Appeal dismissed; court held that retrial under Art. 307 CPC does not require fresh submissions.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal against a First Instance Court judgment regarding unpaid overtime wages. The appellant argued that the lower court erred by rejecting a set-off defense due to vague evidence, but the court found the evidence insufficient to prove specific amounts for each claim. Consequently, the court ruled that the retrial ordered under Article 307 of the Code of Civil Procedure does not justify treating the parties differently from the initial hearing.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 307 of the Code of Civil Procedure; The retrial ordered under Article 307 of the Code of Civil Procedure does not justify treating the parties differently from the initial hearing, and the parties are not required to submit fresh proposals.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 911 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 911/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Ρ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μποζιονέλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ε. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Αλιβιζάτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις στις 23-11-2020.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1646/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6087/2019 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 10-12-2019 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 24ης Νοεμβρίου 2020 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 361/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.
Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητά, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.
Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική και αντιστρόφως, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 1380/2023, ΑΠ 701/2023, ΑΠ 936/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τη με αριθμό 361/16-11-2023 Πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου νόμιμα ορίστηκε νέα δικάσιμος, η σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (13-2-2024), για την ανασυζήτηση της ένδικης από 10-12-2019 και με αριθ. καταθ. 11926/1178/13-12-2019 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6087/5-11-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., επειδή λόγω της παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο στις 24-11-2020, διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης επ' αυτής εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη Όλγας Σχετάκη- Μπονάτου, που είχε μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου, ως Εισηγήτρια. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου ... στις 13-12-2019 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 5-11-2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας ( ΑΠ 617/2022, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 65/2017).
Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρεπκή περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 617/2022, ΑΠ 241/2022).
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνον του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 353/2O20), στον οποίο περιλαμβάνεται η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του αγωγικού δικογράφου.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117 - 118 του ίδιου κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, και γ) ορισμένο αίτημα.
Ειδικότερα, στοιχεία, για να είναι ορισμένη η αγωγή απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτού, με την οποία ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλες οφειλόμενες από την εργασιακή σύμβαση αμοιβές ή προσαυξήσεις είναι η σύμβαση (ή η σχέση) εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 33/2022, ΑΠ 874/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έκρινε την αγωγή απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος ήδη αναιρεσίβλητος δεν ανέφερε σε αυτήν:
σε ποια κατηγορία του ΒΔ της 28-1/4-2-38 ανήκαν τα φορτηγά αυτοκίνητα που αυτός οδηγούσε, εάν τα οχήματα αυτά ανήκαν στην κυριότητα του ίδιου (εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος) ή ήταν μισθωμένα, ενώ περαιτέρω δεν προσδιόριζε και αν ο αναφερόμενος στην αγωγή χρόνος εργασίας του ήταν χρόνος αμιγούς οδήγησης ή περιλαμβάνονταν σε αυτόν και ο χρόνος των στάσεων και αναμονών καθώς και ο χρόνος της διαδικασίας φόρτωσης και εκφόρτωσης των οχημάτων.
Ομως, ο λόγος αυτός, είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων, ο οποίος είχε δικασθεί ερήμην και είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, καθόσον είχε γίνει εν μέρει δεκτή η σε βάρος του από 10-12-2010 και με αύξ. αριθμ. καταθ. 176400/6053/2013 αγωγή και είχε ασκήσει έφεση, δεν αναφέρει σε αυτόν, ότι ο ισχυρισμός του περί αοριστίας είχε προταθεί παραδεκτά με σχετικό λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε ότι συνέτρεχε κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, άσχετα από το αν η αοριστία του αγωγικού δικογράφου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, καθόσον αυτός δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Σε κάθε περίπτωση όμως, η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο κατά του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος, ήτοι ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα και παρά το ότι, δεν χρειαζόταν για το ορισμένο αυτής να αναφέρεται και η κατηγορία, στην οποία ανήκαν τα φορτηγά αυτοκίνητα που οδηγούσε ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος (ΑΠ 33/2022), τα οποία κατά το άρθρο 1 παρ. 1 Β.Δ.
της 28.1/4.2.1938 "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων" (ΦΕΚ Α" 35) "[...] διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες (Α' Β' Γ'), από τις οποίες, η κατηγορία Α' περιλαμβάνει τα μη εξυπηρετούντα ωρισμένον εργοδότην φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία), στη Β' κατηγορία υπάγονται τα φορτηγά των εταιρειών ηλεκτρισμού, ύδρευσης κ.λ.π.
και στην κατηγορία Γ τα φορτηγά των λοιπών ανωνύμων εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων και επιχειρήσεων πάσης φύσεως", με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της(σελίδα 1η) ότι "[...] Ο εναγόμενος είναι αυτοκινητιστής από το έτος 2005 και διαθέτει ένα στόλο φορτηγών αυτοκινήτων δημοσίας χρήσης τα οποία και εκμεταλλεύεται.
