Legislator Giurisprudenza & Legislazione
914/2018 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against eviction order due to lack of evidence proving tenant's right to rent. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court did not examine the substantive facts. The court held that the tenant failed to prove her legal standing in the rental relationship. Consequently, the appeal was rejected and costs were assigned to the appellants. The decision reinforces the burden of proof on the appellant. The court emphasized procedural requirements for appeals. This case clarifies the necessity of evidence in eviction disputes.

Numero d'incarto 914/2018
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a final court decision ordering the eviction of a tenant. The appellants argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding their claim of good faith and legal standing in the rental relationship. The court determined that the appeal was inadmissible because the lower court had not entered the substance of the dispute, relying instead on procedural defects in the tenant's evidence submission. Therefore, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the opposing party's legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(19) and 338(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the court of first instance did not examine the substance of the dispute, and the appellant bears the burden of proving the facts necessary to support their claim.

Parole chiave

Generato dall'IA
civil appeal admissibility burden of proof tenant eviction order enforcement substantive examination legal standing rental good faith requirement court costs allocation credito di contributi

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 338(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 914 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 914/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Ν. του Χ., 2) Α. Π. του Χ., 3) Ν. Κ. του Γ., 4) Κ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Γερωνυμάκη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Χατζηιωάννου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4362/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/2/2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 4/4/2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 26-2-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4362/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε την από 23-5-2011 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την υπ’ αριθ. 116/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχτηκε την από 25-1-2010 ανακοπή και ακύρωσε την υπ’ αριθ. ...2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχαν εκδώσει σε βάρος της οι αναιρεσείοντες και είχε διαταχθεί να καταβάλλει για καθυστερούμενα, λόγω δυστροπίας, μισθώματα του χρονικού διαστήματος από Ιανουαρίου έως Δεκεμβρίου 2009, το συνολικό ποσό των 137.681€, πλέον τόκων και εξόδων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή, αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει, να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης.

Εξάλλου, από τα άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων που οφείλεται είναι ορισμένο.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων με τους τυχόν οφειλομένους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή και ότι σ’ αυτή πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη (ΑΠ 784/1994), στα οποία, σε περίπτωση ειδικής ή καθολικής διαδοχής στο πρόσωπο του αιτούντος ή του καθού η αίτηση, περιλαμβάνονται και τα απαιτούμενα προς τούτο νομιμοποιητικά έγγραφα.

Αν δεν προσκομισθούν στον αρμόδιο δικαστή το αργότερο πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής τα ανωτέρω έγγραφα, ο τελευταίος οφείλει, κατ’ άρθρο 628 παρ.1α ΚΠολΔ, να απορρίψει τη σχετική αίτηση ως απαράδεκτη. Εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του καθού η διαταγή, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.

Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της ουσιαστικής απαίτησης με τη βραδύτερη (μετά την έκδοση της διαταγής απόδοσης) προσαγωγή των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων. Έτσι το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, εάν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθού η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον στη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, η οποία δεν διαγνώσθηκε (ΟλΑΠ 10/97).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε τις διατάξεις περί βάρους απόδειξης. Ειδικότερα, προβάλλουν ότι με αυτή έγινε δεκτός λόγος ακύρωσης της διαταγής πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ως εκ της μη απόδειξης εκ μέρους τους της παθητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, ενώ, όσα αυτοί με την αίτησή τους κατά της αναιρεσίβλητης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής επικαλέστηκαν για την παθητική νομιμοποίηση της τελευταίας, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που προσκόμισαν, ήταν επαρκή για να θεμελιωθεί αυτή, δεδομένου και ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταβολή μέχρι τον Ιανουάριο 2009 των μισθωμάτων τους δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι αυτή ήταν που είχε υπεισέλθει στη μισθωτική σχέση (αρχή της εκ πρώτης όψεως απόδειξη), η οποία σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε στη δίκη της ανακοπής να αμυνθεί αμφισβητώντας την υπεισέλευσή της στη μισθωτική σχέση, πράγμα το οποίο δεν έκανε, αλλά ενέμενε στην επίκληση δήθεν δικονομικού απαραδέκτου της αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, που συνιστά δικονομική συμπεριφορά αντίθετη στην καλή πίστη (116 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα: "Με το από 9 Φεβρουαρίου 2006 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ των καθ’ ων η ανακοπή, ως εκμισθωτών, και των Γ.

