόγους αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Μονομελές Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως απαραδέκτως προβληθείσα με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών της στην πρωτοβάθμια δίκη.

την προταθείσα από αυτήν, σε αντίκρουση της υποβληθείσας από την εναγομένη ένστασης παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, αντένσταση διακοπής της παραγραφής, στην οποία αναλυτικά αναφέροντο όλα τα διακοπτικά γεγονότα, είχε δε καταχωρηθεί στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η προβληθείσα από αυτήν γενική άρνηση των ισχυρισμών της εναγομένης.

Η με τον τρόπο αυτό προταθείσα από την ενάγουσα-αναιρεσείουσα αντένσταση διακοπής της παραγραφής, απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, για την έρευνα των εξεταζόμενων αναιρετικών λόγων με τις ακόλουθες παραδοχές: "Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα [ήδη αναιρεσείουσα] με τον νοηματικά πρώτο λόγο έφεσής της, αποδίδει στην εκκαλουμένη απόφαση αρχικά την πλημμέλεια της εσφαλμένης δικονομικά εκτίμησης του προβαλλομένου ισχυρισμού της περί διακοπής παραγραφής της ένδικης αξίωσης αμοιβής της, ως αντένσταση και περαιτέρω, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι, αν και με το δικόγραφο της ένδικης, από 3-10-2017 αγωγής της είχε προβάλλει καθ' υποφορά τον ισχυρισμό αυτό, ο τελευταίος έστω και ως αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής της αγωγικής της αξίωσης προτάθηκε παραδεκτά και αναπτύχθηκε με την προσθήκη στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και, συνεπώς το Δικαστήριο αυτό παρά το νόμο τον απέρριψε ως απαράδεκτο, γιατί δεν χρειαζόταν ο ως άνω ισχυρισμός της, έστω και ως αντένσταση εκτιμώμενη, να καταχωρισθεί και στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, εφόσον αυτή προτάθηκε καθ' υποφορά στην αγωγή της και αναπτύχθηκε στην προσθήκη αντίκρουσή της.

Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης και του παραδεκτού και βασίμου του ερευνώμενου λόγου έφεσης: Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, τελούσα υπό εκκαθάριση, δικηγορική εταιρεία υπό το αναλυτικά περιεχόμενο στο κεφάλαιο II της απόφασης περιεχόμενο αγωγή της, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη [ήδη αναιρεσίβλητη] οφείλει να καταβάλει σε αυτήν (ενάγουσα) το συνολικό ποσό των 590.000 ευρώ, ως δικηγορική αμοιβή, πλέον ΦΠΑ 24%, με το νόμιμο τόκο από 1-12-2011, οπότε οχλήθηκε για την καταβολή του.

Η εναγόμενη, όπως προκύπτει από το απομαγνητοφωνημένο κείμενο, των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη πρακτικών τα οποία τηρήθηκαν κατά τη δημόσια συνεδρίαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με φωνοληψία κατ' άρθρο 256 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, με δήλωση του πληρεξούσιου της δικηγόρου, Μ. Φ., που την εκπροσώπησε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία αναπτύχθηκε προφορικά και καταχωρήθηκε συνοπτικά στα ως άνω πρακτικά συνεδρίασης και αναλύθηκε περισσότερο με τις νομότυπα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, ισχυρίσθηκε ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας, έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 11 ΑΚ, καθόσον με αφετηρία την ημερομηνία της 14ης -11 -2011 οπότε και της κοινοποιήθηκε η ιστορούμενη στην αγωγή επιστολή, με την οποία η ενάγουσα δια του Γ.

Σ., αξίωσε την καταβολή του ποσού των 30.000 ευρώ ως υπόλοιπο αμοιβής, άλλως από το τέλος του έτους 2011, μέχρι της επιδόσεως της ένδικης αγωγής στις 6-10-2017, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και πρέπει για την αιτία αυτή η ένδικη αξίωση να απορριφθεί ως παραγεγραμμένη. Ο ισχυρισμός αυτός, όπως κρίθηκε άλλωστε και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, συνιστά ένσταση παραγραφής, που είναι νόμιμη και ορισμένη κατά περιεχόμενο, προτάθηκε δε παραδεκτά κατά τα ανωτέρω.

