Legislator Giurisprudenza & Legislazione
911/2021 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment for lack of specific grounds regarding evidence review.

Numero d'incarto 911/2021
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property sale and enforcement order. The appellant argued the lower court failed to properly examine specific evidence, but the court found this complaint vague and unsupported by the record. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 577 para. 1 & 3, Art. 495 para. 3, Art. 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific grounds regarding the review of evidence, and vague general complaints without identifying omitted documents or specific errors are inadmissible and baseless.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal admissibility evidence review specific grounds requirement inadmissible appeal legal costs award offerta pubblica di acquisto azione di contestazione proposta con riserva di revoca

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 911 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 911/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΡΙΒΙΕΡΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΡΙΒΙΕΡΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αφροδίτη Μακεδόνα.

Της αναιρεσιβλήτου: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΙΝΤΛ ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στη Σίνδο Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Μιχαήλ - Αθηναγόρα Δημητρακόπουλο και Ιωάννη Κοντούλα, οι οποίοι ανακάλεσαν τις από 15-1-2021 δύο δηλώσεις τους για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβαν και οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι δεν συναίνεσαν.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4995/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 249/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-3-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 8/3/2019 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 249/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας την από 21/12/2016 ανακοπή με αίτημα την ακύρωση: α) του με αριθμό 31/15.12.2016 α' εκτελεστού απογράφου του υπ' αριθμ. …/….11.2005 προσυμφώνου πώλησης ακινήτου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Σαραγιώτη και β) της από 16/12/2016 επιταγής προς πληρωμή κάτω από το ως άνω απόγραφο.

Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 4995/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η οποία δέχτηκε την ανακοπή και ακύρωσε την ως άνω επιταγή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από την καθ' ης η ανακοπή η από 2/5/2017 έφεση και οι από 14/6/2017 πρόσθετοι αυτής λόγοι. Επί των δικογράφων αυτών, τα οποία συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 249/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε ουσιαστικά την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους.

Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζητεί η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 21/12/2016 αίτησή της για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω. Κατά τη διάταξη του άρθρου 166 AK, το προσύμφωνο είναι σύμβαση, διά της οποίας τα μέρη υποχρεούνται να συνάψουν ορισμένη σύμβαση.

Προκύπτει, έτσι, σαφώς ότι το προσύμφωνο, ως παράγον υποχρέωση προς παροχή, συνισταμένη στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, αποτελεί ενοχική - υποσχετική σύμβαση. Η σύναψη της σκοπούμενης οριστικής σύμβασης επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής. Η εκπλήρωση, λοιπόν, της ενοχής καθ` ορισμένο χρονικό σημείο αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας της ενοχής.

Ο χρόνος αυτός μπορεί να καθορίζεται από το νόμο ή από τη δικαιοπραξία, ειδικά δε όσον αφορά το προσύμφωνο, η πρακτική σημασία του ζητήματος καθορισμού του χρόνου σύναψης της οριστικής σύμβασης συνίσταται, μεταξύ άλλων, στο ότι έκτοτε η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και αρχίζει η παραγραφή, η οποία είναι 20ετής.

Αναφορικά με τη σημασία, η οποία πρέπει να προσδοθεί στην άπρακτη πάροδο της ορισμένης ημέρας προς σύναψη της οριστικής σύμβασης εκ μέρους είτε του ενός, είτε αμφοτέρων των μερών του προσυμφώνου, προέχουσα σημασία έχει η προς τούτο βούληση των συμβαλλόμενων μερών. Κατ` αρχήν, η εν λόγω προθεσμία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, έχει απλώς τον χαρακτήρα προθεσμίας εκπλήρωσης της παροχής των συμβληθέντων μερών, οπότε η άπρακτη παρέλευσή της δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου.

Και μετά την πάροδο αυτής (προθεσμίας) και μέχρι τη συμπλήρωση της 20ετούς παραγραφής, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση, μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής σύμβασης. Οι συμβαλλόμενοι, όμως, μπορούν να ορίσουν, ρητά ή σιωπηρά, ότι η παρέλευση άπρακτης της ορισθείσας προθεσμίας, ανεξαρτήτως του λόγου που την προκάλεσε, επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου και ματαίωση κατάρτισης της οριστικής σύμβασης.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η προθεσμία λειτουργεί ως διαλυτική (ΑΠ 1306/2019). Το αν η προθεσμία αυτή είναι προθεσμία εκπλήρωσης των εκατέρωθεν παροχών, υπό την έννοια της δήλης ημέρας, ή ανατρεπτική ή αποσβεστική προθεσμία που με την παρέλευσή της επέρχεται απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων και δικαιωμάτων, εξαρτάται από τη βούληση των μερών, για την εξεύρεση της οποίας αν οι συμβαλλόμενοι δεν εκφράστηκαν σαφώς, ερμηνεύεται η σύμβαση σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 949/2009, ΑΠ 1851/2009).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας.

μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση το" (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 574/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 1500/2008, ΑΠ 1503/2005, ΑΠ 185/2004).

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 715/2010, ΑΠ 832/2009).

Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου, την ιδιαίτερη προστασία του οποίου επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 737/2000 ΑΠ 337/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή, μετά από εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία "ΡΙΒΙΕΡΑ ΑΕ" δραστηριοποιείται στις αγοραπωλησίες ακινήτων και ανεγέρσεις οικοδομών, ενώ η ανακόπτουσα - εφεσίβλητη, με την επωνυμία "ΛΙΝΤΛ ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", είναι ομόρρυθμη εταιρία, που δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα του λιανικού εμπορίου και έχει αναπτύξει στην Ελλάδα δίκτυο περίπου 220 ιδιόκτητων καταστημάτων λιανικής πώλησης καταναλωτικών ειδών και ειδών διατροφής.

Μεταξύ των προαναφερομένων εταιρειών υπήρχε συνεργασία με βάση την οποία η καθής η ανακοπή αγόραζε ακίνητα, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσε στην ανακόπτουσα και ήταν κατάλληλα για την ανέγερση κτιρίου προκειμένου να χρησιμοποιηθεί, ως πολυκατάστημα αγοράς τροφίμων, με βάση τις προδιαγραφές της αγοράστριας.

Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής οι διάδικοι προέβησαν στην κατάρτιση του υπ' αριθμ. …/…-11-2005 προσυμφώνου πώλησης ακινήτου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Σαραγιώτη, με το οποίο η καθής η ανακοπή ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και να μεταβιβάσει στην ανακόπτουσα ένα αυτοτελές και ανεξάρτητο οικόπεδο, ευρισκόμενο στο 30ο οικοδομικό τετράγωνο του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης του Δήμου Αθηναίων, στην περιοχή …, επί της ..., έκτασης 10.062 τ.μ., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την ανέγερση σε αυτό κτίσματος στέγασης αποκλειστικά υπεραγοράς τροφίμων.

Το προαναφερόμενο ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα της καθής, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/…-11-2005 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Το οικόπεδο, έκτασης κατά τον τίτλο κτήσης 13.270 τ.μ., ήταν άρτιο και επρόκειτο να καταστεί οικοδομήσιμο, μετά την κύρωση της σχετικής μεμονωμένης πράξης εφαρμογής για το … οικοδομικό τετράγωνο και τμήμα του ….

οικοδομικού τετραγώνου, η σύνταξη της οποίας είχε εγκριθεί με την υπ' αριθμ. …/…/…-5-2005 απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών - Πειραιώς. Με το προσύμφωνο οι διάδικοι συμφώνησαν μεταξύ άλλων, τα εξής: 1) ως τίμημα ορίσθηκε το ποσό των 14.500.000,00 ευρώ, καταβλητέο τμηματικά, δηλαδή ποσό 7.000.000,00 ευρώ κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, ποσό 3.750.000,00 ευρώ εντός προθεσμίας δύο μηνών και ποσό 3.750.000,00 ευρώ εντός προθεσμίας πέντε μηνών από την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου 2) Η υπογραφή της οριστικής σύμβασης αγοραπωλησίας θα λάβει χώρα το αργότερο εντός προθεσμίας δέκα (10) μηνών από την κατάρτιση του προσυμφώνου και τελεί επιπροσθέτως υπό τις κατωτέρω αναβλητικές και σωρευτικές αιρέσεις:

α) Ότι μέχρι τότε θα έχει κυρωθεί η μεμονωμένη πράξη εφαρμογής και θα έχει μεταγραφεί νόμιμα η απόφαση του Νομάρχη, με τα σχετικά έξοδα και την προκύπτουσα εισφορά σε χρήμα ή της μετατρεπόμενης εισφοράς γης σε χρήμα, να βαρύνουν αποκλειστικά την πωλήτρια - καθ' ης η ανακοπή, η οποία ανέλαβε επιπλέον την υποχρέωση διάνοιξης, με δικά της έξοδα και φροντίδες, της παράπλευρης οδού που θα χωρίζει τα δύο οικόπεδα που θα προέκυπταν (Ο.Τ … και …) και παράδοσης αυτής στην αγοράστρια - ανακόπτουσα σε χωμάτινη κατάσταση, β) η αγοράστρια με ενέργειες και έξοδά της, ανέλαβε την υποχρέωση να λάβει από τις αρμόδιες αρχές άδεια για την κατεδάφιση όλων των υπαρχόντων στο ανωτέρω ακίνητο κτισμάτων, άδεια κοπής δένδρων, καθώς και άδεια για την ανοικοδόμηση στο ακίνητο κτίσματος, εμβαδού 2.250 περίπου τετραγωνικών μέτρων για τη στέγαση αποκλειστικά υπεραγοράς τροφίμων, ή καταστήματος τροφίμων, εάν τροποποιηθούν οι ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις και δεν καταστεί δυνατή η ανέγερση υπεραγοράς τροφίμων, μετά των νομίμων υπεργείων θέσεων στάθμευσης, σύμφωνα με σχέδια και μελέτες της αγοράστριας ή όπως ειδικά θα αναφέρεται στην αίτησή της.

Η αγοράστρια υποχρεούται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο θα καταστεί δυνατή η κατάθεση της αίτησής της στο αρμόδιο Πολεοδομικό γραφείο, να καταθέσει πλήρη φάκελο για την έκδοση της αιτούμενης οικοδομικής άδειας. Η πωλήτρια υπόσχεται να παρέχει κάθε δυνατή συνδρομή για την ευόδωση του παραπάνω σκοπού και παρέχει στην αγοράστρια την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να παρίσταται για λογαριασμό της σε οποιαδήποτε αρχή ή υπηρεσία, υπογράφοντας οποιοδήποτε έγγραφο, αίτηση ή δήλωση. 3) Η υπογραφή της οριστικής σύμβασης αγοραπωλησίας του ως άνω ακινήτου τελεί σε πλήρη εξάρτηση με την πλήρωση όλων των παραπάνω αιρέσεων σωρευτικά.

Σε περίπτωση που η οικοδομική άδεια εκδοθεί πριν από τη λήξη της δεκάμηνης προθεσμίας και εφόσον θα έχουν πληρωθεί και οι υπόλοιπες αιρέσεις, η υπογραφή του οριστικού πωλητηρίου συμβολαίου θα γίνει το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία της έκδοσής της, οπότε και θα καταβληθεί το ποσό της α' δόσης του τιμήματος των 7.000.000,00 ευρώ.

Σε περίπτωση που, από τις αρμόδιες αρχές, βεβαιωθεί ότι, βάσει των σχετικών διατάξεων που ισχύουν, δεν είναι επιτρεπτή η οικοδόμηση στο ακίνητο του ανωτέρω κτίσματος, μετά των νομίμων θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων ή όπως ειδικά θα αναφέρεται στην αίτηση της αγοράστριας εταιρίας ή την τυχόν μεταγενέστερη τροποποιητική αυτής νέα αίτηση μετά από ενδεχόμενη υπόδειξη των αρμοδίων αρχών, με την οποία θα συμφωνεί η αγοράστρια και κατά συνέπεια είναι ανεπίτρεπτη η έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας, μετά της επιδιωκόμενης συγκεκριμένης χρήσης, τότε και το παρόν προσύμφωνο παύει να έχει ισχύ και θα ακυρωθεί, με έξοδα της αγοράστριας, μόλις βεβαιωθεί η πιο πάνω αδυναμία, με την επιφύλαξη - δικαίωμα της αγοράστριας να αξιώσει μονομερώς την εξάντληση της δεκάμηνης προθεσμίας, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση της πιθανολογείται η άρση της αδυναμίας.

