Supreme Court allows appeal against labor court ruling on excessive salary reduction for public employees.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the appeal filed by a development program management company against a lower court decision that rejected a lawsuit by 31 public employees. The employees argued for equal treatment regarding excessive salary reductions, but the court found the lower court's application of the law correct. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's ruling and rejected the employees' claim as legally unfounded.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 495(3) para. 3 of the Code of Civil Procedure; Art. 614(3) and (5) of the same Code: The court held that the mandatory advance payment of the appeal fee does not apply to labor disputes and differences regarding remuneration for work provided, as these are excluded from the general rule.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 909 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 909/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "Μονάδα Οργάνωσης της Διαχείρισης Αναπτυξιακών Προγραμμάτων (Μ.Ο.Δ. Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Παπακωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Τ. Σ., 2.Τ. Α., 3.Δ. Δ., 4.Μ. Δ., 5.Π. Ι., 6.Σ. Μ., 7.Δ. Π., 8.Μ. Κ., 9.Π. Α., 10.Σ. Λ., 11.Π. Ι., 12.Π. Π., 13.Β. Α., 14.Κ. Α., 15.Β. Η., 16.Ζ. Σ., 17.Κ. Ι., 18.Κ. Χ., 19.Γ. Β., 20.Κ. Δ., 21.Τ. Σ., 22.Μ. Χ., 23.Π. Α., 24.Π. Α., 25.Β. Β., 26.Τ. Ν., 27.Χ. Θ., 28.Τ. Α., 29.Κ. Θ., 30.Σ. Κ. και 31.Π. Δ., όλων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρανάσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1620/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 1729/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 15-6-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ισχύοντος από 1.1.2016 [κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του τελευταίου αυτού νόμου], και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση αναίρεσης κατά απόφασης εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 παρ. 3 και 5 του ιδίου Κώδικα (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας, - προηγουμένως άρθρα 663 επ. και 678 έως 681 του ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 15.6.2023 και με αριθ. κατάθεσης 5098/514/15.6.2023 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 1729/31.3.2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του υπ` αριθ. ... ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά όμως, ως εργατική διαφορά, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014).
2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1περ.β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρο 321 ΚΠολΔ). Κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησής της με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρο 495 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (ΟλΑΠ 18/2001).
Επομένως η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αμέσως τη δυνατότητα άσκησης απ' αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση, κατά της ερήμην απόφασης, αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους.
Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον, εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον, αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 15.6.2023 και με αριθ. κατάθ. 5098/514/15.6.2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η ερήμην της εφεσίβλητης, ήδη αναιρεσείουσας, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, με αριθ. 1729/31.3.2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 21.7.2021 και με αριθ.
καταθ. 76090/3869/26.7.2022 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της με αριθμ. 1620/29.10.2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 19.12.2019 και με αριθμό κατ. 113548/3023/20.12.2019 αγωγή α) ως μη νόμιμη ως προς τα δύο πρώτα αγωγικά της αιτήματα, με τα οποία ζητείτο η αναγνώριση μιας πραγματικής κατάστασης, β) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η κύρια βάση αυτής, γ) ως μη νόμιμη η (πρώτη) επικουρική βάση της, περί αδικοπραξίας και δ) ως μη νόμιμη η (δεύτερη) επικουρική βάση της, περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην της εφεσίβλητης, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 1620/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της ουσίας την αγωγή, την οποία στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει και:
ι) αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα αναλυτικώς αναφερόμενα για έκαστο εξ αυτών ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα κάθε επί μέρους δικαιούμενης παροχής και ιι) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα αναλυτικώς αναφερόμενα για έκαστο εξ αυτών ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα κάθε επί μέρους δικαιούμενης παροχής.
Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 17.5.2023, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. ....2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν. Γ., η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 15.6.2023 και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσίβλητους (άρθρο 261 ΚΠολΔ) ότι εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών από την πιο πάνω επίδοση, δεν ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα ανακοπή ερημοδικίας (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού της λόγου (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 3.- Με τη διάταξη του άρθρου 4§1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 2/2016, ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 11/2008, ΟλΑΠ 31/2007, Ολ ΑΠ 38/2005).
Μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (ΟλΑΠ 3/2009). Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, συντελείται παραβίαση της αρχής της ισότητας και η διάκριση αυτή είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό, στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια, προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας, επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτόν αίρεται η δημιουργηθείσα ανισότητα (ΟλΑΠ 2/2016, ΑΠ 1563/2021, ΑΠ 1066/2020, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 62/2015).
Ειδικότερη εκδήλωση της ως άνω κατ' άρθ.4§1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας, αποτελεί η καθιερούμενη από το άρθ. 22§1 εδ. β' του Συντάγματος αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχομένη εργασία ίσης αξίας, που εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 13/2003). Ο κανόνας αυτός προϋποθέτει, ότι οι εργαζόμενοι παρέχουν την ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία και εργάζονται κάτω από τις ίδιες, ουσιωδώς, συνθήκες και με τα αυτά προσόντα και δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, με βάση διάταξη νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία (ΑΠ 607/2016, ΑΠ 696/2014), όπως συμβαίνει οσάκις η χορήγηση της παροχής εξαρτάται με βάση τη σχετική νομοθετική ρύθμιση από τις προηγούμενες μισθολογικές συνθήκες συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών, οπότε σε περίπτωση υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του μισθωτού σε σχέση με το προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς, μέρος της σχετικής διαφοράς διατηρείται ως "προσωπική διαφορά" υπέρ του μισθωτού, καθότι στην περίπτωση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά η σχετική διάκριση από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος.
Τέτοια νομοθετική ρύθμιση συνιστά η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, κατά το μέρος που προβλέπει για την εφαρμογή του νέου μισθολογίου - βαθμολογίου κλιμακωτή μείωση των αποδοχών των μισθωτών του δημόσιου τομέα σε σχέση με το προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς αυτών και ως εκ τούτου διατήρηση της υπερβάλλουσας μείωσης ως "προσωπικής διαφοράς".
