Legislator Giurisprudenza & Legislazione
909/2020 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis regarding common sense doctrine application in will validity.

Numero d'incarto 909/2020
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Third Chamber of the Court of Appeal's decision on a will's validity. The appellant argued the lower court erred in applying common sense principles to determine if a blind father could read handwriting, but the court found this argument lacked legal foundation. The court ruled that the appeal failed because the contested reasoning did not involve the interpretation of legal rules or the application of accepted facts to those rules.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 1723A.C. and Art. 559(19) C.P.C.: An appeal based on the erroneous application of common sense principles is inadmissible unless the principles concern the interpretation of legal rules or the subsumption of facts under those rules.

Parole chiave

Generato dall'IA
common sense doctrine will validity blindness and handwriting lack of legal basis appellate review standard subsumption of facts interpretation of law difetto di sottoscrizione

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 1723A.C.
Art. 559(19) C.P.C.
Art. 93(3)(a) of the Constitution
Art. 495(3) C.P.C.
Art. 176 C.P.C.
Art. 183 C.P.C.
Art. 191(2) C.P.C.

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 909 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 909/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Δ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ευτυχίου Καλαμίδα

Του αναιρεσίβλητου: Π. Δ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Διονυσία -Κρίνα Τζαβάρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ...ς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2012 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 1/2015 του Τριμελούς Εφετείου ...ς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 24-8-2015 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 579/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την προαναφερθείσα εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περεταίρω εκδίκαση.

Εκδόθηκε η 8/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-3-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1723ΑΚ, όποιος δεν είναι ικανός τα διαβάζει χειρόγραφα, δεν μπορεί να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη. Ως μη ικανοί να διαβάζουν χειρόγραφα νοούνται οι ικανοί μεν να γράψουν, αλλά από πάθηση ή αδυναμία των οφθαλμών μη δυνάμενοι να διαβάσουν τα γραφόμενα, αφού δεν είναι σε θέση να ελέγξουν σε κάθε στιγμή αν τα γραφόμενά τους αντιστοιχούν στη θέλησή τους.

Η αδυναμία ανάγνωσης δεν απαιτείται, κατά νόμο, να αφορά ειδικά το κρινόμενο χειρόγραφο της διαθήκης. Αρκεί η εν λόγω αδυναμία να είναι γενική και να αφορά σε χειρόγραφο του ίδιου με τη διαθήκη είδους γραφής (ΑΠ1358/2006). Kατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνακόλουθα η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ,δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ319/2017).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου , προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα :< Στις 3.3.2007 απεβίωσε στην ..., όπου κατοικούσε εν ζωή, ο πατέρας των διαδίκων Σ. Δ. του Φ., σε ηλικία 87 ετών. Κατά το χρόνο του θανάτου του ο αποβιώσας κατέλιπε ως μόνους πλησιέστερους συγγενείς του τα δύο τέκνα του, ήτοι τον ενάγοντα Α.

Δ. και τον εναγόμενο Π. Δ., αφού η σύζυγός του και μητέρα των διαδίκων Α. Δ. το γένος Α. Χ., είχε προαποβιώσει στις 2.1.1995... Ο εναγόμενος μετά το θάνατο του πατέρα του, με αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας ζήτησε τη δημοσίευση της φερομένης ως συνταχθείσας στις 16-2-2005 ιδιόγραφης διαθήκης αυτού, η οποία δημοσιεύτηκε δυνάμει του υπ' αριθ. 284/8.10.2007 πρακτικού δημόσιας συνεδρίασης.

Επίσης η ως άνω διαθήκη κηρύχθηκε κυρία δυνάμει της υπ' αριθ. 491/8-10-2007 απόφασης του αυτού ως άνω Δικαστηρίου. Με βάση την εν λόγω ιδιόγραφη διαθήκη ο διαθέτης κατέλειπε την ευρεθείσα κατά το χρόνο του θανάτου του, ακίνητη περιουσία του ως εξής: Α) στον εναγόμενο όρισε να περιέλθουν κατά κυριότητα τα παρακάτω ακίνητα 1) δύο γκαρσονιέρες στην περιοχή ... ...ς, ή τα 2/8 του κτιρίου που αγόρασε το έτος 2004 από τη Μ.