Π., Ν. Π., Ε. Π. και Α. Σ., ως μισθωτών, οι πρώτοι εκμίσθωσαν στους τελευταίους το υπό στοιχεία Δ-2 κατάστημα, αποτελούμενο από ισόγειο, υπόγειο και πρώτο όροφο, επιφάνειας κυρίων χώρων 133,66 τ.μ. και βοηθητικών χώρων 41 τ.μ., στο οποίο ανήκει η αποκλειστική χρήση του ακαλύπτου χώρου, επιφάνειας 38,22 τ.μ., που βρίσκεται στη ...

Αττικής και επί των οδών ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τους μισθωτές ως καφέ μπαρ, εστιατόριο ή οποιαδήποτε άλλη παρεμφερής χρήση που θα προσφέρει υπηρεσίες εστίασης. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε δωδεκαετής, αρχομένη από 10-2-2006 και λήγουσα στις 9-2-2018, το δε μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 8.000 € για το πρώτο έτος της μίσθωσης, των 9.000 € για το δεύτερο έτος, των 10.000 € για το τρίτο έτος, των 11.000 € για το τέταρτο έτος και των 17.500 € για το πέμπτο έτος της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο στη συνέχεια ετησίως κατά ποσοστό ίσο με την αύξηση του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, πλέον δύο ποσοστιαίων μονάδων, επί του καταβαλλόμενου μισθώματος του αμέσως προηγούμενου έτους, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου από ποσοστό 3,6% και του συμπληρωματικού φόρου από ποσοστό 1,5%, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβάλλεται το πρώτο τριήμερο κάθε μήνα.

Με τον 4° όρο του μισθωτηρίου ορίστηκε ότι οι μισθωτές δικαιούνται να χρησιμοποιούν το μίσθιο για τη συμφωνηθείσα χρήση, συστήνοντας προς τούτο οποιασδήποτε μορφής εταιρία. Με την υπογραφή του συμφωνητικού παραδόθηκε η χρήση του μισθίου στους μισθωτές, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό που συμφωνήθηκε.

Οι εκμισθωτές και ήδη καθ’ ων η ανακοπή, με την από 11-1-2010 αίτησή τους προς το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά της ήδη ανακόπτουσας εταιρίας με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", ως μισθώτριας, ζήτησαν την έκδοση διαταγής πληρωμής μισθωμάτων, επικαλούμενοι ότι η ως άνω εταιρία, η οποία συστήθηκε από τους αρχικούς μισθωτές, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 του μισθωτηρίου, και υπεισήλθε ως μισθώτρια στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της σύμβασης μίσθωσης, μολονότι έκανε ακώλυτη χρήση του μισθίου, δεν κατέβαλε από δυστροπία τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από Ιανουαρίου έως και Δεκεμβρίου 2009, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου και του συμπληρωματικού φόρου, συνολικού ποσού 137.681€.

Με την πιο πάνω αίτηση οι εκμισθωτές επικαλέστηκαν, προς απόδειξη της αξίωσής τους για την έκδοση διαταγής πληρωμής, το από 9-2-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτών και των αρχικών μισθωτών, τον 4° όρο του μισθωτηρίου, με τον οποίο προβλέπεται η δυνατότητα των μισθωτών να συστήσουν εταιρία και ότι, σε εκτέλεση του όρου αυτού, οι μισθωτές συνέστησαν την εταιρία με την επωνυμία "...

Ε.Π.Ε.", η οποία υπεισήλθε ως μισθώτρια στη μισθωτική σχέση. Οι εκμισθωτές, όμως, κατά την υποβολή της αίτησής τους, δεν επικαλέστηκαν, ούτε προσκόμισαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, αντίγραφο του συμβολαιογραφικού εγγράφου σύστασης της καθ’ ης η αίτηση και ήδη ανακόπτουσας εταιρίας και των σχετικών δημοσιεύσεων στο ΦΕΚ, τεύχος Α.Ε.