Από τον εναγόμενο προσελήφθην την 4η Οκτωβρίου του έτους 2005 για να απασχοληθώ ως προσωπικό της, με έγκυρη έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου,[...] και με την ειδικότητα του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου[...] ", σαφώς προκύπτει ότι τα φορτηγά αυτοκίνητα τα οποία κατά την ως άνω ιστορική βάση ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος οδηγούσε, ως φορτηγά μεταφορικής επιχείρησης, ανήκαν στην κατηγορία Γ'.
Τέλος οι λοιπές επικαλούμενες ελλείψεις δεν συνιστούν αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο της ένδικης αγωγής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" ( ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).
Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.
ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 988/2021, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 114/2017). Δεν ιδρύεται όμως ο ανωτέρω λόγος για ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή τι δεν αποδείχθηκε πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 784/2023, ΑΠ1795/2022).
Αντίθετα, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αόριστοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, εφόσον οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997,ΑΠ 784/2023, ΑΠ 406/2022, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 950/2019).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, για παρά τον νόμο λήψη υπόψη ισχυρισμού που δεν προτάθηκε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας, παρότι δεν προτάθηκαν, έλαβε υπόψη του και να αναφέρεται ποία επίδραση θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης αν δεν λαμβανόταν υπόψη ο μη προβληθείς ισχυρισμός (ΑΠ 16/2023, ΑΠ 406/2022 ΑΠ 1591/2008).
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 Α.Κ., 1 του Ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις" και 2 επ. του ΝΔ. 3765/1957, προκύπτει ότι γνήσια ετοιμότητα προς εργασία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος βρίσκεται σε πλήρη δέσμευση του ελεύθερου χρόνου του, υπό την έννοια ότι κατά τη διάρκεια του ωραρίου του δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα ν' αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμη διαφορετικά, αλλά πρέπει να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη σε κάθε στιγμή που θα του ζητείται.
Σ' αυτή τη μορφή ετοιμότητας (γνήσια) θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα από το εάν θα παρουσιασθούν περιπτώσεις για την παροχή εργασίας, και έτσι η γνήσια ετοιμότητα εξομοιώνεται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ' αυτήν, όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ειδικότερα για τα κατώτατα όρια αποδοχών, τα χρονικά όρια εργασίας, την αμοιβή και τις προσαυξήσεις για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες κλπ., για το λόγο δε αυτόν στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, οφείλεται ο ειθισμένος, σύμφωνα με το άρθρο 653 ΑΚ.
Αντίθετα, η σύμβαση με την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του άλλου, χωρίς να υποχρεούται να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, ώστε να είναι στη διάθεση του αντισυμβαλλόμενου κάθε στιγμή, αλλά παραμένοντας απλώς είτε στον τόπο εργασίας αναπαυόμενος είτε στην οικία του αναμένοντας κλήση του εργοδότη, υφισταμένης στην περίπτωση αυτή μη γνήσιας (απλής) ετοιμότητας προς εργασία ή ετοιμότητας κλήσης, έχει μεν τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας, αλλά εξαιτίας της ιδιομορφίας της δεν εφαρμόζονται σ' αυτήν, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες.
Εξ άλλου, το ζήτημα του είδους της ετοιμότητας εργασίας και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα είναι θέμα απόδειξης των πραγμαπκών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην μία ή την άλλη κατηγορία (ΟλΑΠ 10/2009, ΑΠ 1238/2022, ΑΠ 22/2018, ΑΠ 1371/2017, ΑΠ 938/2015, ΑΠ 491/2011). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Β.Δ/τος της 28.1/4.2.1938 "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων" (ΦΕΚ Α' 35) ορίζεται ότι τα φορτηγά αυτοκίνητα, από την άποψη εφαρμογής του παρόντος, διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες (Α\ Β\ Γ), από τις οποίες, η κατηγορία Α* περιλαμβάνει τα μη εξυπηρετούντα ορισμένο εργοδότη φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία), η Β" κατηγορία τα φορτηγά αυτοκίνητα των εταιρειών ηλεκτρισμού, ύδρευσης κ.λ.π.
που εξυπηρετούν έκτακτες ανάγκες των δικτύων των εταιρειών αυτών και η κατηγορία Γ τα φορτηγά αυτοκίνητα των λοιπών ανωνύμων εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων και επιχειρήσεων πάσης φύσεως, τα φορτηγά λατομείων, ορυχείων και μεταλλείων, ως και τα φορτηγά της κατηγορίας Β' που δεν εξυπηρετούν έκτακτες ανάγκες των δικτύων των εν λόγω εταιρειών.? Ως προς το ωράριο εργασίας των οδηγών και των βοηθών αυτών των φορτηγών αυτοκινήτων η διάταξη του άρθρου 2 του ίδιου ΒΔ/τος, ορίζει, ότι η απασχόληση τους δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 48 ώρες κατά εβδομάδα, ημερησίως δε επί οδηγών αυτοκινήτων Γ'κατηγορίας τις 8 ώρες. ( ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 1412/2018, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 931/2017).
