Supreme Court partially allows appeal regarding insurance coverage denial due to driver intoxication while dismissing other claims.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a final judgment from the Single Member Court of Larissa. The appellant, a driver, challenged the insurance company's refusal to cover damages caused by his intoxicated driving, while the other defendants were absent. The court ruled that the appeal regarding the intoxication exception was valid, but dismissed the claims against the absent defendants due to their default.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 576, 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when specific legal grounds are established against one defendant while dismissing the appeal against absent defendants due to default.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 90 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 90/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Τσιαμπαλή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Γ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεόντιο Σφαιρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-11-2009 και 8-4-2010 αγωγές των ήδη 1ου και 2ου των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκαν με τις από 25-2-2010 (αρ. εκθ. καταθ. …82/2010 και ….83/2010) και 14-5-2010 (αρ. εκθ. καταθ. ….5/2010) παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2011 μη οριστική και 384/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-11-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, ότι η κρινόμενη από 14-11-2017 (αρ. κατ. 64/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 39/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), είχε προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 33, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από τις υπ' αρ. ….5β'/22-3-2018 και …6β'/ 6-3-2018 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λάρισας, Γ. Ι. Ε. - Τ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσείων, προκύπτει, ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 124 παρ. 1 και 126 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον 1ο και 2ο αναιρεσίβλητο, αντίστοιχα, για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω 1ος και 2ος των αναιρεσιβλήτων, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον ο επισπεύδων τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείων και η 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.
Επομένως, αφού οι 1ος και 2ος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών.
Η κρινόμενη από 14-11-2017 (αρ. κατ. 64/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 39/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των ζημιών από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 262/2018, ΑΠ 147/2018, ΑΠ 1500/2002).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παράγραφο 2 του άρθρου 43 του Ν. 2963/2001, ορίζεται ότι "...απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που, σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους, ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου" (παρ. 1) και "...σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες" (παρ. 3).
Στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 6β παράγραφος 1 περ. β` του Ν. 489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007 και που σύμφωνα με το άρθρο 18 του τελευταίου αυτού νόμου άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 100 τ.
Α`/14.5.2007), ορίζεται ότι "...εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α)..., β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος".
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976, ο περιληφθείς στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα όρος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες προξενούμενες σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου 42 του ΚΟΚ, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά παρέχει σ` αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι η παράβαση του ασφαλιστικού αυτού όρου από τον ασφαλισμένο συνέχεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου ατυχήματος (ΑΠ 262/2018, ΑΠ 450/2018, ΑΠ 158/2015, ΑΠ 323/2011).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 301/2018, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 6β παρ. 1 περ. β' του Ν. 489/1976 και αυτή σε συνδυασμό με τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, όπως ορθά εκτιμάται, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δήθεν αυτός οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος και ότι ενεργοποιήθηκε ο όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική του κάλυψη, με βάση το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που είχε καταρτίσει με την 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, διότι δεν ερεύνησε το ζήτημα της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μέθης του αναιρεσείοντα και της πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος, που ήταν ουσιώδες για την ενεργοποίηση του όρου εξαίρεσης από την ασφαλιστική του κάλυψη.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι στις 4-8-2007 στην επαρχιακή οδό ... (που είναι παράδρομος της ΠΑΘΕ ...) συνέβη τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο συγκρούστηκε ο με αρ. κυκλοφορίας ...51 γεωργικός ελκυστήρας με τη ρυμουλκούμενη από αυτόν χορτοδετική μηχανή (πρέσα), που οδηγούσε ο αναιρεσείων και ήταν ασφαλισμένος στην 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με το με αρ.
κυκλοφορίας ...77 ΙΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο 2ος αναιρεσίβλητος, με συνεπιβάτη αυτού τον 1ο αναιρεσίβλητο. Κατά τη σύγκρουση τραυματίστηκαν ο οδηγός και ο συνεπιβάτης του ΙΧΦ, ήδη 2ος και 1ος αναιρεσίβλητος αντίστοιχα. Ακολούθως, ο μεν 1ος αναιρεσίβλητος - συνεπιβάτης άσκησε την από 10-11-2009 (αρ. κατ. 40/2010) αγωγή και χάριν συντομίας Α' κύρια αγωγή κατά του αναιρεσείοντα και της ασφαλιστικής του εταιρείας και κατά του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου και της ασφαλιστικής αυτού εταιρείας και ζητούσε αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες και χρηματική ικανοποίηση και συνολικά το ποσό των 461.622 ευρώ.
