Legislator Giurisprudenza & Legislazione
914/2020 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses bank's appeal against foreclosure judgment due to insufficient evidence of debtor's insolvency.

Numero d'incarto 914/2020
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against a lower court's foreclosure judgment because the appellant failed to prove the debtor's insolvency at the time of the sale. The court noted that the appellant admitted the debtor's debt was significant and continued operating his business for over a year before retirement, yet provided no concrete evidence that the remaining assets were insufficient to satisfy the bank's claim. Consequently, the court ruled that the necessary factual circumstances to justify the application of the relevant civil law provision were not established by the appellant's vague and inadequate reasons.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; A creditor is entitled to demand the breaking of any alienation made by the debtor to their detriment only if the debtor's remaining assets after alienation are insufficient to satisfy the creditor's claim, and the debtor acted with intent to harm the creditor.

Parole chiave

Generato dall'IA
foreclosure judgment insolvency proof civil code provisions bank appeal insufficient evidence mutamento delle condizioni finanziarie capacità di obbligarsi in via cambiaria circonvenzione illecita

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code
Article 568 paragraphs 2, 3 and 4 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 914 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 914/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EurobankErgasias Ανώνυμη Εταιρεία" (Τράπεζα ΓιούρομπανκΕργκαζίας Ανώνυμη Εταιρεία) και το διακριτικό τίτλο "EurobankErgasias", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Ζ. του Μ., 2) Ε. Χ. του Ε., συζύγου Μ. Ζ., 3) Μ. Ζ. του Μ. και 4) Ε. Ζ. του Μ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4751/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 792/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-3-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. .../16-10-2018, .../31-7-2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Π. Ρ., προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, της οποίας η συζήτηση ορίστηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 27-5-2019 αλλά ματαιώθηκε λόγω ευρωεκλογών και περιφερειακών και δημοτικών εκλογών, καθώς και της από 6-6-2019 κλήσεως, με την επ' αυτής πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας νέας δικασίμου (20-1-2020), επιδόθηκαν, αντίστοιχα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει την συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι : 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.

Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.

Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 1319/2017). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης, του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 28/2017).

Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015, ΑΠ 1217/2014). Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1001/2007, ΑΠ 651/2008) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 928/2014).

Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 669 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.

Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου (ΑΠ 1815/2012). Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο.

Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.

Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 621/2016, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 1079/2015).

Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 1491/2018).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Εξάλλου, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Διά της υπ' αριθ. .../27-5-2005 συμβάσεως πιστώσεως, η οποία συνήφθη μεταξύ αφ' ενός της εναγούσης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας (αναισείουσας)...

και αφ' ετέρου του πρώτου εναγομένου (πρώτου αναιρεσιβλήτου), συνεφωνήθη η χορήγηση ανοικτής πιστώσεως από την πιστοδότρια προς τον πιστούχο μέχρι του χρηματικού ορίου των 20.000 ευρώ. Δυνάμει δε της από 6-9-2007 προσθέτου πράξεως μεταξύ των ως άνω αντισυμβληθέντων το ανώτατο πιστοδοτικό χρηματικό όριο της συμβάσεως ανήλθε σε ύψος 40.000 ευρώ, ενώ κατά τα λοιπά εξηκολούθησαν να ισχύουν οι όροι και οι συμφωνίες της αρχικής συμβάσεως...

Διά την ομαλή λειτουργία της συμβάσεως πιστώσεως ο πιστούχος έπρεπε να καταβάλει ως ελαχίστη μηνιαία καταβολή το ποσόν των δεδουλευμένων τόκων του προηγουμένου μηνός πλέον των τυχόν τόκων υπερημερίας. Προς εξυπηρέτησιν της πιστώσεως ηνοίγη, κατά τους συμβατικούς όρους, υπό της εναγούσης και ετηρήθη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών...

τραπεζικός λογαριασμός, εντός του οποίου κατεχωρούντο όλες οι αναλήψεις και οι έναντι αυτών καταβολές....". Στη συνέχεια, το Εφετείο διαλαμβάνει τα χρηματικά ποσά που κατέβαλε ο πρώτος εναγόμενος από την έναρξη έως την λήξη λειτουργίας της συμβάσεως και συνεχίζει ως εξής: "Ήτοι, κατά την διάρκειαν λειτουργίας της συμβάσεως πιστώσεως ο πρώτος εναγόμενος προέβη σε καταβολές αθροιστικού ύψους 28.988,84 ευρώ μέχρι και του προηγουμένου της καταθέσεως της ενδίκου αγωγής μηνός (ήτοι μέχρι και Ιανουαρίου 2013) και σε συνολικές καταβολές ύψους 30.993,74 ευρώ μέχρι του τέλους λειτουργίας της ως άνω συμβάσεως πιστώσεως.

Κατά τον χρόνο καταθέσεως της ενδίκου αγωγής η ενάγουσα δεν είχε προβεί σε καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως, της οποίας το χρεωστικό υπόλοιπο κατά τον προηγούμενο της ασκήσεως της αγωγής μήνα είχε διαμορφωθεί σε 34.971 ευρώ. Την 21η Φεβρουαρίου 2014 η ενάγουσα επέδωσε προς τον πρώτο εναγόμενο την από 18-2-2014 έγγραφη καταγγελία, διά της οποίας κατήγγειλε (βάσει συμβατικού δικαιώματος) την ως άνω σύμβαση, η οποία έκλεισε με οριστικό χρεωστικό εις βάρος του πρώτου εναγομένου κατάλοιπο 35.503,42 ευρώ....