Β., 2) ένα κτίριο - εστιατόριο 84 τ.μ. μαζί με ολόκληρο το ακίνητο 1.700 τ.μ. στην τοποθεσία ... ...ς, μετά των πέντε μικρών οικίσκων όπισθεν του εστιατορίου και πάντων των μικρών αποθηκών εντός του ανωτέρω ακινήτου, 3) ενός κτήματος με 12 ελαιόδενδρα στην τοποθεσία ..., 4) ένα κτήμα με 14 ελαιόδενδρα στην τοποθεσία ... της Κοινότητας ... ..., 5) ένα κτήμα χέρσο περίπου 600 τ.μ.

στην τοποθεσία ... ..., 6) ένα μικρό αγρόκτημα περίπου 400 τ.μ. στην τοποθεσία ... της Κοινότητας ... ... και 7) το μερίδιο από την κληρονομιά της συζύγου του Α., στα παρακάτω κτήματα, ήτοι, α) στο κτήμα ενός περίπου στρέμματος με 18 ελαιόδενδρα στην τοποθεσία ... στην Κοινότητα ... ...ς, β) στο κτήμα περίπου μισού στρέμματος με 3 μεγάλα ελαιόδενδρα στην τοποθεσία ...

στην Κοινότητα ... ...ς και γ) στο κτήμα δύο στρεμμάτων με 34 ελαιόδενδρα στην τοποθεσία ... στην Κοινότητα ... ... και Β) στον ενάγοντα Α. Δ. όρισε να περιέλθει η κυριότητα των κάτωθι ακινήτων : 1) ενός ισόγειου σπιτιού διαστάσεων 11X4 μέτρων στην τοποθεσία ... στην Κοινότητα ... ...ς, 2) από το ευρισκόμενο στην ίδια τοποθεσία σπίτι τα 3/4 του πρώτου ορόφου και το 1/4 του ισογείου και 3) ενός κτήματος με 10 ελαιόδενδρα στην τοποθεσία Κεντρομάδες, στην περιοχή ...

της κοινότητας ... ...ς. Επίσης πλέον των ανωτέρω, στη διαθήκη αναφέρει ο διαθέτης και τα εξής, επί λέξει: "Φεύγω από τη ζωή πικραμένος και στενοχωρημένος διότι ο υιός μου Α. (δηλαδή ο ενάγων) με κτήπησε τρεις φορές (με έπιασε από το λαιμό να με φουρκίσει) και τον μεγαλύτερον αδελφόν του Π., (δηλαδή τον εναγόμενο) τον κτήπησε και αυτόν έξι φορές πιάνοντας τον από το λαιμό για να τον φουρκίσει και επίσης βρίζει και φωνάζει μέσα στο μαγαζί του Π.

τη γυναίκα του αδελφού του Ως πατέρας δούλεψα εις την ζωή μου σκληρά και δημιούργησα περιουσία δια τα πεδιά μου εις τα οποία φέρθηκα με την ίδιαν αγάπην και στοργή και εις τα δύο εξίσου. Όμως ο Α. δεν το εκτίμησε και με πίκρανε πολύ

Τελειώνοντας εις τον υιό μου Α. αφήνω την κατάραν μου και κάθε μέρα που ξημερόνει να είναι μαύρη διά αυτόν και η κατάρα μου να είναι προστάτης της ζωής του ...>. Αποδείχτηκε περαιτέρω, ότι ο διαθέτης, αφού συνέταξε τη διαθήκη την παρέδωσε προς φύλαξη στον δικηγόρο Κέρκυρας Π. Π., προφανώς για να είναι σίγουρος ότι μετά το θάνατό του θα παραδοθεί στα τέκνα του και θα υλοποιηθεί η τελευταία του βούληση.

Πράγματι, ο εν λόγω δικηγόρος, μόλις πληροφορήθηκε το θάνατο του διαθέτη, έστειλε επιστολή τόσο στον ενάγοντα όσο και στον εναγόμενο, με την οποία τους γνωστοποίησε ότι ο πατέρας τους προ του θανάτου του, του είχε εμπιστευθεί την από 16-2-2005 ιδιόγραφη διαθήκη του και τους κάλεσε να επιμεληθούν, ώστε να προχωρήσει η νόμιμη διαδικασία δημοσίευσης αυτής και η κήρυξή της ως κυρίας από το Δικαστήριο.

