Supreme Court partially allows appeal against insurance company for excessive compensation in car accident case.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a final judgment awarding excessive damages for a car accident. The appellant argued the awarded amounts for moral damages and special compensation violated the principle of proportionality and exceeded judicial discretion. The court agreed, finding the sums disproportionately high compared to similar cases and the actual injury severity, and remanded the case for re-evaluation.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 591 and 614 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a final judgment awarding excessive compensation for moral damages and special compensation violates the principle of proportionality and exceeds the limits of judicial discretion when the amounts are clearly disproportionate to the injury and customary practice.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 90 / 2026 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 90/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Δ. του Μ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Δημητρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" και ήδη "ΑLLIANZ Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρίας (όπως και στις κατατεθείσες προτάσεις του).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 491/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5838/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-5-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18/5/2023 (αριθμ. καταθ. .../2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5838/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα (άρθρα 591 και 614 αριθμ. 6 ΚΠολΔ). Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 30/5/2023, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (17/11/2022), σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5838/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο αναιρεσείων, με την από 4/1/2018 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος ότι, στο Ηράκλειο Κρήτης, στις 10/5/2017, από αμέλεια της Α. Κ. (μη διαδίκου) οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, προκλήθηκε τροχαίο ατύχημα, στο οποίο τραυματίσθηκε ο ίδιος, ο οποίος οδηγούσε την υπ' αριθμ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα και καταστράφηκε ολοσχερώς το ως άνω όχημά του, ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης να του καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως αποζημίωση, χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και πρόσθετη χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, με το νόμιμο τόκο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 491/2022 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών: α) η από 3/6/2022 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και β) η από 29/7/2022 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5838/2022 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε τυπικά της εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσία την από 29/7/2022 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε κατ' ουσία την από 3/6/2022 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και αφού έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια της μη διαδίκου οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου και ότι ο τραυματισθείς ενάγων και ήδη αναιρεσείων, οδηγός της μοτοσυκλέτας, βαρύνεται με συντρέχον πταίσμα, ως προς την έκταση του τραυματισμoύ του στο κεφάλι, κατά ποσοστό 50%, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, δίκασε επί της ουσίας την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Υπαιτιότητα δε, είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατ` άρθρο 30 Α.Κ. υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, από το δράστη, στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Α.Π. 250/2023, Α.Π. 1945/2022, Α.Π. 1677/2022, Α.Π. 1492/2022).
Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ1077/2024, Α.Π. 1326/2023, Α.Π. 1095/2023, Α.Π. 1098/2023, Α.Π. 253/2023, Α.Π. 224/2023).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1223/2023, Α.Π. 1214/2023, Α.Π. 1198/2023, ΑΠ 253/2023), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (Α.Π. 1195/2023, Α.Π. 657/2023, Α.Π. 250/2023, Α.Π. 161/2023).
Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου, η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1326/2023, Α.Π. 1228/2023, Α.Π. 1198/2023, Α.Π. 253/2023). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο η υπαιτιότητα κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (Α.Π. 1335/2023, Α.Π. 803/2023, Α.Π. 799/2023, Α.Π. 1945/2022, ΑΠ 1677/2022).