Αντίθετα, από τα ίδια ως άνω πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προκύπτει ότι σε αυτά δεν καταχωρήθηκε, έστω και συνοπτικά, προβληθείς εκ μέρους του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας ισχυρισμός περί διακοπής της ως άνω παραγραφής. Ειδικότερα στα ως άνω πρακτικά καταχωρήθηκαν και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, η προφορική δήλωση του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας για την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, η συνοπτική ανάπτυξη του αιτήματος της αγωγής και στη συνέχεια η δήλωση ότι αρνείται τις ενστάσεις (της εναγόμενης) κατά τα ειδικότερα στην προσθήκη.

Πράγματι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 7-12-2017 προσθήκης και αντίκρουσης η οποία έγινε μέσα στη νόμιμη προθεσμία, όπως βεβαιώνεται από τον αρμόδιο Γραμματέα, η ενάγουσα, επί της ενστάσεως παραγραφής της εναγόμενης ισχυρίστηκε κατά λέξη τα ακόλουθα: ".. Δεν τίθεται, ασφαλώς, ζήτημα παραγραφής.

Η πάροδος του απράκτου χρόνου εξουθενώνει την απαίτηση. Άπρακτος χρόνος, εδώ, δεν υπάρχει. Απαρχής του δικαστικού αγώνα η απαίτηση είναι μία και εννοιολογικώς αδιαίρετη. Ανάγεται στην αμοιβή παρασχεθεισών δικηγορικών υπηρεσιών. Ό,τι δευτεροβαθμίως επικεντρώνεται αποκλειστικά στον τρόπο υπολογισμού της αξίας των υπηρεσιών αυτών.

Τίποτε άλλο. Αλλά ο τρόπος υπολογισμού ουδεμία, ασφαλώς, επιρροή ασκεί προς την φύση της απαίτησης καθ' εαυτήν. Άλλο η ύπαρξη της απαίτησης, άλλο η μέθοδος αξιολόγησης του περιουσιακού της βάρους. Η α' αγωγή μας ασκήθηκε στις 14.5.2012.

Εκδόθηκε η υπ' αρίθμ. 49/2014 απόφαση του δικαστηρίου Σας την 20.2.2014. Ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις την 20.3.2014 και 26.3.2014.

Εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 433/2016 απόφαση του Εφετείου την 9.2.2016. Η αίτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου ασκήθηκε την 8.6.2016. Η ΑΠ 683/2017 δημοσιεύθηκε την 2.5.2017. Υπάρχουν, άρα, τουλάχιστον έξι (6) διακοπτικά της παραγραφής γεγονότα. Το τελευταίο είναι η δημοσίευση της άνω αρεοπαγητικής κρίσης. Ουδέποτε, εν τω μεταξύ, ασφαλώς και μετά την δημοσίευση της τελευταίας απόφασης, παρήλθε άπρακτη πενταετία κατ' άρθρ. 250 αρ. 11 ΑΚ.

Αλλά επί πλέον : Το Εφετείο (Φύλλο 7.α) δέχεται ότι (...) Έγιναν κάποιες εξώδικες ενέργειες εκ μέρους του δικηγόρου της (σημ: του Γ.Κ. Σ.) από το Σεπτέμβριο του 2010 έως τον Μάρτιο του 2011, που απέβλεπαν σε συμφωνία μεταβίβασης της συζυγικής οικίας [τηλεφωνήματα, συζητήσεις, εκτίμηση οικογενειακής κατοικίας], καθώς και προσπάθεια να αποκομίσει περισσότερα οικονομικά οφέλη (σημ:

η εναγόμενη) (...) και, εν συνεχεία (Φύλλο 7β), δέχθηκε ότι (...) η ενάγουσα δεν δικαιούται αμοιβή με βάση το άρθρο 124 του Κώδικα Δικηγόρων αλλά με βάση τις εξώδικες ενέργειες στις οποίες προέβη κατ' άρθρ. 91 παρ. 1 Ν. 3026/1954. (...) Δέχεται, δηλαδή, τελεσιδίκως ύπαρξη απαίτησης αμοιβής των επιδίκων υπηρεσιών. Αυτό δε, κατ' άρθρ. 268 ΑΚ, σημαίνει ότι η απαίτηση παραγράφεται μετά εικοσαετία. [....].

