Supreme Court dismisses appeal where new evidence was submitted after the second-instance hearing concluded.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the second-instance judgment regarding a labor dispute. The appellant attempted to introduce a board report proving the employer's financial weakness as a defense, but submitted it after the hearing ended. The court ruled this procedural violation rendered the evidence inadmissible under the Code of Civil Procedure.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 648 and 652 of the Civil Code; Articles 237, 270, 591, 524, 670, 674 of the Code of Civil Procedure: Evidence submitted after the conclusion of the second-instance hearing to prove a claim already argued is inadmissible.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 913 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 913/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Δ. Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Της αναιρεσίβλητης : "Συνεταιριστικής Τράπεζας Ιωαννίνων Συν. Π.Ε.Ο. Στόχος", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Εμμανουήλ Καπελλίδη και Ευάγγελο Μαργώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 546/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 190/2004 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 28 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 και των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ συνάγεται ότι μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης, χωρίς τη συγκατάθεση του εργαζομένου, επιχειρεί τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, τον νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησης.
Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημία. Όταν η μονομερής μεταβολή γίνεται σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως ή του νόμου, αλλά καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος υπάρχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.
Ειδικότερα ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας, που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε υπάρχει κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος.
Και αυτό γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του, κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό με την του άρθρου 288 ΑΚ προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για τον μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί, κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός μπορεί:
α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων.
Eξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 669 παρ. 2 ΑΚ, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του μισθωτού. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, οπότε η καταγγελία, εφόσον έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μη έγινε (άρθρο 174, 180 ΑΚ).
Τέτοια κατάχρηση του δικαιώματος καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη δεν συντρέχει, όταν η καταγγελία δικαιολογείται από τα καλώς νοούμενα συμφέροντά του, όπως συμβαίνει όταν έγινε για συμπεριφορά του μισθωτού που δημιουργεί προβλήματα στην ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του και στις ανάγκες της επιχείρησης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, που αρχικά λειτουργούσε ως αναπτυξιακός αστικός συνεταιρισμός, λειτουργεί από το έτος 1993, με την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ως συνεταιριστική Τράπεζα, στην πόλη των Ιωαννίνων, όπου διαθέτει ένα μόνο κατάστημα, στο οποίο καθήκοντα διευθυντή ασκούσε μέχρι την απόλυσή του (1.10.2001) ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, που είχε προσληφθεί από την εναγομένη στις 4.11.1983, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως διευθυντής του καταστήματός της.
Με βάση τον εσωτερικό κανονισμό της εναγομένης, που καταρτίσθηκε και εγκρίθηκε με την 27/28.5.1998 απόφαση του ΔΣ της, σύμφωνα με το καταστατικό της, ο διευθυντής, εκτός των άλλων αρμοδιοτήτων και καθηκόντων του, που αναφέρονται στον εσωτερικό κανονισμό, εκπροσωπεί το ΔΣ έναντι του προσωπικού της Τράπεζας και έχει την ευθύνη της εφαρμογής και εκτέλεσης των αποφάσεών του και της κείμενης νομοθεσίας σχετικά με τη λειτουργία της Τράπεζας, καθώς και την ευθύνη της εποπτείας της δράσης του καταστήματος και των ενεργειών του προσωπικού, υπόκειται δε σε όλους τους κανόνες που ισχύουν για το λοιπό προσωπικό και αναφέρεται και υπόκειται αμέσως στο διοικητικό συμβούλιο.
Μεταξύ των τραπεζικών εργασιών της εναγομένης περιλαμβάνονται και οι πιστοδοτήσεις προς τα μέλη της. Οι εφαρμοστέες διατυπώσεις και οι λειτουργικοί κανόνες επί των πιστοδοτήσεων, καθώς και η διαδικασία εσωτερικού ελέγχου αυτών, προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό, τον κανονισμό πιστοδοτήσεων και τις εκάστοτε εγκυκλίους του ΔΣ, την ευθύνη της εφαρμογής και της εκτέλεσης των οποίων φέρει ο διευθυντής του καταστήματος.