Ήδη δε δια της υπ' 390/4-3-2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς..., έχει υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει προς την ενάγουσα από την ως άνω αιτία χρηματικό κεφάλαιο 35.503,42 ευρώ... Ούτως, κατά τον χρόνο πρωτοβαθμίου συζητήσεως της αγωγής το χρέος εκ της ως άνω συμβάσεως πιστώσεως είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό....

Εντός του έτους 2002 ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος επί τριάντα έτη ασκούσε εμπορική δραστηριότητα λειτουργίας και εκμεταλλεύσεως επιχειρήσεως πωλήσεως χονδρικής και λιανικής πωλήσεως παιγνιδίων και ψιλικών εντός της μέχρι τότε υπ' αυτού μισθωμένης αυτοτελούς οριζοντίου ιδιοκτησίας του... ισογείου καταστήματος (μετά παταρίου) επιφανείας 61,30 μ2 ...

και της... αποθήκης (επιφανείας 35 μ2) του υπογείου ορόφου πολυκατοικίας, η οποία ευρίσκεται εις θέση... του δήμου Πειραιώς..., αγόρασε και απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα το ως άνω μίσθιο κατάστημα... Το υπό του πρώτου εναγομένου καταβληθέν τίμημα εκ ποσού 118.000 ευρώ διά την αγορά και απόκτηση της κυριότητος του προαναφερθέντος καταστήματος...

είχε προέλθει εκ της υπ' αριθ. .../12-2-2002 συμβάσεως δανείου επαγγελματικής στέγης, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ αυτού και της εναγούσης. Μάλιστα... εις εξασφάλισιν εκείνης της απαιτήσεως κατά του πρώτου εναγομένου η ενάγουσα είχε εγγράψει επί του ως άνω ακινήτου διά χρηματική ποσότητα 152.750 ευρώ προσημείωση υποθήκης,...

Η προσημείωση αυτή είχε διαταχθεί υπέρ της ως άνω δανειστρίας κατόπιν συναινέσεως του αντιδίκου της δυνάμει της υπ' αριθ. 1153/2002 αποφάσεως διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Μετά την απόκτηση της κυριότητος της αυτοτελούς οριζοντίου ιδιοκτησίας του ως άνω καταστήματος μετά υπογείου αποθήκης ο πρώτος εναγόμενος μετέβαλε το αντικείμενο της εμπορικής δραστηριότητος από εμπορία παιγνιδίων και ψιλικών σε πρατήριον άρτου και ζαχαρωδών προϊόντων.

Ο πρώτος εναγόμενος απεπλήρωνε τις μηνιαίες δόσεις του ως άνω δανείου εμπροθέσμως και ανελλιπτώς επί έξι συναπτά έτη. Κατά τις αρχές του έτους 2009 ο πενθερός του πρώτου εναγομένου Ε. Χ. ενημέρωσε τον ως άνω διάδικο ότι είχε αποφασίσει να πωλήσει την... αυτοτελή οριζόντιον ιδιοκτησία διαμερίσματος... του τετάρτου υπέρ το ισόγειον ορόφου πολυκατοικίας επί της διασταυρώσεως των οδών..., την οποία μέχρι τότε εξεμίσθωνε προς τρίτα πρόσωπα, και να δωρήσει (δαπανήσει) το επιτευχθησόμενο τίμημα εκ της ως άνω πωλήσεως διά την ολοσχερή εξόφλησιν του προαναφερθέντος δανείου επαγγελματικής στέγης του πρώτου εναγομένου υπό την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση της μεταβιβάσεως της επικαρπίας του ισογείου καταστήματος ασκήσεως της προπεριγραφείσης επιχειρηματικής δραστηριότητος από τον πρώτον εναγόμενον εις την σύζυγόν του και της ψιλής κυριότητος επ' αυτού εις τα δύο τέκνα του (θυγατέρα και εγγόνια του πενθερού αντιστοίχως).

Ο πρώτος εναγόμενος εδέχθη την πρόταση του πενθερού του, ο οποίος... επώλησε και μετεβίβασε το προπεριγραφέν διαμέρισμά του... τιμήματος... 84.186,90 ευρώ.. και διά συμπληρώσεως ιδίων αυτού οικονομιών εδώρησε και παρέδωσε στον πρώτον εναγόμενο χρηματικό ποσό 118.200 ευρώ, διά του οποίου ο πρώτος εναγόμενος εξώφλησε το προαναφερθέν δάνειο επαγγελματικής στέγης την 23 Φεβρουαρίου 2009.

Ακολούθως, διά του από 30-3-2009 υπηρεσιακού σημειώματος του διευθυντού του... υποκαταστήματος... της εναγούσης εδηλώθη η συμφωνία διά την άρση της προσημειώσεως υποθήκης επί του προπεριγραφέντος καταστήματος και διά του υπ' αριθ. πρωτ.... 16-4-2009 εγγράφου της Γενικής Διευθύνσεως Τραπεζικής Μικρών Επιχειρήσεων της εναγούσης εδόθη η έγκριση (συναίνεση) διά την ολικήν εξάλειψη της προσημειώσεως υποθήκης, οπότε (εν συνεχεία) την 13 Μαΐου 2009 εξεδόθη η υπ' αριθ. 2672/2009 απόφαση...

του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διά της οποίας ανεκλήθη η υπ' αριθ. 1153/2002 απόφαση.... διά της οποίας είχε εγγραφεί η ως άνω προσημείωση, και ο πρώτος εναγόμενος προέβη σε διαγραφή αυτής από τα βιβλία υποθηκών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου. Παραλλήλως εις εκπλήρωσιν της ηθικής δεσμεύσεώς του προς τον ως άνω πενθερόν του ο πρώτος εναγόμενος δυνάμει του υπ'αριθ. .../9-3-2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου...