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 621/2023, Α.Π. 50/2022, Α.Π. 689/2020, Α.Π. 551/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 παρ. 6 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.): "Οι οδηγοί και οι επιβάτες μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και τρίτροχων οχημάτων χωρίς κουβούκλιο υποχρεούνται να φορούν προστατευτικό κράνος, κανονικά δεμένο...". Η παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους από πρόσωπο, που υποχρεούται προς τούτο από το νόμο, αξιολογείται ως συντρέχουσα αμέλεια του προσώπου αυτού, κατά την έννοια της προεκτεθείσας διατάξεως του άρθρου 300 του Α.Κ., εφόσον η παράλειψη αυτή, ως εκ του είδους των σωματικών κακώσεων, συνδέεται αιτιωδώς με αυτές. Αν το ίδιο αποτέλεσμα θα επερχόταν και με την χρήση προστατευτικού κράνους ή αν, πέραν των σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν στην κεφαλή του παθόντος δικυκλιστή, προκλήθηκαν σωματικές βλάβες και σε άλλα μέρη του σώματός του, τότε για τις σωματικές βλάβες (εκτός εκείνων της κεφαλής), δεν συντρέχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και δεν καταλογίζεται συντρέχουσα αμέλεια για τις βλάβες αυτές στο παραλείψαν να προβεί σε χρήση κράνους πρόσωπο (ΑΠ1077/2024, ΑΠ1677/2022, ΑΠ847/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (ΟλΑΠ1/2020, ΟλΑΠ2/2019).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ15/2006, ΑΠ687/2024, ΑΠ6/2022, ΑΠ1217/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ687/2024, ΑΠ68/2020, ΑΠ12/2020, ΑΠ1217/2020).
Με τους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ευθέως ή εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ687/2024, ΑΠ549/2022, ΑΠ1217/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 5838/2022 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα του τραυματισμού του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίοντος, οδηγού της μοτοσυκλέτας και του συντρέχοντος πταίσματος αυτού στην έκταση του τραυματισμού του, λόγω παράλειψης χρήσης προστατευτικού κράνους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι συνεπεία του ένδικου ατυχήματος ο ενάγων τραυματίσθηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου "Βενιζέλειο", όπου εξετάσθηκε και βρέθηκε να είναι συγχυτικός εμφάνισε πολλαπλά επεισόδια εμετού, ωτορραγία αριστερά, ευαισθησία δεξιού όρχεος, θλαστικό τραύμα δεξιάς κνήμης, το οποίο αντιμετωπίστηκε με συρραφή, κάταγμα κροταφικού αριστερά, μικρή υπεραχνοειδή αιμορραγία δεξιά κροταφοβρεγματικά, μερική κατάληψη μαστοειδών αριστερά και μέσου ωτός αριστερά, κάκωση δεξιού γόνατος, άλγος δεξιάς πηχεοκαρπικής (ωλένιο).
Εισήχθη στη νευροχειρουργική κλινική, όπου νοσηλεύθηκε έως τις 19.05.2017, οπότε και εξήλθε. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στις 10.05.2017 υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, στην οποία παρατηρήθηκαν ελάχιστα στοιχεία υπεραχνοειδούς αιμορραγίας δεξιά κροταφοβρεγματικά, ιδίως στο επίπεδο της σχισμής του Sylvius, κάταγμα στο επίπεδο των μαστοειδών κυψελών αριστερά, που εκτεινόταν έως την πρόσθια παρυφή τους και στο σύστοιχο μέσο ους, το οποίο εκτεινόταν έως και τη λιποειδή μοίρα του κροταφικού οστού, με ήπια παρεκτόπιση αυτού, καθώς και στη λαμδοειδή ραφή, η οποία ελέγχθηκε με ήπια διάσταση.
Περαιτέρω παρατηρήθηκε μερική κατάληψη των σύστοιχων μαστοειδών κυψελών του μέσου ωτός από υλικό, πιθανόν αιμορραγικό, καθώς και εξωπαρεγχυματικές φυσαλίδες αέρα στο αριστερό έξω ακουστικό πόρο/οπίσθιο τοίχωμα της αρθρικής γλήνης της σύστοιχης κροταφογναθικής άρθρωσης χωρίς συνοδό εξάρθρημα στο εν λόγω επίπεδο και ήπιες παχυνοβλεννικές αλλοιώσεις του δεξιού ιγμορείου άντρου.
Διαπιστώθηκε περιοχή με αυξημένη θλάση μετωπιαία αριστερά σε απορρόφηση. Κατά τη διενέργεια νέας μαγνητικής τομογραφίας στις 19.05.2017 παρατηρήθηκε παρουσία αιμορραγικού υγρικού υλικού στις αριστερές μαστοειδείς κυψέλες, ενώ δεν τεκμηριώθηκε εμφανής παθολογία στο επίπεδο των έσω ακουστικών πόρων άμφω και των περιεχομένων 7ης και 8ης εγκεφαλικών συζυγιών.