Επίσης, κατά τον εσωτερικό κανονισμό, ο διευθυντής μετέχει και στη διαδικασία έγκρισης των χρηματοδοτήσεων, ήτοι προεδρεύει στο συμβούλιο χορηγήσεων του καταστήματος, που αποτελεί το πρώτο εγκριτικό κλιμάκιο αποδοχής ή απόρριψης αίτησης χρηματοδότησης συνεταίρων, είναι μέλος του δεύτερου εγκριτικού κλιμακίου χορηγήσεων και εισηγητής σε θέματα χορηγήσεων στο τρίτο εγκριτικό κλιμάκιο (ΔΣ), χωρίς όμως δικαίωμα ψήφου.
Η εναγομένη είχε συνάψει με την εταιρία "Β. Μ. - Δ Μ. ΟΕ ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΚΤΙΚΗ", μέλος αυτής, δύο συμβάσεις πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό. Η πρώτη σύμβαση (...) ήταν ποσού 2.240.000 δραχμών, για την αγορά από την πιστούχο 24 μετοχών. Το δάνειο αυτό, επειδή δεν πληρώθηκε καμία δόση, κατέστη ληξιπρόθεσμο από 15.01.1999 και στις 3.5.2000 έγινε συμψηφισμός των μετοχών με το υπόλοιπο του δανείου.
Η δεύτερη σύμβαση (...) εγκρίθηκε αρχικά για ποσό 30.000.000 δραχμών και στη συνέχεια το όριο αυτό με τις 23/21.7.1997, 37/22.12.1997, 15/15.12.1998 αποφάσεις του ΔΣ αυξήθηκε σε 50.000.000, 60.000.000 και 160.000.000 δραχμών αντίστοιχα, ενώ με την 27/8.6.1999 απόφαση του ΔΣ το όριο μειώθηκε σε 100.000.000 δραχμές. Κατά τη λειτουργία της σύμβασης αυτής έγιναν παραβάσεις ως προς την τήρηση των όρων του κανονισμού πιστοδοτήσεων, των σχετικών ως άνω εγκριτικών αποφάσεων του ΔΣ και των όρων με τους οποίους εγκρίθηκαν τα νέα όρια χορηγήσεων προς την πιστούχο.
Συγκεκριμένα, έγιναν υπερβάσεις των εγκριτικών όρων για χρήση ορίου πάνω από το οριζόμενο με επιταγές προς εξασφάλιση πελατείας ευρείας διασποράς πλέον περιθωρίου 20%, καθώς και του κανονισμού πιστοδοτήσεων, καθόσον έγιναν υπερβάσεις των εγκεκριμένων ορίων κάτω του 10%, χωρίς ομόφωνη έγκριση του πρώτου εγκριτικού κλιμακίου, όπως προβλέπει ο κανονισμός πιστοδοτήσεων, αλλά και άνω του 10% του εγκεκριμένου ορίου χρηματοδότησης, που απαγορεύονται από τον κανονισμό πιστοδοτήσεων, ο οποίος επιτρέπει υπερβάσεις μόνο έως 10% και αυτό με προϋποθέσεις, όπως η μη ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών ή η μη ύπαρξη προβλήματος συνεργασίας με τον συνεταίρο - πιστούχο.
Επίσης, δεν τηρήθηκε ο εγκριτικός όρος να καλύπτεται η χρήση ορίου πάνω από 25.000.000 δραχμές με επιταγές πελατείας ευρείας διασποράς πλέον περιθωρίου 20%. Μάλιστα από 22.12.1997 και εφεξής υπήρξε πάντοτε έλλειμμα επιταγών, το οποίο σταδιακά έφθασε σε τέτοια επίπεδα, ώστε το δάνειο παρέμενε παντελώς χωρίς εξασφαλίσεις.
Επιπλέον, ενώ υπήρξε αδυναμία πληρωμής κατά τη λήξη (11.12.1999) της ... εγγυητικής επιστολής, ποσού 55.000.000 δραχμών, που χορηγήθηκε υπέρ της πιστούχου προς την Εμπορική Τράπεζα, παρατάθηκε η ισχύς της μέχρι 30.1.2000 (η σχετική από 28.12.1999 επιστολή προς την Εμπορική Τράπεζα υπογράφεται από τον ενάγοντα και τον προϊστάμενο χορηγήσεων Μ.
Ζ.), χωρίς να ενημερωθεί σχετικά το ΔΣ, ενώ δεν έγινε σχετική ενημέρωση ούτε του βιβλίου μητρώου εγγυητικών επιστολών και των λογιστικών βιβλίων. Κατά τη, μετά την παράταση, λήξη της εγγυητικής επιστολής εκταμιεύθηκε για την πληρωμή της, αλλά και για την εξόφληση τόκων του δανείου, το ποσό των 60.800.000 δραχμών.