Επίσης, ο 2ος αναιρεσίβλητος άσκησε την από 8-4-2010 (αρ. κατ. …47/2010) αγωγή και χάριν συντομίας Β' κύρια αγωγή κατά του αναιρεσείοντα και της ασφαλιστικής του εταιρείας, ήδη 3ης αναιρεσίβλητης και ζητούσε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση και συνολικά το ποσό των 28.400 ευρώ. Παράλληλα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, η ήδη 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε κατά του ασφαλισμένου της - αναιρεσείοντα την από 25-2-2010 (αρ.
κατ. …83/2010) παρεπίμπτουσα αγωγή και χάριν συντόμευσης Β' αναγωγή (με βάση την Α' κύρια αγωγή) και την από 14-5-2010 (αρ. κατ. ….35/2010) παρεπίμπτουσα αγωγή και χάριν συντόμευσης Γ' αναγωγή (με βάση την Β' κύρια αγωγή), με τις οποίες ισχυρίστηκε, ότι ενεργοποιήθηκε ο όρος εξαίρεσης ασφαλιστικής κάλυψης, διότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος ασφαλισμένος της και ήδη αναιρεσείων οδηγούσε σε κατάσταση μέθης και ζητούσε να της καταβάλει αυτός οποιοδήποτε ποσό αυτή θα υποχρεωνόταν να καταβάλει στους κυρίως Α και Β ενάγοντες - παθόντες.
Σημειώνεται, ότι η 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε και την από 25-2-2010 (αρ. κατ. …82/2010) παρεμπίπτουσα αγωγή και χάριν συντόμευσης Α' αναγωγή, που απηύθυνε κατά του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου και της ασφαλιστικής του εταιρείας και αποδεχόμενη ποσοστό συνυπαιτιότητας του ασφαλισμένου της 10% ζητούσε από τους Α' παρεμπιπτόντως εναγομένους να της καταβάλουν, κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτών 90%, οποιοδήποτε ποσό θα υποχρεωνόταν αυτή να καταβάλει στον συνεπιβάτη του ΙΧΦ αυτοκινήτου.
Το κεφάλαιο αυτό δεν αφορά την αναιρετική δίκη και αναφέρεται μόνο διηγηματικά για το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης. Περαιτέρω, οι Α' και Β' κύριες αγωγές συνεκδικάστηκαν με τις Β' και Γ' αναγωγές (αλλά και με την Α' αναγωγή) και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 60/2011 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία κήρυξε απαράδεκτη κατ' άρθρ. 10 παρ. 5 του Ν. 489/1976 τη συζήτηση των δύο κύριων αγωγών λόγω μη επίδοσης αντιγράφων τους στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο, δεδομένου, ότι μέρος των αγωγικών αξιώσεων αφορούσε διαφυγόντα εισοδήματα και συνακόλουθα, κήρυξε απαράδεκτη και τη συζήτηση των αναγωγών λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα αυτών.
Στη συνέχεια με κλήσεις των διαδίκων η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 384/2011 οριστική απόφαση, η οποία δέχτηκε εν μέρει τις κύριες αγωγές και τις αναγωγές. Ακολούθως, ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις από τους ήδη διαδίκους στην παρούσα δίκη και κατά το μέρος, που μας ενδιαφέρει, η από 12-3-2012 (αρ.
κατ. …2/2012) έφεση του αναιρεσείοντα κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων - τότε εφεσιβλήτων, με την ιδιότητά του εκκαλούντα - αναιρεσείοντα ως κυρίως εναγομένου στις Α' και Β' κύριες αγωγές και ως παρεμπιπτόντως εναγομένου στις Β' και Γ' αναγωγές.
Εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, δέχθηκε ότι το τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε από τη συγκλίνουσα συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων και καθόρισε, ειδικότερα, την συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντα σε ποσοστό 70% και του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου σε 30%.