Εξάλλου, από τα άρθρα 288 του ΑΚ, 22 παρ. 1 β` του Συντάγματος και 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης [προηγουμένως άρθρο 141 Συνθήκης Ευρωπαϊκής Κοινότητας και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ] απορρέει η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία αν ο εργοδότης προβεί σε εκούσια παροχή προς ορισμένους μισθωτούς του, δεν μπορεί να εξαιρέσει από αυτή άλλους μισθωτούς του που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και εκτελούν την ίδια εργασία, κάτω από όμοιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται κατά την καλή πίστη και είναι συνεπώς δίκαιη και εύλογη κατ' αντικειμενική κρίση.
Η πιο πάνω αρχή (της ίσης μεταχείρισης) έχει εφαρμογή μόνον επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης, οπότε η ανισότητα ελέγχεται βάσει του άρθρου 4 παρ.1, σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ. 1β` του Συντάγματος, κατά τα ήδη εκτεθέντα (ΟλΑΠ 7/1996, ΑΠ 62/2015, ΑΠ 1111/2003).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Ολ ΑΠ 3/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
4.- Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 19.12.2019 και με αριθμό κατ. 113548/3023/20.12.2019 αγωγή τους οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν στην εναγομένη ως υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και από την αρχή της πρόσληψής τους εργάστηκαν στην ειδικότητα και στον κλάδο που αναλυτικά αναφέρουν για τον καθένα, άπαντες δε αποσπάστηκαν ως υπάλληλοι ΙΔΑΧ και παρείχαν την εργασία τους στην Κεντρική Υπηρεσία της εναγομένης, στις Ειδικές Υπηρεσίες όλων των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ) και αλλού, όπως λεπτομερώς αναφέρουν για καθένα.
Ότι η εναγομένη που ιδρύθηκε με το Ν. 2372/1996 και εποπτεύεται από το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης, έχει ως σκοπό τη στήριξη και ενίσχυση της Δημόσιας Διοίκησης για την αποτελεσματική διαχείριση και εφαρμογή των συγχρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση Επιχειρησιακών Προγραμμάτων, καλύπτοντας ανάγκες σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, συστήματα, εργαλεία και διαδικασίες, μεταφορά τεχνογνωσίας και υλικοτεχνική υποδομή και μεταξύ των αρμοδιοτήτων της είναι η στελέχωση των Ειδικών Υπηρεσιών όλων των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ), που στεγάζονται στα υπουργεία, δημόσιες υπηρεσίες κλπ, το δε προσωπικό που αποσπάται από την εναγομένη είναι επιφορτισμένο με τη διεκπεραίωση καθηκόντων που προκύπτουν από τις αρμοδιότητες αυτών των Υπηρεσιών σε σχέση με τον προγραμματισμό, σχεδιασμό, προετοιμασία, διαχείριση, παρακολούθηση, αξιολόγηση, δημοσιότητα, εφαρμογή και έλεγχο των ως άνω προγραμμάτων ΕΣΠΑ, ενώ το ως άνω αντικείμενο απασχόλησης είναι όμοιο και κοινό για όλους τους ενάγοντες που είναι αποσπασμένοι ή απασχολούνται στις υπηρεσίες που αναφέρουν λεπτομερώς για καθένα, ανεξαρτήτως της κατηγορίας και του κλάδου στον οποίο ανήκει ο κάθε ενάγων.
Ότι αυτοί παρέχουν την εργασία τους στην εναγομένη κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρουν αναλυτικά για τον καθένα τους και με τα καθήκοντα που τους είχαν ανατεθεί, τα οποία καθορίζονταν από τις ανάγκες της εκάστοτε μονάδας, ανεξαρτήτως του κλάδου στον οποίο ανήκαν και ότι είχαν το ίδιο αντικείμενο απασχόλησης ανάλογα με τη μονάδα που απασχολούνταν με τον εκάστοτε συνάδελφό τους που ελάμβανε σε σχέση με αυτούς υπέρτερες αποδοχές (υπερβάλλουσα μείωση και ήδη προσωπική διαφορά), χωρίς να διαφέρουν από τους συναδέλφους τους που απασχολούνται στην Κεντρική Υπηρεσία της εναγόμενης όσο και από τους συναδέλφους τους που απασχολούνται ως αποσπασμένοι σε άλλες υπηρεσίες.
Ότι αν και αμείβονταν βάσει επιχειρησιακών ΣΣΕ, με το άρθρο 9 παρ. 3 του Ν. 4205/2013, προβλέφθηκε ότι από 1.1.2013, το προσωπικό της εναγομένης εξομοιώθηκε με τους υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Επενδύσεων - ΕΣΠΑ του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας του αντίστοιχου κλάδου, ειδικότητας, βαθμού και κλιμακίου ως προς το σύνολο των αποδοχών και επιδομάτων που καταβάλλονται στους τελευταίους, συμπεριλαμβανομένης της υπερβάλλουσας μείωσης της παρ. 2 άρθρου 29 Ν. 4024/2011, ήτοι θεσπίστηκε η ίση μεταχείριση μισθολογικά με το προσωπικό της αρμόδιας κεντρικής υπηρεσίας του ως άνω Υπουργείου.
Ότι η διοίκηση της εναγομένης κατέταξε το προσωπικό της στα κλιμάκια του Ν. 3205/2003, όπως ίσχυαν την 31.10.2011, ενώ στη συνέχεια με βάση την κατάταξη του προσωπικού στο ενιαίο μισθολόγιο την 1.1.2013 κατέβαλε την προσωπική διαφορά που προέκυψε για έκαστο εργαζόμενο αναδρομικά από 1.1.2013 και ως προϋπηρεσία κατάταξης λήφθηκε υπ' όψιν αυτή που ίσχυε στη ΜΟΔ κατά την 31.10.2011, και έτσι αυτοί (ενάγοντες) κατατάχθηκαν βαθμολογικά και μισθολογικά ανάλογα με την προϋπηρεσία τους στον αντίστοιχο βαθμό και κλάδο του ομοιόβαθμου υπαλλήλου του ως άνω Υπουργείου, με αποτέλεσμα υπάλληλοι της εναγομένης του ίδιου μισθολογικού κλιμακίου, ανεξαρτήτως ειδικότητας, να αμείβονται με υψηλότερες αποδοχές συγκριτικά με άλλους υπαλλήλους που ανήκουν στο ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο και ασκούν τα ίδια καθήκοντα, Ότι ενώ πριν το ενιαίο μισθολόγιο οι υπάλληλοι της εναγομένης ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα και λάμβαναν τις ίδιες αποδοχές, μετά την εφαρμογή του, αν και έχουν πάλι τα ίδια καθήκοντα λαμβάνουν διαφορετικές αποδοχές, καθοριζόμενες με βάση τις αποδοχές των αντίστοιχων κλάδων των υπαλλήλων του Υπουργείου Ανάπτυξης, οι οποίοι λάμβαναν διαφορετικές αποδοχές καθώς πριν την εφαρμογή του Ν, 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο) ο κάθε υπάλληλος ελάμβανε ανάλογα με τον κλάδο του διαφορετικά επιδόματα, αναφέροντας ένα παράδειγμα με τον ΠΕ Μηχανικό.