Επίσης, κατά τις αιτήσεις προς το ΔΣ για αύξηση ή τροποποίηση των ορίων χρηματοδότησης δεν ενημερώθηκε το εγκριτικό κλιμάκιο ΔΣ ότι ο πελάτης δεν πρόσφερε τις απαιτούμενες εξασφαλίσεις ούτε ότι υπήρχε ληξιπρόθεσμο τοκοχρεωλυτικό δάνειο από 15.1.1999 και δεν υπήρξε ενημέρωση του φακέλου με την απόφαση του ΔΣ στις 8.6.1999 για μείωση του ορίου σε 100.000.000 δραχμές.
Περαιτέρω, ενώ η ως άνω πιστούχος εξέδιδε, εν γνώσει και του ενάγοντος, ακάλυπτες επιταγές, γίνονταν αυτές δεκτές στον λογαριασμό του Σ. Π., για τη χορήγηση προς αυτόν δανείου και συγχρόνως, παρά την οικονομική αδυναμία της εκδότριας ανώνυμης εταιρείας να πληρώσει τις επιταγές ευκολίας που εξέδιδε για τον ανωτέρω πιστούχο, συνεχίζονταν οι χορηγήσεις προς την εταιρία, καθώς και η χορήγηση μπλοκ επιταγών μέχρι τις 14.4.2000.
Περαιτέρω, παρασχέθηκε πίστωση με αλληλόχρεο λογαριασμό στον Σ. Π., χωρίς να προκύπτει έγκριση της χορήγησης του δανείου, αφού κατά παράβαση του κανονισμού χρηματοδοτήσεων δεν είχε τηρηθεί πρωτόκολλο του πρώτου εγκριτικού κλιμακίου και δεν υπήρχαν υπογραφές των μελών του. Εξάλλου ενώ, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με απόφαση του ΔΣ, το ανώτατο όριο χρηματοδότησης, για το οποίο είχε αρμοδιότητα το πρώτο εγκριτικό κλιμάκιο, δεν υπερέβαινε τις 25.000.000 δραχμές, έγιναν υπερβάσεις αυτού, αφού γίνονταν συνεχώς χορηγήσεις ύψους 30.000.000 δραχμών, χωρίς καν να λαμβάνονται εξασφαλίσεις.
Ειδικότερα ενώ η αίτηση ορίου που κατέθεσε ο ως άνω πιστούχος ήταν για 10.000.000 δραχμές, για το οποίο μάλιστα δεν προέκυπτε έγκριση, εκταμιεύτηκε ποσό 84.000.000 δρχ., δηλαδή έγινε υπέρβαση του ορίου του ζητηθέντος δανείου κατά 74.000.000 δρχ. Τέλος, οι χορηγήσεις προς τον Σ. Π. γίνονταν με επιταγές ευκολίας της ως άνω πιστούχου εταιρίας, η οποία εμφάνιζε μεγάλο χρηματοδοτικό άνοιγμα στην εναγομένη και δεν εκπληρούσε τις απαιτούμενες εξασφαλίσεις ούτε είχε τη δυνατότητα πληρωμής των επιταγών που εξέδιδε, αφού επί μεγάλο χρονικό διάστημα εξέδιδε ακάλυπτες επιταγές, εν γνώσει και του ενάγοντος, ο οποίος υπέγραφε και ο ίδιος τα σχετικά τηλεομοιοτυπήματα προς την Ιονική Τράπεζα, ζητώντας συνεχώς τη μη σφράγιση και την επιστροφή των επιταγών, προς αντικατάσταση τους, οι οποίες παρόλα αυτά γίνονταν δεκτές στο λογαριασμό του Σ.
Π. και συνεχιζόταν η δανειοδότηση αυτού. Έτσι, στις 2.5.2000 και 27.4.2000 που έκλεισαν οριστικά οι σχετικοί λογαριασμοί της ως άνω πιστούχου και του Σ. Π., το χρεωστικό υπόλοιπο είχε φθάσει στις 203.898.151 και 84.379.448 δραχμές αντίστοιχα, ποσά τα οποία η εναγομένη δεν θα μπορέσει να εισπράξει, παρά την έκδοση της 128/11.4.2000 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων για το κατάλοιπο της πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό της ως άνω εταιρίας και της 117/2000 διαταγής πληρωμής για δύο επιταγές σε διαταγή του Σ.