Ο ενάγων αρνήθηκε, μη δεχόμενος ότι η διαθήκη αυτή ήταν πράγματι του πατέρα του και έτσι αυτή δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε κυρία με αίτηση του εναγομένου. Εν συνεχεία ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή του, εκ της οποίας προέκυψε η παρούσα δικαστική διαμάχη των διαδίκων, υποστήριξε ότι η διαθήκη του πατέρα τους δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από τον ίδιο τον διαθέτη, αλλά έχει πλαστογραφηθεί από τον εναγόμενο, σε βάρος του οποίου έχει υποβάλει την υπ' αριθ. .../6.2.2008 έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κέρκυρας, επικουρικά δε, ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της ανωτέρω διαθήκης, είχε σοβαρότατα προβλήματα όρασης, που τον καθιστούσαν ανίκανο να διαβάζει χειρόγραφα.

Ήδη ο ενάγων - εκκαλών, δεν εμμένει στον ισχυρισμό περί πλαστότητας της διαθήκης, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεώς του, την αίτηση αναιρέσεως, αλλά και διευκρινίζεται ρητώς με τις προτάσεις του ιδίου στην παρούσα δίκη. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από τα από 14.7.1995 και 16.3.1996 πορίσματα φλουροαγγειογραφίας, διεξαχθείσης από το Οφθαλμολογικό Κέντρο Αθηνών, περί διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας στους δύο οφθαλμούς του διαθέτη, το αντίγραφο της από 13-1-2004 βεβαίωσης του ειδικού παθολόγου Γ.

Κ., στην οποία αναφέρεται διάγνωση διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας του διαθέτη, χωρίς αναφορά σε οπτική οξύτητα ή τυφλότητα, το αντίγραφο της υπ' αριθ. πρωτ. ...16.1.2004 ιατρικής βεβαίωσης της επιμελήτριας παθολογικής κλινικής του Γενικού-Νομαρχιακού Νοσοκομείου Κέρκυρας Ο. Κ. και της υπ' αριθ. πρωτ. ....1.2004 βεβαίωσης της πρωτοβαθμιας Ύγείονομικής Επιτροπής και εκ του βιβλιαρίου_ υγείας του διαθέτη, όπου αναφέρεται από το χειρουργό οφθαλμίατρο Τ.

Δ., ότι η οπτική οξύτητα του διαθέτη ήταν 1/20cc, αποδείχτηκε ότι ο διαθέτης έπασχε από διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια αμφοτέρων των οφθαλμών και ότι η οπτική του οξύτητα ήταν 1/20cc με γυαλιά και κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης. Επίσης εκ της από 23.10.2007 ιατρικής γνωμάτευσης του τελευταίου ως άνω οφθαλμιάτρου, προκύπτει ότι ο εν λόγω ιατρός, σύμφωνα με το αρχείο που τηρούσε, είχε εξετάσει το διαθέτη στις 3.6.2014και είχε διαπιστώσει ότι είχε χειρουργηθεί για καταρράκτη άμφω, ότι έπασχε από χρόνιο γλαύκωμα αμφοτέρων των οφθαλμών, φαρμακευτικά ρυθμιζόμενο και από γεροντική εκφύλιση ωχράς άμφω, ως προς δε την οξύτητά του, αναφέρει ότι δεν υπάρχει στο αρχείο του εκτίμηση αριθμητική "πάντως ήταν χαμηλή", χωρίς ειδικότερο ποσοτικό προσδιορισμό.