Ότι όταν από 1.1.2013 προβλέφθηκε η εξομοίωση όλων των αποδοχών των υπαλλήλων της ΜΟΔ με τις αντίστοιχες που λάμβαναν οι υπάλληλοι του Υπουργείου Ανάπτυξης, αυτή έλαβε χώρα όχι με βάση το αντικείμενο εργασίας αλλά με βάση τον κλάδο και η ίδια κατάσταση εξακολούθησε και με την εφαρμογή του Ν. 4354/2015 (ισχύον ενιαίο μισθολόγιο), καθώς η προγενέστερη υπερβάλλουσα μείωση διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά, με αποτέλεσμα οπό 1.1.2013 έως την άσκηση της αγωγής να υφίστανται μεγάλες διαφορές αποδοχών μεταξύ των εναγόντων και των συναδέλφων τους της εναγόμενης παρότι ανήκουν στο ίδιο ΜΚ και έχουν το ίδιο αντικείμενο εργασίας χωρίς καμία διαφοροποίηση, αντιβαίνοντας έτσι στη συνταγματική αρχή της ισότητας και στην αξίωση της ίσης παροχής για ίση εργασία.
Ακολούθως, εκθέτουν αναλυτικά για τον καθένα τις οφειλόμενες διαφορές αποδοχών από 1.1.2014 μεταξύ αυτών που λάμβαναν και λαμβάνουν και αυτών που λαμβάνουν οι συνάδελφοί τους, υπάλληλοι της εναγόμενης, που ανήκουν στο ίδιο μισθολογικό και βαθμολογικό κλιμάκιο με βάση τη μέγιστη υπερβάλλουσα μείωση (προσωπική διαφορά) συναδέλφου των και ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει τα ποσά στον καθένα που, κατά το νόμο και το Σύνταγμα, παράνομα, αδικαιολόγητα και υπαίτια δεν τους χορήγησε και να αποκαταστήσει την ανισότητα που έχουν υποστεί, άλλως και επικουρικά με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Για τους λόγους αυτούς, μετά από παραδεκτό εν μέρει περιορισμό, ζήτησαν: 1) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη τους κατέβαλε παράνομα, αδικαιολόγητα και αντίθετα στο Σύνταγμα από 1.1.2014 και έως την άσκηση της αγωγής μειωμένες μηνιαίες αποδοχές (υπερβάλλουσα μείωση και ήδη προσωπική διαφορά), συγκριτικά με αυτές συναδέλφων τους του ίδιου ΜΚ σε σχέση με καθένα από τους ενάγοντες, 2) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη όφειλε και οφείλει να τους καταβάλει τις αντίστοιχες πάσης φύσεως αποδοχές που ελάμβαναν και λαμβάνουν συνάδελφοί τους της εναγομένης, οι οποίοι απασχολούνται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες με αυτούς, ανήκοντες στον ίδιο βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο με κάθε ενάγοντα και να υποχρεωθεί να τους καταβάλει μηνιαίως από 1.1.2014, άλλως από 1.1.2016, άλλως από την άσκηση της αγωγής και εφεξής, τις αντίστοιχες πάσης φύσεως αποδοχές που ελάμβαναν και λαμβάνουν οι συνάδελφοί τους, ανήκοντες στο ίδιο βαθμολογικό και μισθολογικό κλιμάκιο με τους ενάγοντες, ώστε να λαμβάνουν τις ίδιες ακριβώς αποδοχές με αυτούς, ως παρέχοντες την ίδια ακριβώς εργασία, 3) να υποχρεωθεί η εναγομένη, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας, άλλως και όλως επικουρικώς με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως και όλως επικουρικώς με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να τους καταβάλει τα αναλυτικώς αναφερόμενα για έκαστο εξ αυτών ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα κάθε δικαιούμενης οφειλής, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 1620/29.10.2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού απέρριψε ως μη νόμιμα τα ως άνω δύο πρώτα αγωγικά αιτήματα [υπό στοιχεία (1) και (2)], στη συνέχεια ι) απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ιι) ως προς την επικουρική της βάση της αδικοπραξίας, ως μη νόμιμη και ιιι) ως προς την (δεύτερη) επικουρική της βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επίσης, ως μη νόμιμη.
Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες άσκησαν την από 21.7.2021 και με αριθμό κατ. 76090/3869/26.7.2022 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε, ερήμην της εφεσίβλητης, κατά την αυτή διαδικασία, η προσβαλλόμενη με αριθμό 1729/31.3.2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, από την επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 21.7.2021 έφεσης, κρίση η οποία δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω τον αναιρετικό έλεγχο και κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες [ήδη αναιρεσίβλητοι] προσελήφθησαν και απασχολούνται στην εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] αρχικά με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και εν συνεχεία με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και αποσπάστηκαν ως υπάλληλοι ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις Ειδικές Υπηρεσίες/Διαχειριστικές Αρχές όλων των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου -Αναφοράς (ΕΣΠΑ).