Π., εκδόσεως της ως άνω πιστούχου εταιρίας, που σφραγίσθηκαν, συνολικού ποσού 60.000.000 δρχ., διότι τα περιουσιακά στοιχεία των ως άνω οφειλετών είναι ήδη βεβαρημένα με προηγούμενες υποθήκες υπέρ του Δημοσίου και άλλων Τραπεζών που υπερκαλύπτουν την αξία των ακινήτων. Έτσι, με τις ως άνω πράξεις και παραλείψεις, ήτοι τις ανεπίτρεπτες υπερβάσεις των ανώτατων επιτρεπόμενων ορίων χρηματοδότησης, τη συνέχιση χορηγήσεων, χωρίς τη λήψη των επιβαλλόμενων εξασφαλίσεων της εναγομένης με επιταγές πελατείας ελεγμένης φερεγγυότητας και ευρείας διασποράς, τις ανεπίτρεπτες εκταμιεύσεις για την πληρωμή οφειλόμενων τόκων και εγγυητικής επιστολής, τη μη ενημέρωση του ΔΣ για την οικονομική αδυναμία και τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πιστούχου εταιρίας, ώστε να περιοριστεί η ζημία και να μη εγκριθούν οι αυξήσεις των ορίων χρηματοδότησης, τη δανειοδότηση του Σ.
Π. χωρίς έγκριση και καθ' υπέρβαση και αυτού ακόμη του ζητηθέντος ποσού, χωρίς την παροχή ασφαλειών, αλλά με επιταγές ευκολίας, που δεν σφραγίζονταν κατά τη λήξη τους, κατά παράβαση του εσωτερικού κανονισμού, του κανονισμού πιστοδοτήσεων, των εγκυκλίων της Τράπεζας της Ελλάδος, των αποφάσεων του ΔΣ και του άρθρου 27 του Ν. 2076/1992, προκλήθηκε στην εναγομένη η ως άνω ζημία που βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις.
Ο ενάγων δεν αμφισβητεί το γεγονός της ύπαρξης αντικανονικών ενεργειών και υπερβάσεων στις ως άνω χρηματοδοτήσεις, οι οποίες προκύπτουν και από το σχετικό πόρισμα της οικείας επιτροπής ελέγχου, ισχυρίζεται όμως ότι για τα ελλείμματα δεν φέρει ευθύνη, διότι δεν είχε ανάμιξη στις πιστοδοτήσεις, οι οποίες υπάγονταν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του προϊσταμένου χορηγήσεων Μ.
Ζ. και του εσωτερικού ελεγκτή. Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού, ως διευθυντής του καταστήματος της εναγομένης και κατέχων την ανώτερη ιεραρχική θέση, η οποία προϋποθέτει ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο του, είχε, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό, αλλά και τις αρχές της καλής πίστης, την ευθύνη της παρακολούθησης και της εποπτείας και ελέγχου όλων των τραπεζικών εργασιών, ιδίως δε των μεγάλων χορηγήσεων που μπορούσαν να προκαλέσουν ζημία στην εναγομένη και προς επίτευξη των στόχων και επιδιώξεων της Τράπεζας, ήταν επιφορτισμένος με την εφαρμογή του εσωτερικού κανονισμού, του κανονισμού πιστοδοτήσεων, των εγκριτικών αποφάσεων του ΔΣ σχετικά με τα όρια και τις αναγκαίες ασφάλειες της τράπεζας, αλλά και με την εφαρμογή των οδηγιών, των εγκυκλίων και του νόμου, ασκώντας τα προσήκοντα για την εφαρμογή τους, καθώς και για τον έλεγχο και την εποπτεία των υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και του προϊσταμένου χορηγήσεων, ευθυνόμενος για τις ενέργειες του προσωπικού της εναγομένης.