Στη συνέχεια, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στους παθόντες και ειδικότερα, στον συνεπιβάτη του ΙΧΦ ήδη 1ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 38.202 ευρώ και στον οδηγό του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ήδη 2ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 4.098 ευρώ. Επίσης, δέχθηκε εν μέρει τις Β' και Γ' αναγωγές της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας εναντίον του ασφαλισμένου της, ήδη αναιρεσείοντα, με την παραδοχή, ότι λόγω της μέθης αυτού ενεργοποιήθηκε ο όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική του κάλυψη.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο για το ανωτέρω ζήτημα, που ερευνάται με τον 1ο αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6β παρ. 1 περ. β' του Ν. 489/1976 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (εξαίρεση ασφαλιστικής κάλυψης λόγω μέθης), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Εξάλλου, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο γεωργικός ελκυστήρας με αριθμό κυκλ. ...51, ήταν ασφαλισμένος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...".
Για την ασφάλιση αυτή είχε καταρτιστεί το υπ' αριθμ. 3...040 ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Ορίζεται δε στους γενικούς όρους υποχρεωτικής ασφάλισης της αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων ότι αυτή ρυθμίζεται από τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970, του ν. 489/ 1976, του ν. 2496/1997 και από την υπ' αριθμ. Κ4-585/78 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, όπου δεν έχει τροποποιηθεί από τους παραπάνω νόμους.
Περαιτέρω, στο άρθρο 10 των γενικών όρων υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων αναφέρεται ότι: "αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προκαλούνται: 1..., 7. Αν κατά το ατύχημα ο οδηγός του αυτοκινήτου ήταν μεθυσμένος ή είχε κάνει χρήση τοξικών ουσιών, σύμφωνα με την έννοια και τις προϋποθέσεις του ΚΟΚ, ανεξάρτητα αν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος".
Με βάση τα παραπάνω ο περιοριστικός όρος της ασφαλιστικής κάλυψης, του άρθρου 25 παρ. 8 της Κ4/585/1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, απέκτησε συμβατική ισχύ, πράγμα που σημαίνει ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία απαλλάσσεται από την υποχρέωση ασφαλιστικής κάλυψης σε περίπτωση προκλήσεως ζημιών όταν το όχημα του ασφαλισμένου της θα οδηγείται από πρόσωπο υπό την επήρεια μέθης.
Ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος - αντισυμβαλλόμενος της ασφαλιστικής εταιρίας, συνομολογεί την κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως ασφαλίσεως, πλην, όμως, αρνείται ότι βρίσκονταν σε κατάσταση μέθης κατά το χρόνο του ατυχήματος. Όμως, τόσο από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ασφαλιστική εταιρία από 4-8-2007 Έκθεση αυτοψίας Τροχαίου Ατυχήματος της Τροχαίας Λάρισας, όσο και από τις προσκομιζόμενες από 4-8-2007 δύο (2) μετρήσεις με αλκοολόμετρο ενώπιον των αρχιφυλάκων Τ.
και Π. του Α.Τ. Περιφέρειας, στις οποίες υποβλήθηκε ο πρώτος εναγόμενος - παρεμπιπτόντως εναγόμενος Γ. Τ., αποδείχθηκε ότι αυτός οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ, αφού διαπιστώθηκε κατά την πρώτη μέτρηση ποσότητα αλκοόλ 0,59 mg/L εκπνεόμενου αέρα και κατά τη δεύτερη μέτρηση ποσότητα αλκοόλ 0,58 mg/L.
Συνεπώς, εφόσον ο αποκλεισμός της ασφαλιστικής κάλυψης δεν μπορεί να προταθεί από την ασφαλιστική εταιρία έναντι τρίτων, ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος Γ. Τ., έχει υποχρέωση να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, ό,τι αυτή υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες των δύο κύριων αγωγών, Θ. Κ. και Γ. Σ....".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της 3ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας από την ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλισμένου της, ήδη αναιρεσείοντα, λόγω της ενεργοποίησης του όρου εξαίρεσης, εξαιτίας της μέθης αυτού κατά την οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος (γεωργικού ελκυστήρα με ρυμουλκούμενη πρέσα), παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 6β παρ. 1 περ.