Απαιτείται δικαστική βεβαίωση της αξίωσης, δηλαδή της ύπαρξης αυτής, χωρίς την ανάγκη και της επιδίκασης για ορισμένο ποσό. Η βεβαίωση αυτή ταυτίζεται με την αναγνώριση της έννομης σχέσης από την οποία απορρέει η αξίωση (...) ".

Συνεπώς η ενάγουσα προς απόκρουση της ανωτέρω ένστασης παραγραφής της εναγομένης, πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την προσθήκη των προτάσεων που κατέθεσε μετά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, που έλαβε χώρα στις 5-12-2017, και κατ' ορθή εκτίμηση, ως προς το κρίσιμο τμήμα εν προκειμένω του περιεχομένου της που λεπτομερώς εκτέθηκε ανωτέρω τον ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής λόγω των εξής διακοπτικών γεγονότων, της άσκησης της από 14-5-2012 αγωγής, της δημοσίευσης στις 20-2-2014 της υπ' αριθ. 49/2014 απόφασης του Εφετείου [ενν.

Μονομελούς Πρωτοδικείου] Αθηνών, την άσκηση των από 20-3-2014 και 26-3-2014 αντίθετων εφέσεων, την από 8-6-2016 αίτηση αναιρέσεως, και τη δημοσίευση στις 2-5-2017 της υπ' αριθ. 683/2017 απόφασης του ΑΠ, γεγονότα που συνέβησαν πριν την πάροδο πενταετίας, οπότε με τον τρόπο αυτό διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεών της του έτους 2011.

Πλην όμως η ενάγουσα, όπως συνομολογεί στο δικόγραφο της έφεσης, δεν προέβη σε προφορική πρόταση της αντένστασης περί διακοπής της παραγραφής της ανωτέρω αξίωσής της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι καταχωρίσθηκε τέτοιος ισχυρισμός με συνοπτική ανάπτυξη στα πρακτικά αυτού.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα πρόβαλε τέτοιο ισχυρισμό, ούτε καθ' υποφορά, με την αγωγή της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αφού η απλή διηγηματική εξιστόρηση των γεγονότων αυτών και η με αυτό τον τρόπο γνωστοποίησή τους στην αντίδικο εναγομένη από την επίδοση της αγωγής, δεν μπορεί να αποτελέσει ισχυρισμό για διακοπή της παραγραφής, χωρίς μάλιστα να προβάλλεται ρητά και πανηγυρικά ισχυρισμός περί διακοπής της παραγραφής και αίτημα περί απορρίψεως της σχετικής ενστάσεως παραγραφής, η οποία, άλλωστε, τότε, δεν είχε καν προταθεί.

Τα αυτά δε γεγονότα επανέλαβε η ενάγουσα και στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, χωρίς και πάλι να περιέχεται αίτημα για απόρριψη της ένστασης παραγραφής λόγω διακοπής και μη συμπλήρωσης αυτής. Ακόμα δε κι αν θεωρηθεί ότι τα ανωτέρω εκτεθέντα αποτελούν αντένσταση διακοπής της παραγραφής, αυτή εμπεριέχεται μόνο στην προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεων που κατέθεσε η ενάγουσα, χωρίς να έχει υποβληθεί προφορικά και να έχει καταχωρηθεί έστω και συνοπτικά αλλά ούτε και επιγραμματικά, στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αγωγής, ούτε είχε υποβληθεί καθ' υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής, και συνεπώς τυγχάνει προεχόντως απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής, τον οποίο ορθά εκτίμησε ότι αποτελεί αντένσταση επί της υποβληθείσης ένστασης παραγραφής της εναγομένης και παρά τους περί αντιθέτου αβάσιμους ισχυρισμούς της ενάγουσας, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, ορθά το νόμο εφάρμοσε και συνεπώς ο σχετικός λόγος έφεσης με τον οποίο η ενάγουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".

Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των 5-12-2017 πρωτόδικων προτάσεων μετά της από 7-12-2017 προσθήκης-αντίκρουσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας καθώς και από το πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα είχε προβάλει το πρώτον με την προσθήκη-αντίκρουση των πρωτοδίκων προτάσεων, όπως και η ίδια άλλωστε στους εξεταζόμενους αναιρετικούς λόγους διαλαμβάνει, διακοπτικά, της ένστασης παραγραφής που υπέβαλε παραδεκτά με καταχώρηση στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης η εναγομένη, γεγονότα εκτιμώμενα ως αντένσταση διακοπής της παραγραφής, χωρίς, όμως, να προκύπτει από τα ίδια πρακτικά ότι έλαβε χώρα και προφορική πρόταση αυτού του ισχυρισμού στο ακροατήριο του άνω δικαστηρίου, ούτε καταχώρησή του στα πρακτικά, αλλά μόνο η δήλωση της ενάγουσας επί λέξει "αρνούμαστε τις ενστάσεις, όπως στην προθήκη", καταχωρήθηκε στα πρακτικά.

Η γενική αυτή άρνηση των ενστάσεων της εναγομένης από την ενάγουσα, δεν αποτελεί αντένσταση διακοπής της παραγραφής και συνεπώς δεν προβλήθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό (άρθρο 591 παρ.1 στοιχ.δ ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η ένδικη υπόθεση υπαγόταν στις ειδικές διαδικασίες των περιουσιακών διαφορών και ειδικά των αμοιβών δικηγόρων (άρθρο 614 παρ.5 εδ.α ΚΠολΔ), ενώ η αντένσταση διακοπής της παραγραφής, ούτε καθ'υποφορά περιλαμβάνεται στην ένδικη αγωγή, στην οποία διηγηματικά εξιστορείται η διαδικαστική πορεία της αρχικής από 10.5.2012 αμετακλήτως απορριφθείσας αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας.

Με την ανωτέρω, ορθή κρίση του, το Μονομελές Εφετείο δεν παραβίασε τις προεκτεθείσες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 591 παρ.1, στοιχ. δ', 614 παρ.5 εδ.α και 256 παρ.1 περ. δ του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επιπρόσθετα, ως εκ του περισσού, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στους εξεταζόμενους λόγους αναίρεσης ότι ο ως άνω ισχυρισμός της περί διακοπής της παραγραφής των αγωγικών της αξιώσεων, που δεν είχε προταθεί παραδεκτά στην πρωτοβάθμια δίκη, προβλήθηκε παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 527 του ΚΠολΔ, από την επισκόπηση δε της από 29-11-2018 έφεσης της προκύπτει ότι με αυτή δεν έγινε επίκληση κάποιου λόγου που να δικαιολογεί την παραδεκτή προβολή του ως άνω ισχυρισμού στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να είναι δυνατόν να κριθεί, αν ο λόγος αυτός εμπίπτει σε κάποια από τις προαναφερθείσες στη προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη εξαιρέσεις του ως άνω άρθρου (527 ΚΠολΔ), που επιτρέπουν το παραδεκτό της προβολής νέων αυτοτελών ισχυρισμών ή και ισχυρισμών που δεν είχαν προβληθεί παραδεκτά στη πρωτοβάθμια δίκη.

Επομένως οι ως άνω δεύτερος και τρίτος κατά την αποδιδόμενη από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 907/2022, ΑΠ 477/2022, ΑΠ 9/2022, ΑΠ 1575/2021 ,ΑΠ 109/2020 ΑΠ 319/2017).

Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 907/2022, ΑΠ 763/2018) όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 907/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 319/2017).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νόμιμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 42/2002).

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα α) η ταυτότητα και το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου που δεν λήφθηκε υπόψη, β) η επίκληση και προσκόμιση και ο νόμιμος τρόπος προσκόμισης αυτού από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και γ)ο πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε, καθώς και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και αν το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξή του (ΑΠ 1022/2022, ΑΠ 960/2017,).

