Legislator Giurisprudenza & Legislazione
913/2021 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on commercial contract breach where lower court properly assessed all evidence.

Numero d'incarto 913/2021
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a commercial contract dispute. The appellants argued the lower court erred in evaluating evidence, specifically a bank letter and a cancelled check, claiming the court failed to consider them. The court found this argument baseless because the lower court explicitly stated it had examined all documents submitted by both parties, including those cited by the appellants, before forming its judgment.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; Article 495 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellate court fails to consider evidence already lawfully submitted, provided the lower court has explicitly confirmed its review of the entire evidentiary record.

Parole chiave

Generato dall'IA
commercial contract breach evidence assessment appellate review bank letter evidence cancelled check validity lower court discretion dismissal of appeal recesso dal contratto

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 11g of Article 559 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 913 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 913/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Γ. του Ν., κατοίκου ... και 2) Φ. συζύγου Ν. Γ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σουβλή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Θ. του Χ. και 2) Α. Θ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2433/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4863/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-11-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι : 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.

Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό/ ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (Ολ.

Α.Π. 6/2003, Α.Π.661/2015, ΑΠ 1910/2009, 1937/2006, 1561/2004, 1284/11, 1092/2013). Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι εδώ αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά των νύν αναιρεσειόντων αγωγή διαρρήξεως ισχυριζόμενοι ότι ο πρώτος εξ αυτών μεταβίβασε με χαριστική δικαιοπραξία στη δεύτερη (μητέρα του) το σύνολο των εμφανών περιουσιακών του στοιχείων, καθιστάμενος του λοιπού αφερέγγυος προς βλάβη των δανειστών του εναγόντων, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της γεγεννημένης κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης απαίτησή τους κατά τα περιστατικά που ειδικότερα εκθέτουν στην αγωγή.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 2433/2014 απόφασή του δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή. Οι εναγόμενοι άσκησαν έφεση. Το Εφετείο με την 4863/2018 απόφασή του απέρριψε την ως άνω έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως οι εναγόμενοι -εκκαλούντες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, που επαναφέρεται προς συζήτηση κατόπιν ματαιώσεως στη δικάσιμο της 25-5-2020 με την από 4-6-2020 κλήση των αναιρεσειόντων, η οποία θα ερευνηθεί ως προς τους επί μέρους λόγους της ερήμην των αναιρεσιβλήτων σα να ήταν αυτοί παρόντες, αφού από τις με αριθμούς 10749Ε,10750Ε/16-3-2020, 11018Ε, 11019Ε/26-6-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Ε.

Α. προκύπτει ότι επιδόθηκε στους τελευταίους με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Οι ενάγοντες με τον Γ. Σ. συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...", με έδρα την … και αντικείμενο αυτής τη λειτουργία και εκμετάλλευση καταστημάτων - κέντρων αναψυχής και διασκέδασης, δυνάμει του από 28-7-1991 ιδιωτικού συμφωνητικού, δημοσιευθέντος στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθ. .../1991 (βλ ιδίως το από 28-12-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης ομόρρυθμης εταιρείας, που δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθ. 3894=α /1993).

Στη συνέχεια, δυνάμει του από 20-12-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης της ομόρρυθμης εταιρείας "....", νόμιμα καταχωρηθέντος στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθ…./21-12-2004, αποχώρησε από την εν λόγω εταιρεία ο Γ. Σ. και εισήλθε ο πρώτος εναγόμενος αγοράζοντας ποσοστό 50%. Ως εκ τούτου, οι ενάγοντες ετύγχαναν συνέταιροι - ομόρρυθμοι εταίροι με τον πρώτο εναγόμενο και ήδη, πρώτο εκκαλούντα στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία είχε έδρα το ...

και μόνο αντικείμενο την εκμετάλλευση της επιχείρησης- καφετέριας "...", συμμετέχοντας με ποσοστό 49% ο πρώτος ενάγων, 1% ο δεύτερος ενάγων. Κατόπιν, δυνάμει του από 31-10-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης επιχείρησης - ρύθμισης οικονομικών, που συνήφθη μεταξύ του πρώτου ενάγοντος (ο οποίος ενεργούσε ατομικά.