αφ' ενός συνέστησε λόγω δωρεάς εμπράγματο δικαίωμα προσωπικής δουλείας ισοβίου επικαρπίας υπέρ της δευτέρας εναγομένης (αναιρεσίβλητης) συζύγου του και αφ' ετέρου μετεβίβασε την ψιλή κυριότητα επί του ως άνω καταστήματος κατ' ισομοιρίαν εις την τρίτην εναγομένη (αναιρεσίβλητη) θυγατέρα του και τον τέταρτον εναγόμενον (αναιρεσίβλητο) υιόν του.

Το ως άνω συμβόλαιο υπεβλήθη προς μεταγραφήν την 10 Νοεμβρίου 2011 (ορθόν: 2009) και τελικώς μετεγράφη στα βιβλία μεταγραφών... Κατά τον κρίσιμο χρόνο μεταβιβάσεως το περιοδικό χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού κινήσεως της συμβάσεως πιστώσεως ανήρχετο σε 33.092,50 ευρώ. Ήτοι, κατά την κρίσιμη ημερομηνία συντελέσεως της ως καταδολιευτικής προσβαλλομένης δικαιοπραξίας το περιοδικό χρεωστικό υπόλοιπο υπελείπετο κατά 6.607,50 ευρώ του ανωτάτου ορίου αναλήψεως της από 6-9-2007 προσθέτου πράξεως.

Επί πλέον πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν ότι από τον αμέσως επόμενο της συνάψεως της συμβάσεως πιστώσεως μήνα (Ιούνιο του έτους 2006) έως και τον τελευταίο προ της συνάψεως της από 6-9-2007 προσθέτου πράξεως μήνα (Αύγουστο του έτους 2007) η κίνηση της πιστώσεως ενεφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο εκυμαίνετο από 15.100 ευρώ έως και 20.268,64 ευρώ....

Επίσης από το τέλος του μηνός συνάψεως της από 6-9-2007 προσθέτου πράξεως περί αυξήσεως του ανωτάτου ορίου αναλήψεως στο ύψος των 40.000 ευρώ (από τέλους Σεπτεμβρίου έτους 2007) έως και του μηνός συντελέσεως της προσβαλλομένης ως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας (έως και αρχών Μαρτίου έτους 2009) η κίνηση της πιστώσεως ενεφάνιζε:

α) από τέλους Σεπτεμβρίου έως και τέλους Δεκεμβρίου του έτους 2007 ηπίως αυξητικό, κατά βάσιν, περιοδικό χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίον εκυμάνθη από 35.868,64 ευρώ έως 36.978,29 ευρώ... β) από αρχής έως και τέλους του έτους 2008 αυξητικό περιοδικό χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίον εκυμάνθη από 36.608,16 ευρώ έως και 39.425,75 ευρώ...

και γ) από αρχής του έτους 2009 έως και τέλους Φεβρουαρίου του έτους 2009 φθίνον περιοδικό χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο εκυμάνθη από 38.927,47 ευρώ έως και 33.392,50 ευρώ... Οι συμβατικώς δέ ορισθείσες μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής κατεβάλλοντο κανονικώς ουχί μόνον μέχρι της συντελέσεως της ως καταδολιευτικής προσβαλλομένης απαλλοτριωτικής πράξεως αλλά και επί μία επί πλέον τριετία...

Τούτο... προκύπτει και εκ της επισκοπήσεως της διακυμάνσεως του περιοδικού χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού κινήσεως της πιστώσεως, το οποίον από μεν του χρόνου συντελέσεως της φερομένης ως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας (από 9 ης Μαρτίου 2009) έως και του τέλους του έτους 2010 εκυμάνθη μεταξύ ποσού 33.086,15 ευρώ και 33.935,63 ευρώ...

από δέ 1ης Ιανουαρίου έως και 7ης Δεκεμβρίου 2011 εκυμάνθη από ύψους 33.952,88 ευρώ έως ύψους 34.904,30 ευρώ (ανελθόν εν συνεχεία κατόπιν επιβαρύνσεως των τόκων εις το ύψος των 35.236,17 ευρώ την 31 η Δεκεμβρίου 2011). Ωσαύτως, και από της αρχής του έτους 2012 έως και του προηγουμένου της καταθέσεως της ενδίκου αγωγής μηνός (Ιανουαρίου του έτους 2013) το περιοδικό χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού κινήσεως της συμβάσεως πιστώσεως δεν υπερέβη το ύψος των 35.887,41 ευρώ...

ενώ κατά το εναπομείναν χρονικό διάστημα από 3ης Ιανουαρίου 2013 μέχρι και της καταγγελίας της συμβάσεως πιστώσεως το χρεωστικό υπόλοιπο εκυμάνθη μέχρι και το ύψος των 36.613,42 ευρώ οριστικοποιηθέν στο ύψος των 35.503,42 ευρώ κατά τον χρόνον του οριστικού κλεισίματος. Παρά ταύτα, λαμβανομένου υπ' όψιν,... αφ' ενός ότι ως υπόλοιπη περιουσία του οφειλέτου νοείται η εμφανής περιουσία αυτού, της οποίας δύνανται να επιληφθούν οι δανειστές προς ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών, και εις την οποίαν εντάσσονται και τα μηχανήματα και άλλα κινητά πράγματα του εξοπλισμού της επιχειρήσεως του οφειλέτου, και αφ' ετέρου ότι πρόθεση του οφειλέτου διά βλάβη του δανειστή συντρέχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι διά της απαλλοτριώσεως του περιουσιακού στοιχείου περιέρχεται σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η απομένουσα περιουσία να μην επαρκεί διά την ικανοποίηση του δανειστή και ότι η τοιαύτη πρόθεση πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνον της απαλλοτριώσεως, εις την προκειμένη περίπτωση δεν απεδείχθη ούτε ότι διά της επιδίκου απαλλοτριωτικής πράξεως ο πρώτος εναγόμενος οφειλέτης κατέστη αφερέγγυος και έπαυσε να έχει άλλη εμφανή περιουσία ούτε ότι υπήρχε πρόθεση του πρώτου εναγομένου οφειλέτη διά βλάβη της πρώτης εναγούσης δανειστρίας μέσω της επιδίκου απαλλοτριώσεως και δή κατά τον χρόνο συντελέσεως αυτής.