Στις 14.05.2017 διαπιστώθηκε αγευσία και ανοσμία, με προοπτική βελτίωσης εντός του επόμενου εξαμήνου. Στις 15.05.2017 ο ενάγων ήταν πλήρως κινητοποιημένος, διαπιστώθηκε αυτόματη ύφεση της ωτορραγίας, χωρίς κλινικά σημεία πάρεσης προσωπικού νεύρου, ανέφερε υπακουσία αριστερά. Κατά τον ακουολογικό έλεγχο στις 17.05.2017 διαπιστώθηκε βαρηκοΐα αγωγιμότητας αριστερά.
Εξήλθε στις 19.05.2017 με οδηγίες για επανεκτίμηση σε τακτικό νευροχειρουργική ιατρείο ανά μήνα, για τακτικό ακουολογικό έλεγχο, για αφαίρεση ραμμάτων στις 25.05.2017, για αλλαγή του τραύματος ανά δύο ημέρες. Του συνεστήθη δε τακτικός έλεγχος λόγω του κινδύνου εμφάνισης μετατραυματικής επιληψίας και κρίθηκε ότι θα απαιτηθεί τουλάχιστον δίμηνο για να επανέλθει στην εργασία του και στην καθημερινότητα του.
Επανεξετάσθηκε στις 25.05.2017 στα εξωτερικά ιατρεία της ωτορινολαρυγγικής κλινικής του ως άνω νοσοκομείου και διαπιστώθηκε βαρηκοΐα αγωγιμότητας, κατά τον επανέλεγχο όμως της 08.06.2016 δεν διαπιστώθηκε βαρηκοΐα. Κατά την επανεξέταση στις 20.06.2017 στο προαναφερθέν νοσοκομείο διαπιστώθηκε ανοσμία και αγευσία, περιοδικά επεισόδια ζάλης στην κόπωση και του συνεστήθη αναρρωτική άδεια 30 ημερών.
Κατά την εξέταση τις 29.06.2017 στο ως άνω νοσοκομείο διαπιστώθηκε μερική ρήξη του έξω πλάγιου συνδέσμου του δεξιού γόνατος, οστικό οίδημα έξω μηριαίου κονδύλου δεξιού γόνατος, μερική πρόσθιου χιαστού δεξιού γόνατος, οίδημα κατάφυσης τετρακεφάλου δεξιού γόνατος, κάκωση σκαφοειδούς και τριγώνου χόνδρου δεξιάς πηχεοκαρπικής, του χορηγήθηκε αναρρωτική τριών μηνών και του συνεστήθη επανεξέταση.
Στις 24.08.2018 υποβλήθηκε σε νέα μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, στην οποία παρατηρήθηκαν αμετάβλητες σε έκταση και απεικονιστικούς χαρακτήρες οι εστιακές περιοχές γλοίωσης στην έσω-ουριαία μοίρα αμφοτέρων των πρόσθιων μετωπιαίων λοβών, απότοκες εγκεφαλικών θλάσεων σε έδαφος παλαιότερης κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, αμφότερες δε οι περιοχής άπτονται της άνω παρυφής αμφότερων των οσφρητικών βολβών, ενώ τα υποσκληρίδια υγρώματα, τα οποία εντοπίζονταν μετωπιαία αμφοτερόπλευρα στην εξέταση του 2017, πλέον είχαν εξαλειφθεί.
Ο ενάγων επανεξετάσθηκε στο νοσοκομείο Ηρακλείου στις 14.03.2018 και στις 16.01.2019 και διαπιστώθηκε πλήρης ανοσμία οφειλόμενη σε απώλεια του εγκεφαλικού παρεγχύματος στην περιοχή της οσφυϊκής οδού, καθώς και διαπιστώθηκε συνακόλουθη απώλεια της γεύσης πλην των στοιχειωδών (πικρού, γλυκού, αλμυρού και όξινου), η οποία κρίθηκε μη αναστρέψιμη από τους θεράποντες ιατρούς του.