αλλά και για λογαριασμό του δευτέρου ενάγοντος) και του πρώτου εναγομένου, οι ενάγοντες πώλησαν στον τελευταίο τα ως άνω ποσοστά τους στην εν λόγω επιχείρηση, αντί συνολικού τιμήματος 150.000,00 ευρώ (το οποίο αντιστοιχούσε σε 147.000,00 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και σε 3.000,00 ευρώ για το δεύτερο ενάγοντα) και δυνάμει του από 20-11-2008 συμφωνητικού τροποποιητικού της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας, νόμιμα καταχωρηθέντος στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθ.

…./2008, ο πρώτος ενάγων μεταβίβασε το εταιρικό του μερίδιο κατά το ποσοστό 39% στον πρώτο εναγόμενο και κατά το ποσοστό 1%, κατόπιν αιτήματος του πρώτου εναγομένου για φορολογικούς λόγους, στον αδελφό του πρώτου εναγομένου, Κ. Γ. και ο δεύτερος ενάγων το εταιρικό του μερίδιο (ποσοστό 1%) στον πρώτο εναγόμενο.

Με το τελευταίο, δε, αυτό ιδιωτικό συμφωνητικό η ως άνω εταιρεία έγινε ετερόρρυθμη με την επωνυμία "...", της οποίας ομόρρυθμος εταίρος ήταν ο πρώτος εναγόμενος και ετερόρρυθμος εταίρος Κ. Γ.. Όπως προαναφέρθηκε, με το από 31-10-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό ορίστηκε το τίμημα της αγοραπωλησίας στο ποσό των 150.000,00 ευρώ, το οποίο θα κατέβαλε ο πρώτος εναγόμενος με την ανάληψη της υποχρέωσης να εξοφλήσει ο ίδιος όλες τις, ήδη, ανειλημμένες οικονομικές υποχρεώσεις της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρείας, τόσο κατά το ποσοστό, που βάρυναν τη δική του εταιρική μερίδα όσο και κατά το ποσοστό, που βάρυναν τις εταιρικές μερίδες των εναγόντων, καθώς και της υποχρέωσης να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα - ατομικά στον ίδιο και ως εκπρόσωπο, του δεύτερου ενάγοντος - το ποσό των 57.219,50 ευρώ, Ως εγγύηση, δε, για την τήρηση αυτών των συμφωνηθέντων, ο πρώτος εναγόμενος εξέδωσε τραπεζικές επιταγές, που παρέδωσε στον πρώτο ενάγοντα, ήτοι : 1) την υπ' αρ ...

επιταγή της τράπεζας "...", ποσού 42.662,00 ευρώ, χωρίς ημερομηνία πληρωμής, ως εγγύηση για την πληρωμή των χρεών της ομόρρυθμης εταιρείας προς το IΚΑ, το ΤΕΒΕ, τον Δήμο, την εφορία και το λογιστή, την οποία όμως ο πρώτος ενάγων υποχρεούτο να μην κυκλοφορήσει και να την επιστρέψει στον πρώτο εναγόμενο, αφότου ο τελευταίος προέβαινε στην εξόφληση των εν λόγω χρεών, 2) την υπ'αρ. ...

επιταγή της τράπεζας "...", ποσού 6.500,00 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 30-11-2008, την υπ'αρ. ... επιταγή της τράπεζας "...", ποσού 5.000,00 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 30-12-2008, την υπ' αρ. ... επιταγή της τράπεζας "...", ποσού 3.425,00 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 31-1-2009, την υπ' αρ. ... επιταγή της τράπεζας "...", ποσού 3.560,00 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 31-1-2009, την υπ' αρ. ...

επιταγή της τράπεζας "...", ποσού 7.500,00-ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 31-3-2009 και την υπ' αρ. ... επιταγή της τράπεζας "...", ποσού 7.500,00 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 31-3-2009,-ως εγγύηση για την πληρωμή των χρεών της ομόρρυθμης εταιρείας προς τρίτους προμηθευτές της. Επίσης, ο πρώτος ενάγων δανείστηκε επ' ονόματί του από τράπεζες, κατόπιν προηγούμενης συμφωνίας με το δεύτερο ενάγοντα και τον τρίτο εναγόμενο, και συγκεκριμένα, συνήψε σύμβαση δανείου με την "..." και συμβάσεις πίστωσης με την "..." και την "..." δαπάνησε, δε, το συνολικό ποσό δανείου - πιστώσεων που ανήλθε σε 74.273,00 ευρώ αποκλειστικά και μόνον, προς το σκοπό της κάλυψης των άμεσων υποχρεώσεων της εν λόγω εταιρείας.