Σε περίπτωση που η αγοράστρια δεν προβεί στην ακύρωση του προσυμφώνου εντός της άνω δεκάμηνης προθεσμίας, η αγοράστρια παρέχει στην πωλήτρια την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα, η οποία θα ισχύει και στις περιπτώσεις των άρθρων 223 και 726 του αστικού κώδικα, να υπογράψει την πράξη ακύρωσης του προσυμφώνου, με έξοδα της αγοράστριας, συμβαλλόμενη για την ίδια ατομικά, αλλά και ως πληρεξούσια αυτής, μετά την έγγραφη γνωστοποίηση της αδυναμίας προς την αγοράστρια εταιρία.

Κατά τη σύνταξη της πράξης ακύρωσης του παρόντος, η πωλήτρια εταιρία δεν θα έχει καμία απαίτηση ή αξίωση κατά της αγοράστριας εταιρίας και αντίστροφα και η αγοράστρια δεν θα έχει καμία απαίτηση κατά της πωλήτριας. Όλες οι παραπάνω αιρέσεις τίθενται υπέρ της αγοράστριας εταιρίας, στην αποκλειστική ευχέρεια της οποίας είναι να προβεί στην υπογραφή του οριστικού συμβολαίου και εάν ακόμη δεν έχει πληρωθεί κάποια από αυτές.

Με τον όγδοο (8) όρο του προσυμφώνου συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι σε περίπτωση που ματαιωθεί η σύνταξη του οριστικού πωλητηρίου συμβολαίου από υπαιτιότητα της πωλήτριας, λόγω μη συμμόρφωσής της με τους όρους του παρόντος, που θεωρούνται όλοι ως ουσιώδεις, θα είναι υποχρεωμένη η πωλήτρια εταιρία να καταβάλει στην αγοράστρια, ως ποινική ρήτρα και αναπόδεικτη ζημία, το ποσό των πέντε εκατομμυρίων ευρώ (5.000.000,00).

Σε περίπτωση υπαίτιας υπαναχώρησης της αγοράστριας ή που από υπαιτιότητα της αγοράστριας εταιρίας δεν εκδοθεί η οικοδομική άδεια κατά τη διάρκεια ισχύος του προσυμφώνου, κατά τα αιτούμενα στην αίτηση έκδοσης αυτής ενώπιον των αρχών, μολονότι επιτρέπεται από το νόμο η οικοδόμηση του προαναφερόμενου κτίσματος στο ανωτέρω ακίνητο και εφόσον θα έχουν πληρωθεί και οι υπόλοιπες αιρέσεις, συμφωνείται ποινική ρήτρα σε βάρος της αγοράστριας εταιρίας η καταβολή ποσού ευρώ πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ, υπέρ της πωλήτριας, αποκλεισμένης οποιοσδήποτε άλλης αποζημίωσης και για οποιαδήποτε αιτία.

Επίσης με το προσύμφωνο οι συμβαλλόμενοι δήλωσαν ότι, όπου συμφωνούνται ποινικές ρήτρες, αυτές θα εισπράττονται με εκτέλεση του προσυμφώνου που κηρύσσεται τίτλος εκτελεστός, βέβαιος και εκκαθαρισμένος. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η μεμονωμένη πράξη εφαρμογής για το 30ο οικοδομικό τετράγωνο και τμήμα του 29ου οικοδομικού τετραγώνου κυρώθηκε διορθωμένη με την υπ' αριθμ.

…/…/…-9-2006 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών και μεταγράφηκε στις 13-9-2006 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τόμος …, αριθμ…., δηλαδή πέντε ημέρες πριν παρέλθει η δεκάμηνη προθεσμία που συμφωνήθηκε με το προσύμφωνο για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, η οποία έληγε στις 18-9-2006. Κατόπιν τούτου, η καθ' ης η ανακοπή-πωλήτρια εταιρεία επέδωσε στην ανακόπτουσα - αγοράστρια την από 14-9-2006 εξώδικη δήλωσή της, στην οποία ανέφερε, ότι με την κύρωση και μεταγραφή της πράξης εφαρμογής πληρώθηκε η πρώτη αίρεση που προβλέπεται στο προσύμφωνο και απομένει η πλήρωση της δεύτερης αίρεσης για την οποία η ανακόπτουσα -αγοράστρια εταιρεία είχε την υποχρέωση να προβεί στις προσήκουσες νόμιμες ενέργειες, δηλαδή την έκδοση άδειας κατεδάφισης των υπαρχόντων κτισμάτων, κοπής δένδρων και ανοικοδόμησης στο ακίνητο κτίσματος για τη στέγαση υπεραγοράς τροφίμων, ότι η καθυστέρηση της κύρωσης της μεμονωμένης πράξης εφαρμογής δεν επιτρέπει την έκδοση της προαναφερόμενης αδείας εντός της προθεσμίας που απομένει μέχρι τη λήξη της ορισθείσας διάρκειας του προσυμφώνου, αφού αυτή δεν αρκεί για• να προβεί η ανακόπτουσα στις προσήκουσες νόμιμες ενέργειες προκειμένου να εκδοθεί η άδεια από τις αρμόδιες αρχές και να πληρωθεί έτσι και η δεύτερη αίρεση, ότι για το λόγο αυτό την ενημέρωσε ήδη εγγράφως (με fax και e-mail) και την κάλεσε καλόπιστα και εντός των χρηστών και συναλλακτικών ηθών να συμφωνήσει στην παράταση της διάρκειας του προσυμφώνου για τρεις (3) μήνες, προκειμένου να καταστεί δυνατή η έκδοση της άδειας από τις αρμόδιες αρχές.

Επίσης ανέφερε στο εξώδικο ότι με έκπληξη πληροφορήθηκε ότι η ανακόπτουσα- αγοράστρια δεν επιθυμεί την ολοκλήρωση της συμφωνίας με την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, γεγονός που επιφέρει σε αυτήν μεγάλη οικονομική ζημία, αφού α) επισπεύσθηκε από την ίδια η έκδοση και κύρωση της μεμονωμένης πράξης εφαρμογής με βάση την ικανοποίηση των αναγκών της αγοράστριας εταιρείας, δεσμεύθηκε και δεν προέβη σε διαφορετική εκμετάλλευση του προς πώληση ακινήτου και αποκρούσθηκαν προτάσεις τρίτων για την επι κέρδει μεταβίβαση του ακινήτου.