Η δε προαναφερθείσα βαρηκοΐα ήταν παροδική και ακολούθως αποκαταστάθηκε η ακοή του ενάγοντος.
Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων στον τόπο και κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, όπως όφειλε και μπορούσε, επομένως, στην πρόκληση του τραυματισμού του στο κεφάλι, που είχε ως τελική συνέπεια την απώλεια της όσφρησης και τη συνακόλουθη σε μεγάλο βαθμό απώλεια της γεύσης του, συνετέλεσε και ο ίδιος ο ενάγων, εφόσον η ανωτέρω παράβαση συνδέεται αιτιωδώς με τον ένδικο τραυματισμό του μόνο στο κεφάλι, και όχι και στο υπόλοιπο σώμα, γενομένης εν μέρει δεκτής ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της παραδεκτώς και νομίμως προβαλλόμενης, κατ' άρθρο 300 ΑΚ σε συνδ.
με 12 παρ. 6 ΚΟΚ, ένστασης της εναγόμενης περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην έκταση της ζημίας του στην κεφαλή. Ως προς τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι η περιοχή της κεφαλής δεν προστατεύεται απόλυτα από τη χρήση κράνους αλλά και από πλείστα νόμιμα κράνη, όπως τα open face κράνη, λεκτέα τυγχάνουν τα ακόλουθα:
Κράνη ανοιχτού τύπου, ναι μεν επιτρέπεται κατά τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας να φέρουν οι δικυκλιστές, πλην όμως, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, με αυτό το κράνος καλύπτεται προστατευτικά το άνω και πλάι τμήμα του κρανίου αλλά δεν καλύπτεται - προστατεύεται καθόλου η περιοχή της μύτης και της γνάθου, οι οποίες είναι εκτεθειμένες σε προσκρούσεις, έναντι των κλειστού τύπου κρανών, η χρήση των οποίων είναι αρκετά διαδεδομένη, που παρέχουν ολοκληρωμένη προστασία του κεφαλιού και του προσώπου, συμπεριλαμβανομένης και της μύτης.
Η επιλογή του δικυκλιστή να φέρει κράνος ανοικτού τύπου αντί κράνους κλειστού τύπου και ακόμα περισσότερο η παντελής έλλειψη κράνους, καθιστά εν γνώσει του αποδεκτό το ενδεχόμενο γεγονός της ενδεχόμενης προσβολής της μύτης και του προσώπου σε περίπτωση σύγκρουσης του δικύκλου με άλλο όχημα και σε αυτό έγκειται το πταίσμα του, ως προς την έκταση της συγκεκριμένης ως άνω σωματικής βλάβης, η οποία κατά την κρίση του δικαστηρίου ανέρχεται σε ποσοστό 50%.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ομοίως, ορθώς το νόμο εφάρμοσε και δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όλοι δε οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντα που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της έφεσής του είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι". Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, με τις μερικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι η χρήση προστατευτικού κράνους ανοικτού τύπου συνιστά οικείο πταίσμα, επειδή το κράνος αυτό δεν παρέχει πλήρη προστασία της κεφαλής και του προσώπου, α) παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 300 ΑΚ και 12 § 6 του Κ.Ο.Κ., β) παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, καθόσον διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι τα κράνη ανοικτού τύπου είναι νόμιμα και ότι οι περιοχές της κεφαλής του αναιρεσείοντος που επλήγησαν δεν θα μπορούσαν να προστατευθούν επαρκώς με κράνος ανοικτού τύπου, καταλογίζει σ' αυτόν συντρέχον πταίσμα στην έκταση του τραυματισμού του, και επιπλέον, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, προσδιορίζει το ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του σε 50% και γ) κατά τον προσδιορισμό του συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος σε ποσοστό 50%, ενώ αυτό, σταθερά προσδιορίζεται από τα δικαστήρια σε ποσοστό 10%-30%, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.
Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων κρίθηκε συνυπαίτιος του τραυματισμού του επειδή έφερε προστατευτικό κράνος ανοικτού τύπου, ενώ, από τις προπαρατεθείσες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το συντρέχον πταίσμα του αναιρεσείοντος συνίσταται στο ότι αυτός δεν έφερε καθόλου προστατευτικό κράνος, παράβαση η οποία συνδέεται αιτιωδώς με τον ένδικο τραυματισμό του στο κεφάλι.
Οι ως άνω λόγοι είναι και αλυσιτελείς, εφόσον πλήττουν τις περαιτέρω παραδοχές του Εφετείου ότι "κράνη ανοιχτού τύπου, ναι μεν επιτρέπεται κατά τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας να φέρουν οι δικυκλιστές, πλην όμως, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, με αυτό το κράνος καλύπτεται προστατευτικά το άνω και πλάι τμήμα του κρανίου αλλά δεν καλύπτεται - προστατεύεται καθόλου η περιοχή της μύτης και της γνάθου, οι οποίες είναι εκτεθειμένες σε προσκρούσεις, έναντι των κλειστού τύπου κρανών, η χρήση των οποίων είναι αρκετά διαδεδομένη, που παρέχουν ολοκληρωμένη προστασία του κεφαλιού και του προσώπου, συμπεριλαμβανομένης και της μύτης" και ότι "η επιλογή του δικυκλιστή να φέρει κράνος ανοικτού τύπου αντί κράνους κλειστού τύπου και ακόμα περισσότερο η παντελής έλλειψη κράνους, καθιστά εν γνώσει του αποδεκτό το ενδεχόμενο γεγονός της ενδεχόμενης προσβολής της μύτης και του προσώπου σε περίπτωση σύγκρουσης του δικύκλου με άλλο όχημα", οι οποίες είναι πλεοναστικές, αφού εκφέρονται εκ περισσού, ως απάντηση στον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι η περιοχή της κεφαλής δεν προστατεύεται απόλυτα από τη χρήση κράνους αλλά και από πλείστα νόμιμα κράνη, όπως τα open face (ανοικτού τύπου) κράνη και δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, που αυτοτελώς στηρίζεται στις ανωτέρω σαφείς παραδοχές της ότι "ο ενάγων στον τόπο και κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, όπως όφειλε και μπορούσε, επομένως, στην πρόκληση του τραυματισμού του στο κεφάλι, που είχε ως τελική συνέπεια την απώλεια της όσφρησης και τη συνακόλουθη σε μεγάλο βαθμό απώλεια της γεύσης του, συνετέλεσε και ο ίδιος ο ενάγων, εφόσον η ανωτέρω παράβαση συνδέεται αιτιωδώς με τον ένδικο τραυματισμό του μόνο στο κεφάλι".
Ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια, συνεπώς, ο έστω και εσφαλμένος προσδιορισμός του ποσοστού του συντρέχοντος πταίσματος δεν ιδρύει τους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "...σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ736/2021, ΑΠ142/2019).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ9/2015, ΑΠ1892/2024, ΑΠ1185/2023, ΑΠ990/2023, ΑΠ621/2023, ΑΠ22/2023, ΑΠ1492/2022, ΑΠ677/2022, ΑΠ 1547/2021, ΑΠ931/2021, ΑΠ736/2021).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ1892/2024, ΑΠ990/2023, ΑΠ621/2023, ΑΠ1492/2022, ΑΠ677/2022, ΑΠ1547/2021, ΑΠ870/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ140/2025, ΑΠ1802/2024, ΑΠ1201/2024, ΑΠ1033/2024, ΑΠ980/2023, ΑΠ1488/2022, ΑΠ187/2021, ΑΠ142/2019). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, και, κατ' ορθή εκτίμηση, μόνο η από τον αριθμό 1 του ως άνω άρθρου αναιρετική πλημμέλεια, αφού δεν αναφέρεται σε τι συγκεκριμένα συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης (αντιφατικές αιτιολογίες, με επισήμανση των αντιφάσεων ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, με την αναφορά των επιπλέον αιτιολογιών που κατά την άποψη του αναιρεσείοντος έπρεπε να περιέχει η απόφαση), αλλά ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 931 και 932 ΑΚ, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 2 § 1 και 25 § 1 του Συντάγματος, επιδίκασε σ' αυτόν, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, τα ποσά των 10.000 ευρώ και των 9.000 ευρώ, αντιστοίχως, τα οποία υπολείπονται καταφανώς των επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τμήμα της, αναφορικά με τα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος (αρθρ. 932 ΑΚ) και της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ, δέχθηκε, κατά λέξη, τα εξής: "Επιπλέον, ο ενάγων δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση του σωματικού άλγους και της ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστη συνεπεία του ένδικου ατυχήματος, η οποία, σταθμίζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, την αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, το βαθμό υπαιτιότητας του ίδιου λόγω μη χρήσης προστατευτικού κράνους, την έκταση και τη φύση του τραυματισμού του ενάγοντα, την έκταση των υλικών ζημιών που αυτός υπέστη από την ανωτέρω αδικοπραξία, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση του διαδίκου φυσικού προσώπου, διότι η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας είναι εγγυητική, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 €).