Ως εγγύηση, δε, για την εξόφληση και αυτού του ποσού, που είχε- αναλάβει ο πρώτος εναγόμενος, εξέδωσε (ο τελευταίος) την υπ' αρ. ... τραπεζική επιταγή της τράπεζας ..., ποσού 74.273,00ευρώ, χωρίς ημερομηνία πληρωμής, την οποία τραπεζική επιταγή απαγορευόταν-να κυκλοφορήσει ο πρώτος ενάγων, πλην της περιπτώσεως αθετήσεως τριών (3) μηνών των ανειλημμένων υποχρεώσεων από τον πρώτο εναγόμενο, καθόσον εκδόθηκε για εγγύηση ως προς την εξόφληση των παραπάνω χρεών από τον πρώτο εναγόμενο.

Περαιτέρω ο πρώτος εναγόμενος, ως εγγύηση για την εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος της παραπάνω, πώλησης επιχείρησης εξέδωσε την υπ' αρ. ... επιταγή της τράπεζας "...", ποσού 27.219,50 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 30-6-2009 και την υπ, αρ. ... επιταγή της ίδιας ως άνω τράπεζας "...", ποσού 30.000,00 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 30-7-2009.

Αποδείχθηκε, δε, ότι ο πρώτος εναγόμενος έχει καταβάλει ως μέρος του πιστωθέντος τιμήματος, μόνον, το ποσό των 27.219,50 ευρώ, όπως συνομολογούν, άλλωστε και οι ενάγοντες στην ένδικη αγωγή και σε ουδεμία άλλη καταβολή έχει προβεί, όσον αφορά τα παραπάνω χρέη, που ανέλαβε ο ίδιος να εξοφλήσει. Αντίθετα, ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι έχει εξοφλήσει και το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος, ήτοι το ποσό των 30.000,00 ευρώ, δεν αποδείχθηκε, αφού δεν προσκόμισε το σώμα της προαναφερομένης υπ' αρ. ...

επιταγής της τράπεζας "...", που είχε δοθεί, ως εγγύηση, αλλά ούτε και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η εν λόγω εξόφληση. Αλλά και από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε και ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η αμέσως ανωτέρω επιταγή αντικαταστάθηκε αρχικά με την υπ' αρ. ... επιταγή της τράπεζας "..." με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης αυτής την 30-9-2009, στη συνέχεια, δε, με την υπ'αρ ...

τραπεζική επιταγή της τράπεζας .... ποσού 30.000,00 ευρώ, με φερομένη ημερομηνία έκδοσης αυτής (μεταχρονολογημένη) την 30-12-2009, δεδομένου και του ότι ο μάρτυρας των εναγόντων κατέθεσε ενόρκως στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εντελώς αόριστα για την αντικατάσταση επιταγών, δίχως να αναφέρει σε ποίες ακριβώς επιταγές έγινε τυχόν αντικατάσταση.

Κατόπιν αυτού, για την ως άνω αιτία οι ενάγοντες είχαν απαίτηση σε βάρος του πρώτου εναγομένου ύψους 30.000,00 ευρώ, ήδη, γεννηθείσα από 31-10-2008, που ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση, δυνάμει του από 31-10-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, η οποία κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 30-7-2009 (δηλαδή, κατά το χρόνο έκδοσης της εν λόγω επιταγής) και η παραπάνω απαίτηση αντιστοιχεί, ανάλογα με την εταιρική μερίδα του καθενός από τους ενάγοντες, σε 29.400,00 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και σε 600,00 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα.

Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι ούτε η εξόφληση του προαναφερθέντος ποσού 74.273,00 ευρώ, έγινε από μέρους του πρώτου εναγομένου, για το οποίο ο πρώτος εναγόμενος είχε εκδώσει την υπ' αρ.... τραπεζική επιταγή της τράπεζας ..., ποσού 74.273,00 ευρώ, χωρίς ημερομηνία πληρωμής, την οποία τραπεζική επιταγή απαγορευόταν να κυκλοφορήσει ο πρώτος ενάγων, πλην της περιπτώσεως αθετήσεως τριών (3) μηνών των ανειλημμένων υποχρεώσεων από τον πρώτο εναγόμενο, καθόσον εκδόθηκε για εγγύηση, ως προς την εξόφληση των παραπάνω χρεών από τον πρώτο εναγόμενο, υποχρέωση, την οποία και πάλι αθέτησε ο πρώτος εναγόμενος και γι' αυτό του επιδόθηκε στις 16-7-2010 η από 15-7-2010 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση - όχληση - πρόσκληση του πρώτου ενάγοντος (σημειωτέον ότι είχε προηγηθεί και η από 18-2-2010 εξώδικη διαμαρτυρία - όχληση - πρόσκληση - δήλωση του πρώτου ενάγοντος, που επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο στις 18-2-2010) και τον καλούσε να καταβάλει το παραπάνω οφειλόμενο ποσό μέχρι τις 20-7-2010, άλλως θα έθετε ως ημερομηνία έκδοσης της αμέσως παραπάνω επιταγής την 21-7-2010, και για το λόγο αυτό ο πρώτος ενάγων με τη σύμφωνη γνώμη του δεύτερου ενάγοντος, έθεσε ως ημερομηνία έκδοσης της ως άνω επιταγής την 21-7-2010, την εμφάνισε στην τράπεζα ... (κατόπιν ρητής εξουσιοδότησης της πληρώτριας τράπεζας ...) στις 22-7-2010, αλλά δεν πληρώθηκε, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων.

Τελικά, οι ενάγοντες για την ως άνω αιτία είχαν απαίτηση σε βάρος του πρώτου εναγομένου ύψους 74.273.00 ευρώ, ήδη γεννηθείσα από 31-10-2008, που ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση, δυνάμει του από 31-10-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, η οποία κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 21-7-2010 (δηλαδή, κατά το χρόνο έκδοσης της υπ' αρ.... επιταγής) και η παραπάνω απαίτηση αντιστοιχεί, ανάλογα με την εταιρική μερίδα του καθενός από τους ενάγοντες, σε 72.787,54 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και σε 1.485,46 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων είχε παράλληλα και άλλες απαιτήσεις κατά του πρώτου εναγομένου, δυνάμει συναφθεισών μεταξύ τους ατύπων συμβάσεων ατόκων δανείων, που ζητούσε και ελάμβανε ο πρώτος εναγόμενος από τον πρώτο ενάγοντα, λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του να εξοφλήσει υποχρεώσεις του προς τρίτους ή λειτουργικές δαπάνες της εν λόγω επιχείρησης και γι' αυτό, ο πρώτος ενάγων του είχε δανείσει τμηματικά 7.500,00 ευρώ, 7.500,00 ευρώ, ενώ το Μάιο του έτους 2008, διαδοχικά, το ποσό 5.000,00 ευρώ και το ποσό επίσης 5.000,00 ευρώ).

Προς εξασφάλιση, δε, ο πρώτος εναγόμενος εξέδωσε:1) την υπ' αρ. ... τραπεζική επιταγή της τράπεζας ..., ποσού 7.500,00 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης αυτής (μεταχρονολογημένη) την 30-1- 2010, 2) την υπ' αρ. ... τραπεζική επιταγή της τράπεζας ..., ποσού 7.500,00 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης αυτής (μεταχρονολογημένη) την 28-2-2010, 3) την υπ' αρ. ...

τραπεζική επιταγή της τράπεζας "..." ποσού 5.000,00 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης αυτής μεταχρονολογημένη) την 30-11-2009 και 4) την υπ' αρ. ... τραπεζική επιταγή της τράπεζας "..., ποσού 5.000,00 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης αυτής (μεταχρονολογημένη) την 30-12-2009. Στη συνέχεια, ενόψει του ότι ο πρώτος εναγόμενος ουδέποτε κατέβαλε στον πρώτο ενάγοντα τα παραπάνω ποσά, εκδόθηκαν οι υπ' αρ. ...

και ... διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, δυνάμει των υπ' αρ.... και ... ως άνω τραπεζικών επιταγών, αντίστοιχα, που επιδόθηκε αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου αυτών στον πρώτο εναγόμενο στις 16-7-2010 (βλ. ιδίως τις υπ' αρ. 4966/16-7-2010 και 4967-16-20Ί0 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Θ. Λ.). Σημειωτέον ότι, δεν αποδείχθηκε πως οι ανωτέρω υπ.αρ. ... και ... επιταγές της τράπεζας ..., αντικατέστησαν τις υπ.αρ. ... και ... επιταγές της τράπεζας ..., αντίστοιχα, όπως ο πρώτος ενάγων ισχυρίστηκε, διότι οι δύο τελευταίες επιταγές δόθηκαν, ως εγγύηση για την εμπρόθεσμη από μέρους του πρώτου εναγομένου καταβολή των οφειλών της εταιρείας προς τρίτους πιστωτές της (βλ.