Επίσης, λόγω της εμπιστευτικής θέσης που κατείχε, είχε την υποχρέωση να προασπίζεται τα συμφέροντα της εναγομένης και να ενημερώνει το ΔΣ αυτής για όλα τα εκκρεμή θέματα που θα μπορούσαν να επιφέρουν ανώμαλη εξέλιξη των πιστοδοτήσεων. Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων, όχι μόνο δεν έλαβε μέριμνα για την εφαρμογή και εκτέλεση των αποφάσεων του ΔΣ, των εγκυκλίων και των όρων του κανονισμού πιστοδοτήσεων, ασκώντας τον δέοντα έλεγχο και εποπτεία των υφισταμένων του, αλλά τελούσε και σε γνώση της ανώμαλης εξέλιξης των ως άνω πιστοδοτήσεων και της αδυναμίας των πιστούχων για την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, αφού ως διευθυντής υπέγραφε τα σχετικά έγγραφα και δεν ενημέρωνε το ΔΣ, ώστε να ληφθούν μέτρα προς περιορισμό της ζημίας, με συνέπεια να συνεχίζονται οι χορηγήσεις και να μεγαλώνει το χρηματοδοτικό άνοιγμα, χωρίς μάλιστα να υπάρχουν οι απαιτούμενες ασφάλειες.
Και ναι μεν η εναγομένη παρουσίαζε κενά και ελλείψεις στη συγκρότηση και στελέχωση της, όπως σημειώνεται και στο πόρισμα ελέγχου, το γεγονός όμως αυτό επέβαλε μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια εκ μέρους του ενάγοντος στην άσκηση των διευθυντικών του καθηκόντων. Στις 7.6.2001 το ΔΣ της εναγομένης αποφάσισε ομόφωνα ότι το πόρισμα της ως άνω επιτροπής ελέγχου αποτελεί θέση και απόφαση του, συγχρόνως δε αποφάσισε να κληθούν εγγράφως ο ενάγων και ο προϊστάμενος χορηγήσεων Μ.
Ζ.ς για να δώσουν εξηγήσεις επί του πορίσματος. Ακολούθως, κατά τη συνεδρίαση στις 24.7.2001, με την 113/24.7.2001 απόφαση του, αποφάσισε, ως έκφραση της μέγιστης δυνατής επιείκειας και μακροθυμίας και προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τον αντίκτυπο, τη διατήρηση του ενάγοντος και του Μ. Ζ. στο υπαλληλικό δυναμικό της Τράπεζας, αλλά με ιεραρχική και μισθολογική υποβάθμιση, για όσο διάστημα κρίνει επαρκές για την επανάκτηση της κλονισμένης εμπιστοσύνης στις ικανότητες τους.
Η μισθολογική υποβάθμιση ορίστηκε ότι θα συνίσταται στην κατάργηση των υπερσυμβατικών τους μισθών και στην εναρμόνιση των αποδοχών τους στο ύψος των συμβάσεων εργασίας που ισχύουν για το υπόλοιπο προσωπικό, η δε ιεραρχική υποβάθμιση ότι θα συντελεστεί με απόφαση του ΔΣ και ότι αν η απόφαση δεν γίνει δεκτή εγγράφως, το ΔΣ αποφασίζει από τώρα την απόλυση τους, με νεώτερη δε απόφασή του θα καθορίσει εάν οι προαναφερόμενοι υπάλληλοι της εναγομένης θα απολυθούν με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης ή χωρίς αποζημίωση, με παράλληλη προσφυγή της Τράπεζας στα αρμόδια δικαστήρια για τον καταλογισμό αστικών και ποινικών ευθυνών.
Επειδή ο ενάγων αρνήθηκε να παραλάβει απόσπασμα του σχετικού πρακτικού και να απαντήσει εγγράφως αν αποδέχεται την μισθολογική και ιεραρχική του υποβάθμιση, έλαβε δε από 26.7.2001 έως 28.8.2001 την κανονική άδεια και από 29.8.2001 έως 7.9.2001 και από 8.9.2001 έως 7.10.2001 αναρρωτικές άδειες, στις 11.9.2001 συνήλθε το ΔΣ και αποφάσισε να επιδοθεί με δικαστικό επιμελητή στον ενάγοντα η ως άνω 113/24.7.2001 απόφασή του και να δοθεί σ'αυτόν προθεσμία πέντε ημερών, προκειμένου να απαντήσει εγγράφως εάν αποδέχεται την ως άνω πρόταση, διαφορετικά, η άρνησή του να δώσει γραπτή απάντηση εντός της προθεσμίας αυτής, θα θεωρηθεί ως άρνηση αποδοχής.