Για τους παραπάνω λόγους ζήτησε από την ανακόπτουσα να συναινέσει στην παράταση της ισχύος τους προσυμφώνου εντός της νόμιμης προθεσμίας, διαφορετικά δήλωσε ότι θα απαιτήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη. Η ανακόπτουσα δεν απάντησε εγγράφως στην άνω εξώδικη δήλωση - πρόσκληση της καθ' ης η ανακοπή, ούτε προέβη σε ενέργειες κατάθεσης αίτησης-φακέλλου προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία έκδοσης της σχετικής οικοδομικής άδειας εντός του ολιγοήμερου χρονικού διαστήματος των πέντε (5) ημερών, που απέμενε μέχρι να συμπληρωθεί η δεκάμηνη προθεσμία που συμφωνήθηκε με το προσύμφωνο για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου (18-9-2006), με αποτέλεσμα να παρέλθει αυτή άπρακτη.

Μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) μηνών, η καθ' ης η ανακοπή, η οποία συνέχισε τη συνεργασία της με την ανακόπτουσα, μεταβίβασε το προαναφερόμενο οικόπεδο, μαζί με όμορο μικρότερο οικόπεδο, στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Χρήση Γης Ανώνυμη Κτηματική Κατασκευαστική Εταιρεία", αντί συνολικού τιμήματος 16.000.000,00 ευρώ, συνταγέντος του υπ' αριθμ.

…/…-4-2008 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας - Λουίζας Γεωργοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Αφού παρήλθε χρονικό διάστημα επτά (7) ετών από τη ματαίωση της κατάρτισης της οριστικής σύμβασης αγοραπωλησίας, η καθ' ης η ανακοπή με την από 3.9.2013 αίτηση ζήτησε από τον συντάξαντα το ένδικο προσύμφωνο συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Σαραγιώτη να της χορηγήσει απόγραφο προκειμένου να προβεί σε εκτέλεση αυτού αναφορικά με την κατάπτωση της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας.

Ο συμβολαιογράφος αρνήθηκε τη χορήγηση επικαλούμενος ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 915-918 Κ.Πολ.Δ. με αποτέλεσμα η καθής να υποβάλλει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την υπ' αριθμ. κατάθεσης 24999/2014 αίτηση, επι της οποίας εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η 18090/2014 απόφαση, με την οποία έγινε αυτή δεκτή.

Κατά της άνω απόφασης η ανακόπτουσα, η οποία είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση στην εκκρεμή δίκη, άσκησε την υπ' αριθμ. κατάθεσης 4432/2014 έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την 1247/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης η καθής η ανακοπή επανήλθε με νέα αίτηση για τη χορήγηση απογράφου, ο προαναφερόμενος όμως συμβολαιογράφος αρνήθηκε και πάλι να εκδώσει απόγραφο ισχυριζόμενος ότι απαιτείται η καταβολή αναλογικού τέλους χαρτοσήμου.

Η καθής η ανακοπή άσκησε την υπ' αριθμ. 11168/8.12.2016 αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επί της οποίας εκδόθηκε η 10456/2016 απόφαση, που διέταξε την έκδοση και χορήγηση του αιτηθέντος απογράφου. Μετά τη λήξη των εκκρεμών δικών σχετικά με τη χορήγηση του απογράφου, η καθής η ανακοπή επέδωσε στις 19-12-2016 στην ανακόπτουσα την προσβαλλόμενη από 16.12.2016 επιταγή προς εκτέλεση, συνταχθείσα κάτω από ακριβές αντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού (31/15.12.2016) του επίμαχου υπ' αριθμ.

…/….11.2015 προσυμφώνου, επιτάσσοντας να της καταβάλει το ποσό των 5.000.000,00 ευρώ, ως οφειλόμενη ποινική ρήτρα, για το λόγο ότι από υπαιτιότητά της δεν εκδόθηκε η οικοδομική άδεια για την ανέγερση κτίσματος υπεραγοράς τροφίμων στο πωλούμενο ακίνητο, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η κατάρτιση της οριστικής σύμβασης αγοραπωλησίας, πλέον νομίμων τόκων ύψους 4.610.812,48 ευρώ και αμοιβής δικηγόρου για τη σύνταξη της επιταγής (80 ευρώ).

Η ανακόπτουσα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής αρνήθηκε τη βασιμότητα της εκτελουμένης απαίτησης, ισχυριζόμενη ότι δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της η μη έκδοση της οικοδομικής αδείας, καθώς και ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από τον εκτελεστό τίτλο - προσύμφωνο προϋποθέσεις για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, το οποίο (προσύμφωνο), μετά την παρέλευση άπρακτης της δεκάμηνης προθεσμίας ισχύος του, κατέστη ανενεργό, με έννομη συνέπεια να μην υφίσταται η απαίτηση, για την ικανοποίηση της οποίας άκυρα επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση εναντίον της.

Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι κατά την κατάρτιση του υπ' αριθμ. …/….11.2005 προσυμφώνου, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο, δυνάμει του οποίου επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ανακόπτουσας-αγοράστριας εταιρείας, βρισκόταν σε εξέλιξη και δεν είχε ολοκληρωθεί η μεμονωμένη πράξη εφαρμογής για το τριακοστό (30ό ) οικοδομικό τετράγωνο και τμήμα του … οικοδομικού τετραγώνου της περιοχής Ελαιώνα Αθηνών, η οποία είχε εγκριθεί με την υπ' αριθμ.

…/…/….5.2005 απόφαση της Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης. Σύμφωνα με το προσύμφωνο, με την κύρωση της πράξης εφαρμογής και τη μεταγραφή της απόφασης του Νομάρχη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δήμου Αθηναίων, θα αποδίδοντο στην πωλήτρια εταιρεία τελικά δύο (2) οικόπεδα και συγκεκριμένα: 1) ένα οικόπεδο στο υπ' αριθμ.