Ειδικώτερον, διά της συστάσεως δικαιώματος επικαρπίας επί του ισογείου καταστήματος από τον πρώτον εναγόμενο υπέρ της δευτέρας εναγομένης συζύγου του και διά της μεταβιβάσεως της ψιλής κυριότητος του ως άνω καταστήματος κατ' ισομοιρίαν προς αμφότερα τα τέκνα του (τρίτην εναγομένη και τέταρτον εναγόμενο), το οποίον ακίνητο είχε αντικειμενική αξία 164.774,04 ευρώ (αντικειμενική αξία προσωπικής δουλείας επικαρπίας: 82.387,02 ευρώ και αντικειμενική αξία ψιλής κυριότητος: 82.387,02 ευρώ) και πραγματική εμπορική αξία 200.000 ευρώ κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως και 170.000 ευρώ κατά τον χρόνον ασκήσεως και συζητήσεως της αγωγής, δεν απέμεινε άλλο ακίνητο εις την κυριότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος ήτο κύριος του υπ'αριθ.

κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου εργοστασιακού οίκου "Φίατ"..., έτους πρώτης κυκλοφορίας 2004 και αξίας τότε 3.000 ευρώ, πλην, όμως, ο ως άνω διάδικος εξηκολούθησε να ασκεί εντός του ως άνω ακινήτου την μέχρι τότε προσοδοφόρο επαγγελματική δραστηριότητα της πωλήσεως άρτου και ζαχαρωδών ειδών, εξ ής προσοδοφόρου και επιτυχούς επιχειρηματικής δραστηριότητος εβιοπορίζετο ευπροσώπως τα προς το ζήν και συνέχισε να καταβάλει,...

κανονικώς τις δόσεις του δανείου. Πέραν δέ του εκ της τοιαύτης επιχειρηματικής δραστηριότητος προσποριζομένου μηνιαίου εισοδήματος διά βιοπορισμό και τακτοποίηση των οικονομικών εκκρεμοτήτων του πρώτου εναγομένου, αυτή καθ' εαυτήν η αξία της εντός του ως άνω καταστήματος εγκαθισταμένης επιχειρήσεως (ως αξίας κινητών πραγμάτων εξοπλισμού και ως αΰλου εμπορικής αξίας και φήμης), η οποία εξηκολούθησε να λειτουργεί επ' ονόματι του πρώτου εναγομένου, επαρκούσαν διά την κάλυψη της εκ της συμβάσεως πιστώσεως εκκρεμούς αλλά κατ' εκείνον τον χρόνον μη εισέτι ληξιπροθέσμου απαιτήσεως, της οποίας η ενάγουσα τότε,...

είχε παύσει να τυγχάνει δικαιούχος αλλά εξακολουθούσε να έχει την διαχείριση, οπότε δεν προέκυψε ότι μετά την τοιαύτην μεταβίβαση και εξ αιτίας αυτής ο πρώτος εναγόμενος είχε καταστεί αφερέγγυος. Επί πλέον, λόγω δέ ακριβώς της εξακολουθήσεως της ασκήσεως της ως άνω εμπορικής επιχειρήσεως επ' ονόματι του πρώτου εναγομένου μέσω των εις την κυριότητά του παραμεινάντων μηχανημάτων εξοπλισμού της επιχειρήσεως άρτου και ζαχαρωδών ειδών αλλά και λόγω της κανονικότητος και της ομαλότητος της κινήσεως του λογαριασμού εξυπηρετήσεως και της αποπληρωμής των συμβατικών δόσεων της συμβάσεως πιστώσεως μέσω του εκ της τοιαύτης επιχειρηματικής δραστηριότητος προσποριζομένου μηνιαίου εισοδήματος, η ενάγουσα ουδόλως εζήτησε πρίν ή μετά την εξάλειψη της προσημειώσεως υποθήκης επί του προπεριγραφέντος καταστήματος, η οποία εξασφάλιζε το...

εξοφληθέν προγενέστερο δάνειο επιχειρηματικής στέγης, από τον πρώτον εναγόμενο να συναινέσει εις την εγγραφή νέας προσημειώσεως επί του αυτού ακινήτου διά την εξασφάλιση της μη ληξιπροθέσμου και μη απαιτητής τότε απαιτήσεως από την κανονικώς τότε λειτουργούσα σύμβαση πιστώσεως. Ούτε εκίνησε κάποια διαδικαστική διαδικασία προς τον σκοπό τούτο, ώστε να κάμψει τυχόν άρνηση του πρώτου εναγομένου οφειλέτου διά παροχή συναινέσεως και να επιχειρήσει ακόμη και μέσω δίκης ασφαλιστικών μέτρων εν αντιδικία να εγγράψει επί του συγκεκριμένου ακινήτου νέα προσημείωση υποθήκης, παρά το γεγονός ότι μετά την εξάλειψη της ως άνω προσημειώσεως υποθήκης του προγενεστέρου δανείου το ακίνητο κατάστημα του πρώτου εναγομένου καθίστατο ελεύθερο βαρών και ήτο δεκτικό επιβαρύνσεως διά νέας προσημειώσεως υποθήκης.