Όμως σε κανένα εκ των ανωτέρω ιατρικών πιστοποιητικών δεν βεβαιώνεται ότι ο διαθέτης έπασχε από ολική τυφλότητα και ότι ήταν παντελώς ανίκανος να γράφει και να διαβάζει. Επισημαίνεται ότι ο ίδιος ο ανωτέρω ιατρός, Τ. Δ., χορήγησε στον ενάγοντα -εκκαλούντα, την πρόσφατη, από 30.10.2007 γνωμάτευσή του, στην οποία, αναφερόμενος στον διαθέτη, διατυπώνει τη γενική άποψη, ότι ασθενής με διαβητική ωχροπάθεια με οπτική οξύτητα ίση ή λιγότερο του 1/20 άμφω, αδυνατεί να αναγνώσει κείμενο σε συνήθη γραμματοσειρά (γραφομηχανής ή εφημερίδας), πόσο μάλλον χειρόγραφο.

Η γνωμάτευση αυτή δεν έχει τα εχέγγυα αξιοπιστίας, διότι διατυπώνει θεωρητική άποψη, χωρίς μάλιστα να λαμβάνει υπόψη το νόμο που θεωρεί τυφλό το άτομο με οπτική οξύτητα κάτω του 1/20 και όχι ίση ή κάτω του ορίου αυτού, ενώ ο ίδιος αυτός ιατρός, στο βιβλιάριο υγείας του διαθέτη, σε ανύποπτο χρόνο, πλην πλησίον του χρόνου συντάξεως της διαθήκης, είχε αναγράψει 1/20 cc, πέραν του ότι χορηγήθηκε κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος, όπως ρητά αναγράφεται σε αυτήν, δόθηκε δηλαδή για τους σκοπούς της παρούσης δίκης.

Δέον εξάλλου, να σημειωθεί, ότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα υπ' αριθ. πρωτ. ....1.2004 βεβαίωση της πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής, αναγνωρίστηκε ποσοστό αναπηρίας 67% εφ' όρου ζωής του διαθέτη, με βάση τη διάγνωση ότι πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη τύπου II, μετ' επιπλοκών (διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, αρτηριοπάθεια, υπέρταση, στεφανιαία νόσος), χωρίς αναφορά σε τυφλότητα, όπως θα ήταν λογικό και αναμενόμενο, εφόσον το ζήτημα ήταν η αναγνώριση αναπηρίας.

Ολική τύφλωση του διαθέτη κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης, ήτοι οπτική οξύτητα κάτω του 1/20 cc της φυσιολογικής, ποσοστό που απαιτεί ο νόμος .., ώστε να θεωρηθεί κάποιος τυφλός, δεν προκύπτει ούτε από τα λοιπά προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα έγγραφα. Συγκεκριμένα, η από 8.5.2014 "ιατρική γνωμάτευση" του Οφθαλμιάτρου Σ.

Σ., η από 5.5.2014 "ιατρική γνωμοδότηση" του Χειρουργού Οφθαλμιάτρου Θ. Σ. και η από 7.5.2014 "Ιατροδικαστική Γνωμοδότηση επί ιατρικών εγγράφων", του Ιατροδικαστή Ε. Σ., έχουν συνταχθεί με βάση τον ιατρικό φάκελο του διαθέτη, πολύ χρόνο μετά το θάνατό του, στα έγγραφα δε αυτά, αφού λαμβάνεται ως δεδομένο ότι ο διαθέτης παρουσίαζε οπτική οξύτητα 1/20 cc, στη συνέχεια διατυπώνονται γενικές θεωρητικές κρίσεις, με βάση και τη σχετική βιβλιογραφία, περί των δυνατοτήτων ενός ασθενούς με την ανωτέρω οπτική οξύτητα.

Εξάλλου, ούτε ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίστηκε ρητά ότι ο διαθέτης έπασχε από ολική τύφλωση, στη δε προσκομισθείσα υπ' αυτού, υπ' αριθ. .../8.3.2012 ένορκη βεβαίωση του ιατρού Γ. Κ., Ειδικού Παθολόγου, δεν βεβαιώνει ο εν λόγω ιατρός, ότι ο διαθέτης έπασχε από ολική τύφλωση αλλά ότι "η όραση αυτή πλησιάζει τα όρια της ολικής τύφλωσης, ώστε ο Σ.