… οικοδομικό τετράγωνο, εμβαδού 10062,00 τμ και ένα οικόπεδο στο υπ' αριθμ. …. οικοδομικό τετράγωνο, εμβαδού 3345,21 τμ. Από τα ανωτέρω δύο οικόπεδα που θα προέκυπταν με την κύρωση της πράξης εφαρμογής και τη μεταγραφή της σχετικής απόφασης, η πωλήτρια υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και να παραδώσει στην αγοράστρια εταιρεία το οικόπεδο στο τριακοστό οικοδομικό τετράγωνο, το οποίο θα απαρτίζει ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο, εμβαδού 10.062 τμ ή όσου εμβαδού προκύψει, κείμενο στην …, στην οποία φέρει αριθμό οδικής αρίθμησης … ή όποιας αρίθμησης και αν είναι και σε δύο προβλεπόμενες οδούς.

Η ποινική ρήτρα που προβλέφθηκε με τον 8° όρο του προσυμφώνου συμφωνήθηκε για την περίπτωση που δεν εκδοθεί οικοδομική άδεια από υπαιτιότητα της αγοράστριας για την ανέγερση κτίσματος υπεραγοράς τροφίμων στο προαναφερόμενο οικόπεδο. Η υπογραφή της οριστικής σύμβασης αγοραπωλησίας του προαναφερόμενου ακινήτου θα γινόταν εντός δέκα (10) μηνών από την κατάρτιση του προσυμφώνου, δηλαδή καταληκτική προθεσμία ήταν η 18.9.2006, οπότε θα καταβαλόταν και η πρώτη δόση του συμφωνημένου τιμήματος (7.000.000 ευρώ).

Η οριστική κατάρτιση της σύμβασης τελούσε υπο αναβλητικές και σωρευτικές αιρέσεις, μεταξύ των οποίων ήταν ότι εντός της προθεσμίας των δέκα μηνών θα έχει κυρωθεί η μεμονωμένη πράξη εφαρμογής για το τριακοστό (…°) οικοδομικό τετράγωνο και τμήμα του εικοστού εννάτου (…) οικοδομικού τετραγώνου και ότι η ανακόπτουσα - αγοράστρια με ενέργειες και δικά της έξοδα θα λάμβανε άδεια για την κατεδάφιση των παλαιών κτισμάτων, δένδρων στο πωλούμενο ακίνητο, καθώς και άδεια για την ανοικοδόμηση κτίσματος, εμβαδού 2250 τμ, για τη στέγαση αποκλειστικά υπεραγοράς τροφίμων ή καταστήματος τροφίμων.

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. …/…/….9.2006 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών με θέμα "κύρωση της ΜΠΕ …/2005 στο ΟΤ … και ΟΤ … του … του Δήμου Αθηναίων", η μεμονωμένη πράξη εφαρμογής κυρώθηκε διορθωμένη και μεταγράφηκε στις 13.9.2006 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δήμου Αθηναίων, με έννομη συνέπεια το επίδικο ακίνητο να καταστεί οικοδομήσιμο από τη μεταγραφή της πράξης και μετέπειτα, δηλαδή πέντε (5) ημέρες πριν από τη λήξη της ως άνω δεκάμηνης προθεσμίας που προέβλεπε το προσύμφωνο.

Για την έκδοση της άδειας οικοδομής είχε εφαρμογή κατά την κρίσιμη περίοδο το προεδρικό διάταγμα της 8.7.1993 (ΦΕΚ 795 Δ/13.7.1993), το οποίο καθορίζει μία σύνθετη διοικητική διαδικασία για την έκδοση οικοδομικής άδειας, η οποία περιλαμβάνει ανά χρονικά διαστήματα τον έλεγχο των απαιτούμενων μελετών που νομίμως υποβλήθηκαν (αρχιτεκτονική, στατική, ηλεκτροστατική, θέρμανσης κλπ), ελέγχεται ο προϋπολογισμός του έργου, οι αμοιβές των μηχανικών που προκύπτουν, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και η διαδικασία ολοκληρώνεται με τη διαβίβαση του φακέλου για φορολογικό έλεγχο και την πληρωμή των πάσης φύσεως οικονομικών υποχρεώσεων μελετητών και ιδιοκτητών.

Με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι αντικειμενικά ήταν αδύνατη η έκδοση της οικοδομικής άδειας εντός του χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής (13.9.2006) μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας των δέκα μηνών που συμφωνήθηκε με το προσύμφωνο (18.9.2006).

Επίσης, για την προετοιμασία και την κατάθεση της αίτησης στην αρμόδια πολεοδομία με το σχετικό φάκελο των απαιτούμενων μελετών, απαιτείτο η παρέλευση χρονικού διαστήματος και για το λόγο αυτό το προσύμφωνο προέβλεπε ότι η αγοράστρια είχε υποχρέωση να καταθέσει την αίτηση-φάκελλο εντός προθεσμίας δέκα πέντε (15) ημερών από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο θα καθίστατο δυνατή η κατάθεσή της στο αρμόδιο Πολεοδομικό γραφείο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα που βρισκόταν σε εκκρεμότητα η κύρωση και η μεταγραφή της μεμονωμένης πράξης εφαρμογής το πωλούμενο ακίνητο δεν ήταν τακτοποιημένο και δεν ήταν γνωστή η τελική μορφή και έκτασή του, καθόσον υπήρχαν εκκρεμότητες σε σχέση με τη χωροθέτηση, το εμβαδό, τις εισφορές των προαναφερομένων δύο ακινήτων, ένα από τα οποία αποτελούσε το πωλούμενο ακίνητο.

Στο συνημμένο στο επίμαχο προσύμφωνο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Α. με την από 7.11.2005 υπεύθυνη δήλωση, σύμφωνα με το ν.651/1977, γίνεται αναφορά ότι το οικόπεδο που απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα, βρίσκεται επί της ... στα ΟΤ … και …°, εντός σχεδίου πόλης δήμου Αθηναίων στον Ελαιώνα, έχει εμβαδό 10062 τμ, είναι άρτιο και θα καταστεί οικοδομήσιμο μετά τη κύρωση της πράξης εφαρμογής, βρίσκεται σε περιοχή υπαγόμενη στις διατάξεις του Ν. 1337/1983, του Ν.2508/1997, αλλά η διαδικασία επιβολής εισφορών δεν είχε ολοκληρωθεί κατά το χρόνο σύνταξης του τοπογραφικού διαγράμματος.