Συγκεκριμένα από 1-1-2014 έως και την άσκηση της αγωγής: 1) η 1η ενάγουσα είναι αποσπασμένη στην Μονάδα Β' (πλέον Β1') "Παρακολούθησης και Διαχείρισης πράξεων" της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης Ε.Π, της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (ΕΥΔ ΠΑΜΘ), 2) η 2η ενάγουσα είναι αποσπασμένη στην Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης Ε.Π, της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (ΕΥΔ ΠΑΜΘ) και εργάστηκε αρχικά ως τον Φεβρουάριο 2016 στη Μονάδα Γ "Επιτόπιων Επαληθεύσεων" και εν συνεχεία στη Μονάδα Α' "Προγραμματισμού και Αξιολόγησης", 3) ο 3ος ενάγων είναι αποσπασμένος στην Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης Ε.Π, της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (ΕΥΔ ΠΑΜΘ) και εργάστηκε αρχικά στη Μονάδα Γ "Ελέγχου'' του Ε.Π. "Ανατολική Μακεδονία - Θράκη" 2007-2014, από 26.5.2014 έως 4.2.2016 στη Μονάδα Β2' "Διαχείρισης Πράξεων του Άξονα Προτεραιότητας 2 του Ε.Π. 2014-2020" και από 5.2.2016 στη Μονάδα Γ "Οργάνωσης - Υποστήριξης" της ως άνω Υπηρεσίας, 4) ο 4ος ενάγων είναι αποσπασμένος στην Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης Ε.Π, της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (ΕΥΔ ΠΑΜΘ) στην Μονάδα Β' (πλέον Β1) "Παρακολούθησης και Διαχείρισης πράξεων", 5) ο 5ος ενάγων είναι αποσπασμένος στην Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης Ε.Π, της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (ΕΥΔ ΠΑΜΘ) στην Μονάδα Β' (πλέον Β1') "Παρακολούθησης και Διαχείρισης πράξεων" και στη συνέχεια στη Μονάδα Α' "Προγραμματισμού και Αξιολόγησης", 6) η 6η ενάγουσα είναι αποσπασμένη στην Μονάδα Δ' (πλέον Γ') "Οργάνωσης - Υποστήριξης της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης Ε.Π.
της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (ΕΥΔ ΠΑΜΘ)", 7) ο 7ος ενάγων από 1.1.2014 έως 31.8.2014 έλαβε άδεια άνευ αποδοχών και από 1.9.2014 είναι αποσπασμένος στην Μονάδα Δ' (πλέον Γ) "Οργάνωσης - Υποστήριξης της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης Ε.Π, της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (ΕΥΔ ΠΑΜΘ)", 8) ο 8ος ενάγων είναι αποσπασμένος στην Μονάδα Β1' της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, 9) ο 9ος ενάγων είναι αποσπασμένος στην Μονάδα Β1' της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και από τον Φεβρουάριο 2017 στην Μονάδα Β2' 10) ο 10ος ενάγων είναι αποσπασμένος στην Μονάδα Β1' της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, 11) ο 11ος ενάγων εκτός από 1.6.2014 έως 31.12.2015 που έλαβε άδεια άνευ αποδοχών, από 1.1.2014 έως 31.5.2014 και από 1.1.2016 είναι αποσπασμένος στην Μονάδα Γ' και ακολούθως στην Β2 της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, 12) ο 12ος ενάγων είναι αποσπασμένος στην Μονάδα Β2' της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, 13) ο 13ος ενάγων ήταν αποσπασμένος από 1.1.2014 έως 28.12.2016 στην Ειδική Υπηρεσία για την Κοινωνική Ένταξη και Κοινωνική Οικονομία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, από 29.12.2016 έως τον Σεπτέμβριο 2018 διορίστηκε στην Ειδική Γραμματεία Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ένταξης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ως μετακλητός Ειδικός Γραμματέας, αμειβόμενος από το ως άνω Υπουργείο και εν συνεχεία από 1.10.2018 επέστρεψε στην εναγομένη και τοποθετήθηκε στον Τομέα Υπηρεσιών Σχεδιασμού και Οργάνωσης της Κεντρικής Υπηρεσίας, 14) η 14η ενάγουσα ήταν αποσπασμένη από 1.1.2014 έως 15.11.2014 στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις Βρυξέλλες, ως Εθνικός Εμπειρογνώμονας στη Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού (DG EAC) λαμβάνοντας από την εναγομένη τις τακτικές αποδοχές της σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και κατ' εφαρμογή της αριθ.
C(2008) 6866 final/Βρυξέλλες, 12.11.2008 Απόφασης της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων "σχετικά με το καθεστώς των Εθνικών Εμπειρογνωμόνων σε απόσπαση ή επαγγελματική κατάρτιση στις Υπηρεσίες της Επιτροπής" και από 22.11.2015 είναι αποσπασμένη στην Μονάδα Α' "Σχεδιασμού Προγραμματισμού και Παρακολούθησης Στόχων Τομέα Πολιτισμού" των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων (Ε.Π.) της Επιτελικής Δομής ΕΣΠΑ (ΕΔΕΠΟΛ) του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού (ΥΠ.ΠΟ.Α.), 15) η 15η ενάγουσα είναι αποσπασμένη στην Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης και Εφαρμογής Τομέα Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΕΥΔΕ- ΤΠΕ) του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης (πρώην Επιτελική Δομή ΕΣΠΑ τομέα Τεχνολογίας Πληροφορικής και Επικοινωνιών), με απασχόληση αρχικά στην Μονάδα Δ' ακολούθως στην Μονάδα Β2' και τέλος από 1.7.2016 στην Μονάδα Β' της ως άνω Ειδικής Υπηρεσίας, 16) ο 16ος ενάγων είναι αποσπασμένος στην Γενική Διεύθυνση Ιδιωτικών Επενδύσεων (ΓΔΙΕ) της Γενικής Γραμματείας Ιδιωτικών Επενδύσεων και Συμπράξεων Ιδιωτικού και Δημοσίου Τομέα του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, 17) ο 17ος ενάγων είναι αποσπασμένος στην Γενική Διεύθυνση Ιδιωτικών Επενδύσεων (ΓΔΙΕ) της Γενικής Γραμματείας Ιδιωτικών Επενδύσεων και Συμπράξεων Ιδιωτικού και Δημοσίου Τομέα του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, 18) ο 18ος ενάγων είναι αποσπασμένος στην Γενική Διεύθυνση Ιδιωτικών Επενδύσεων (ΓΔΙΕ) της Γενικής Γραμματείας Ιδιωτικών Επενδύσεων και Συμπράξεων Ιδιωτικού και Δημοσίου Τομέα του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, 19) η 19η ενάγουσα είναι αποσπασμένη στην Μονάδα Α2 "Αξιολόγησης και Επιλογής Πράξεων" της