Το ως άνω ποσό, κρίνεται δίκαιο και εύλογο δηλαδή ανάλογο με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της προκείμενης περίπτωσης αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (...). Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων, υπέστη μόνιμη βλάβη συνιστάμενη στην απώλεια της όσφρησης και στη συνακόλουθη σε μεγάλο βαθμό απώλεια της γεύσης του.
Η ως άνω μόνιμη αναπηρία του επιδρά στην επαγγελματική, κοινωνική και οικονομική του εξέλιξη, αφού η όσφρηση, εκτός από την αίσθηση της ευχαρίστησης, λειτουργεί και προστατευτικά, ως σύστημα ασφάλειας και η απώλεια της μπορεί να φέρει το άτομο σε κατάσταση κινδύνου, στην περίπτωση που για παράδειγμα, έχοντας απωλέσει την αίσθηση αυτή, αδυνατεί να μυρίσει καπνό, υγραέριο και λοιπές χημικές ουσίες και συνεπώς λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τέλεσης του ατυχήματος, της κατάστασης της υγείας του, της ηλικίας του και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης του διαδίκου φυσικού προσώπου, δικαιούται αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, ύψους εννέα χιλιάδων ευρώ (9.000 €).
Το ποσό αυτό είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από κάθε άλλη αξίωση αποζημίωσης, στηριζόμενο στο άρθρο 931 ΑΚ και αναγνωρίζεται προκειμένου ο παθών να διευκολυνθεί στην επαγγελματική και οικονομική του αποκατάσταση μετά τον ανωτέρω τραυματισμό που επέφερε τα ως άνω αποτελέσματα στην υγεία του".
Έτσι όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στο ποσό των 10.000 ευρώ, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, καθόσον το επιδικασθέν ως άνω ποσό, δεν τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ηθική βλάβη, που δέχθηκε ότι αυτός υπέστη, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπεται δε καταφανώς των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσών.
Περαιτέρω, το Εφετείο, καθορίζοντας το ύψος της εύλογης ιδιαίτερης χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. στο ποσό των 9.000 ευρώ, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το προαναφερόμενο ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, είναι καταφανώς κατώτερο εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, ενόψει και των ανέλεγκτων αναιρετικά παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι ο αναιρεσείων υπέστη μόνιμη βλάβη, συνιστάμενη στην απώλεια της όσφρησης και στην σε μεγάλο βαθμό απώλεια της γεύσης του και ότι η ως άνω μόνιμη αναπηρία του επιδρά στην επαγγελματική, κοινωνική και οικονομική του εξέλιξη, αφού η όσφρηση, εκτός από την αίσθηση της ευχαρίστησης, λειτουργεί και προστατευτικά, ως σύστημα ασφάλειας και η απώλειά της μπορεί να φέρει το άτομο σε κατάσταση κινδύνου.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα προαναφερθέντα κεφάλαιά της, που αφορούν το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 ΑΚ και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 5838/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