Με το εν λόγω ΒΔ καθορίζεται το επιτρεπόμενο όριο εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων, στο οποίο περιλαμβάνεται τόσο η καθ' αυτό οδήγηση, όσο και η γνήσια ετοιμότητα εργασίας, η αμοιβή της οποίας δεν διαφοροποιείται από εκείνη της πραγματικής απασχόλησης και γι' αυτό για το ορισμένο της σχετικής αγωγής δεν απαιτείται να καθορίζεται ο χρόνος που αντιστοιχεί σε καθεμία από αυτές (ΑΠ 1371/2017).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των κρίσιμων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο ... δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος [ήδη αναιρεσείων], ο οποίος διατηρεί και εκμεταλλεύεται μεταφορική επιχείρηση με στόλο Δ.Χ. φορτηγών αυτοκινήτων, προσέλαβε στις 04-10-2005 τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσίβλητο], ο οποίος είναι επαγγελματίας οδηγός, κάτοχος άδειας οδήγησης φορτηγών αυτοκινήτων Ε' κατηγορίας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του οδηγού Δ.Χ.
φορτηγού αυτοκινήτου, με το καθεστώς της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης, για οκτάωρο ημερησίως και 40 ώρες εβδομαδιαίως. Δυνάμει της σύμβασης αυτής, ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση του εναγομένου μέχρι και τις 13-2-2010. Ο συμβατικός καθαρός μισθός του ορίστηκε αρχικά στο ποσό των 1.320 ευρώ και από 01- 06-2007 μέχρι 13-02-2010 στο ποσό των 1.500 ευρώ.
Εξάλλου, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να καλύπτεται με το ποσό αυτό και κάθε προσαύξηση που πιθανόν να προέκυπτε από την παροχή πρόσθετης εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος λόγω υπερεργασίας ή ιδιόρρυθμης υπερωρίας, εργασίας του κατά τις Κυριακές ή αργίες ή κατά τη διάρκεια της νύχτας και συνεπώς ο σχετικός, νόμιμος κατ' άρθρα 361,416 του ΑΚ ισχυρισμός του εναγομένου κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος.
Στα πλαίσια των εργασιακών καθηκόντων του, ο ενάγων οδηγούσε Δ.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο-ψυγείο μεικτού βάρους 40 τόνων, ιδιοκτησίας του εναγομένου, εκτελώντας δρομολόγια εθνικών μεταφορών. Ειδικότερα, παραλάμβανε το φορτηγό όχημα από τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης του εναγομένου στη Μεταμόρφωση Ν. Αττικής και ακολούθως, οδηγώντας αυτό, μετέφερε εμπορεύματα επιχειρήσεων-πελατών του εναγομένου , κυρίως της εταιρίας "METRO", από τις κεντρικές αποθήκες της τελευταίας προς τα υποκαταστήματά (Cash and Carry) στην υπόλοιπη επικράτεια (συνηθέστερα στη Μακεδονία, στην κεντρική Ελλάδα και στη Θράκη) και αντίστροφα.
Πλην της οδήγησης, ο ενάγων επιμελούνταν και της φόρτωσης/ εκφόρτωσης του εμπορεύματος στο και από το ως άνω φορτηγό{...].Το πρόγραμμα των καθημερινών δρομολογίων του ενάγοντος, καθώς και ο χρόνος έναρξης και λήξης της ημερήσιας απασχόλησης και η τοποθέτηση του ωραρίου του εντός της ημέρας καθορίζονταν καθημερινώς, ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης από τον εναγόμενο.
Υπό την έννοια αυτή, ο ενάγων είχε καθημερινά διαφορετικό ωράριο. Από τις καταγραφές των ταχογράφων και το ημερολόγιο μεταφοράς του φορτηγού οχήματος που οδηγούσε ο ενάγων και νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο τελευταίος, σε συνδυασμό με την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης[...], αποδεικνύεται ότι ο ενάγων εργαζόταν καθημερινά κατά μέσο όρο [...] επί 15 ώρες ημερησίως.
Στον ως άνω χρόνο εργασίας του ενάγοντος περιλαμβάνεται, όχι μόνο το χρονικό διάστημα για το οποίο εμφαίνεται από τους ταχογράφους ότι ο ενάγων οδηγούσε το φορτηγό όχημα, αλλά και ο ενδιάμεσος(μεταξύ των καταγραφών) χρόνος, κατά τον οποίο ελλείπουν μεν οι καταγραφές επί των ταχογράφων αφού το φορτηγό όχημα βρισκόταν σε ακινησία, πλην όμως ο χρόνος αυτός αντιστοιχούσε στη διαδικασία φόρτωσης και εκφόρτωσης του φορτηγού, στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων-πελατών του εναγομένου και των τρίτων επιχειρήσεων προκειμένου να εκκινήσει και ολοκληρωθεί η διαδικασία φόρτωσης/εκφόρτωσης του εμπορεύματος, κατά τον οποίο ο ενάγων όφειλε να βρίσκεται στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, διατηρώντας τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε ένταση για να προσφέρει τις υπηρεσίες του μόλις παραστεί ανάγκη, με συνέπεια να πρόκειται για περίπτωση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, στην οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή υπερωριακής εργασίας [...]".