Η επίκληση ή μη του αποδεικτικού μέσου, στα οποία περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη, (ΑΠ 339/2021, ΑΠ 1306/2021, ΑΠ 33/2014, ΑΠ 1356/2010) ελέγχεται και κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (και όχι από αυτή), ο δε σχετικός αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν δεν προσκομίζονται οι προτάσεις ή από την επισκόπησή τους προκύπτει ότι δεν περιέχουν επίκληση του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 498/1978, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 2047/2014, ΑΠ 1573/2006).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή ανάλογα, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 314/2022, ΑΠ 581/2018, ΑΠ 201/2017). Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο, αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 314/2022, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Μονομελές Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 260 και 276 ΑΚ, δεν δέχτηκε την κατ' άρθρο 352 ΚΠολΔ ομολογία της εναγομένης και δη δικαστική, με την οποία διακόπηκε η υποβληθείσα από αυτήν ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, αφού η ομολογία της οφειλής αποτελεί αναγνώριση που διακόπτει κατ'άρθρο 260 ΑΚ την παραγραφή και παραίτηση από την τυχόν συμπληρωθείσα παραγραφή κατ' άρθρο 276 ΑΚ.

Ακόμη με τον ίδιο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της μη λήψης υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της δικαστικής ομολογίας της εναγομένης της αγωγικής αξίωσης της ενάγουσας, την οποία το ίδιο (δευτεροβάθμιο δικαστήριο) συνήγαγε από την εκτίμηση των ισχυρισμών της εναγομένης, που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (σελ.13α).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατ' αμφότερα τα σκέλη του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Και τούτο διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αλλά αναφέρεται μόνο η σελίδα (13α), στην οποία περιέχονται, ούτε διατυπώνονται με σαφήνεια τα αποδιδόμενα νομικά σφάλματα αυτής, σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 260 και 276 ΑΚ, ώστε να κριθεί αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε σχετικές παραδοχές με τα ανωτέρω διακοπτικά της παραγραφής γεγονότα, λόγω αναγνώρισης της ένδικης οφειλής με ομολογία και παραίτησης από συμπληρωθείσα παραγραφή.

Όσον αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αναφέρεται πότε, πως και ποιόν ακριβώς ισχυρισμό ομολόγησε η εναγομένη, τον οποίο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και πως έγινε η επίκληση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου. Σε κάθε περίπτωση ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος κατά την ως άνω πλημμέλεια είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση των 13-9-2019 προτάσεων της εκκαλούσας-ενάγουσας ενώπιον του εφετείου προκύπτει ότι δεν έγινε επίκληση του αποδεικτικού μέσου της ομολογίας.

Όσον αφορά την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια τα ως άνω διακοπτικά γεγονότα, δεν περιλαμβάνονται στις προεκτεθείσες κατά την έρευνα των προηγούμενων αναιρετικών λόγων, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και συνακόλουθα, απαραδέκτως προτείνονται, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, το πρώτον στον Άρειο Πάγο, διότι δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου αυτού.

Από τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' Α.Κ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", προκύπτει ότι, εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης από δικηγορική αμοιβή κατά τη διάταξη του άρθρου 91 παρ.1 του ν.3026/1954), η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ.11 ΑΚ., από την τελεσιδικία αυτής αρχίζει εικοσαετής παραγραφή, υπό την προϋπόθεση ότι η αξίωση αυτή δεν έχει ήδη υποκύψει στη βραχυχρόνια παραγραφή που ισχύει μέχρι την τελεσιδικία, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή, κατά το άρθρο 261 Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 314/2022, ΑΠ 1651/2018, ΑΠ 750/2018).

Η διάταξη όμως του άρθρου 268 ΑΚ, δεν εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, αλλά λαμβάνεται υπόψη μόνο εφόσον αποτελέσει περιεχόμενο σχετικού ισχυρισμού-αντένστασης, που προτείνεται από τον ενάγοντα για την αντίκρουση-κατάλυση της προβληθείσας από τον εναγόμενο ένστασης παραγραφής, τις προϋποθέσεις δε της αντένστασης αυτής, όπως και όλες τις άλλες που συνδέονται με διακοπή ή αναστολή ή επιμήκυνση της παραγραφής, αποδεικνύει ο ενάγων, που τις επικαλείται κατ' αντένσταση (ΑΠ 314/2022, ΑΠ 18/1998, πρβλ.