Δ., να εμφανίζει σημαντική δυσχέρεια στην καθημερινότητά του όπως αναγνώριση προσώπων, ανάγνωση, παρακολούθηση τηλεόρασης και λοιπά...". Άπό όλα τα ανωτέρω ιατρικά έγγραφα, συνάγεται ανενδοίαστα ότι ο διαθέτης δεν ήταν ολικά τυφλός και ότι μπορούσε να γράφει, αλλά και να διαβάζει, έντυπα και χειρόγραφα, κατά το χρόνο που συνέταξε την επίμαχη διαθήκη έστω και με δυσκολία, εξαιτίας των ανωτέρω προβλημάτων της όρασης χρησιμοποιώντας μάλιστα μεγεθυντικό φακό.

Προς το συμπέρασμα αυτό, άγεται το δικαστήριο, πέραν των ανωτέρω ιατρικών πιστοποιητικών και γνωματεύσεων που δεν βεβαιώνουν περί ολικής τύφλωσης του διαθέτη και παντελούς ανικανότητας αυτού να διαβάζει, εκ του ότι στις 27.1.2004 (δηλαδή ένα χρόνο περίπου προ της σύνταξης της επίδικης διαθήκης), ο τελευταίος συνήψε σύμβαση αγοραπωλησίας ακινήτου και υπέγραψε το υπ' αριθ....27.1.2004 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...ς Σ.

Σ., στις 7.9.2004 (δηλαδή λίγους μήνες πριν τη σύνταξη της διαθήκης), υπέγραψε το υπ' αριθ. .../7.9.2004 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Φ. Π., και την 14.9.2006 (μετά τη σύνταξη της διαθήκης), υπέγραψε το νεοεκδοθέν με αίτησή του, υπ' αριθ. ... δελτίο αστυνομικής ταυτότητάς του, που εκδόθηκε από την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Κέρκυρας.

Επίσης αποδεικνύεται από τις ανωτέρω δικαιοπραξίες, ότι ήταν δραστήριος μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του ,παρά τα προβλήματα υγείας του, ότι κυκλοφορούσε μόνος του στην Κέρκυρα ,μετέβαινε μόνος σε συμβολαιογράφους, δικηγόρους και λογιστές ,διεκπεραιώνοντας σχετικές συναλλαγές, ότι είχε σώας τας φρένας και δεν είχε παραιτηθεί από τη ζωή και τις δραστηριότητές του, αλλ' αντίθετα, φρόντιζε την περιουσία του και γενικά ότι ήταν σε θέση να επιμεληθεί του εαυτού του και της περιουσίας του.

Επισφράγισμα όλων αυτών είναι και το γεγονός ότι την επίμαχη διαθήκη του την εμπιστεύθηκε στον δικηγόρο Κέρκυρας Π. Π., γεγονός που καταδεικνύει ότι με την ενέργειά του αυτή ήθελε να διασφαλιστεί η διάσωσή της και η δημοσίευσή της από το δικαστήριο, ώστε να γίνει σεβαστή και να υλοποιηθεί η τελευταία του βούληση και ιδίως να μη αμφισβητηθεί η γνησιότητά της από τον ενάγοντα γυιό του, καθόσον οι σχέσεις του με αυτόν κάθε άλλο παρά ιδανικές ήταν.