Με βάση αυτές τις παραδοχές και άλλες που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, το Εφετείο, το οποίο, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, δέχθηκε τυπικά την έφεση του εναγόμενου που είχε δικαστεί ερήμην στον πρώτο βαθμό, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση μέσα στα όρια που καθορίζονταν με την έφεση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, τη δέχθηκε κατά ένα μέρος ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο-εκκαλουντα ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ενάγοντα- εφεσίβλητο ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 9.172,38 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις εκτιθέμενες στο διατακτικό της διακρίσεις και αναγνώρισε ότι ο εναγόμεγος-εκκαλών ήδη αναιρεσείων υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα- εκκαλούντα ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των 64.117,11 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις εκτιθέμενες στο διατακτικό της διακρίσεις.
Με τους δεύτερο, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, πέμπτο κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, έβδομο, ένατο κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του και δέκατο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση:
α) Στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών επειδή δεν προσδιορίζεται σε ποια κατηγορία του ΒΔ της 28-1/4-2-38 ανήκαν τα φορτηγά αυτοκίνητα που ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος οδηγούσε, ούτε ο χρόνος αμιγούς οδήγησης και αν, στον επικαλούμενο χρόνο εργασίας περιλαμβάνονταν στάσεις και αναμονές καθώς επίσης πόσες ώρες ήταν ο χρόνος αμιγούς οδήγησης και πόσες ώρες η διαδικασία φόρτωσης και εκφόρτωσης(δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ).
β') Έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού δέχθηκε ότι το φορτηγό που οδηγούσε ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος ανήκε στην ιδιοκτησία του ίδιου (εναγόμενου-αναιρεσείοντος) χωρίς αυτό να αναφέρεται στην αγωγή(δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ).
γ') Δεν έλαβε υπόψη την ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, που παραδεκτά προτάθηκε με λόγο έφεσης, καθό μέρος ο ενάγων-αναιρεσίβλητος εργαζόταν στα δύο από τα τρία φορτηγά που αναφέρονται στην αγωγή και δεν ανήκαν στην ιδιοκτησία του ίδιου (εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος), η παραδοχή της οποίας θα οδηγούσε στην απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμης(πέμπτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠοΔ).
δ') Στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών επειδή, σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι το Εφετείο απέρριψε σιωπηρά την ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, δεν περιέχει αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο θέμα του χρονικού διαστήματος που αυτός ήταν ο μοναδικός εργοδότης του ενάγοντος (πέμπτος, κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικουρικά προβαλλόμενος).
Ο υπό στοιχείο α' λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος γιατί, ενόψει των παραδοχών ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί από τον εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα προκειμένου ν" απασχοληθεί ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων στην μεταφορική επιχείρηση του τελευταίου, η οποία εκμεταλλευόταν στόλο φορτηγών αυτοκινήτων, σαφώς προκύπτει ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος εργαζόταν ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων κατηγορίας Γ', ενώ, κατά τα προαναφερόμενα, εφόσον στο χρόνο εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων, περιλαμβάνονται, τόσο οι στάσεις και αναμονές όσο και ο χρόνος γνήσιας ετοιμότητας εργασίας, όπως εν προκειμένω, δεν ήταν αναγκαίος ειδικότερος προσδιορισμός των χρονικών αυτών διαστημάτων.
Ο υπό στοιχείο β' λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και ο υπό στοιχείο γ' λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, γιατί η κυριότητα των φορτηγών αυτοκινήτων που οδηγούσε ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος δεν αποτελεί "πράγμα", αφού δεν πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό που απαιτείται για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος, ενόψει της παραδοχής ότι ο αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί από τον αναιρεσείοντα προκειμένου ν' απασχοληθεί ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων στην μεταφορική επιχείρηση του τελευταίου, η οποία εκμεταλλευόταν στόλο φορτηγών αυτοκινήτων και κατά συνέπεια η ύπαρξη ή μη κυριότητας του αναιρεσείοντος επί των φορτηγών αυτοκινήτων που εκμεταλλευόταν στο πλαίσιο της εμπορικής του δραστηριότητας ουδεμία ασκούσε έννομη επιρροή, και κατά συνέπεια δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
Μετά ταύτα, ο επικουρικά προβαλλόμενος με στοιχείο δ' λόγος αναίρεσης, ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν αναφέρεται η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, ε') Περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς τη συνδρομή ή μη γνήσιας ετοιμότητας προς παροχή εργασίας, και συγκεκριμένα, ενώ δέχθηκε ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος επιμελείτο της διαδικασίας φόρτωσης και εκφόρτωσης του εμπορεύματος στο φορτηγό, δεν εξειδικεύεται αν ο ίδιος ο (ενάγων- αναιρεσίβλητος) φόρτωνε τα εμπορεύματα ή αν το έργο αυτό είχαν αναλάβει οι υπάλληλοι των συνεργαζόμενων επιχειρήσεων και αν, στην τελευταία περίπτωση, ήταν αναγκαία η παρουσία του κατά τη διαδικασία αυτή, ενώ δεν προσδιορίζεται η διάρκεια της διαδικασίας φορτοεκφόρτωσης και πόσες ώρες ο ίδιος ασχολείτο με αυτήν (έβδομος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), στ') Δεν έλαβε υπόψη την επικουρικά με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο υποβληθείσα ένσταση καταλογισμού του υπέρτερου ποσού των 16.940 ευρώ που κατέβαλε στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο σε εξόφληση των ένδικων αξιώσεών του, η ουσιαστική παραδοχή της οποίας θα οδηγούσε στην, έστω και εν μέρει απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης (ένατος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ).