β' του Ν. 489/1976 και του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, διότι, κατά την υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για το κρίσιμο ζήτημα της εξαίρεσης από ασφαλιστική κάλυψη λόγω μέθης. Ειδικότερα, το ένδικο ατύχημα, σύμφωνα με τις παραδοχές, προκλήθηκε στις 4-8-2007, δηλαδή υπό την ισχύ του Ν. 3557/2007, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 14-5-2007 και, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6β παρ. 1 περ.
β' του Ν. 489/1976 (που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/ 2007) για να ενεργοποιηθεί ο όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη πρέπει η αλκοόλη, που ανιχνεύθηκε στο αίμα του οδηγού και υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια του νόμου να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και να επηρέασε την οδηγική συμπεριφορά του ασφαλισμένου οδηγού.
Τέτοια όμως περιστατικά αιτιώδους συνάφειας, που συνιστούν προϋπόθεση για τη θεμελίωση λόγου απαλλαγής της 3ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας από την ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλισμένου της οδηγού - ήδη αναιρεσείοντα και καταδεικνύουν ανικανότητα αυτού να οδηγεί λόγω της μέθης, στην οποία τελούσε και να έχουν επιδράσει στην αμελή συμπεριφορά του κατά την οδήγηση του γεωργικού ελκυστήρα, ουδόλως αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση.
Αντιθέτως, το Εφετείο αρκέστηκε μόνο στην ανίχνευση ποσοστού αλκοόλης εφαρμόζοντας την ΥΑ Κ4 585/1978, η οποία όμως είχε καταργηθεί από τον Ν. 3557/2007, ο οποίος, όπως εκτέθηκε προηγουμένως άρχισε να ισχύει από 14-5-2007 και ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος (4-8-2007). Εξάλλου, ούτε από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης συνάγεται έστω και έμμεσα, ότι η παράλειψη του αναιρεσείοντα να θέσει σε λειτουργία τα πίσω φώτα του γεωργικού ελκυστήρα και της συρόμενης πρέσας, στα οποία το Εφετείο θεμελίωσε την αμελή συντρέχουσα συμπεριφορά του αναιρεσείοντα στην πρόκληση του ατυχήματος συνδέεται αιτιωδώς με την μέθη αυτού, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, διότι, σύμφωνα με την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 6β παρ. 1 περ.
β' Ν. 489/1976, η μέθη πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς με σοβαρές κυκλοφοριακές παραβάσεις, που υποδηλώνουν παράτολμη συμπεριφορά του οδηγού με υπερεκτίμηση των συνθηκών κυκλοφορίας και των ικανοτήτων του στην οδήγηση, δηλαδή περίπτωση ατυχήματος, που δικαιολογείται να συμβεί από οδηγό, που τελεί υπό την επίδραση αλκοόλης και δεν αρκεί οι κυκλοφοριακές παραβάσεις να συνιστούν απλές τυπικές κυκλοφοριακές παραβάσεις, που συνήθως διαπράττονται από αμελείς οδηγούς.
Τέτοια περιστατικά δεν αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως θα έπρεπε για τη θεμελίωση του πραγματικού της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης.
Συνεπώς, ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση των ανωτέρω κανόνων δικαίου (6β παρ. 1 περ. β' Ν. 489/1976 και 42 Ν. 2696/1999), αναφορικά με το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη του αναιρεσείοντα. Επομένως, κατά ουσιαστική παραδοχή του 1ου αναιρετικού λόγου, με τον οποίο ο αναιρεσείων επαναφέρει παραδεκτά, κατ' άρθρ. 562 αρ. 2 περ.
α' σε συνδ. 527 ΚΠολΔ, όσα είχε υποστηρίξει με τον 3ο λόγο της έφεσής του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, που αφορά τις υπό στοιχείο Β' και Γ' παρεμπίπτουσες αγωγές - αναγωγές της 3ης αναιρεσίβλητης (εξαίρεση από ασφαλιστική κάλυψη λόγω μέθης του οδηγού του ασφαλισμένου οχήματος - ήδη αναιρεσείοντα).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 804/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).