Ειδικής Υπηρεσίας του Επιχειρησιακού Προγράμματος "Διοικητική Μεταρρύθμιση 2007-2013", η οποία μετονομάστηκε σε Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης του Επιχειρηματικού Προγράμματος "Μεταρρύθμιση Δημοσίου Τομέα", κατέχοντας τη θέση της Προϊσταμένης της ως άνω Μονάδας, 20) η 20η ενάγουσα ήταν αποσπασμένη από 1.1.2014 έως 9.5.2014 στον Τομέα Υπηρεσιών, Σχεδιασμού και οργάνωσης της Κεντρικής Υπηρεσίας της εναγομένης και από 10.6.2014 είναι αποσπασμένη στην Μονάδα Α' "Σχεδιασμός, Συντονισμός, Παρακολούθησης και Αξιολόγησης της Εφαρμογής των Περιβαλλοντικών Πολιτικών" της Ειδικής Υπηρεσίας Επιτελική Δομή ΕΣΠΑ ΥΠΕΝ Τομέα Περιβάλλοντος" και πρώην Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού Περιβαλλοντικών Δράσεων (ΕΥΣΠΕΔ), 21) η 21η ενάγουσα είναι αποσπασμένη στην Μονάδα Γ της Ειδικής Υπηρεσίας "Επιτελική Δομή ΕΣΠΑ ΥΠΕΝ Τομέα Περιβάλλοντος" (πρώην Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού Περιβαλλοντικών Δράσεων (ΕΥΣΠΕΔ), 22) ο 22ος ενάγων είναι αποσπασμένος στην Μονάδα Δ' "Πληροφοριακά Συστήματα" της Ειδικής Υπηρεσίας Κρατικών Ενισχύσεων (ΕΥΚΕ) και από τον Μάιο 2016 είναι Προϊστάμενος της ως άνω Μονάδας, 23) η 23η ενάγουσα είναι αποσπασμένη στην Μονάδα Δ' "Κρατικών Ενισχύσεων"' της πρώην Ειδικής Υπηρεσίας Συντονισμού των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων (ΕΥΣΕ) που μετονομάστηκε σε Ειδική Υπηρεσία Κρατικών Ενισχύσεων (ΕΥΚΕ) της Εθνικής Αρχής Συντονισμού (ΕΑΣ) του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, 24) ο 24ος ενάγων είναι αποσπασμένος στην Μονάδα Δ' "Κρατικών Ενισχύσεων1' της πρώην Ειδικής Υπηρεσίας Συντονισμού των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων (ΕΥΣΕ) που μετονομάστηκε σε Ειδική Υπηρεσία Κρατικών Ενισχύσεων (ΕΥΚΕ) της Εθνικής Αρχής Συντονισμού (ΕΑΣ) του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, 25) ο 25ος ενάγων απασχολήθηκε αρχικά στην Διεύθυνση Πληροφορικής και στη συνέχεια στην Διεύθυνση Ελέγχου και Εκταμιεύσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και από τον Ιανουάριο 2016 εργάζεται στην Κεντρική Υπηρεσία της εναγομένης, 26) η 26η ενάγουσα είναι αποσπασμένη στην Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του Στόχου "Ευρωπαϊκή Εδαφική Συνεργασία (Ε.Υ.Δ.
Ε.Π. Ε.Ε.Σ./INTERREG)" της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ταμειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (Ε.Τ.Π.Α.) και Ταμείου Συνοχής του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, αρχικά δε τοποθετήθηκε στην Μονάδα Γ' "Ελέγχου" και στη συνέχεια απασχολήθηκε και στη Μονάδα Β2' "Διαχείρισης, Παρακολούθησης Προγραμμάτων Μεσογείου και Αδριατικής Θάλασσας" και από 25.7.2017 τοποθετήθηκε στη Μονάδα Β1' "Διαχείρισης, Παρακολούθησης Προγραμμάτων Βαλκανικής Χερσονήσου - Μαύρης Θάλασσας", 27) ο 27ος ενάγων είναι αποσπασμένος στην Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του Στόχου "Ευρωπαϊκή Εδαφική Συνεργασία (Ε.Υ.Δ.
Ε.Π. Ε.Ε.Σ./ΙΝΤΕRREG)", σήμερα ανήκουσα στην Ειδική Γραμματεία Διαρθρωτικών Προγραμμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, τοποθετήθηκε δε στην Μονάδα Α' "Παρακολούθησης Οριζόντιων Θεμάτων Συστημάτων Διαχείρισης και Ελέγχου, Εφαρμογής Κανονισμών", αναλαμβάνοντας καθήκοντα αναπλήρωσης της Προϊσταμένης της Μονάδας και το 2014 τοποθετήθηκε στην Μονάδα Δ' "Διοίκησης και Πληροφορικής", ασκώντας καθήκοντα αναπλήρωσης του Προϊσταμένου της Μονάδας, ενώ απασχολήθηκε με παράλληλα καθήκοντα και στη Μονάδα Β1 "Διαχείρισης, Παρακολούθησης Προγραμμάτων Βαλκανικής Χερσονήσου - Μαύρης Θάλασσας", από αρχές του 2017 τοποθετήθηκε στην Μονάδα Β1' και από 3.5.2017 τοποθετήθηκε στη θέση του Συντονιστή της Κοινής Γραμματείας του προγράμματος Διακριτικής Συνεργασίας ΙΝΤΕRREG V-B "Βαλκανική Μεσόγειος (BalkanMed)", 28) ο 28ος ενάγων είναι αποσπασμένος στην Ειδική Υπηρεσία Εφαρμογής του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΥΕΠΑΑ) και από το πρώτο τρίμηνο του έτους 2014 απασχολήθηκε στην Μονάδα Β3 Δημοσίων Έργων της Ειδικής Υπηρεσίας Εφαρμογής Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΥΕΠΑΑ), τον Απρίλιο 2014 μετακινήθηκε στην Μονάδα Ελέγχου Περιβαλλοντικών Δράσεων της ΕΥΕΠΑΑ και τον Οκτώβριο 2018 μετακινήθηκε στην Μονάδα Κλιματικής Αλλαγής και Περιβάλλοντος της ως άνω Υπηρεσίας, 29) η 29η ενάγουσα από Ιανουάριο 2014 έως και τον Οκτώβριο 2017 ήταν αποσπασμένη στην Μονάδα ΒΠ1' "Μονάδα Παρακολούθησης και Διαχείρισης Πράξεων ΕΣΠΑ" της Υποδιεύθυνσης "Τομέας Περιβάλλοντος" της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης και Επιχειρησιακού Προγράμματος Υποδομές Μεταφορών, Περιβάλλον, και Αειφόρος Ανάπτυξη 2014-2020 ΕΥΔ ΕΠ ΥΜΕΠΕΡΑΑ" (πρώην Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης του Επιχειρησιακού Προγράμματος "Περιβάλλον και Αειφόρος Ανάπτυξη 2007-2013 ΕΥΔ ΕΠΠΕΡΑΑ"), από τον Οκτώβριο 2017 έως τον Ιανουάριο 2018 εργαζόταν στην Κεντρική Μονάδα της εναγομένης και τον Φεβρουάριο 2018 αποσπάστηκε στην Μονάδα 6 "Κλιματική Αλλαγή και Περιβάλλον" της Ειδικής Υπηρεσίας Εφαρμογής του προγράμματος "Αγροτική Ανάπτυξη της Ελλάδας 2014-2020 (EYE ΠAA)", 30) η 30ή ενάγουσα είναι αποσπασμένη στην Μονάδα Α' "Προγραμματισμού και Αξιολόγησης" της Ενδιάμεσης Διαχειριστικής Αρχής (ΕΔΑ) της Περιφέρειας Θεσσαλίας, 31) ο 31ος ενάγων είναι αποσπασμένος στην Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του Στόχου Ευρωπαϊκή Εδαφική Συνεργασία" και συγκεκριμένα από 1.1.2014 έως 31.8.2016 είχε τοποθετηθεί στην Κοινή Γραμματεία του Προγράμματος ΕΠ ΕΕΣ "Ελλάδα - Βουλγαρία 2007-2013" και από 1.9.2016 στην Κοινή Γραμματεία του Προγράμματος Συνεργασία "Ελλάδα - Βουλγαρία 2014-2020".