ζ') Σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι το Εφετείο απέρριψε σιωπηρά την ένσταση καταλογισμού, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες γιατί, ενώ δέχεται την ύπαρξη αποδείξεων πληρωμής με την υπογραφή του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου δεν αιτιολογεί αν τα αναφερόμενα σε αυτές ποσά πράγματι καταβλήθηκαν και τι ακριβώς αφορούσαν (ένατος κατά το τρίτο σκέλος του λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ).
Οσον αφορά τον έβδομο λόγο αναίρεσης, όπως προκύπτει από τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου σαφώς διαλαμβάνεται, μεταξύ αυτών, η παραδοχή ότι ο ενάγων πλην της οδήγησης επιμελείτο και της φόρτωσης-εκφόρτωσης του εμπορεύματος στο και από το ως άνω φορτηγό και ότι ο χρόνος αυτός περιλαμβάνεται στο χρόνο εργασίας του ενάγοντος, αφού ο τελευταίος όφειλε κατά το χρόνο αυτό να βρίσκεται στο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, διατηρώντας τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε ένταση για να προσφέρει τις υπηρεσίες του μόλις παραστεί ανάγκη και κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν ότι κατά τη διάρκεια της προαναφερθείσας διαδικασίας φόρτωσης- εκφόρτωσης ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος τελούσε σε γνήσια ετοιμότητα εργασίας, δεν ήταν δε αναγκαίο να προσδιορίζεται ο χρόνος που διαρκούσε η διαδικασία φόρτωσης -εκφόρτωσης, ούτε ο χρόνος που ο ίδιος ο ενάγων ήδη ασχολείτο με αυτήν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ενόψει του ότι ο χρόνος αυτός αποτελεί χρόνο εργασίας και δεν διαφοροποιείται από το χρόνο της πραγματικής απασχόλησης.
Επομένως, με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 648,649,653 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 του Ν. 1876/1990 και 2 επ. του Ν.Δ. 3765/1957, για την συνδρομή γνήσιας ετοιμότητας προς παροχή εργασίας, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Συνεπώς ο έβδομος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όσον αφορά τον ένατο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναίρεσης σαφώς προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη τη σχετική περί καταλογισμού ένσταση με το να δεχθεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ο καταλογισμός των καταβαλλόμενων υπέρτερων αποδοχών σε αξιώσεις του αναιρεσίβλητου από την παροχή υπερεργασίας ή εργασίας κατά τις Κυριακές ή τη νύκτα.
Συνεπώς, με βάση το παραπάνω περιεχόμενο δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με τον ένατο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων. Μετά ταύτα, ο επικουρικά προβαλλόμενος με τον ίδιο λόγο, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν αναφέρεται η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν είχε καταρτισθεί συμφωνία περί καταλογισμού εκτίθεται με σαφήνεια.
Και η') Έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, καθόσον δέχθηκε ότι κατά τις Κυριακές ,που ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος εργαζόταν, ασχολείτο με τον καθαρισμό, το πλύσιμο και τη συντήρηση του φορτηγού που οδηγούσε, ενώ αυτό δεν το επικαλείτο ο ίδιος στην αγωγή του (δέκατος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ).