Με βάση όλα τα ανωτέρω, κρίνεται ότι ο διαθέτης ήταν ικανός προς σύνταξη ιδιόγραφης διαθήκης, κατά την έννοια του άρθ. 1 723 ΑΚ, ως δυνάμενος να διαβάζει χειρόγραφα, καθόσον, κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης του είχε οπτική οξύτητα 1/20 της φυσιολογικής τοιαύτης και όχι μικρότερο ποσοστό, ώστε να είναι "τυφλός" κατά τη σαφή διατύπωση του άρθρου 1 του Ν. 1904/1951, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.958/1979.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως, το οποίο με τη εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τη σχετική επικουρική βάση της αγωγής, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, ερμήνευσε δε και εφάρμοσε το νόμο, τα δε αντίθετα που υποστηρίζει ο ενάγων με τους λόγους της εφέσεώς του ,κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με σαφείς ,επαρκείς και πλήρεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο πατέρας των διαδίκων Σ. Δ., που αποβίωσε στην ... στις 3-3-2007 σε ηλικία 87 ετών, κατά την κατάρτιση, της από 16-2-2005 ιδιόγραφης διαθήκης του, ήταν ικανός για τη σύνταξή της, καθόσον δεν ήταν ολικά τυφλός και μπορούσε να γράφει, αλλά και να διαβάζει έντυπα και χειρόγραφα, έστω με δυσκολία, χρησιμοποιώντας μεγεθυντικό φακό, εξαιτίας των προβλημάτων της όρασής του, δεδομένου ότι εμφάνιζε οπτική οξύτητα 1/20cc και στα δύο μάτια του, τα οποία (προβλήματα όρασης) όμως δεν τον εμπόδιζαν στις 27-1-2004 να υπογράψει το .../27-1-2004 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμ/φου Κέρκύρας Σ. Σ., στις 7.92004 να υπογράψει το .../7-9-2004 ειδικό πληρεξούσιο του Συμ/φου . Κέρκυρας Φ. Π., και την 1-9-2006 να υπογράψει το ... που εκδόθηκε από την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας ...ς, γενικά δε, να επιμελείται τις υποθέσεις του μεταβαίνοντας σε συμ/φους, δικηγόρους και λογιστές.

Επομένως, ο τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ19 ΚΠοΛΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο πατέρας του εκ μόνου του λόγου ότι δεν ήταν ολικά τυφλός, μπορούσε να γράφει και να διαβάζει έντυπα και χειρόγραφα και, συνακόλουθα, ότι ήταν ικανός να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης είναι αβάσιμος .

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα για τη θεμελίωση του λόγου αυτού αναιρέσεως νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα υπό την έννοια των άρθρων 339 και 442 επ.

ΚΠολΔ, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου (ΑΠ90/2019, ΑΠ120/2016, ΑΠ1758/2009). Αντίθετα δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και η κατά την έννοια του άρθρου 390ΚΠολΔ ιδιωτική γνωμοδότηση, που συντάσσεται ύστερα από αίτηση διαδίκου και προσάγεται από εκείνον (Α.Π.438/2012, Α.Π. 31/2011) και οι ένορκες μαρτυρικές βεβαιώσεις.

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτοντας σε διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση του εγγράφου, αποδίδει διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 374/2013).

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε, κατά παράβαση του άρθρου 559αρ 20 ΚΠοΛΔ, την από 8-5-2014 ιατρική γνωμάτευση του Σ. Σ., Διευθ/ντη Οφθαλμιάτρου στο Περιφερειακό Δημόσιο Γενικό Νοσοκομείο <...> που νόμιμα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιον του, προκειμένου να αποδείξει ότι ο πατέρας του αδυνατούσε να αναγνώσει χειρόγραφο λόγω προβλημάτων όρασης, κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης, στην οποία (βεβαίωση) αναφέρει ο ανωτέρω τα εξής: <ο οιοσδήποτε ασθενής έχει όραση 1/20 και στα δύο μάτια μπορεί να γράψει ένα κείμενο και να θέσει την υπογραφή του αδυνατεί όμως παντελώς να προβεί και στην ανάγνωση του κειμένου. Το 1/20 είναι το όριο όπου κάποιος κάτω από αυτό θεωρείται τυφλός ν.958/1979> δεχόμενο ότι στο άνω έγγραφο διατυπώνονται γενικές θεωρητικές κρίσεις με βάση και την σχετική βιβλιογραφία, περί των δυνατοτήτων ενός ασθενούς με την ανωτέρω οπτική οξύτητα και ότι ο διαθέτης πατέρας του δεν ήταν ολικά τυφλός και μπορούσε να γράφει αλλά και να διαβάζει έντυπα και χειρόγραφα κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης, έστω και με δυσκολία, χρησιμοποιώντας μάλιστα και μεγεθυντικό φακό.

Ο λόγος αυτός, με βάση τα προεκτεθέντα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η άνω ιδιωτική γνωμοδότηση, που συντάχθηκε ύστερα από αίτηση του διαδίκου και προσάγεται από εκείνον δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465ΚΠολΔ, ώστε η παραμόρφωση του περιεχομένου του να ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 11γΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση ή αν αυτή στηρίχθηκε κυρίως και σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα ή όταν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο δεν θα μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού αν είχε ληφθεί υπόψη.