ιδίως το από 31-10-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό). Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι για τα ανωτέρω δύο ποσά των 5.000,00 ευρώ το καθένα, ο πρώτος ενάγων άσκησε αγωγή κατά του πρώτου εναγομένου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ.111/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή και επιδικάστηκαν στον πρώτο ενάγοντα τα ως άνω αιτούμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο από το χρόνο έκδοσης εκάστης των ανωτέρω σχετικών επιταγών, χωρίς την απόφαση αυτή να την έχει προσβάλει ο πρώτος εναγόμενος.

Κατόπιν αυτού, ο πρώτος ενάγων διατηρεί ατομικές απαιτήσεις σε βάρος του πρώτου εναγομένου : α) ποσού 7.500,00 ευρώ, γεννηθείσα, ήδη, στις 30-1-2010, οπότε ο πρώτoς εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση εξόφλησης της εκδοθείσας προς εξασφάλιση της σχετικής ως άνω επιταγής, αφού δεν προέκυψε ο ακριβής χρόνος σύναψης αυτής της δανειακής σύμβασης, β) ποσού 7.500,00 ευρώ, γεννηθείσα, ήδη, στις28-2-2010, οπότε ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση εξόφλησης της εκδοθείσας προς εξασφάλιση της σχετικής ως άνω επιταγής, γ) ποσού 10.000,00 ευρώ, γεννηθείσα, ήδη, από το Μάιο του 2008 και καταστάσα ληξιπρόθεσμη για το, μεν, ποσό των 5.000,00 ευρώ από 30-11-2009 (χρόνο έκδοσης της σχετικής ως άνω επιταγής) και για το άλλο ποσό των 5.000,00 ευρώ από 30-12-2009 (χρόνο έκδοσης της σχετικής ως άνω επιταγής).

Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αρ. .../23-12-2009 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρας Κούτρα - Δανίλη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό … ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, στη δεύτερη εναγομένη, (που τυγχάνει μητέρα του), την ψιλή κυριότητα ...

διαμερίσματος (επιφανείας 126,30 τ.μ ...), του πρώτου (Α)... ορόφου μίας οικοδομής ... σε οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, έκτασης 302,65 τ,μ., ... στο εγκεκριμένο σχέδιο του Δήμου ..., ... στην οδό ...,... (ακολουθεί λεπτομερής περιγραφή του διαμερίσματος, του οικοπέδου και των ορίων του), αντικειμενικής αξίας τόσο κατά το χρόνο μεταβίβασης όσο και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 87.724,82 ευρώ.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του υπ. αρ. …/25-2-2010 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρας Κούτρα - Δανίλη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφώγ του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ... με αριθμό ..., ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, στη δεύτερη εναγομένη - μητέρα του, την πλήρη κυριότητα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου των κάτωθι ακινήτων : 1) ...

τμήματος οικοπέδου (κάθετη ιδιοκτησία), έκτασης 156,19 τ.μ,, με ποσοστό συνιδιοκτησίας 27,01%εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο, έκτασης του όλου οικοπέδου 578,28 τ.μ, 2) μίας διώροφης οικοδομής, επιφανείας 33,60 τ.μ... σε τμήμα οικοπέδου ( κάθετη ιδιοκτησία), έκτασης 45,61 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας 7,89% εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο, έκτασης του όλου οικοπέδου 578,28 τ.μ .

Τα άνω ακίνητα βρίσκονται στη θέση ...... της Κοινότητας ... ... του Δήμου ... ... ... (ακολουθεί λεπτομερής περιγραφή των ακινήτων και των ορίων τους) και 3) αγρού, ... στη θέση "..." της περιφερείας ... του τότε Δήμου ..., έκτασης πέντε (5) στρεμμάτων, με τα σ' αυτό ελαιόδενδρα... (ακολουθεί περιγραφή των ορίων του).... Η αντικειμενική αξία, δε, των τριών ως άνω ακινήτων, τόσο κατά τον χρόνο μεταβίβασης όσο και κατά τον χρόνο άσκησης της κρινομένης αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 8.460,10 ευρώ (ητοι 7.352,10 ευρώ για κτίσμα και αγρό και 1.108,00 ευρώ για το τμήμα οικοπέδου).