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρεται πια επίδραση θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, αν δεν λαμβανόταν υπόψη ο μη προβληθείς ισχυρισμός, ενόψει μάλιστα του ότι, η εκτέλεση ελαφρών εργασιών συντήρησης (αλλαγή λαδιών), πλυσίματος και καθαρισμού του αυτοκινήτου συνιστούν παρεμφερείς εργασίες αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα καθήκοντα του οδηγού, έχοντας άμεση σχέση με την καλή και ασφαλή λειτουργία κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου και επομένως κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής αποτελούν απασχόληση συναφή με την εργασία του οδηγού του αυτοκινήτου(ΑΠ 915/1995, ΑΠ 1212/1994, ΑΠ 614/1991, ΑΠ 911/1987).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθή έννοια αυτής της διάταξης, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου που είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 9/2000, ΑΠ 816/2022).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Δικαστήριο της ουσίας απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε παραδεκτή επίκληση του, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α' έως γ' της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1619/2019, ΑΠ 1523/2017, ΑΠ627/2016 ΑΠ495/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αφού παραθέτει στο αναιρετήριο την κρίσιμη, για την εξέτασή του, περικοπή των από 9-4-2019 προτάσεών του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου ενώπιον του Εφετείου, στην οποία επί λέξει αναφέρεται ότι: "Επειδή προσάγω και επικαλούμαι, τις κατά την πρωτόδικον και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (διαδικασία εργατικών διαφορών), συζήτηση της από 10-12-2010 αγωγής μου εναντίον του αντιδίκου, υποβληθείσες προτάσεις, σε επικυρωμένο αντίγραφο, καθώς και επικυρωμένο αντίγραφο των πρακτικών συζήτησης αυτής οι οποίες με τις παρούσες προτάσεις μου, αποτελούν ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο, καθώς και τα αναφερόμενα και προσκομιζόμενα σε αυτή σχετικά έγγραφα.", προσάπτει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την από το άρθρο 559 αριθμ.11β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα τα παρακάτω έγγραφα, ήτοι:
α) τους ταχογράφους του φορτηγού αυτοκινήτου, β) την υπ αριθμ. 18646/29-11-2016 απόφαση Διευθυντή του ΙΚΑ, γ) το ημερολόγιο μεταφοράς του φορτηγού αυτοκινήτου και δ) λοιπά έγγραφα του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου, τα οποία ο τελευταίος δεν είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νόμιμα, καθόσον δεν έκανε ορισμένη και ειδική επίκληση αυτών στις ανωτέρω προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε παραπομπή σε συγκεκριμένα τμήματα των προτάσεων που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε ενσωμάτωσε τις πρωτόδικες προτάσεις του στο κείμενο των προτάσεων που κατέθεσε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και τα οποία(έγγραφα) αφορούν τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του (ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου), όσον αφορά το ωράριο εργασίας του καθώς και την προϋπηρεσία του, στοιχεία που καθορίζουν τις μηνιαίες αποδοχές του.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι προτάθηκε στο Εφετείο ο ισχυρισμός(ότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση και προσαγωγή των ως άνω εγγράφων στο Εφετείο), που στηρίζει το λόγο αυτό, αφού ο εναγόμενος- εκκαλών ήδη αναιρεσείων, που δικάσθηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, έλαβε γνώση των ανωτέρω προτάσεων του αντιδίκου του ενώπιον του Εφετείου, που κατατέθηκαν την προτεραία της συζήτησης στις 8-4-2019(βλ.
σχετική σημείωση επ' αυτών της γραμματέα του δικαστηρίου) με τις οποίες δεν έγινε νόμιμη επίκληση των ως άνω αποδεικτικών μέσων, και, επομένως, μπορούσε με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεών του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου να προβάλει τον ισχυρισμό του, που στηρίζει τον ως άνω τρίτο αναιρετικό λόγο.
Αντιθέτως με την προσθήκη στις προτάσεις του, που κατατέθηκε στις 12-4-2019, ήτοι εντός του τριημέρου από τη συζήτηση της έφεσης στις 9-4-2019, ρητώς επικαλέσθηκε τα πιο πάνω έγγραφα, που προσκομίσθηκαν από τον αντίδικο του αναιρεσίβλητο, προς απόδειξη των ισχυρισμών αυτού.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το Δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Ειδικότερα, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το Δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα ανάγνωσης) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 75/2022, ΑΠ 1953/2017).
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος ( ΑΠ 75/2022, ΑΠ 295/2018).
Σύμφωνα δε με την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 566 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης ή μη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ)να εκτίθεται ότι το έγγραφο αυτό προσκομίσθηκε με επίκληση δηλαδή ότι προσκομίσθηκε κατά νόμιμο τρόπο στο Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 950/2019, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 333/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ'αριθμ. 18646/29-11-2016 απόφασης του Διευθυντή του ΙΚΑ και έκανε δεκτό ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος είχε προϋπηρεσία ως επαγγελματίας οδηγός 31 ετών, ενώ το αληθές είναι ότι στο πιο πάνω έγγραφο αναφέρονται 4094 ημέρες εργασίας, δηλαδή 13,5 χρόνια ασφάλισης του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου γενικά στο ΙΚΑ, επομένως, ενδεχομένως και σε απασχόλησή του με άλλη ειδικότητα και όχι μόνον με εκείνη του επαγγελματία οδηγού και κατέληξε σε επιζήμιο για τον ίδιο συμπέρασμα, αναφορικά με τον υπολογισμό των νομίμων αποδοχών του με βάση τις οποίες υπολογίσθηκε η προσαύξηση 75% λόγω εργασίας τις Κυριακές, για την οποία(προσαύξηση) ήταν αναγκαία η εύρεση της πραγματικής προϋπηρεσίας του.
Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, συνισταμένης στο ότι όχι μόνο δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι το έγγραφο αυτό προσκομίστηκε με επίκληση δηλαδή ότι προσκομίστηκε κατά νόμιμο τρόπο στο Δικαστήριο της ουσίας αλλά αντίθετα με τον προαναφερόμενο τρίτο λόγο αναίρεσης υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος είχε προϋπηρεσία ως επαγγελματίας οδηγός 31 ετών, κατά κύριο λόγο στην προαναφερθείσα απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ, αλλά απλώς την έχει συνεκτιμήσει μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρει την απόφαση αυτή σχετικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης(14° φύλλο αυτής) προκύπτει ότι το Εφετείο στήριξε το πόρισμά του ότι ο ενάγων είχε προϋπηρεσία ως επαγγελματίας οδηγός 31 ετών τόσο στις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης όσο και στην προαναφερθείσα απόφαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το Δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρεπκό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 459/2023, ΑΠ 718/2021).
Πα να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα ), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού ( ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 950/2019, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο υπό την προϋπόθεση όμως ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος και αφορά το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης(ΟλΑΠ 42/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικά μέσα τα παρακάτω έγγραφα που προσκόμισε με νόμιμη επίκληση, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:
α') τις άδειες κυκλοφορίας των υπ'αριθμ. ΕΚΑ 5310 και ΕΚΑ 5297 φορτηγών αυτοκινήτων από τις οποίες αποδεικνύεται ότι ιδιοκτήτης των εν λόγω οχημάτων ήταν τρίτος ο Ε. Ρ. και όχι ό ίδιος και β') την από 15-6-2007 αναγγελία πρόσληψης και την από 13-2-2010 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης, στην οποία δηλώνεται ότι "[...] ο αντίδικος απασχολήθηκε στην επιχείρησή μου [...] από 15.6.2007 μέχρι 13.2.2010[...]", από την οποία προκύπτει ο χρόνος πρόσληψης του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ό διότι από τη γενική μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του και από "[...] όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339,335 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά[...]" σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναμφίβολα προκύπτει, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν μνημονεύει ειδικά και δεν αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά, που φέρονται ότι αγνοήθηκαν, ενώ περαιτέρω, τα αναφερόμενα στο στοιχείο α', έγγραφα δεν αφορούν στην απόδειξη ισχυρισμού (ποιός είναι ο αληθινός ιδιοκτήτης των αναφερόμενων οχημάτων), που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεχαι σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. (Ολ.ΑΠ 2/2001). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής.
Επομένως, για να είναι σαφής και ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζόμενου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικών έγγραφων στοιχείων (αποδείξεων πληρωμής, μισθοδοτικών καταστάσεων) περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για την κάθε μία αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, γιατί μόνο με αυτές τις διευκρινίσεις είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και η προστασία έτσι του εργαζόμενου από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελάχιστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679 ΑΚ, 8 του Ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 του Ν. 4020/1959).
Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, με τα άρθρα 18 του Ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του Ν. 1469/1984 (με την οποία παρ. 2 προστέθηκε εδάφιο ε* στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 26 του Α.Ν. 1846/1951) επιβάλλεται στους εργοδότες η υποχρέωση να χορηγούν, εφόσον πρόκειται περί φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας.
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να απεικονίζονται αναλυτικά οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού, καθώς και οι κρατήσεις που έγιναν σ' αυτές (ΑΠ 701/2023,ΑΠ 516/2022,ΑΠ123/2020). Με τον όγδοο και ένατο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθότι το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και απέρριψε ως αόριστη την ένσταση εξόφλησης των ένδικων αξιώσεων, που παραδεκτά με σχετικό λόγο της έφεσής του είχε προτείνει, παραθέτοντας, για κάθε έναν από τους μήνες του επίδικου χρονικού διαστήματος από 1-1- 2008 μέχρι 13-2-2010, ξεχωριστά τα ποσά που ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος εδικαιούτο για πενθήμερη οκτάωρη εργασία, υπερεργασία, παράνομη υπερωρία και εργασία ημέρα Κυριακή και στη συνέχεια το συνολικό ποσό που κατέβαλε προς εξόφληση όλων των παραπάνω από διαφορετικές αιτίες αξιώσεων, με εξαίρεση το ποσό των πενήντα (50) ευρώ που, κατά τους ισχυρισμούς του, ξεχωριστά κατέβαλε για εργασία ημέρα Σάββατο.
Από την παραδεκτή , για την έρευνα των ως άνω αναιρετικών λόγων, επισκόπηση των κρίσιμων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο ... δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα:"[...] Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι με τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από αυτόν δεκατέσσερις (14) αποδείξεις πληρωμής - που φέρουν την υπογραφή του ενάγοντος, ημερομηνίες 28-06- 08, 13-05-08, 13-05-08, 4-10-08, 10-10-08, 18-10-08, 7-11-08, 22-10-08, 26- 06-09, 02-09-09, 12-09-09, 31-12-09, 30-01-10, φέρουν αντίστοιχα ποσά 6.000, 1.500, 1.500, 900, 300, 400, 1500, 1000, 1590, 2300, 1950, 2300, 9000 και 1700 ευρώ και αναγράφουν ως αιτία τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο του 2008 (η πρώτη από αυτές), υπερωρίες, νύχτα, Σάββατα, Κυριακές (οι δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομη, όγδοη, δέκατη, δωδέκατη από αυτές), υπερωρίες, νύχτα, Κυριακή (η ένατη από αυτές) και υπερεργασία, υπερωρία, νυχτερινά (οι ενδέκατη, δέκατη τρίτη και δέκατη τέταρτη από αυτές), αντίστοιχα - έχουν εξοφληθεί οι αποδοχές του ενάγοντος για τις ανωτέρω αιτίες.
Ο ισχυρισμός αυτός όσον αφορά τις αξιώσεις του ενάγοντος σχετικά με την παροχή υπερεργασίας, παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, παροχής εργασίας κατά τις Κυριακές, τα Σάββατα και κατά τις νυχτερινές ώρες, κρίνεται αόριστος, ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης και συνεπώς απορριπτέος, διότι σε αυτόν δεν αναφέρονται για κάθε μια από τις ανωτέρω αποδείξεις, ποια συγκεκριμένα επιμέρους ποσά αυτών που αναγράφονται σε κάθε μια από αυτές, έχουν καταβληθεί συγκεκριμένα για κάθε μια από τις ανωτέρω αιτίες ήτοι δεν αναφέρονται για κάθε μια από τις ως άνω αποδείξεις συγκεκριμένα ποσά που καταβλήθηκαν ξεχωριστά για παροχή υπερεργασίας, ξεχωριστά για παροχή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης ξεχωριστά για παροχή εργασίας τις Κυριακές, ξεχωριστά για παροχή εργασίας τα Σάββατα, ξεχωριστά για παροχή εργασίας κατά τις νυχτερινές ώρες, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας.
Σχετικά δε με τις αποδοχές των μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Μάιου και Ιουνίου του 2008 ο ανωτέρω ισχυρισμός κρίνεται ότι δεν έχει έννομη επιρροή στην παρούσα δίκη και συνεπώς είναι απορριπτέος, διότι οι αποδοχές των ανωτέρω μηνών δεν ζητούνται με την υπό κρίση αγωγή και επομένως δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης[...]".Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ένσταση αυτή εξόφλησης, υπό την παραπάνω διατύπωσή της, ήταν αόριστη, διότι δεν διελάμβανε τα καταβληθέντα επί μέρους ποσά για κάθε μία από τις ως άνω ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου, με εξαίρεση την αμοιβή για την εργασία ημέρα Σάββατο, για την οποία όμως δεν αναφερόταν ο χρόνος καταβολής του σχετικού ποσού, η αοριστία δε αυτή δεν μπορούσε να συμπληρωθεί παραδεκτά με τις επικαλούμενες από τον εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα εξοφλητικές αποδείξεις, ενόψει μάλιστα και του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στις προτάσεις του, οι αποδείξεις αυτές αναφέρουν μόνο το συνολικό ποσό που κατέβαλε ο εναγόμενος ήδη αναιρεσείων στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο κάθε μήνα του επίδικου χρονικού διαστήματος για υπερωρίες, νύκτες, Σάββατα και Κυριακές, χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό των επί μέρους ποσών, που απαρτίζουν το συνολικό αυτό ποσό, και της αιτίας για την οποία καταβλήθηκε κάθε επί μέρους ποσό, δηλαδή οι εν λόγω εξοφλητικές αποδείξεις δεν είναι αναλυτικές, σύμφωνα με τις επιταγές των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 18 του Ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του Ν. 1469/1984 και έτσι μπορεί να περιλαμβάνουν και καταβληθέντα ποσά προς εξόφληση άλλων απαιτήσεων του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου (όπως για δώρα εορτών, για αποδοχές και επίδομα αδείας κ.λπ.), που δεν περιελήφθησαν στην ένδικη αγωγή.
Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση εξόφλησης, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416, 424 (δικαίωμα για εξοφλητική απόδειξη) του ΑΚ, 18 του Ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του Ν. 1469/1984.
Επομένως, οι πιο πάνω όγδοος και ένατος, κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι, με τους οποίους προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένσταση εξόφλησης που προέβαλε εναγόμενος ήδη ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε προσηκόντως τόσο κατά την αρχική όσο και κατά την παρούσα επαναλαμβανόμενη συζήτηση και κατέθεσε προτάσεις(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Δεκεμβρίου 2019 με αριθμό καταθ. 11926/1178/13-12-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ 6087/5-11-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου....
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