Η εναγομένη είναι ανώνυμη μη κερδοσκοπική εταιρία του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την εποπτεία του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων. Βασικός της στόχος είναι η στήριξη και ενίσχυση της Δημόσιας Διοίκησης για την αποτελεσματική διαχείριση και εφαρμογή των συγχρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση Επιχειρησιακών Προγραμμάτων.
Τα στελέχη της εναγομένης παρέχουν τις υπηρεσίες τους είτε στην Κεντρική υπηρεσία και τις Ομάδες Υποστήριξης είτε με απόσπαση στις Ειδικές Υπηρεσίες. Το προσωπικό που αποσπάται από την εναγομένη και υπάγεται διοικητικά ως προς τη θέση εργασίας του στις Ειδικές Υπηρεσίες, είναι επιφορτισμένο με τη διεκπεραίωση καθηκόντων που προκύπτουν από τις αρμοδιότητες αυτών των Ειδικών Υπηρεσιών, όπως περιγράφονται στις οικείες υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) σύστασης και διάρθρωσης.
Οι ΚΥΑ σύστασης των Υπηρεσιών προσδιορίζουν τις αρμοδιότητες και τη διάρθρωση κάθε υπηρεσίας, καθώς και τον συνολικό αριθμό των ατόμων που δύνανται να στελεχώνουν την υπηρεσία ανά εκπαιδευτική βαθμίδα (ΠΕ/ΤΕ/ΔΕ) χωρίς ωστόσο να προσδιορίζονται οι ειδικότητες των στελεχών. Το αντικείμενο εργασίας των στελεχών των Ειδικών Υπηρεσιών αφορά τον προγραμματισμό, σχεδιασμό, προετοιμασία, διαχείριση, παρακολούθηση, αξιολόγηση, δημοσιότητα, εφαρμογή και έλεγχο των συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, περιγράφεται αναλυτικά στις ΚΥΑ και είναι κοινό για όλα τα στελέχη των αντίστοιχων μονάδων κάθε Ειδικής Υπηρεσίας, ανεξαρτήτου ειδικότητας.
Οι διαδικασίες που ακολουθούνται κατά την άσκηση της εργασίας τους είναι καθορισμένες βάσει του Συστήματος Διαχείρισης και Ελέγχου του ΕΣΠΑ που αποτελεί τον οδηγό και το βασικό εργαλείο της εργασίας όλων όσων εργάζονται σε Ειδικές Υπηρεσίες διαχείρισης συγχρηματοδοτούμενων έργων ή και επιτελικές Δομές και δεν αφορούν αποκλειστικά το γνωστικό αντικείμενο των σπουδών τους, Για το λόγο αυτό οι Μονάδες των Ειδικών Υπηρεσιών απαρτίζονται από στελέχη διαφορετικών ειδικοτήτων, τα οποία όμως έχουν τις ίδιες αρμοδιότητες και κοινό αντικείμενο εργασίας, όπως αυτό καθορίζεται από την ΚΥΑ σύστασης της Υπηρεσίας τους.
Σε διάφορες επιτροπές αξιολόγησης πράξεων, επαλήθευσης και ελέγχου πράξεων ή παρακολούθησης και παραλαβής συμβάσεων παροχής υπηρεσιών που συγκροτούνται με απόφαση του αρμόδιου Ειδικού Γραμματέα/Περιφερειάρχη, συμμετέχουν στελέχη διαφορετικών ειδικοτήτων, όπως βιολόγοι, νομικοί, οικονομολόγοι, γεωτεχνικοί, μηχανικοί, χημικοί κ.ά.
και σε όλες τις επιτροπές οι υποχρεώσεις των μελών είναι ίδιες και ανεξάρτητες από το γνωστικό αντικείμενο των σπουδών και το επίπεδο γνώσεων (μεταπτυχιακό - διδακτορικό). Ομοίως, το προσωπικό της Κεντρικής Υπηρεσίας της εναγομένης, περιλαμβανομένων των στελεχών στα τμήματα των Ομάδων υποστήριξης Δικαιούχων και Ομάδων Υποστήριξης Ειδικών Ομάδων Πληθυσμού που λειτουργούν στην Κεντρική υπηρεσία, απαρτίζεται από στελέχη διαφόρων ειδικοτήτων όπως χημικών, φυσικών, γεωτεχνικών, μηχανικών, φιλολόγων, ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, οικονομικών, περιβαλλοντολόγων.