Επίσης αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου ( ΑΠ 758/2017,ΑΠ292/2011). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη:

α) την από 14-9-2018 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού -Επιμελητή Α της Οφθαλμολογικής Κλινικής του Δημόσιου Γενικού Νοσοκομείου Άρτας Α. Π. η οποία αναφέρει τα εξής :<Κατόπιν αιτήματος του κ Α. Δ. του Σ. γνωματεύω ότι γενικά οιοσδήποτε ασθενής προχωρημένης ηλικίας άνω των 80 ετών απόφοιτος Δημοτικού ,με διαβητική ωχροπάθεια και οπτική οξύτητα 1/20 άμφω με γυαλιά, αδυνατεί (με οποιαδήποτε διόρθωση συμπεριλαμβανομένου μεγεθυντικού φακού) να αναγνώσει κείμενο τυπωμένο σε συνήθη γραμματοσειρά (γραφομηχανής ή εφημερίδας), πόσω, μάλλον χειρόγραφο.

Τούτο ισχύει ακόμα και για τα σύγχρονα βοηθήματα χαμηλής όρασης (η χρήση άλλωστε των οποίων προϋποθέτει και προηγούμενη σχετική εκπαίδευση του ασθενούς και υψηλό νοητικό - μορφωτικό του επίπεδο)", και β) το από 5-12-2017 Πιστοποιητικό Σπουδών της Δ/νσης πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης ...ς 6/Θ Δημοτικού Σχολείου ..., που υπογράφει ο Δ/ντής του άνω Σχολείου Ξ.

Σ. Α., από το οποίο προκύπτει ότι ο πατέρας του ήταν απόφοιτος της έκτης τάξης του Δημοτικού Σχολείου της Κοινότητας ... Νομού Κέρκυρας, αποδεικτικά μέσα ,που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα, στην κατ' έφεση δίκη προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι ο πατέρας του αδυνατούσε να διαβάζει χειρόγραφα κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης, σε σχέση με τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αδυναμίας ανάγνωσης χειρόγραφων του πατέρα των διαδίκων, κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και "όλα τα έγγραφα" που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Έτσι, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός από αυτά.

Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 1 β`ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σε αυτές τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι όμως και όταν τα εν λόγω διδάγματα χρησιμοποιούνται ή όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της των πραγματικών γεγονότων (Α.Π. 764/2016 ΑΠ 1398/2010).

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση, με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες δηλ.

για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1622/2010, ΑΠ 1239/2009 σχετ. Ολ.ΑΠ 8/2005) ή ακόμη για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 208/2011).

Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς (ΑΠ1360/2018).

Ειδικότερα, η παραβίαση ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας , προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 913/2005, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1011/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 περ. β` του άρθρου 559ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι <εσφαλμένως χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει τούτων την αληθή έννοια του άρθρου1723ΑΚ με βάση τα οποία (διδάγματα) οιοσδήποτε ασθενής έχει σοβαρή πάθηση στα μάτια και ειδικότερα έχει όραση μόνο 1/20cc και στα δύο μάτια αδυνατεί να διαβάζει χειρόγραφα ,με αποτέλεσμα να απορρίψει την έφεσή του, ενώ αν δεν υπέπιπτε στην πλημμέλεια αυτή θα δεχόταν ότι ο διαθέτης πατέρας του λόγω της άνω σοβαρότατης παθήσεως των ματιών του δεν ήταν ικανός να διαβάζει χειρόγραφα>.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος γιατί τα ανωτέρω αναφερόμενα δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας και ο λόγος αυτός πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και καθόλου δεν αναφέρεται σε ερμηνεία κανόνα δικαίου με βάση τα επικαλούμενα διδάγματα κοινής πείρας ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτόν των πραγματικών περιστατικών που έχουν γίνει δεκτά.

Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ. 495παρ 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (αρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠοΛΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-3-2019 αίτηση αναίρεσης του Α. Δ. κατά της 8/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Αυγούστου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