Περαιτέρω, από το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, oρίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους...".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ ορίζεται ότι "1. Τα αυτοκίνητα οχήματα και τα ρυμουλκούμενα, το πλάτος των οποίων υπερβαίνει τα 2,10 μ. επιβάλλεται να έχουν δύο τουλάχιστον φώτα όγκου, τα οποία πρέπει να εκπέμπουν λευκό ή κίτρινο φως προς τα εμπρός και ερυθρό φως προς τα πίσω...".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 ορίζεται ότι "1. Τα αυτοκίνητα οχήματα και τα ρυμουλκούμενα επιβάλλεται να έχουν στο πίσω μέρος τους δύο τουλάχιστον ερυθρούς αντανακλαστήρες, ορατούς από οδηγό, κατά τη νύκτα με καθαρές καιρικές συνθήκες από απόσταση τουλάχιστον 150 μέτρων, όταν φωτίζονται από τα φώτα πορείας, τα φώτα διασταύρωσης ή τα φώτα ομίχλης άλλου οχήματος...".
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 78 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου - ΚΟΚ ορίζεται ότι "1. Οι διατάξεις του παρόντος Κώδικα για το σύστημα φωτισμού και οπτικής γενικά σήμανσης των οχημάτων έχουν ανάλογη εφαρμογή και στα αγροτικά μηχανήματα, τα οποία κινούνται αυτοδύναμα, ως και επί των υπ` αυτών ρυμουλκούμενων, αν αυτά καλύπτουν τα πίσω φώτα του έλκοντος οχήματος".
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α' σκέλος αυτού ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 914, 297-298, 300, 330 ΑΚ και των άρθρων 66 παρ. 1, 72 παρ. 1 και 78 παρ. 1 του Ν. 2696/1999, διότι δεν διέλαβε αιτιολογία, άλλως διέλαβε ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία ως προς τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος και στην κατάγνωση σε βάρος του συνυπαιτιότητας στην πρόκληση αυτού, ζητήματα ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης και κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δήθεν αυτός δεν είχε θέσει σε λειτουργία τα πίσω φώτα του οχήματός του, ούτε ότι είχε ανακλαστήρες.
Επισημαίνεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος πρέπει να ερευνηθεί, διότι η αναιρετική εμβέλεια του 1ου αναιρετικού λόγου δεν εκτείνεται και σ' αυτόν, διότι πλήττει διαφορετικό κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντα στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο σύμφωνα με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντα δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 4 Αυγούστου 2007 και περί ώρα 02.45' ο πρώτος των εναγομένων Γ. Τ., οδηγώντας τον με αριθμό κυκλοφορίας ...51 γεωργικό του ελκυστήρα, ο οποίος έσερνε, ως ρυμουλκούμενο, χορτοδετική μηχανή (πρέσα) και ήταν ασφαλισμένος στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Η ...", κινούνταν επί της επαρχιακής οδού ..., η οποία είναι παράδρομος της ΠΑΘΕ ..., με κατεύθυνση προς ....
Η εν λόγω επαρχιακή οδός έχει πλάτος ασφάλτινου οδοστρώματος έξι (6) μέτρων, πλάτος ερείσματος (0,30) μέτρων και αποτελείται από δύο ρεύματα κυκλοφορίας, διαχωριζόμενα μεταξύ τους με διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή. Την ώρα εκείνη επικρατούσε σκοτάδι, δεν υπήρχε τεχνικός φωτισμός και η ορατότητα ως προς την πορεία του οχήματος δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνικά εμπόδια και ειδικότερα η οδός, στο σημείο εκείνο, είναι ευθεία.
Ο ανωτέρω οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα, αν και ήταν σκοτάδι, δεν είχε φωτισμό στο οπίσθιο μέρος του γεωργικού ελκυστήρα, ούτε στη ρυμουλκούμενη καρότσα, είχε όμως τοποθετήσει σ' αυτήν φωσφορίζον τρίγωνο. Κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο, ήτοι δύο χιλιόμετρα πριν το ..., κινούνταν ομόρροπα επί της ιδίας οδού και πίσω από το ως άνω όχημα, του Γ.