Έτσι, στις 17.9.2001 κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα η 1551/17.9.2001 εξώδικη ειδοποίηση του προέδρου του ΔΣ, μαζί με τις 113/24.7.2001 και 118/11.9.2001 ως άνω αποφάσεις του ΔΣ. Ο ενάγων, με την από 24.9.2001 εξώδικη δήλωση του, που κοινοποιήθηκε την ίδια ημέρα στην εναγομένη, αρνήθηκε οποιαδήποτε επιλήψιμη πράξη ή παράλειψη, δεν αποδέχθηκε οποιαδήποτε μισθολογική και ιεραρχική υποβάθμιση, θεωρώντας αυτή ως παράνομη, αντισυμβατική, καταχρηστική και ως βλαπτική μεταβολή των εργασιακών του όρων.
Μετά την άρνηση του να αποδεχθεί την πρόταση τροποποίησης των όρων εργασίας, το ΔΣ αποφάσισε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, ποσού 8.619.645 δραχμών. Στις 1.10.2001 επιδόθηκε στον ενάγοντα η ... εξώδικη ειδοποίηση - καταγγελία, με απόσπασμα της ως άνω απόφασης του ΔΣ και το από 28.9.2001 έγγραφο υπολογισμού αποζημίωσης, συγχρόνως δε του παραδόθηκε και επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, εκδόσεως της εναγομένης, ποσού 8.619.645 δραχμών, όση και η νόμιμη αποζημίωσή του, την οποία και παρέλαβε.
Η πλημμελής, κατά τα άνω, άσκηση των καθηκόντων του ενάγοντος είχε ως συνέπεια τη διατάραξη της εργασιακής ειρήνης και τον κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του, που ειδικά στην προκειμένη περίπτωση καθίσταται εντονότερη, αφού η εναγομένη στο πρόσωπο του ως διευθυντή εμπιστεύθηκε την υλοποίηση των στόχων και επιδιώξεων της, την προάσπιση των συμφερόντων της με την επιμελή εφαρμογή και εκτέλεση των αποφάσεων των διοικούντων οργάνων της, καθώς και την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία του καταστήματός της, με την ανάθεση του καθήκοντος της επιμελούς διεύθυνσης, εποπτείας και ελέγχου του προσωπικού της.
Ενόψει αυτών, η προταθείσα δυσμενής τροποποίηση των όρων εργασίας του ήταν δικαιολογημένη, έγινε προς προστασία των συμφερόντων της εναγομένης και επιλέχθηκε από αυτή όχι προσχηματικά, αλλά ως το λιγότερο επαχθές μέσο, για την αποφυγή του έσχατου μέσου της απόλυσης του ενάγοντος. Η ίδια άλλωστε πρόταση μεταβολής των όρων εργασίας έγινε και στον προϊστάμενο χορηγήσεων Μ.
Ζ., ο οποίος την αποδέχθηκε και δεν απολύθηκε. Η καταγγελία που ακολούθησε την τροποποιητική πρόταση δεν έγινε εκδικητικά, αλλά ήταν συνέπεια της άρνησης του ενάγοντος να αποδεχθεί τη δικαιολογημένη μεταβολή των όρων εργασίας του. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την εμφάνιση του προβλήματος σχετικά με τις δύο ως άνω δανειοδοτήσεις (Απρίλιος 2000) μέχρι την υιοθέτηση, στις 7.6.2001, του πορίσματος από το ΔΣ (έκτοτε και μέχρι την καταγγελία δεν υπήρξε καθυστέρηση) δικαιολογείται από τη σοβαρότητα και πολυπλοκότητα της υπόθεσης και τις εσωτερικές και συλλογικές διαδικασίες της εναγομένης.