Σε θέσεις ευθύνης, των Προϊσταμένων των Μονάδων των Ειδικών Υπηρεσιών, των Προϊσταμένων Ειδικών Υπηρεσιών αλλά και των Τομεαρχών και Τμηματαρχών της Κεντρικής Υπηρεσίας, έχουν διατελέσει κατά καιρούς, στελέχη διαφόρων ειδικοτήτων (μηχανικοί, οικονομολόγοι, νομικοί κλπ). Όλα τα στελέχη της εναγομένης, ακόμα και αυτά της Κεντρικής της Υπηρεσίας, σε όποια οργανική μονάδα και αν εργάζονται, ανεξάρτητα από την ειδικότητα και το επάγγελμά τους, λαμβάνουν χωρίς διάκριση και διαφοροποίηση, τις ίδιες εντολές από τον Προϊστάμενό τους και έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις και καθήκοντα.
Δεν υπάρχει διαχωρισμός καθηκόντων βάσει πτυχίου ή επιπέδου γνώσεων, οι εντολές που δίνονται στα στελέχη έχουν τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας, δηλαδή τα στελέχη εργάζονται στον ίδιο χώρο (στο ίδιο ή σε διπλανά γραφεία}, έχουν κοινές ώρες εργασίας και χρησιμοποιούν τον ίδιο μηχανολογικό εξοπλισμό, Από την πρόσληψη των εναγόντων στην εναγόμενη, αυτοί αμείβονταν βάσει Επιχειρησιακών ΣΣΕ, οι οποίες προέβλεπαν τις αποδοχές τους, με τη διαβάθμισή τους ανάλογα με την προϋπηρεσία και την εμπειρία τους, κατατάσσοντάς τους σε αντίστοιχα κλιμάκια.
Όλοι οι εργαζόμενοι της εναγόμενης είχαν το ίδιο αντικείμενο απασχόλησης και τα ίδια καθήκοντα και λάμβαναν τις ίδιες αποδοχές, ανεξαρτήτως ειδικότητας, Με την εισαγωγή και εφαρμογή της διάταξης του άρ. 9 παρ. 3 Ν. 4205/2013 σύμφωνα με την οποία "Από 1.1.2013 το προσωπικό της ΜΟΔ ΑΕ εξομοιώνεται με τους υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Επενδύσεων - ΕΣΠΑ του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας του αντίστοιχου κλάδου, ειδικότητας, βαθμού και κλιμακίου ως προς το σύνολο των πάσης φύσεως αποδοχών και επιδομάτων που καταβάλλονται στους τελευταίους, συμπεριλαμβανομένης της υπερβάλλουσας μείωσης της παρ. 2 του άρθρου 29 του Ν, 4024/2011 (Α' 226)", θεσπίστηκε η ίση μεταχείριση, από μισθολογικής άποψης, των εργαζομένων της εναγομένης με το προσωπικό της αρμόδιας κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας.
Σύμφωνα με αυτήν την νομοθετική διάταξη, η εναγόμενη ενέταξε το προσωπικό της στα κλιμάκια του Ν, 3205/2013 [ενν. 3205/2003] που ίσχυαν την 31.10.2013 [ενν. 31.10.2011] και κατέβαλε την προσωπική διαφορά που προέκυψε για έκαστο εργαζόμενό της από την 1.1.2013, λήφθηκε δε ως προϋπηρεσία κατάταξης αυτή που ίσχυε στη ΜΟΔ την 31.10.2013.
Με βάση αυτές τις διατάξεις οι ενάγοντες κατατάχθηκαν βαθμολογικά και μισθολογικά, ανάλογα με την προϋπηρεσία καθενός, στον αντίστοιχο βαθμό και κλάδο του ομοιόβαθμου υπαλλήλου του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας. Οι ενάγοντες δηλαδή κατατάχθηκαν λόγω των τυπικών τους προσόντων ως ΠΕ Γεωτεχνικοί, ΠΕ Περιβάλλοντος, ΤΕ λοιπών ειδικοτήτων και αντίστοιχα σε λοιπούς κλάδους, και λάμβαναν τις αντίστοιχες αποδοχές (υπερβάλλουσα μείωση και ήδη προσωπική διαφορά) τις οποίες λαμβάνουν συνάδελφοί τους, υπάλληλοι στον ίδιο κλάδο του ως άνω Υπουργείου.
Ωστόσο, υπήρξαν κάποιοι εργαζόμενοι της εναγομένης οι οποίοι κατατάχθηκαν στον αντίστοιχο κλάδο και έλαβαν αποδοχές που λάμβαναν οι αντίστοιχοι υπάλληλοι του ως άνω Υπουργείου, οι οποίες ήταν υπέρτερες γιατί η υπερβάλλουσα μείωση που λάμβαναν ήταν κατά πολύ υψηλότερη από την αντίστοιχη των άλλων κλάδων του Υπουργείου, Η ένταξη των εναγόντων στο ενιαίο μισθολόγιο τροποποίησε τις μηνιαίες αποδοχές τους και οι τελευταίες είναι πολύ μικρότερες σε σχέση με τις αποδοχές συναδέλφων τους - μηχανικών για την ίδια εργασία, τα ίδια τυπικά προσόντα, τον ίδιο βαθμό και κλιμάκιο, παρότι, όπως προεκτέθηκε, πριν την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου, οι ενάγοντες, όπως όλο το προσωπικό της εναγομένης, ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα και λάμβαναν τις ίδιες αποδοχές.
Η χορήγηση της ως άνω παροχής σε ορισμένους μόνον υπαλλήλους της εναγομένης και όχι στους ενάγοντες, που εκτελούν την εργασία τους με τις ίδιες συνθήκες, έχουν το ίδιο αντικείμενο εργασίας και ανήκουν στον ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο, οδηγεί σε άνιση μεταχείριση των εναγόντων, κατά παράβαση των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος). Επομένως, η εναγομένη οφείλει σε κάθε ενάγοντα τις διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1.1.2014 έως 31.12.2019 μεταξύ αυτών που λαμβάνουν και αυτών που λαμβάνουν οι συνάδελφοί τους, υπάλληλοι της εναγομένης, ανήκοντες στο ίδιο μισθολογικό και βαθμολογικό κλιμάκιο. Ειδικότερα: [. . .].