Τ., ο ενάγων-εναγόμενος-εκκαλών-εφεσίβλητος, Γ. Σ., οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ...77 Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητό του, έχοντας ως συνεπιβάτη στη θέση του συνοδηγού τον ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητο Θ. Κ.. Ο τελευταίος οδηγός, Γ. Σ., προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του, στο πίσω μέρος της χορτοδετικής πρέσας, που έσερνε ο προπορευόμενος γεωργικός ελκυστήρας, χωρίς να προφθάσει να επιχειρήσει τροχοπέδηση του αυτοκινήτου του, ούτε προσπάθεια αποφευκτικού ελιγμού διά της επιχειρήσεως προσπεράσματος από τα αριστερά του ως άνω γεωργικού ελκυστήρα και ενόψει του ότι κατ' εκείνη τη στιγμή δεν κινούνταν άλλα αυτοκίνητα στο αντίθετο ρεύμα πορείας της παραπάνω οδού, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί τόσο ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου Γ.
Σ., όσο και ο συνεπιβάτης αυτού Θ. Κ., καθώς και να υποστούν τα οχήματα υλικές ζημιές. Το ανωτέρω αυτοκινητικό ατύχημα, οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα και των δύο οδηγών, γιατί και οι δύο παραβίασαν βασικούς κανόνες της κυκλοφοριακής πίστης, αφού λόγω έλλειψης της προσοχής που όφειλαν αλλά και μπορούσαν από τις περιστάσεις να καταβάλουν, όπως άλλωστε θα έπραττε οποιοσδήποτε άλλως μετρίως συνετός οδηγός κάτω από παρόμοιες με αυτούς συνθήκες, ο μεν οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα, οδηγούσε αυτόν στην άνω επαρχιακή οδό, υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,59ο/οο ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, όπως καταμετρήθηκε κατά το ποσοστό τούτο με την μέθοδο του αλκοολομέτρου, χωρίς να φέρει το όχημά του ανακλαστήρες και χωρίς να έχει αναμμένα τα οπίσθια φώτα αυτού, αν και ήταν νύκτα, κατά παράβαση των άρθρων 66, 72 και 78 του ν. 2094/1992 και έτσι δεν ήταν ορατό το όχημά του από τους οδηγούς που τον ακολουθούσαν......
Με βάση όλα τα προαναφερθέντα ο βαθμός συνυπαιτιότητας καθενός από τους ανωτέρω οδηγούς στην επέλευση του ατυχήματος, καθορίζεται σε 70% για τον οδηγό του γεωργικού ελκυστήρα και 30% για τον οδηγό του φορτηγού Γ. Σ.. Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο από την ορθή αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ιδίως από την από 4-8-2007 έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας Λάρισας και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα, καθώς και από τις προανακριτικές καταθέσεις των εμπλεκομένων οδηγών και του συνεπιβαίνοντος Θ.
Κ.. Δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος Γ. Τ. είχε ακινητοποιημένο τον γεωργικό του ελκυστήρα και ότι κοιμόταν πάνω στο τιμόνι αυτού και γι' αυτό ο σχετικός ισχυρισμός των εναγόντων Θ. Κ. και Γ. Σ., πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί συγκλίνουσας συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντα, την οποία μάλιστα καθόρισε και σε ορισμένο ποσοστό, ενόψει της δίκης της αναγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914 σε συνδ. 297-298, 300, 330 ΑΚ και των άρθρων 66 παρ. 1, 72 παρ. 1 και 78 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 και συνεπώς, δεν τις παραβίασε εκ πλαγίου, διότι διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο με πληρότητα δέχεται ότι, αν και επικρατούσε σκότος κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, ο αναιρεσείων δεν είχε φωτισμό στο πίσω μέρος του γεωργικού ελκυστήρα, που οδηγούσε, αλλά ούτε και στην ρυμουλκούμενη πρέσα, στην οποία είχε τοποθετήσει μόνο το φωσφορίζον τρίγωνο, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 του Ν. 2696/1999 και ότι εξαιτίας της παράλειψης αυτής το όχημά του δεν ήταν ορατό στον όπισθεν αυτού κινούμενο οδηγό του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ήδη 2ο αναιρεσίβλητο, ώστε αυτός να κατορθώσει να τροχοπεδήσει έγκαιρα ή να εκτελέσει τον ενδεδειγμένο αποφευκτικό ελιγμό, προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, που εκείνη την στιγμή ήταν ελεύθερο, κατά τις παραδοχές της απόφασης.