Σ' αυτό το διάστημα, ο ενάγων συνέχισε να απασχολείται και να παρέχει τις υπηρεσίες του από την ίδια θέση, όχι διότι δεν είχε κλονιστεί η σχέση εμπιστοσύνης, αλλά διότι δεν του είχαν ακόμη καταλογιστεί ευθύνες, οι οποίες του καταλογίστηκαν με την υιοθέτηση του πορίσματος από το ΔΣ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο -απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η σχετική αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης- έκρινε ότι η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως δεν ήταν καταχρηστική και ότι επομένως η αναιρεσίβλητη δεν οφείλει σ' αυτόν μισθούς υπερημερίας ούτε χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη λόγω παράνομης προσβολής της προσωπικότητας του συνεπεία της καταγγελίας.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις που προεκτέθηκαν. Δεν ασκούσε δε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης α) το ότι με την πρόταση της αναιρεσίβλητης για ιεραρχική υποβάθμιση δεν καθοριζόταν ποιο συγκεκριμένο καθήκον ανατέθηκε στον αναιρεσείοντα, αφού αυτός δεν αποδέχθηκε οποιαδήποτε μισθολογική και ιεραρχική υποβάθμισή του και β) το ότι κατά το -δικαιολογούμενο από τη σοβαρότητα και πολυπλοκότητα της υπόθεσης και τις εσωτερικές και συλλογικές διαδικασίες της αναιρεσίβλητης- χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την εμφάνιση του προβλήματος σχετικά με τις δανειοδοτήσεις (Απρίλιο του 2000) μέχρι την υιοθέτηση του προαναφερόμενου πορίσματος της επιτροπής ελέγχου από το ΔΣ της αναιρεσίβλητης (7.6.2001), ο αναιρεσείων συνέχισε να απασχολείται και να παρέχει τις υπηρεσίες του από την ίδια θέση, αφού οι σχετικές ευθύνες σε βάρος του καταλογίστηκαν τελικώς με την υιοθέτηση του πορίσματος από το ΔΣ και γ) το ότι η αναιρεσίβλητη παρουσίαζε κενά και ελλείψεις στη συγκρότηση και στελέχωση της, αφού αυτό δεν απήλλασσε τον αναιρεσείοντα από την υποχρέωση επιδείξεως της επιμέλειας που επιβαλλόταν εκ μέρους του κατά την άσκηση των διευθυντικών του καθηκόντων για την αποφυγή των σε βάρος της αναιρεσίβλητης προαναφερόμενων επιζήμιων συνεπειών.
Επομένως είναι αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος (κατά το πρώτο σκέλος του), τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106 και 237 παρ. 1β' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι.
Εξάλλου από τον συνδυασμό των άρθρων 237 παρ. 1β' και 3, 270 παρ. 6, 591 παρ. 1δ', 524 παρ. 1, 670 εδ. α' και 674 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, οι διάδικοι μέχρι το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο προσκομίζουν όλα τα αποδεικτικά έγγραφα που επικαλούνται και τα οποία, με ποινή απαραδέκτου, πρέπει να καταθέτουν μαζί με τις προτάσεις και ότι, για να ληφθεί υπόψη έγγραφο, που προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη ισχυρισμού, που έχει προταθεί, πρέπει να γίνει επίκληση και προσκομιδή αυτού με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση.
Έτσι είναι απαράδεκτη η επίκληση εγγράφου, που γίνεται με την προσθήκη των προτάσεων μέσα στην προθεσμία των αντικρούσεων, για την απόδειξη ισχυρισμού, που είχε ήδη προταθεί μέχρι τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφο, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων και ειδικότερα την έκθεση του εποπτικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης προς τη γενική συνέλευση των συνεταίρων της 16-9-2002, από την οποία αποδεικνυόταν ο ισχυρισμός του ότι η απώλεια χρημάτων από μη εξασφαλισμένες χρηματοδοτήσεις της αναιρεσίβλητης αποτελούσε εγγενή αδυναμία αυτής και δεν οφειλόταν σε δικές του πράξεις και παραλείψεις.
Ανεξάρτητα όμως από το αν η περιεχόμενη στο ανωτέρω έγγραφο άποψη του εποπτικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης μπορούσε να αποδείξει την επικαλούμενη καταχρηστικότητα της συμβάσεώς του από την αναιρεσίβλητη, ενόψει των παραπάνω αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από τις προτάσεις που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Εφετείο προκύπτει ότι επικαλέστηκε το προαναφερόμενο έγγραφο με τη -μετά το τέλος της συζήτησης και κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αντικρούσεως- προσθήκη των προτάσεων, για την απόδειξη ισχυρισμού του, που είχε ήδη προταθεί μέχρι τη συζήτηση στο Εφετείο.
Επομένως είναι απαράδεκτος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παρά τον νόμο μη λήψη υπόψη αποδείξεων, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων. Τέλος είναι απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως (κατά το δεύτερο σκέλος του), από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι με την πρόταση της αναιρεσίβλητης για ιεραρχική υποβάθμιση δεν καθοριζόταν ποιο συγκεκριμένο καθήκον του ανατέθηκε, αφού ο ισχυρισμός αυτός, όπως προεκτέθηκε, δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-10-2004 αίτηση του Δ. Ζ. για αναίρεση της 190/ 2004 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