Ενόψει όλων των ανωτέρω, προέκυψε ότι οι ενάγοντες είχαν την ιδιότητα του δανειστή και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, υπήρχαν οι σε βάρος του πρώτου εναγομένου απαιτήσεις τους, κατά τους ως άνω χρόνους μεταβίβασης των προαναφερόμενων ακινήτων, οι οποίες ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 127.187,54 (ήτοι 29.400,00 + 72.787,54 + 25.900,00) ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και στο συνολικό ποσό των 2.085,46 (ήτοι 600,00 + 1.485,46) ευρώ για το δεύτερο ενάγοντα, χωρίς να έχουν υπολογιστεί οι νόμιμοι τόκοι υπερημερίας επί αυτών των οφειλών.

Περαιτέρω, από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία ο χώρος της αγοράς των ακινήτων επλήγη ιδιαιτέρως, συνεπεία της επελθούσας οικονομικής κρίσης, συχνά, δε, η παρούσα εμπορική αξία των ακινήτων είναι κατώτερη ακόμα και αυτής της αντικειμενικής τους αξίας, το Δικαστήριο οδηγείται σε κρίση ότι η εμπορική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγή ς (7-3-2013) ανερχόταν στις ίδιες ως άνω τιμές.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, με την επίδοση αυτής στις 2-11-2010, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας του ανωτέρω διαδίκου (πρώτου εναγομένου) και συνακόλουθα, η διάγνωση της αφερεγγυότητάς του και του προσδιορισμού της βλάβης των εναγόντων, δεν είχε άλλη εμφανή ακίνητη περιουσία, που να είναι επαρκής για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των εναγόντων.

Σημειωτέον ότι, στην πραγματικότητα ο πρώτος εναγόμενος, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, είχε μεταβιβάσει όλη την ακίνητη περιουσία του, προς τη μητέρα του, ήτοι τη δεύτερη εναγομένη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η επίδικη απαλλοτρίωση έγινε, με σκοπό τη βλάβη των εναγόντων και προκειμένου να αποστερηθεί της δυνατότητας να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τους, την ύπαρξη των οποίων, άλλωστε, ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε.

Οι ισχυρισμοί δε, των εναγομένων περί μη ύπαρξης πρόθεσης βλάβης των εναγόντων από μέρους του πρώτου εναγομένου, αφού ο τελευταίος δεν έκανε τις παραπάνω μεταβιβάσεις, με σκοπό να ματαιωθεί η ικανοποίηση των απαιτήσεων των εναγόντων, αλλά με αποκλειστικό σκοπό την επίτευξη τραπεζικού δανεισμού παρέχοντας, ως εμπράγματη ασφάλεια, τα ως άνω ακίνητα η δεύτερη εναγομένη, προκειμένου να εξοφλήσουν, τόσο ο πρώτος εναγόμενος όσο και ο πατέρας αυτού - σύζυγος της δεύτερης εναγόμενης Ν.

Γ. τις ανειλημμένες οικονομικές τους υποχρεώσεις, αλλά λόγω κακής οικονομικής συγκυρίας η χορήγηση δανείου δεν επήλθε, δεν ασκούν επιρροή στην ως άνω κρίση του παρόντος δικαστηρίου, καθώς το τελευταίο (...) δεν πείστηκε ότι αυτός ήταν ο αποκλειστικός λόγος για τη σύναψη των επιδίκων χαριστικών δικαιοπραξιών, αφού ο πρώτος εναγόμενος αποξενώθηκε πλήρως από κάθε εμφανή ακίνητη περιουσία του, γνωρίζοντας τα παραπάνω χρέη του, ενώ άλλωστε θα μπορούσε ο ίδιος να δώσει, ως εμπράγματη ασφάλεια τα επίδικα ακίνητα στην τράπεζα, για να λάβει ο ίδιος δάνειο, χωρίς να έχει προβεί στις εν λόγω μεταβιβάσεις, οι οποίες, άλλωστε, είχαν και διάφορα, επιπλέον, έξοδα (συμβολαιογραφικά, εφορίας).