Ούτε, έστω, προς τον σκοπόν τούτον (εξαναγκασμό του πρώτου εναγομένου διά παροχή νέας προσημειώσεως υποθήκης προς κάλυψη της ικανοποιητέας απαιτήσεως της συμβάσεως πιστώσεως) ενημέρωσε ή προειδοποίησε τον αντίδικόν διά την δυνατότητα και το ενδεχόμενο χρήσεως του υπ' αριθ. 7.01 όρου της συμβάσεως πιστώσεως, δυνάμει του οποίου εκείνη (πιστοδότρια) είχε το δικαίωμα, οποτεδήποτε και κατά την ελευθέρα κρίση της, να καταγγείλει την σύμβαση και να κλείσει τον λογαριασμό πιστώσεως καί να καταστήσει ούτως αμέσως ληξιπρόθεσμη και απαιτητή την απαίτηση και τον δανειολήπτη υπερήμερο, εξ ού καταδεικνύεται ότι ουδέν εκ των συμβαλλομένων μερών (ενάγουσα και πρώτος εναγόμενος) είχαν κατά το κρίσιμο τριετές χρονικό διάστημα από της συνάψεως της συμβάσεως πιστώσεως έως και της συντελέσεως της ενδίκου απαλλοτριώσεως ως θεμελιωτική βάση και ως ουσιώδες στοιχείο διά την σύναψη και λειτουργία της συμβάσεως πιστώσεως το προπεριγραφόμενο ακίνητο κατάστημα του πρώτου εναγομένου αλλά κυρίως την εντός αυτού ασκουμένη προσοδοφόρο τότε επαγγελματική δραστηριότητά του.

Διά τούτο, αν και... τυχόν παράλληλοι άλλοι σκοποί εκπληρώσεως γονεϊκού καθήκοντος παροχής γονέως προς τέκνο ή ηθικό καθήκον δωρεάς προς οικείο ή άλλο πρόσωπο δεν αναιρούν άνευ άλλου τινος την τυχόν ενυπάρχουσα πρόθεση του οφειλέτου προς βλάβην του δανειστού, εις την προκειμένη περίπτωση δεν διαγιγνώσκεται υπό τα ως άνω δεδομένα πρόθεση του πρώτου εναγομένου διά βλάβη της εναγούσης μέσω της συστάσεως ισοβίου επικαρπίας υπέρ της δευτέρας εναγομένης συζύγου του και της μεταβιβάσεως της ψιλής κυριότητος του ως άνω καταστήματος προς τη τρίτη εναγομένη θυγατέρα του και τον τέταρτο εναγόμενο υιόν του, η οποία έγινε εντός του πλαισίου συμφωνίας του πρώτου εναγομένου μετά του πενθερού του προς χρήση του υπ' εκείνου (πενθερού) χορηγηθέντος χρηματικού κεφαλαίου (εκ τιμήματος από την πώληση άλλου διαμερίσματος και εκ προσωπικών οικονομιών του πενθερού) διά αποπληρωμή του προγενεστέρου δανείου επιχειρηματικής στέγης ουχί προς άλλη δανείστρια αλλά προς την ενάγουσα πιστοδότρια της μεταγενεστέρας (εν σχέσει προς το στεγαστικό δάνειο) συμβάσεως πιστώσεως με αντάλλαγμα την (διά της ενδίκου αγωγής προσβαλλομένη) μεταβίβαση του ισογείου καταστήματος κατ' επικαρπία στην σύζυγο και κατά ψιλή κυριότητα εις τα τέκνα του πρώτου εναγομένου (θυγατέρα και εγγόνια αντιστοίχως του εξοφλήσαντος το προγενέστερο δάνειο πενθερού).....Η κρίση αυτή περί ελλείψεως προθέσεως βλάβης της εναγούσης από τον πρώτον εναγόμενο ενισχύεται και εκ του γεγονότος ότι εκείνος εξηκολούθησε να λειτουργεί την επιχείρηση επί ένα και πλέον έτος μέχρι της υποβολής δηλώσεως διά συνταξιοδότηση προς τον Οργανισμό Ασφαλίσεως Ελευθέρων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.) την 15ην Ιουνίου 2010.

Κατ' εκείνη την χρονική περίοδο μετεβίβασε την εντός του προπεριγραφέντος καταστήματος λειτουργούσα επιχείρηση προς την τρίτην εναγομένη θυγατέρα του, η οποία διά του από 11-6-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μισθώσεως εμίσθωσε το συγκεκριμένο κατάστημα ως επαγγελματική στέγη εμπορίας ειδών διατροφής και συναφών από την εκμισθώτρια (επικαρπώτρια) μητέρα της αντί μισθώματος 300 ευρώ μηνιαίως.

Διά του υπ' αριθ.... 19-1-2011 εγγράφου του Τμήματος Εκκαθαρίσεων Συντάξεων του Ο.Α.Ε.Ε. η μηνιαία σύνταξη του πρώτου εναγομένου προσδιορίσθηκε και παρέμεινε σε μικτό ποσό 1.606,37 ευρώ μέχρι τουλάχιστον και τον Ιούνιο του έτους 2012, το οποίο αρχικώς αντιστοιχούσε σε καθαρό ποσόν συντάξεως 1.542,12 ευρώ, το οποίον, όμως, σταδιακώς εμειώθη και κατέληξε στο ποσόν των 1241,81 ευρώ κατά τον τελευταίον ως άνω μήνα.