ΑΠ 1322/2019, 1307/2019, 732/2019, 1025/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο αναιρετικό λόγο κατά το άλλο σκέλος του κατ' εκτίμηση του δικογράφου, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Μονομελές Εφετείο, παρότι, πριν από τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσής της από δικηγορική αμοιβή κατ'άρθρο 91 παρ.1 ν. 3026/2054, είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 433/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτό είχε κρίνει ότι "η ενάγουσα δεν δικαιούται αμοιβή με βάση το άρθρο 124 του Κώδικα Δικηγόρων, αλλά με βάση τις εξώδικες ενέργειες στις οποίες προέβη κατ' άρθρο 91 παρ.1 του ν.3026/1954", εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, τη διάταξη του άρθρου 268 παρ. 1 του Α.Κ., που προβλέπει ότι κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε και τη διάταξη του άρθρου 91 παρ.1 ν.3026/1954, στην οποία στηρίζεται η αγωγική της αξίωση, ενώ έπρεπε εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις να μην απορρίψει ως παραγεγραμμένη την καταψηφιστική της αξίωση και την κατόπιν μετατροπής του αιτήματος αναγνωριστική αγωγή της ελλείψει εννόμου συμφέροντος.

Ο λόγος όμως αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι δεν γίνεται από τον αναιρεσείοντα οποιαδήποτε αναφορά στο αναιρετήριο, περί του εάν τον ισχυρισμό αυτό (αντένσταση) επιμήκυνσης της παραγραφής, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, τον είχε προτείνει παραδεκτά, με δήλωση στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προς αντίκρουση της προβληθείσας παραδεκτά από την εναγομένη εκ του άρθρου 250 αρ.11 του ΑΚ, ένστασης πενταετούς παραγραφής, και αν τον είχε επαναφέρει, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με λόγο έφεσης στο Μονομελές Εφετείο.

Σε κάθε περίπτωση, όπως ειδικότερα στους δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους προεκτέθηκε, κατά την έρευνα αυτών ως προς την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πλημμέλεια, στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και στις έγγραφες προτάσεις της η ενάγουσα-αναιρεσείουσα δεν πρότεινε, προς κατάλυση της προταθείσας εκ μέρους της εναγομένης ένστασης πενταετούς παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, την κατ' άρθρ. 268 παρ. 1 του ΑΚ αντένσταση επιμήκυνσης της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή, αλλά περιορίσθηκε σε άρνηση των ενστάσεων της εναγομένης, ούτε άλλωστε η διηγηματική αναφορά στην αγωγή της άσκησης της πρώτης αγωγής συνιστά καθ' υποφορά αντένσταση (ΑΠ 198/2021), όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα.

Λόγω της ως άνω μη παραδεκτής προβολής της αντένστασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς την απέρριψε ως απαραδέκτως προταθείσα, ακολούθως δε απέρριψε την αξίωση της ενάγουσας ως παραγεγραμμένη και την αναγνωριστική αγωγή της ελλείψει εννόμου συμφέροντος. Κατόπιν αυτών, ο εξεταζόμενος τρίτος αναιρετικός λόγος κατά το σκέλος της αποδιδόμενης από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας είναι απορριπτέος.

Με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α)δίκαια, β)δημόσια και γ)εντός λογικής προθεσμίας θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διάταξης όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητας του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα. (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 62/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, επειδή το Δικαστήριο αρνήθηκε να διαγνώσει αποδεδειγμένη ουσιαστική διαφορά, λόγω της τυπικότητας της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 591 παρ.1 ΚΠολΔ, στην οποία ορίζεται η καταχώρηση των ισχυρισμών των διαδίκων στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, έπρεπε να δεχθεί ότι η τυπικότητα αυτή της ως άνω διάταξης, κάμπτεται από την ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αυτός δεν ιδρύεται, αφού η εσφαλμένη η μη εφαρμογή του εν λόγω δικονομικού κανόνα δικαίου από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν στοιχειοθετεί παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι προς έλεγχο των σφαλμάτων αυτής (προσβαλλόμενης απόφασης), χορηγείται το ένδικο μέσο της αναίρεσης, το οποίο και ασκήθηκε εν προκειμένω.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατόπιν σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Αυγούστου 2020 και με αριθ. κατάθ. 5672/701/2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1474/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 10 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 20 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