Τα περιστατικά αυτά ήταν αρκετά για να θεμελιωθεί η αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντα στις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 2696/1999, που εφαρμόστηκαν, αλλά και στη γενική διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ίδιου Ν. 2696/1999, που αν και δεν μνημονεύεται ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση, το πραγματικό της προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της.
Συνεπώς, κατά τούτο πρέπει να συμπληρωθεί το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρ. 578 ΚΠολΔ, διότι η παράλειψη του Δικαστηρίου ουσίας να παραθέσει στο αιτιολογικό του τις διατάξεις, στις οποίες στηρίζει ορθό διατακτικό, εφόσον το πραγματικό τους προκύπτει από τις παραδοχές του, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφασή του για έλλειψη νόμιμης βάσης, η οποία ιδρύεται μόνον, όταν οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές, εφόσον το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται στις ουσιαστικές παραδοχές και όχι στις νομικές αναλύσεις (ΑΠ 200/2018, ΑΠ 146/2018).
Εξάλλου, οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, Α. Μ., που εμπεριέχεται στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς επίσης την ένδειξη 17 της έκθεσης αυτοψίας, όπου αναφέρεται, ότι το αγροτικό μηχάνημα κατά την άφιξη της Τροχαίας είχε αναμμένα τα πίσω φώτα του, είναι προεχόντως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ).
Σε κάθε περίπτωση όμως είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, διότι στην ένδειξη 7 της έκθεσης αυτοψίας, όπου καταγράφονται οι μάρτυρες, σημειώνεται κατ' ακριβή αντιγραφή "ουδείς ανευρέθη στο σημείο...", ενώ επίσης, στην πρώτη σειρά της έκθεσης αυτοψίας αναφέρεται, ότι το ατύχημα προκλήθηκε στις 02:45 (βλ. ένδειξη 1) και ότι η έκθεση αυτοψίας συντάχθηκε ώρα 04:00.
Επομένως, από το χρόνο που συνέβη το ατύχημα είχε μεσολαβήσει ικανό χρονικό διάστημα μέχρι να αφιχθούν τα αστυνομικά όργανα και έτσι δεν μπορεί να διαπιστωθεί με βεβαιότητα, εάν τα φώτα λειτουργούσαν κατά τη στιγμή του ατυχήματος. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου.
Έτσι δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 556/2003), όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων (ΑΠ 91/2017, ΑΠ 152/2015, ΑΠ 620/2014, ΑΠ 42/2014).
Με τον ίδιο 2ο αναιρετικό λόγο, κατά το Β' σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, όπως ορθά εκτιμάται, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της έκθεσης αυτοψίας του τροχαίου ατυχήματος στην παράγραφο 17 της οποίας αναφερόταν ότι τα πίσω φώτα του γεωργικού ελκυστήρα και της ρυμουλκούμενης από αυτόν χορτοδετικής πρέσας ήταν αναμμένα, β) το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας και γ) τις προανακριτικές καταθέσεις των εμπλεκομένων οδηγών και του συνεπιβάτη του ΙΧΦ αυτοκινήτου, που ανέγνωσε εσφαλμένα ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος του αναιρεσείοντα συνυπαιτιότητας στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.
Ο λόγος αυτός κατά την αιτίαση υπό στοιχείο γ' πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι προανακριτικές καταθέσεις, που έχουν συνταχθεί στα πλαίσια του σχηματισμού της ποινικής δικογραφίας, δεν αποτελούν αποδεικτικό μέσο, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ (ΑΠ 995/2014, ΑΠ 1412/ 2010, ΑΠ 216/2006).
Ως προς τις α' και β' αιτιάσεις ο ερευνώμενος ως άνω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αφού ανέγνωσε ορθά την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, τα αξιολόγησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά στην έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα και αφού συνεκτίμησε το περιεχόμενό τους κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό.