Όμως, λαμβανομένου υπ' όψιν αφ' ενός ότι μέχρι την 14η Ιανουαρίου 2013 ο πρώτος εναγόμενος εβαρύνετο να αποπληρώνει τις μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής πρώτον της... 27-5-2005 συμβάσεως πιστώσεως της εναγούσης τραπέζης (εξ ανεξοφλήτου τότε κεφαλαίου 34.971,53 ευρώ), εκ της οποίας απορρέει η διά της αγωγής διαρρήξεως αναφερομένη ικανοποιητέα απαίτηση, δεύτερον της υπ' αριθ....συμβάσεως καταναλωτικού δανείου της ιδίας ως άνω τραπέζης (εξ ανεξοφλήτου τότε κεφαλαίου 20.794,77 ευρώ) και τρίτον της υπ' αριθ. ...

συμβάσεως μετά της μη διαδίκου Άλφα Τραπέζης Α.Ε. (εξ ανεξοφλήτου τότε υπολοίπου 27.399,44 ευρώ), αφ' ετέρου ότι η δευτέρα εναγομένη σύζυγός του, μετερχομένη τις οικιακές εργασίες, είχε ως μοναδικό εισόδημα το προαναφερθέν μίσθωμα εκ ποσού 300 ευρώ μηνιαίως από την εκμίσθωση του ως άνω καταστήματος και επί πλέον ότι παραλλήλως προς τα συρρικνούμενα έσοδα της συντάξεως του πρώτου εναγομένου υπήρχαν επιπρόσθετα έξοδα εκ της φοιτήσεως του τετάρτου εναγομένου υιού αυτών εις το Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, o πρώτος εναγόμενος υπέβαλε προς την ενάγουσα την από 28-1-2012 αίτηση διά εξωδικαστικό συμβιβασμό του άρθρου 2 παρ 1 Ν. 3869/2010, διά της οποίας εζήτησε να καταβάλει χρηματικά ποσά 140 ευρώ και 87 ευρώ μηνιαίως προς την ενάγουσα διά αποπληρωμή των ως άνω δύο εκκρεμών απαιτήσεων εκείνης εναντίον του.

Την 30ή Ιανουαρίου 2013 (μετά δύο ημέρες) αντί άλλης απαντήσεως η ενάγουσα επέδωσε προς αυτόν την υπ' αριθ.., 30-1-2013 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διά της οποίας εζήτησε την άδεια εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης επί του ως άνω καταστήματος και η οποία απερρίφθη διά της υπ' αριθ. 2649/2013 αποφάσεως....

Μετά δέ την επίδοση της ως άνω αιτήσεως και προ της εκδόσεως της ως άνω αποφάσεως ο πρώτος εναγόμενος κατέθεσεν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς την υπ' αριθ. καταθ. 19-3-2013 αίτηση διαδικασίας εκουσίας δικαιοδοσίας, διά της οποίας επιδιώκει την δικαστική ρύθμιση της οφειλής του.... και η οποία έχει προσδιορισθεί κατά την δικάσιμο της 4ης Φεβρουαρίου 2020, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι εν τω μεταξύ ετέθη εν ισχύι και ο Ν. 4223/2013...

περί επιβολής Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.), μετά του οποίου πλέον επεβαρύνετο η ακίνητη περιουσία της συζύγου του,.... Εν τούτοις, από 1ης Ιανουαρίου του έτους 2012 έως και του χρόνου καταγγελίας της συμβάσεως πιστώσεως (18 Φεβρουαρίου 2014) και ανεξαρτήτως της μεσολαβησάσης υποβολής των ως άνω αιτήσεων ο πρώτος εναγόμενος εξηκολούθησε να ποιεί καταβολές διά τις μηνιαίες δόσεις της κρίσιμης συμβάσεως πιστώσεως, οι οποίες ανήλθαν σε ποσόν 6.314 ευρώ.

Επίσης και μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού κινήσεως της συμβάσεως πιστώσεως και της μεταφοράς αυτού στον... λογαριασμό καθυστερήσεως και δή κατά το χρονικό διάστημα από 3ης Ιουνίου 2014 έως και 4ης Αυγούστου 2016 ο πρώτος εναγόμενος έχει καταβάλει διά την συγκεκριμένη αιτία χρηματικό ποσό 1.120 ευρώ.

Βάσει των προαναφερομένων, εις ουδεμίαν περίπτωσιν τυγχάνει καταδολιευτική η δικαιοπραξία συστάσεως δικαιώματος ισοβίου επικαρπίας υπέρ της συζύγου του πρώτου εναγομένου και μεταβιβάσεως της ψιλής κυριότητος επί του προπεριγραφέντος καταστήματος εις αμφότερα τα τέκνα του. Ως καταδολιευτική ηδύνατο υπό άλλες προυποθέσεις να προσβληθεί η μεταγενεστέρα της μεταβιβάσεως του καταστήματος μεταβίβαση της εντός αυτού ασκουμένης επιχειρήσεως από τον πρώτον προς την τρίτην εναγομένη, πλήν, όμως, εις την προκειμένη περίπτωση τούτο έγινε λόγω συνταξιοδοτήσεως του πρώτου εναγομένου.

Εφ' όσον, λοιπόν, δεν απεδείχθη δόλος του πρώτου εναγομένου προς βλάβη της εναγούσης κατά τον κρίσιμο χρόνο της προσβαλλομένης δικαιοπραξίας, η ένδικη αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) και εξαφάνισε ως προς σωρευόμενη αγωγή διαρρήξεως την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει αυτήν ως αόριστη, στη συνέχεια απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχθηκε και τα οποία δεν ήταν επαρκή για την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 939 επ ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Ειδικότερα δε, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ως προς το κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης προθέσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου (εναγομένου) να βλάψει με τις απαλλοτριωτικές πράξεις την αναιρεσείουσα (ενάγουσα) δανείστρια, αφού δέχθηκε, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου της απόφασης, ότι, ακόμη και αν κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των δανειστών του, "δεν απεδείχθη...