Κατόπιν των ανωτέρω, η έφεση πρέπει να γίνει (ενν. δεκτή) ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, εν συνεχεία το Δικαστήριο να κρατήσει την υπόθεση (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να δικάσει κατ' ουσίαν την αγωγή και να κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή. Ειδικότερα, πρέπει α) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει:
στην 1η ενάγουσα το ποσό των 23.469,52 ευρώ, στην 2η ενάγουσα το ποσό των 14.955,64 ευρώ, στον 3ο ενάγοντα το ποσό των 19.602,64 ευρώ, στον 4ο ενάγοντα το ποσό των 17.119,96 ευρώ, στον 5ο ενάγοντα το ποσό των 20.105,44 ευρώ, στην 6η ενάγουσα το ποσό των 18.501,23 ευρώ, στην 7η ενάγουσα το ποσό των 15.281,96 ευρώ, στον 8ο ενάγοντα το ποσό των 20.646,64 ευρώ, στον 9ο ενάγοντα το ποσό των 19.952,68 ευρώ, στον 10ο ενάγοντα το ποσό των 18.151,36 ευρώ, στον 12ο ενάγοντα το ποσό των 24.596,68 ευρώ, στον 13ο ενάγοντα το ποσό των 10.578,64 ευρώ, στην 15η ενάγουσα το ποσό των 18.854,56 ευρώ, στον 19ο ενάγοντα το ποσό των 18.944,56 ευρώ, στον 17ο ενάγοντα το ποσό των 22.122,64 ευρώ, στον 18ο ενάγοντα το ποσό των 13.489,24 ευρώ, στον 27ο ενάγοντα το ποσό των 49.329,04 ευρώ, στην 23η ενάγουσα το ποσό των 15.446,32 ευρώ, στην 30ή ενάγουσα το ποσό των 35.708,32 ευρώ, στον 31ο ενάγοντα το ποσό των 20.018,80 ευρώ, νομιμοτόκως από την επόμενη ημέρα κάθε επιμέρους δικαιούμενης παροχής και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει:
στην 1η ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ, στην 2η ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ, στον 3ο ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, στον 4ο ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, στον 5ο ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, στην 6η ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ, στην 7η ενάγουσα το ποσό των 20,000 ευρώ, στον 8ο ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, στον 9ο ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, στον 10ο ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, στον 11ο ενάγοντα το ποσό των 23.741,37 ευρώ, στον 12ο ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, στον 13ο ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, στην 14η ενάγουσα το ποσό των 48.607,92 ευρώ, στην 15η ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ, στον 16ο ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, στον 17ο ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, στον 18ο ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, στην 19η ενάγουσα το ποσό των 62.966,20 ευρώ, στην 20ή ενάγουσα το ποσό των 62.576,16 ευρώ, στην 21η ενάγουσα το ποσό των 3.731,04 ευρώ, στον 22ο ενάγοντα το ποσό των 34.016,40 ευρώ, στην 23η ενάγουσα το ποσό των 44.617,92 ευρώ, στον 24ο ενάγοντα το ποσό των 28.513,80 ευρώ, στον 25ο ενάγοντα το ποσό των 43,639,44 ευρώ, στην 26η ενάγουσα το ποσό των 36.502,40 ευρώ, στον 27ο ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, στον 28ο ενάγοντα το ποσό των 34.163,91 ευρώ, στην 29η ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ, στην 30ή ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ, στον 31ο ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επόμενη ημέρα κάθε επιμέρους δικαιούμενης παροχής". 5.- Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος, 288 ΑΚ και 157 ΣΛΕΕ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση, καθόσον η εναγομένη δεν είχε από το νόμο δικαίωμα ελεύθερου καθορισμού του ύψους των αποδοχών των εργαζομένων της, αλλά σε όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2014 και εφεξής δεσμευόταν από τις προαναφερθείσες νομοθετικές διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 3 του ν. 4205/2013 και 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011, που καθόριζαν τις καταβλητέες αποδοχές για όλους τους υπαλλήλους της, όπου σύμφωνα με τη ρητή επιταγή του νόμου για τον υπολογισμό της υπερβάλλουσας μείωσης - προσωπικής διαφοράς, λήφθηκε υπόψη το σύνολο των πάσης φύσεως αποδοχών και επιδομάτων που καταβάλλονταν στους υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Επενδύσεων - ΕΣΠΑ του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας ανάλογα με τον κλάδο που υπάγονταν και τα τυπικά τους προσόντα.
Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 του ν. 4205/2013 θεσπίστηκε η ίση μεταχείριση από μισθολογικής άποψης των εργαζομένων της αναιρεσείουσας με το προσωπικό της εν λόγω υπηρεσίας του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Έτσι η παράλειψη χορήγησης της μέγιστης υπερβάλλουσας μείωσης και στους ενάγοντες είναι δικαιολογημένη, εφόσον η χορήγησή της συναρτάτο με τις προσωπικές (μισθολογικές) συνθήκες των προς σύγκριση υπαλλήλων, στους οποίους χορηγήθηκε, προκειμένου να μην προκληθεί υπερβολική μείωση των αποδοχών τους σε σχέση με τις αποδοχές που λάμβαναν προηγουμένως (άρθρο 29 παρ. 2 ν. 4024/2011) και ως εκ τούτου η εν λόγω διάταξη δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και δεν αντίκειται στη Συνταγματική αρχή της ισότητας.
Αλλά δεν αντίκειται και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, καθόσον, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, εν προκειμένω δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή της εναγομένης προς ορισμένους μόνον εργαζομένους της, κατ' αποκλεισμό των εναγόντων, αλλά για παροχή εκ του νόμου. Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος. 6.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, κατά την κύρια βάση της.
Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα. Στη συνέχεια πρέπει να ερευνηθεί η αγωγή ως προς την κύρια βάση της και να απορριφθεί αυτή, ως νομικά αβάσιμη. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων τόσο της συζήτησης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, όσο και των συζητήσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, λόγω του δυσερμήνευτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την επιστροφή του καταβληθέντος ηλεκτρονικού παραβόλου με αριθμό ..., ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στην αναιρεσείουσα.
- ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 1729/31.3.2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που έκρινε νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της.
- ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 19.12.2019 και με αριθμό κατ. 113548/3023/20.12.2019 αγωγή, κατά το μέρος αυτό.
- ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως μη νόμιμη, κατά το μέρος αυτό.
- ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, τόσο της συζήτησης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, όσο και των συζητήσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