Σε κάθε περίπτωση όμως όλως επικουρικά, με τις ανωτέρω αιτιάσεις ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας, που όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, και κατά τούτο ο 2ος αναιρετικός λόγος, κατά το Β' σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/ 1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ όπου παραπάνω, ΑΠ 1543/ 2017, ΑΠ 1004/ 2015).
Με τον ίδιο 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Γ' σκέλος αυτού ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που είχαν προταθεί νόμιμα και ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα, ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση της έκθεσης αυτοψίας, του σχεδιαγράμματος και των προανακριτικών καταθέσεων, δεν έλαβε υπόψη του τους ανωτέρω ισχυρισμούς του περί λειτουργίας των φώτων του οχήματός του, τους οποίους είχε προτείνει παραδεκτά με τον 1ο λόγο της έφεσής του και συνιστούν "πράγμα", που είναι ουσιώδες για την κατάγνωση σε βάρος του συνυπαιτιότητας.
Ο λόγος αυτός πρέπει προεχόντως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η έκθεση αυτοψίας (άρθρο 359 ΚΠολΔ), το σχεδιάγραμα της Τροχαίας και οι προανακριτικές καταθέσεις αποτελούν αποδεικτικά μέσα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 339 ΚΠολΔ, τα οποία επομένως δεν συνιστούν "πράγμα". Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από ρητή αναφορά στις σελίδες 14 και 17 αυτού, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, για μερικά των οποίων έκανε ειδική μνεία (βλ.
στη σελίδα 17 όπου ειδικά αξιολογεί την έκθεση αυτοψίας, το σχεδιάγραμμα και τις προανακριτικές καταθέσεις των εμπλακέντων οδηγών και του συνεπιβάτη του ΙΧΦ αυτοκινήτου και ήδη αναιρεσείοντα και 1ου και 2ου αναιρεσιβλήτου). Επομένως, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντα για τη λειτουργία των φώτων του οχήματός του, που συνιστούσε παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αποτελούσε τον 1ο λόγο της έφεσής του.
Συνακόλουθα και το Γ' σκέλος του 2ου αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Κατόπιν όλων αυτών και μετά την ουσιαστική παραδοχή του 1ου αναιρετικού λόγου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον κατά το μέρος αυτής, που αφορά τις υπό στοιχείο Β και Γ παρεπίμπτουσες αγωγές - αναγωγές (όπως αυτές θα οριστούν ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης) της 3ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας εναντίον του ασφαλισμένου της οδηγού - αναιρεσείοντα, κατά το κεφάλαιο της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη αυτού λόγω μέθης.
Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος αυτής, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, κατά το αναιρούμενο μέρος της υπόθεσης, που ο αναιρεσείων έχει καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 περ.
Β'δ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, που ηττήθηκε (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, Αντίθετα, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον του 1ου και 2ου αναιρεσιβλήτου - κυρίως εναγόντων των υπό στοιχείο Α και Β κύριων αγωγών σε βάρος του 1ου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντα, πρέπει να απορριφθεί, μετά την απόρριψη του 2ου αναιρετικού λόγου, όπως προαναφέρθηκε, που αφορούσε τους 1ο και 2ο αναιρεσίβλητους και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατά το μέρος που αφορά τον 1ο και 2ο αναιρεσίβλητο.
Έξοδα δεν πρέπει να επιδικαστούν σε βάρος του αναιρεσείοντα και υπέρ των ως άνω αναιρεσιβλήτων, διότι αυτοί λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη, που πρέπει να αποκατασταθεί, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 39/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ), ως προς το κεφάλαιο της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη του αναιρεσείοντα λόγω κατάστασης μέθης αυτού κατά την οδήγηση του ασφαλισμένου από την 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία οχήματος, που αφορά τις από 25-2-2010 (αρ. κατ. 183/2010) και από 14-5-2010 (αρ. κατ. 435/2010) παρεπίμπτουσες αγωγές - αναγωγές της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης εναντίον του αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της υπόθεσης, στον αναιρεσείοντα, που αυτός έχει καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Καταδικάζει την 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης ως προς τον 1ο και 2ο αναιρεσίβλητο - κυρίως ενάγοντες. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται εναντίον του 1ου και 2ου αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2019.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