ότι υπήρχε πρόθεση του πρώτου εναγομένου οφειλέτη διά βλάβη της πρώτης εναγούσης δανειστρίας μέσω της επιδίκου απαλλοτριώσεως και δη κατά τον χρόνο συντελέσεως αυτής", καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ο πρώτος αναιρεσίβλητος εξακολούθησε και μετά την απαλλοτρίωση να ασκεί εντός του ως άνω ακινήτου "την μέχρι τότε προσοδοφόρο επαγγελματική δραστηριότητα της πωλήσεως άρτου και ζαχαρωδών ειδών, εξ ής προσοδοφόρου και επιτυχούς επιχειρηματικής δραστηριότητος εβιοπορίζετο ευπροσώπως τα προς το ζήν και συνέχισε να καταβάλει,...

κανονικώς τις δόσεις του δανείου", τα εισοδήματα δε αυτά από την άσκηση της εν λόγω επαγγελματικής δραστηριότητας, σε συνδυασμό και με την αξία "της εντός του ως άνω καταστήματος εγκαθισταμένης επιχειρήσεως (ως αξίας κινητών πραγμάτων εξοπλισμού και ως αΰλου εμπορικής αξίας και φήμης), η οποία εξηκολούθησε να λειτουργεί επ' ονόματι του πρώτου εναγομένου επαρκούσαν διά την κάλυψη της εκ της συμβάσεως πιστώσεως εκκρεμούς αλλά κατ' εκείνον τον χρόνον μη εισέτι ληξιπροθέσμου απαιτήσεως", διαλαμβάνοντας περαιτέρω προς ενίσχυση της εν λόγω παραδοχής του το επιχείρημα ότι η αναιρεσείουσα, μετά την εξόφληση του προγενέστερου (μη επιδίκου) στεγαστικού δανείου και την εξάλειψη της εξασφαλίζουσας αυτό προσημειώσεως υποθήκης επί του καταστήματος, δεν ζήτησε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο να συναινέσει στην εγγραφή νέας προσημειώσεως επί του εν λόγω ακινήτου για την εξασφάλιση της απαιτήσεως αυτής από την ένδικη πιστωτική σύμβαση.

Επομένως, ο μοναδικός περί του αντιθέτου λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Εξάλλου, η ως άνω αιτιολογία περί ελλείψεως δόλου του πρώτου αναιρεσιβλήτου αρκεί μόνη αυτή για να στηρίξει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου, ανεξαρτήτως της εσφαλμένης ή μη παραδοχής περί αφερεγγυότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής και, ως εκ τούτου, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, καθό μέρος προσάπτονται με αυτόν αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής.

Ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Κανελλόπουλος, έχει τη γνώμη ότι έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα της συνδρομής του στοιχείου της φερεγγυότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής και, επίσης, ως προς το ζήτημα της έλλειψης πρόθεσης αυτού να βλάψει την αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης.

Ειδικότερα, α) ενώ δέχεται ότι κατά τον αμέσως προηγούμενο μήνα της κατάθεσης της αγωγής υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο από τη σύμβαση πίστωσης ποσού 34.971,53 ευρώ και ότι μετά την ένδικη απαλλοτρίωση δεν απέμεινε άλλο ακίνητο εις την κυριότητα του πρώτου εναγομένου, εκτός από ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο αξίας 3.000 ευρώ, στη συνέχεια δέχεται, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν κατέστη αφερέγγυος, καθόσον το μηνιαίο εισόδημα, το οποίο προσποριζόταν από τη λειτουργία της επιχείρησής του και με το οποίο, κατά τις ως άνω παραδοχές του, κάλυπτε τόσο τις ανάγκες βιοπορισμού του όσο και τις οικονομικές του εκκρεμότητες, μαζί και με την αξία της επιχειρήσεως (αξία κινητών πραγμάτων εξοπλισμού και άυλης εμπορικής αξίας και φήμης), επαρκούσαν διά την κάλυψη της εκ της συμβάσεως πιστώσεως εκκρεμούς απαιτήσεως, χωρίς όμως να προκύπτει σαφώς, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ποιόν χρόνο θεωρεί κρίσιμο το Εφετείο για την ύπαρξη ή μη φερεγγυότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δηλαδή αυτόν της άσκησης της αγωγής (Φεβρουάριο 2013), όπως προβλέπεται, ή το χρόνο της απαλλοτρίωσης (Μάρτιο 2009), επιτείνεται δε κατά πολύ η ασάφεια αυτή και από την έτερη παραδοχή ότι η εν λόγω επιχείρηση μεταβιβάστηκε το έτος 2010 και συνεπώς δεν υφίστατο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, β) ενώ δέχεται ότι "ως υπόλοιπη περιουσία του οφειλέτου νοείται η εμφανής περιουσία αυτού, της οποίας δύνανται να επιληφθούν οι δανειστές προς ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών, και εις την οποίαν εντάσσονται και τα μηχανήματα και άλλα κινητά πράγματα του εξοπλισμού της επιχειρήσεως του οφειλέτου", στη συνέχεια, θεμελιώνει την κρίση του περί φερεγγυότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, μεταξύ άλλων, και στην ύπαρξη εισοδήματος αυτού από τη λειτουργία της επιχείρησής του, χωρίς ουδόλως να αιτιολογεί, γιατί το (μη προσδιοριζόμενο) ως άνω εισόδημα αποτελούσε εμφανή περιουσία, αφού δεν διαλαμβάνει σχετική παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε την ύπαρξη εισοδήματος από τη λειτουργία της επιχείρησης και, επί πλέον, ότι αυτή είχε τη δυνατότητα να επιχειρήσει επ' αυτού εκτέλεση για την ικανοποίησή της, γ) δέχεται ότι κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν είχε πρόθεση να βλάψει με αυτή την αναιρεσείουσα τράπεζα, καθόσον, εξακολούθησε και μετά την απαλλοτρίωση να ασκεί εντός του ως άνω ακινήτου "την μέχρι τότε προσοδοφόρο επαγγελματική δραστηριότητα της πωλήσεως άρτου και ζαχαρωδών ειδών, εξ ής προσοδοφόρου και επιτυχούς επιχειρηματικής δραστηριότητος εβιοπορίζετο ευπροσώπως τα προς το ζήν και συνέχισε να καταβάλει,...