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη το οικοδομήσιμο και η καταλληλότητα του οικοπέδου ερευνάται πριν εκδοθεί οικοδομική άδεια. Αν ανακύπτει περίπτωση τακτοποιήσεως, η σχετική κρίση πρέπει να προηγείται της χορήγησης οικοδομικής άδειας, διαφορετικά η χορηγούμενη άδεια είναι μη νόμιμη και ανακλητέα (βλ.

ΣΤΕ 921/2018 ΤΝΠ Νόμος). Με τα δεδομένα αυτά η ανακόπτουσα δε μπορούσε να καταθέσει την αίτηση για την έκδοση της οικοδομικής αδείας πριν από τη κύρωση της πράξης εφαρμογής, η οποία, όπως παραπάνω αναφέρεται, βρισκόταν σε εξέλιξη και κυρώθηκε τελικά διορθωμένη στις 8.9.2006 και όχι με τη μορφή που εγκρίθηκε με την από 31.4.2005 απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών-Πειραιώς και σύμφωνα με τη διορθωμένη πράξη έπρεπε να εκπονηθούν και να συνταχθούν οι μελέτες για την ανοικοδόμηση του καταστήματος υπεραγοράς τροφίμων.

Η έκδοση οικοδομικής αδείας, πριν την τακτοποίηση του προς πώληση ακινήτου, του οποίου δεν ήταν γνωστή η τελική μορφή του, δεν είναι νόμιμη, η τυχόν δε χορήγησή της, εφόσον δυσχεραίνει την τακτοποίηση των οικοπέδων υπόκειται σε ανάκληση. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από τη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την καθής η ανακοπή γνωμοδότηση του πολιτικού μηχανικού Α.

Β., με ημερομηνία 14-2-2017, από την οποία δεν προκύπτει σαφώς κάτω από ποιες συγκεκριμένα προϋποθέσεις ήταν δυνατή η έκδοση άδεια οικοδόμησης στο επίδικο ακίνητο, πριν μεταγραφεί η μεμονωμένη πράξη εφαρμογής, αλλά γενικά και αορίστως αναφέρεται ότι η έκδοση οικοδομικής άδειας σε νεοενταχθείσα περιοχή που δεν κυρώθηκε η πράξη εφαρμογής είναι δυνατή σε μερικές περιοχές, αλλά υπό προϋποθέσεις και αφού εκδοθεί σχετική οικοδομησιμότητα, για την χορήγηση της οποίας ορίζονται στη γνωμάτευση τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

Βεβαίωση οικοδομησιμότητας δεν είχε υποχρέωση να λάβει η ανακόπτουσα σύμφωνα με το προσύμφωνο, ενώ εξάλλου, από τη νομίμως επικαλούμενη και παραδεκτά προσκομιζόμενη για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) βεβαίωση της αρχιτέκτονος μηχανικού Κ.-Ι. Μ. η έκδοση βεβαίωσης οικοδομησιμότητας δεν ήταν δυνατή στον Ελαιώνα, όπου βρισκόταν το επίδικο ακίνητο, διότι η συγκεκριμένη περιοχή εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης ως αραιοδομημένη και δεν πληρούντο οι προϋποθέσεις της εγκυκλίου 106/1986, όπως αυτή συμπληρώθηκε, σύμφωνα με την οποία παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης οικοδομησιμότητας μόνο σε πυκνοδομημένες περιοχές.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές η διαδικασία για την έκδοση της αδείας οικοδόμησης κτίσματος υπεραγοράς τροφίμων δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί κατά τη διάρκεια ισχύος του προσυμφώνου, δηλαδή μέχρι 18.9.2006. Εξάλλου, το γεγονός αυτό συνομολογεί η ίδια η καθής -πωλήτρια εταιρεία, η οποία στην από 14.9.2006 εξώδικη δήλωση που επέδωσε στην ανακόπτουσα-αγοράστρια, πριν από τη λήξη της δεκάμηνης προθεσμίας, αναφέρει ότι η καθυστέρηση της κύρωσης της μεμονωμένης πράξης εφαρμογής δεν επιτρέπει την έκδοση της οικοδομικής αδείας εντός της προθεσμίας που απομένει μέχρι τη λήξη της διάρκειας του προσυμφώνου και ζήτησε την παράταση της ισχύος του για χρονικό διάστημα τριών μηνών.

Συνεπώς, η μη έκδοση της απαιτούμενης οικοδομικής άδειας για την ανέγερση κτίσματος στο ένδικο ακίνητο, κατά τη διάρκεια ισχύος του προσυμφώνου, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της ανακόπτουσας, καθόσον η κύρωση και μεταγραφή της μεμονωμένης πράξης εφαρμογής, που είχε τεθεί ως αναγκαία πρώτη αίρεση, η οποία έπρεπε να είχε πληρωθεί εντός της δεκάμηνης προθεσμίας ισχύος του προσυμφώνου, έλαβε χώρα, όπως παραπάνω αναφέρεται πέντε (5) ημέρες πριν την εκπνοή της προθεσμίας, χωρίς η καθυστέρηση αυτή να συνδέεται με οποιαδήποτε υπαίτια συμπεριφορά της ανακόπτουσας, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρονται.

Είναι γεγονός ότι η ανακόπτουσα δεν προέβη εντός της δεκάμηνης προθεσμίας στην έκδοση άδειας κατεδάφισης των παλαιών κτισμάτων που υπήρχαν στο οικόπεδο και της κοπής δένδρων. Η έκδοση όμως των προαναφερόμενων αδειών ήταν ήσσονος σημασίας και θα μπορούσε να επιδιωχθεί ταυτόχρονα με την αίτηση έκδοσης άδειας ανοικοδόμησης του νέου κτίσματος, εμβαδού 2.250 τ.μ.