και Ε.Π.Ε., δηλαδή το έγγραφο που αποδείκνυε την υπεισέλευση στη μισθωτική σχέση της πιο πάνω εταιρίας ως μισθώτριας και συνεπώς την παθητική νομιμοποίηση αυτής ως καθ’ ης η αίτηση έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Εξάλλου, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, το δικαστήριο, που δικάζει επί της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, επανεκτιμά μόνο τα έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά την υποβολή της αίτησης για έκδοση αυτής και δεν επιτρέπεται να ερευνήσει και να αποφανθεί με βάση νέα, το πρώτον προσκομιζόμενα στη δίκη επί της ανακοπής, αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, δεν συνέτρεχε η απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 626 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την έγκυρη έκδοση διαταγής πληρωμής, διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της υπεισέλευσης της καθ’ ης η αίτηση στη μισθωτική σχέση και του χρόνου που αυτή έλαβε χώρα, ώστε να κριθεί εάν τα επίδικα μισθώματα εμπίπτουν στο χρόνο που αυτή είχε την ιδιότητα της μισθώτριας και εντεύθεν την υποχρέωση για την καταβολή των μισθωμάτων...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο στη συνέχεια δέχτηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοδικείου, που είχε δεχτεί τα αντίθετα και είχε απορρίψει ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, με τον οποίο η ανακόπτουσα ζήτησε την ακύρωση της διαταγής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, κατά τα ανωτέρω, δέχτηκε την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, δεδομένου ότι, για να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του, δέχτηκε, ότι οι αναιρεσείοντες, κατά την υποβολή της αίτησης, αρκέστηκαν μόνο στην επίκληση, ότι οι μισθωτές συνέστησαν, σύμφωνα με όρο της μισθωτικής σύμβασης, την αναιρεσίβλητη και ότι έτσι αυτή υπεισήλθε στη θέση της μισθώτριας, χωρίς όμως, αν και ήταν υπόχρεοι κατά νόμο, να επικαλεστούν και να προσκομίσουν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής έγγραφα, που αποδείκνυαν την υπεισέλευση αυτής στη μισθωτική σχέση ως μισθώτριας και συνεπώς την παθητική νομιμοποίησή της ως καθ’ ης η αίτηση έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, όπως θα μπορούσε, σημειωτέον, να ήταν το νομίμως δημοσιευμένο καταστατικό της σύστασής της ή ακόμη και έγγραφες αποδείξεις καταβολής εκ μέρους της μισθωμάτων μέχρι τον Ιανουάριο 2009, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη, ότι τα έγγραφα αυτά και μόνον το δικαστήριο επανεκτιμά για να κρίνει, εάν συνέτρεχαν ή όχι οι διαδικαστικές προϋποθέσεις έκδοσης της διαταγής πληρωμής και δεν επιτρέπεται να ερευνήσει και να αποφανθεί με βάση νέα, το πρώτον προσκομιζόμενα στη δίκη της ανακοπής ή της έφεσης.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλουν την αιτίαση από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το προσκομισθέν υπ’ αριθ. .../10-3-2006 καταστατικό σύστασης της αναιρεσίβλητης από το οποίο προέκυπτε ότι το μίσθιο είχε εξ αρχής οριστεί ως έδρα της, το αντικείμενο της οποίας ήταν η εκμετάλλευση ζαχαροπλαστείου, εστιατορίου, κέντρου διασκέδασης κλπ και εντεύθεν η παθητική της νομιμοποίηση στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής μισθωμάτων.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι, όπως έχει αναφερθεί στη μείζονα σκέψη, το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής μισθωμάτων ή την έφεση, εάν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της, δεν αποδεικνύεται, πέραν από την απαίτηση και το ποσό της, και το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη, ώστε να νομιμοποιούνται αυτά είτε ενεργητικά είτε παθητικά, δεν μπορεί να διαγνώσει τα στοιχεία αυτά, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στο δικαστή, που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον στη δίκη της ανακοπής ή της έφεσης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν περιέχει αιτιολογίες, άλλως δεν περιέχει επαρκείς αιτιολογίες επί του προταθέντος ισχυρισμού τους περί δικονομικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης αντίθετης στην καλή πίστη (116 ΚΠολΔ), αναφορικά με την ανακοπή της για ακύρωση της διαταγής πληρωμής, δίχως παράλληλη αμφισβήτηση της παθητικής νομιμοποίησής της.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς. Ειδικότερα, αφού δέχτηκε την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκανε δεκτή την ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, λόγω όμως διαδικαστικού απαραδέκτου, συνισταμένου στη μη έγκαιρη προσαγωγή των απαιτουμένων εγγράφων από τα οποία να αποδεικνύεται η υπεισέλευση της αναιρεσίβλητης στη μισθωτική σχέση και εντεύθεν η παθητική νομιμοποίησή της ως καθής η αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής μισθωμάτων.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, σύμφωνα με τα άρθρα άρθ. 176, 183, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-2-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4362/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00€) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