κανονικώς τις δόσεις του δανείου", τα δε εισοδήματα αυτά από την άσκηση της εν λόγω επαγγελματικής δραστηριότητας, σε συνδυασμό και με την αξία "της εντός του ως άνω καταστήματος εγκαθισταμένης επιχειρήσεως (ως αξίας κινητών πραγμάτων εξοπλισμού και ως αΰλου εμπορικής αξίας και φήμης), η οποία εξηκολούθησε να λειτουργεί επ' ονόματι του πρώτου εναγομένου, επαρκούσαν διά την κάλυψη της εκ της συμβάσεως πιστώσεως εκκρεμούς αλλά κατ' εκείνον τον χρόνον μη εισέτι ληξιπροθέσμου απαιτήσεως", χωρίς όμως να προσδιορίζει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο 1) σε ποίο ποσό ανερχόταν το μηνιαίο εισόδημα του πρώτου αναιρεσιβλήτου από τη λειτουργία της επιχείρησης, αφού περιορίζεται να αναφέρει, όλως αορίστως, ότι αυτή ήταν "προσοδοφόρος" και ότι "εβιοπορίζετο ευπροσώπως" τα προς το ζην καταβάλλοντας κανονικά τις δόσεις του δανείου, και 2) ποία ήταν η αξία των αναφερόμενων επί μέρους στοιχείων της επιχείρησης (κινητών πραγμάτων εξοπλισμού και άυλης εμπορικής αξίας και φήμης) ή έστω η συνολική αξία αυτής, με αποτέλεσμα, λόγω των ανωτέρω ελλείψεων, να μη μπορεί να ελεγχθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ύπαρξη ή μη προθέσεως βλάβης της αναιρεσείουσας και ειδικότερα, αν ο πρώτος αναιρεσίβλητος γνώριζε ή όχι ότι με την απαλλοτρίωση του ένδικου περιουσιακού του στοιχείου θα περιερχόταν σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απέμεινε, μετά την απαλλοτρίωση, να μη επαρκεί για την ικανοποίηση της αναιρεσείουσας, ενόψει μάλιστα της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ήδη κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης το περιοδικό χρεωστικό υπόλοιπο της συμβάσεως πιστώσεως ανερχόταν σε 33.092,50 ευρώ, δ) δέχεται, ακόμη, η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η κρίση περί ελλείψεως προθέσεως βλάβης της αναιρεσείουσας εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου ενισχύεται και από το γεγονός ότι εκείνος εξακολούθησε να λειτουργεί την επιχείρηση επί ένα και πλέον έτος μέχρι της υποβολής δηλώσεως για τη συνταξιοδότησή του στις 15-6-2010, οπότε μεταβίβασε την επιχείρησή του στην τρίτη αναιρεσίβλητη θυγατέρα του, λαμβάνοντας έκτοτε ως μηνιαία σύνταξη το (καθαρό) ποσό 1.542,12 ευρώ, χωρίς ωστόσο να διαλαμβάνει, αν κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης υπήρχε ή όχι ειλημμένη απόφασή του για τη συνταξιοδότησή του και αν γνώριζε ότι, μετά από αυτήν, το ποσό της συντάξεως, που αντικατέστησε το μηνιαίο εισόδημα, επαρκούσε ή όχι για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσείουσας, ε) δέχεται ότι μέχρι τις 14-1-2013 ο πρώτος αναιρεσίβλητος, εκτός από τις δόσεις της ένδικης σύμβασης πίστωσης, βαρυνόταν και με δόσεις αποπληρωμής αφενός μεν καταναλωτικού δανείου που είχε λάβει από την αναιρεσείουσα, αφετέρου δε έτερης σύμβασης που είχε συνάψει με την Άλφα Τράπεζα, ανερχομένων των ανεξόφλητων υπολοίπων σε 20.794,77 ευρώ και 27.399,44 ευρώ, αντίστοιχα, χωρίς να διευκρινίζεται, με αντίστοιχες παραδοχές, αν τα χρέη αυτά υπήρχαν ή όχι κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και ποιο ήταν το υπόλοιπο αυτών, σε καταφατική δε περίπτωση, αν ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε τη βεβαιότητα ότι, με βάση την πιο πάνω υπάρχουσα "υπόλοιπη" περιουσία, μπορούσε να εκπληρώσει όλες τις πιο πάνω οικονομικές υποχρεώσεις του και ιδιαίτερα το ένδικο χρέος προς την αναιρεσείουσα ή, αντιθέτως, γνώριζε ότι η περιουσία αυτή δεν επαρκούσε, αλλά παρ' όλα αυτά προέβη στην απαλλοτρίωση.

Έτσι, συνεπεία των ασαφών και ανεπαρκών αυτών αιτιολογιών, δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας ως άνω διάταξης του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, κατά την άποψη της μειοψηφίας, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). ενώ λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων δεν θα επιδικασθούν δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-3-2018 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EurobankErgasias Aνώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "EurobankErgasias" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 792/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