περίπου, που αποτελούσε την κύρια και βασική υποχρέωση της αγοράστριας εταιρείας, προκειμένου να υλοποιηθεί το επιχειρηματικό της πλάνο, η οποία, όμως, δεν μπορούσε να εκπληρωθεί, αφού δεν ήταν δυνατόν να εκδοθεί, πριν την κύρωση και μεταγραφή της μεμονωμένης πράξης εφαρμογής. Περαιτέρω, ισχυρίζεται η καθής η ανακοπή ότι το γεγονός ότι δεν επαρκούσε το χρονικό διάστημα που απέμενε μετά την κύρωση της πράξης εφαρμογής έως την εκπνοή του δεκαμήνου από την κατάρτιση του προσυμφώνου για να εκδοθεί, με ενέργειες της ανακόπτουσας, η οικοδομική άδεια, δεν αίρει την υπαιτιότητά της, ως προς τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης που ανέλαβε, καθόσον η συμφωνηθείσα δεκάμηνη προθεσμία ήταν απλή προθεσμία εκπλήρωσης και όχι διαλυτική προθεσμία και είχε τεθεί προς το συμφέρον της προκειμένου να μη δύναται η ανακόπτουσα να παρελκύσει τη διαδικασία κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου, η δε παραμέληση κατάθεσης του φακέλου στην Πολεοδομία οφείλεται στο ότι η τελευταία δεν επιθυμούσε την αγορά του ενδίκου ακινήτου.

Για το κρίσιμο αυτό ζήτημα, αναφορικά με τη φύση της δεκάμηνης προθεσμίας που συμφωνήθηκε, προέκυψε ότι με το προσύμφωνο τα συμβαλλόμενα μέρη δεν όρισαν ρητά ότι η άπρακτη πάροδος αυτής συνεπάγεται την ανατροπή του προσυμφώνου. Εφόσον, λοιπόν, υφίσταται αμφιβολία ως προς την αληθινή έννοια της δικαιοπρακτικής βούλησης των συμβαλλομένων μερών, είναι ζήτημα ερμηνείας, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, το αν η κατάρτιση της οριστικής σύμβασης μπορεί να επιδιωχθεί και μετά από αυτή, διότι η προθεσμία ορίστηκε ως προθεσμία εκπλήρωσης της παροχής, ή αν τα μέρη εξάρτησαν την ανατροπή των αποτελεσμάτων από την πάροδο αυτής, οπότε πρόκειται για προθεσμία διαλυτική.

Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη, τη φύση της σύμβασης, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τα συμφέροντα των συμβληθέντων μερών και κυρίως εκείνου, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τη συμπεριφορά που επέδειξαν, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, συνάγεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη επιθυμούσαν η προθεσμία να λειτουργήσει ως διαλυτική, υπο την έννοια ότι σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη να παύσει η ισχύς του προσυμφώνου και να μην υφίστανται αξιώσεις θεμελιούμενες σε αυτό.

Η κρίση αυτή στοιχειοθετείται στα εξής περιστατικά: α) πριν τη λήξη της δεκάμηνης προθεσμίας η καθής η ανακοπή επέδωσε στην ανακόπτουσα την από 14-9-2006 εξώδικη πρόσκληση, με την οποία ζήτησε να συναινέσει στην παράταση της ισχύος του προσυμφώνου, αποδεχόμενη ότι δεν ήταν δυνατή η έκδοση της οικοδομικής άδειας εντός του ολιγοήμερου χρονικού διαστήματος που απέμεινε μέχρι τη λήξη της προθεσμίας και ότι η πάροδος αυτής, χωρίς την πλήρωση των σωρευτικών αιρέσεων, θα επέφερε ανατροπή του προσυμφώνου, με επακόλουθο τη ματαίωση της κατάρτισης της οριστικής σύμβασης.

Σε περίπτωση που είχε την πεποίθηση η καθής ότι ήταν ενεργό το προσύμφωνο δεν υπήρχε λόγος να αποστείλει την εξώδικη πρόσκληση, επιδιώκοντας την παράταση της ισχύος του, β) μετά την παρέλευση ενός μηνός από την αποστολή της εξώδικης δήλωσης (Οκτώβριος έτους 2006), θεωρώντας ότι έπαυσε η ισχύς του προσυμφώνου, η καθής η ανακοπή έλαβε δάνειο από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία "Eurobank" και επιβάρυνε το ακίνητο με προσημείωση υποθήκης, γ) μετά την πάροδο δέκα επτά μηνών από τη λήξη της δεκάμηνης προθεσμίας προέβη στην πώληση του επιδίκου ακινήτου στην κατασκευαστική εταιρία "Χρήση Γης ΑΕ" με το υπ' αριθμ.

…/….4.2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Λουϊζας Γεωργοπούλου. Από την άλλη πλευρά, η αντισυμβαλλόμενη αγοράστρια εταιρεία (ανακόπτουσα), προς όφελος της οποίας τέθηκαν οι αναφερόμενες στο συμβόλαιο αιρέσεις, όπως ρητά αναφέρεται στο προσύμφωνο, σκόπευε να προβεί στην αγορά του ακινήτου προκειμένου να εγείρει σε αυτό κτίσμα για τη στέγαση υπεραγοράς τροφίμων στα πλαίσια άσκησης της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, το οποίο (ακίνητο) θα καθίστατο οικοδομήσιμο, με την κύρωση και μεταγραφή της πράξης εφαρμογής, εντός του συμφωνηθέντος χρονικού διαστήματος, ώστε η επιδιωκόμενη αγορά να είναι σύμφωνη με το επιχειρηματικό της πλάνο.

Μετά την παρέλευση άπρακτης της δεκάμηνης προθεσμίας, θεωρώντας ότι έπαυσε η ισχύς του προσυμφώνου, δεν προέβη σε καμμία ενέργεια προκειμένου να υλοποιήσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με αυτό, ούτε απάντησε εγγράφως στην ως άνω εξώδικη πρόσκληση. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη, δεν ενέμειναν στην ισχύ των όρων του προσυμφώνου, αλλά αντιθέτως κατέδειξαν με τη συμπεριφορά τους ότι θεώρησαν αυτό ανενεργό και ότι αποδεσμεύθηκαν από τις υποχρεώσεις τους.

Πέραν τούτων, η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η καθής η ανακοπή, ζήτησε τη χορήγηση απογράφου από τον συντάξαντα το προσύμφωνο συμβολαιογράφο, αφού παρήλθαν επτά (7) έτη από την παύση της ισχύος του προσυμφώνου, όπως παραπάνω αναφέρεται και η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της ανακόπτουσας άρχισε στις 16.12.2016 με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή, δηλαδή μετά από δέκα και πλέον έτη, αφού προηγήθηκαν οι αναφερόμενες στο σκεπτικό της παρούσας δικαστικές αποφάσεις αναφορικά με τη χορήγηση του απογράφου.