Εξ άλλου, ενόψει της χαριστικής αιτίας των εν λόγω δικαιοπραξιών του πρώτου εναγομένου προς τη δεύτερη εναγομένη -μητέρα του, δεν απαιτείται γνώση της τελευταίας, ως προς την πρόθεση του πρώτου εναγομένου και ως προς το δόλο αυτού προς βλάβη των εναγόντων. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, συντρέχει περίπτωση να διαρρηχθούν οι προαναφερόμενες απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες, στο σύνολό τους, για την ικανοποίηση των επιδίκων απαιτήσεων των εναγόντων, καθόσον τα ποσά αυτών είναι μεγαλύτερα από το ποσό της αξίας των παραπάνω απαλλοτριωθέντων περιουσιακών στοιχείων, κατά την άσκηση της αγωγής...".

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας (αφού συμπλήρωσε τις αιτιολογίες της) την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή.

Οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση της " εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 939 ΑΚ ως προς την ιδιότητα του πρώτου ενάγοντος ως δανειστή του πρώτου εναγόμενου, διότι από τις παραδοχές της προκύπτει ότι η εκ τμηματικών συμβάσεων δανείου απαίτηση των 20.000 ευρώ (7.500, 7.500 και 5.000 ευρώ) δεν ήταν γεγενημένη και ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο κατάρτισης (23-12-2009) της φερόμενης ως απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας".

Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν σε σχέση με την κατάρτιση των ανωτέρω επί μέρους συμβάσεων σε χρόνο προγενέστερο της επίμαχης απαλλοτρίωσης, πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άνω άρθρου 939ΑΚ περί της ύπαρξης απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένης κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, και συνεπώς το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη συγκεκριμένη διάταξη.

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο κατά το πρώτο μέρος του, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε ομοίως στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι προσέφυγε στην εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ σε σχέση με τον όρο 3 του από 31-10-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης επιχείρησης χωρίς προηγουμένως να διαπιστώσει ρητώς κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενό του", κατά δε το δεύτερο μέρος του (επικουρικά) προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι "διαπιστώνοντας εμμέσως κενό και ασάφεια στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό ως προς το ζήτημα της χορήγησης πληρεξουσιότητας από τον πρώτο εναγόμενο στον πρώτο ενάγοντα προς συμπλήρωση της εγχειρισθείσας (ως εγγύηση για την εξόφληση του τιμήματος πώλησης της επιχείρησης) "λευκής" επιταγής κατά το ελλείπον στοιχείο της ημερομηνίας έκδοσης, προέβη εσφαλμένα σε συμπλήρωσή του, εφαρμόζοντας σιγή τους άνω ουσιαστικούς κανόνες των άρθρων 173, 200ΑΚ".

Ο λόγος αυτός κατ' αμφότερα τα μέρη του τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση ότι το Εφετείο προσέφυγε στην εφαρμογή των ως άνω κανόνων.

Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο τέλος, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος την από 19-2-2013 επιστολή της τράπεζας ... και του φωτοτυπικού αντιγράφου της ακυρωθείσας τραπεζικής επιταγής ...

ποσού 30.000 ευρώ που νόμιμα με επίκληση προσκομίστηκαν ενώπιόν του προς απόδειξη του περί εξοφλήσεως ισχυρισμού τους. Ωστόσο από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή διαβεβαίωση του δικαστηρίου με ρητή αναφορά όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο άνω πόρισμά του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη " ...και όλα γενικά τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως μερικά από αυτά αναφέρονται ιδιαίτερα παρακάτω, χωρίς να παραληφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς...", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης στην οποία μάλιστα γίνεται ειδική μνεία ότι "δεν προσκομίσθηκε σε σχέση με τον περί εξοφλήσεως ισχυρισμό το σώμα της επίμαχης επιταγής που είχε δοθεί ως εγγύηση, αλλά ούτε και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η εν λόγω εξόφληση..." δεν γεννάται οιαδήποτε αμφιβολία ότι το Εφετείο για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της ύπαρξης ληξιπρόθεσμης και γεγενημένης κατά τον κρίσιμο χρόνο απαίτησης των εναγόντων- αναιρεσιβλήτων έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το σύνολο των προαναφερομένων εγγράφων, πέραν του ότι δεν είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις των εναγομένων -αναιρεσειόντων κρίση του.

Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Έξοδα λόγω της ήττας των αναιρεσειόντων δεν θα επιβληθούν σε βάρος τους, αφού οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ερημοδικίας τους δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-11-2018 αίτηση των : 1. Γ. Γ., 2. Φ. Γ. για αναίρεση της με αριθμό 4863/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