Με τα δεδομένα αυτά, η προθεσμία που συμφωνήθηκε με το προσύμφωνο ήταν διαλυτική και όχι προθεσμία εκπλήρωσης, μετά την άπρακτη παρέλευση της οποίας, έπαυσε η ισχύς του προσυμφώνου, με έννομη συνέπεια να μην υφίσταται ενεργός αξίωση της καθής από κατάπτωση ποινικής ρήτρας.

Συνεπώς, ακύρως επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ανακόπτουσας για το ποσό των 5.000.000 ευρώ, ως οφειλόμενη ποινική ρήτρα, απορρέουσα από τον εκτελεστό τίτλο-προσύμφωνο, πλέον τόκων και εξόδων, καθόσον δεν υφίσταται η εκτελούμενη απαίτηση". Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει άκυρη την επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση και είχε ακυρώσει την από 16/12/2016 επιταγή προς πληρωμή.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες προσέφυγε, και συγκεκριμένα μέμφεται το Εφετείο για την κρίση του ότι η τεθείσα δεκάμηνη προθεσμία συνιστά διαλυτική προθεσμία και ότι η άπρακτη παρέλευση αυτής επέφερε την ανατροπή του προσυμφώνου, καθόσον η κρίση αυτή δεν είναι σύμφωνη με τα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα, την αληθινή βούληση των μερών και αυτά που συμφώνησαν, καθώς και με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ωστόσο, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι με τις συγκεκριμένες παραδοχές το δικαστήριο έπρεπε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα αλλά με πρόσχημα την παραβίαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ πλήττει τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και συνεπώς απορριπτέος.

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 78/2020).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα πλήττει την απόφαση για παράβαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ν. 1337/1983 και 3212/2003 κρίνοντας εσφαλμένα ότι η μη έκδοση της απαιτούμενης οικοδομικής άδειας δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, καθώς "αντικειμενικά ήταν αδύνατη η έκδοσή της εντός του χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής (13.9.2006) μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας των δέκα μηνών που συμφωνήθηκε με το προσύμφωνο (18.9.2006)", ενώ αν εφάρμοζε ορθά τις ανωτέρω διατάξεις θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι από δική της υπαιτιότητα η αναιρεσίβλητη δεν προέβη στις απαιτούμενες ενέργειες και διαδικασίες για την έκδοση της οικοδομικής άδειας καίτοι ο νόμος επέτρεπε την έκδοσή της και πριν την κύρωση της πράξης εφαρμογής.

Ωστόσο με τον λόγο αυτό η αναιρεσείουσα αμφισβητεί μεν την κρίση του Εφετείου περί έλλειψης υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης αντιπροτείνοντας ότι ήταν δυνατή η κατάθεση της αίτησης για έκδοση της οικοδομικής άδειας εντός της δεκάμηνης προθεσμίας πλην όμως με το προτεινόμενο σφάλμα εισάγεται στην πραγματικότητα αμφισβήτηση των ανέλεγκτων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης.

Σε κάθε περίπτωση δε τις νομικές και διοικητικές προϋποθέσεις που επικαλείται η αναιρεσείουσα και οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, παρείχαν δυνατότητα στην αναιρεσίβλητη και επέτρεπαν την έκδοση της οικοδομικής άδειας ακόμα και πριν της κύρωση της οικείας πράξης εφαρμογής δεν τις επικαλέστηκε στο Εφετείο με το εφετήριο και τους πρόσθετους αυτού λόγους.

Κατά συνέπεια ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος και συνεπώς απορριπτέος Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. α`ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 529 παρ.1 εδ. α`ΚΠολΔ, στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας ότι στην κατ` έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σε αυτό αν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ` έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 284/2018, ΑΠ 315/2015). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει (ΚΠολΔ 559 αρ.11 περ.

α`), πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 315/2008).

Εξάλλου, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποιο μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 374/2019, ΑΠ 1034/2019, ΑΠ 1215/2014, ΑΠ 257/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος, καθόσον η προσκομισθείσα από την ήδη αναιρεσίβλητη βεβαίωση της αρχιτέκτονα μηχανικού Κ.-Ι.

Μ. μπορούσε να προσκομιστεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πλην, όμως, δεν προσκομίστηκε από βαριά αμέλεια. Ο ανωτέρω λόγος και ανεξαρτήτως του ότι δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτος αφού το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δεν απέκρουσε το αποδεικτικό αυτό μέσο ως απαράδεκτο επειδή ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ`, του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1454/2017).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 363/2018, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιορίστηκε σε γενική και αόριστη διατύπωση περί λήψης υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων "ώστε να μην καθίσταται δυνατός ο έλεγχος και η απόκρουση για τα τυχόν ληφθέντα υπόψη του μη νόμιμα ή απαράδεκτα κ.λπ.

αποδεικτικά έγγραφα ή ποια από αυτά θεώρησε ως δημόσια ή ιδιωτικό και εντεύθεν ποια αποδεικτική δύναμη προσέδωσε στο καθένα από αυτά ή και αν τα έγγραφα αυτά στηρίζουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, από ποια έγγραφα συνήγαγε δικαστικά τεκμήρια και σε κάθε περίπτωση αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται ή όχι σε γεγονότα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ποιο ακριβώς είναι το μέτρο αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα που εξετάστηκε ενώπιον ίου Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και σε ποιο μάρτυρα επέδωσε αυξημένη και σε ποιον μειωμένη αξιοπιστία, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται αδιάσπκτα βέβαιο, αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίσαμε και επικαλεστήκαμε ενώπιον του Δικάσαντος Δικαστηρίου".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθώς στην αίτηση αναίρεσης δεν αναφέρονται ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας ούτε ποιος ήταν ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο τις αποδείξεις και ποια η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία περί αυτού. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου το οποίο έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Πρέπει, επίσης, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8/3/2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΡΙΒΙΕΡΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΡΙΒΙΕΡΑ ΑΈ", για αναίρεση της με αριθμό 249/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάζει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2,700) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου