Supreme Court partially allows appeal against lower court's salary calculation error for doctors in public health region.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece partially allowed the public health region's appeal against a single-instance court decision regarding doctors' salary disputes. The lower court had incorrectly calculated monthly service allowances based on a junior doctor's base salary instead of the actual doctor's rank-specific salary. Consequently, the court found the lower court's acceptance of this calculation error and the resulting wage difference liability to be legally flawed.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 576(1)-(2) and 94(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine ex officio the proper acceleration of proceedings when a party fails to appear or participate properly, and may partially annul a decision if it contains errors in legal application or factual assessment that require further clarification by a different judge.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 904 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 904/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" ("1η Δ.Υ.Π.Ε. Αττικής"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 20) Ι. Χ. του Μ., όλων κατοίκων .... Η 7η (Ε. Κ.) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσοιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Τ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1728/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3086/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 5/5/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Στην αντίθετη περίπτωση η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Επομένως, προκειμένου περί εργατικής διαφοράς δεν είναι επιτρεπτή η εκ μέρους του διαδίκου παροχή πληρεξουσιότητας ενώπιον του Αρείου Πάγου με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτού από δικηγόρο και δη από τον ίδιο δικηγόρο στον οποίο παρέχεται η πληρεξουσιότητα. Το ότι ο δικηγόρος είναι κατά το άρθρο 1 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" δημόσιος λειτουργός, δεν του προσδίδει παράλληλα την ιδιότητα της δημόσιας αρχής.
Άλλωστε, όπου ο νομοθέτης θέλησε να παράσχει την ως άνω αρμοδιότητα και σε δικηγόρο, το όρισε ρητά, όπως στη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 του ΚΠολΔ για τις ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας πολιτικές δίκες ή στη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 2 του ΚΠοινΔ για την υποβολή μήνυσης (ΑΠ 535/2020). Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. (ΑΠ 535/2020). Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (…) της ένδικης από 5.5.2021 και με αριθμό κατάθεσης … αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 3086/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που άσκησε η αναιρεσείουσα 1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (Ν.Π.Δ.Δ.), η οποία στρέφεται κατά είκοσι (20) συνολικά αναιρεσίβλητων [επί συνόλου 22 αρχικά εναγόντων], η 7η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι δε λοιποί αναιρεσίβλητοι φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι.
Τ. με την από 17.1.2022 δήλωση του τελευταίου ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα. Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας προκύπτει ότι η παρασχεθείσα από την 1η αναιρεσίβλητη στον ως άνω δικηγόρο εξουσιοδότηση φέρει βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής της ως άνω διαδίκου από τη δικηγόρο Ε.
Ι. Γ.. Η παρασχεθείσα κατά τα ανωτέρω πληρεξουσιότητα δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και κατά συνέπεια, εφόσον η 1η αναιρεσίβλητη δεν μετέχει της αναιρετικής δίκης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, θεωρείται δικονομικά απούσα. Περαιτέρω, από τη με αριθμό … έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο … Α.
Χ. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από … και με αριθμό κατάθεσης … αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (δηλαδή την 18η Ιανουαρίου 2022), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας νόμιμα και εμπρόθεσμα στον παραστάντα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο όλων των αναιρεσίβλητων (συμπεριλαμβανομένων και των 1ης και 7ης αναιρεσίβλητων), Ι.
Τ., ως αντίκλητο αυτών, με παράδοση του οικείου δικογράφου στη συνεργάτιδά του Δικηγόρο Κ. Σ. (άρθρο 129 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Εφόσον, λοιπόν, η 1η αναιρεσίβλητη θεωρείται δικονομικά απούσα και η 7η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης παρά την απουσία των ως άνω πρώτης και έβδομης αναιρεσίβλητων.
Με την από 5.5.2021 και με αριθ. κατάθεσης 2760/361/5.5.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών με αριθμό 3086/6.5.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 6.11.2018 και με αριθμό κατάθεσης 103362/7224/2018 έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας 1ης Διοίκησης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (1ης Δ.Υ.Πε Αττικής) ως προς τους 1η, 2ο, 3ο, 4η, 5η, 6ο, 7η, 8η, 9ο, 10η, 11ο, 12η, 13η, 14ο, 16η, 17ο, 18ο, 19η, 21η και 22ο ενάγοντες -εφεσίβλητους και ήδη 1η έως και 20ο αναιρεσίβλητους και επικύρωσε, έτσι, ως προς τους συγκεκριμένους διαδίκους τη με αριθμό 1728/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών και με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί ως κατ' ουσία βάσιμη την από 1.11.2017 και με αριθμό κατάθεσης 591262/2651/1.11.2017 αγωγή των είκοσι (20) συνολικά εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, (επί συνόλου 22 αρχικά εναγόντων) και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της εναγομένης-εκκαλούσας -αναιρεσείουσας να καταβάλει τα στην πρωτόδικη απόφαση αναγραφόμενα ποσά για κάθε ενάγοντα για διαφορές αποδοχών του διαστήματος από 1.5.2015 έως 31.5.2018, οφειλόμενες στη μείωση των καταβαλλόμενων αποδοχών τους κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 4093/2012, τις οποίες έκρινε ανίσχυρες ως αντιβαίνουσες τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, στο μη υπολογισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας στο βασικό μισθό του πρωτοδίκη και στην εκ μέρους της εναγομένης-αναιρεσείουσας παράλειψη ένταξης των ως άνω εναγόντων-αναιρεσίβλητων ως Διευθυντών αναδρομικά από 31.12.2014, κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 38 του Ν. 4368/2016.
Σημειωτέον ότι ως προς τις 15η και 20η ενάγουσες - εφεσίβλητες (και μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη) το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την ως άνω έφεση της εναγομένης -εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, εξαφάνισε τη με αριθμό 1728/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε ως προς αυτές κατ' ουσίαν την από 1.11.2017 αγωγή.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 15 Απριλίου 2021, σύμφωνα με την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Ν. Σ. Ν. που έχει τεθεί στο πρώτο φύλλο της, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 5 Μαΐου 2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).
Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)... Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993).
Εξάλλου, σε εφαρμογή των αντιστοίχων Συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ.1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 και 9 του οποίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ.
θ' του Ν. 1406/1983, όπως στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του Ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως και διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.
Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α ή τα Ν.Π.Δ.Δ, όπως είναι η αναιρεσείουσα 1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 3329/2005), με σύμβαση ή σχέση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, 535/2020, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 22/2016, ΑΠ 1340/2014, ΑΠ 1635/2012).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. α - δ του Ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 38) ορίσθηκε ότι "Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού, διοικητικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
τίθεται, αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται / μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), όπως προβλέπεται με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α` 288).
Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται η χωροταξική κατανομή ανά Υγειονομική Περιφέρεια των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις...", ενώ με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι "οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του φορέα προέλευσης".
Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. Γ.Π./οικ 18936/26.2.2014 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 485) των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υγείας, με την οποία συστήθηκαν και κατανεμήθηκαν ανά ειδικότητα (ιατροί) ή κλάδο (λοιπό προσωπικό) 9.930 οργανικές θέσεις, μόνιμου και με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού, νοσηλευτικού, παραϊατρικού και λοιπού προσωπικού στις επτά Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών της χώρας.
Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 17 του ιδίου νόμου και υπό τον παράτιτλο "Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς Δ.Υ.Πε", όπως τα δύο πρώτα εδάφια της παρ.1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι5 του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "(1). Εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί/οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται/μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας με την ίδια εργασιακή σχέση σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεώς τους περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει.
Το λοιπό προσωπικό των ως άνω παραγράφων 1 και 2 μετατάσσεται/ μεταφέρεται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας με την ίδια εργασιακή σχέση, κατόπιν αιτήσεώς τους περί αποδοχής της εν λόγω θέσης. Η ισχύς των προηγούμενων εδαφίων αρχίζει την 4η Μαρτίου 2014. Οι ανωτέρω αιτήσεις υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων της ως άνω παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου.
Οι εν λόγω αιτήσεις, οι οποίες υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (Α` 75), υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους στις αρμόδιες υπηρεσίες των κατά τόπους περιφερειακών διοικητικών μονάδων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες με ευθύνη τους τις διαβιβάζουν στις αντίστοιχες υπηρεσίες των Δ.Υ.Πε. υποδοχής εντός τριών ημερών.
Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό που ασκεί, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο έχει υποβάλει αίτηση αποδοχής θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε Δ.Υ.Πε., οφείλει κατά το χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει, να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία της Δ.Υ.Πε. υποδοχής βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα είναι αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.).
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία υποδοχής από τον υπόχρεο αμέσως μετά τη λήψη της, το αργότερο εντός μηνός από την ανάληψη υπηρεσίας, άλλως απολύονται αυτοδικαίως. (2). Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής ο υπάλληλος, που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, απολύεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του παρόντος. (3).
Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος/ μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, απολύεται αυτοδικαίως. (4). Οι πράξεις μετάταξης / μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του Φορέα υποδοχής". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι ιατροί / οδοντίατροι που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (όπως και οι μόνιμοι ιατροί), οι οποίοι αρχικά είχαν μεταφερθεί αυτοδικαίως στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) από την ημερομηνία ένταξης σε αυτόν του κλάδου υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ [άρθρα 17 παρ.1 και 2 και 26 παρ. 9 του Ν. 3918/2011, όπως η τελευταία αυτή παράγραφος προστέθηκε με την παρ.21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α 150)], στη συνέχεια μετατάχθηκαν/μεταφέρθηκαν με την ίδια εργασιακή σχέση και μετά από αίτησή τους στις κατά τόπους Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε), όπως στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήθηκαν για τον σκοπό αυτό, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στα ως άνω άρθρα 16 παρ.1 και 17 παρ.1 του Ν. 4238/2014.
Επίσης, με το άρθρο 18 του νόμου αυτού (4238/2014), ορίσθηκε ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης / μεταφοράς το ως άνω ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ. που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., ενώ με το άρθρο 21 παρ.2 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι το ιατρικό / οδοντιατρικό προσωπικό, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ. (ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) διατηρεί το σύνολο των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και ότι, μετά την ένταξή τους σε θέσεις του κλάδου ιατρών/ οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ., λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις.
Τέλος, με το άρθρο 25 του ιδίου νόμου προβλέφθηκε διαδικασία αξιολόγησης από πενταμελές Συμβούλιο Αξιολόγησης ιατρών και κατάταξης αναλόγως της προϋπηρεσίας του έχοντος μεταταχθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία ιατρικού προσωπικού στους βαθμούς Διευθυντή, Επιμελητή Α' ή Επιμελητή Β', προκειμένου αυτό να ενταχθεί στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών του Ε.Σ.Υ.
Επομένως, ναι μεν μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης (κατόπιν αξιολόγησης) σε θέσεις κλάδου ιατρών /οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) των απασχολουμένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρών και οδοντίατρων, που είχαν ήδη μεταταχθεί / μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικής Περιφέρειας, οι αποδοχές αυτών καθορίζονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ.
που προβλέπει η ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία, πλην όμως καμία από τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν προβλέπει ρητώς τη μετατροπή των οργανικών θέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των ως άνω ιατρών / οδοντιάτρων [οι οποίοι μέχρι τότε υπηρετούσαν με σχέση ιδιωτικού δικαίου αρχικά στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
και στη συνέχεια στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και ακολούθως εντάχθηκαν κατά τα ανωτέρω σε μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας των ΔΥΠε], σε μόνιμες οργανικές θέσεις ιατρών/ οδοντιάτρων δημοσίου δικαίου μετά την αξιολόγηση και κατάταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ., για τη σύσταση των οποίων (μόνιμων θέσεων) άλλωστε απαιτείται ειδική νομοθετική πρόβλεψη, κατά το άρθρο 103 παρ. 2 εδ.
α του Συντάγματος. Αντιθέτως η διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 του Ν. 4238/2014 ρητώς ορίζει ότι η ως άνω μετάταξη / μεταφορά των ιατρών/οδοντιάτρων (μόνιμων και ΙΔΑΧ) λαμβάνει χώρα "με την ίδια εργασιακή σχέση" σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, ήτοι για μεν τους μόνιμους σε οργανικές θέσεις δημοσίου δικαίου, για δε τους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ) σε οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Για το λόγο αυτό άλλωστε η με αριθ. Γ.Π. οικ/18936/26.2.2014 Κοινή Υπουργική Απόφαση δεν διαχώρισε αριθμητικά τις συσταθείσες 9.930 θέσεις σε θέσεις μόνιμου προσωπικού και σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού, αφού κατά την έκδοσή της ήταν άδηλος ο αριθμός των ιατρών/ οδοντιάτρων - μόνιμων και Ι.Δ.Α.Χ. - που θα εντάσσονταν σε αντίστοιχες θέσεις κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους υπό στοιχεία Ι και
ΙΙ.1 από τον αριθμό 4 (και όχι από τους αριθμούς 1, 8, 11 και 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, που ερευνώνται ενιαία, η αναιρεσείουσα 1η Δ.Υ.Πε Αττικής, επικαλούμενη ότι, μετά την αξιολόγηση και ένταξη των εναγόντων - εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων ιατρών/οδοντιάτρων σε θέσεις κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ.
με τη με αριθμό 40697/2014 (ΦΕΚ Β 3418/19.12.2014) απόφαση του Διοικητή της αναιρεσείουσας, οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται έκτοτε με αυτή με σχέση δημοσίου δικαίου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως έκρινε ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς επίλυση της ένδικης διαφοράς, απορρίπτοντας τον περί έλλειψης δικαιοδοσίας λόγο της από 6.11.2018 έφεσής της.
Οι ως άνω λόγοι, πέραν της αοριστίας τους, δεδομένου ότι δεν αναφέρονται οι διατάξεις που κατά την αναιρεσείουσα μετέτρεψαν σε οργανικές θέσεις δημοσίου δικαίου εκείνες των αναιρεσίβλητων ιατρών/οδοντιάτρων, είναι αβάσιμοι, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, εξακολουθούν και μετά την ανωτέρω ένταξή τους να συνδέονται με την αναιρεσείουσα με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και κατά συνέπεια τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης, η οποία αφορά την καταβολή σε αυτούς μισθολογικών διαφορών από την εργασία τους, ως ιατρών/οδοντιάτρων σε μονάδες υγείας της αναιρεσείουσας.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, ορθώς κατά νόμο έκρινε και κατά συνέπεια οι περί του αντιθέτου ως άνω λόγοι αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 535/2020, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 329/2007 σχετ. ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651, 653 και 655 του ΑΚ, η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφορών στον ενάγοντα μισθωτό μεταξύ οφειλομένων κατά νόμο (δεδουλευμένων) και καταβληθεισών κατά την αγωγή σε αυτόν μικρότερων αποδοχών, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους αυτού παροχή της εργασίας του, ο συμβατικός ή ο κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις ή κατά τις ειδικές ρυθμίσεις του νόμου οφειλόμενος μισθός του μισθωτού με αναφορά στο βασικό μισθό και τα επί μέρους επιδόματα που ανάγονται στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της απασχόλησης του μισθωτού στην ειδικότητα αυτή, κατά το οποίο δεν υπήρξε από το νόμο ή τα πράγματα λόγος διαφοροποίησής τους, ως και η αιτία που κατά νόμο δικαιολογεί την καταβολή των συγκεκριμένων επιδομάτων στον ενάγοντα ή τη μεταβολή του ύψους τους κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές και οι προκύπτουσες από την αιτία αυτή διαφορές αποδοχών, μετ' αφαίρεση εκείνων που κατά τον ενάγοντα ήδη καταβλήθηκαν (ΑΠ 535/2020, ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 900/2017, ΑΠ 1384/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφου της από 1.11.2017 και με αριθμό κατάθεσης 591262/2651/2017 αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος προς έρευνα του με στοιχεία
ΙΙ.2 αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι σε αυτό αναφέρονται το είδος της συνδέουσας τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους ιατρούς/οδοντιάτρους εργασιακής σχέσης αρχικά με το Ι.Κ.Α, ακολούθως με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και στη συνέχεια με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα 1η Δ.Υ.Πε. Αττικής, η ειδικότητα και ο βαθμός εκάστου εξ αυτών, ο χρόνος προϋπηρεσίας αυτών σε μήνες στους πιο πάνω φορείς, ο χρόνος για την απόκτηση ειδικότητας και ο χρόνος υπηρεσίας αγροτικού ιατρού σε μήνες και συνολικά ο χρόνος προϋπηρεσίας εκάστου εξ αυτών σε έτη, το αναλογούν στα έτη αυτά ποσοστό χρονοεπιδόματος και το προκύπτον επίδομα χρόνου υπηρεσίας με βάση μισθό αναφοράς για τον υπολογισμό του χρονοεπιδόματος ύψους 2.067 ευρώ (βασικός μισθός πρωτοδίκη) για τον καθένα από αυτούς και, επί πλέον, παρατίθενται οι κατ' αυτούς οφειλόμενες αποδοχές ανά μήνα με αναφορά στον βασικό μισθό, τα επί μέρους επιδόματα [(νοσοκομειακής απασχόλησης, βιβλιοθήκης και θέσης διευθυντή, οικογενειακής παροχής 35 ευρώ), μεταπτυχιακής εκπαίδευσης και τέκνων (για ορισμένους εξ αυτών) και χρόνου υπηρεσίας ανάλογα με την προϋπηρεσία τους], σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Ν. 3205/2003 χωρίς τις περικοπές του Ν. 4093/2012, το προκύπτον άθροισμα, καθώς και οι καταβληθείσες σε αυτούς επί το έλαττον αποδοχές ανά μήνα, ως και η εξ αυτού προκύπτουσα διαφορά ανά μήνα και, τέλος, το σύνολο των διαφορών μεταξύ οφειλομένων και καταβληθεισών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1.1.2015 έως 31.5.2018, των οποίων διώκεται η επιδίκαση.
Επομένως η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, δεν απαιτείτο δε περαιτέρω εξειδίκευση του τρόπου προσδιορισμού των επί μέρους κατά τα άνω ποσών, αφού μάλιστα τα ποσά αυτά είτε προσδιορίζονται σε ορισμένο ύψος απ' ευθείας από επί μέρους διατάξεις του νόμου (βασικός μισθός και επιδόματα, πλην επιδόματος χρόνου υπηρεσίας), είτε προκύπτουν με απλό μαθηματικό υπολογισμό (επίδομα χρόνου υπηρεσίας).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να κρίνει ως ορισμένη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας αυτής σχετικό λόγο της από 6.11.2018 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθμούς 8 και 19 του ιδίου άρθρου) με στοιχεία
ΙΙ.2 λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τον υπό στοιχεία
ΙΙ.3 λόγο κατά το πρώτο αυτού σκέλος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο επιδίκασε μισθολογικές διαφορές στους αναιρεσίβλητους, καθότι μετά την ένταξη αυτών σε κλάδο ιατρών του ΕΣΥ με τη με αριθμό 40697/17.12.2014 απόφαση του Διοικητή αυτής, οι τελευταίοι άρχισαν από 19.12.2014 να λαμβάνουν τις αποδοχές των ιατρών του ΕΣΥ, με συνέπεια η αγωγή να είναι χωρίς αντικείμενο.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι αντικείμενο της ένδικης διαφοράς δεν ήταν η καταβολή στους αναιρεσίβλητους των αποδοχών που προβλέπονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του ΕΣΥ, τις οποίες αυτοί ελάμβαναν μετά την ένταξή τους στον κλάδο ιατρών του ΕΣΥ, αλλά το εάν ήταν σύμφωνες με το Σύνταγμα οι περικοπές στις αποδοχές αυτές, που προέβλεψε από 1.8.2012 η διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ.1 περίπτωση 27 του Ν. 4093/2012 και περί του εάν το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των αναιρεσίβλητων έπρεπε ή όχι να υπολογισθεί επί του βασικού μισθού του πρωτοδίκη, ύψους 2.067 ευρώ μηνιαίως.
Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τον περί τούτου προταθέντα με το δεύτερο λόγο κατά το τρίτο του σκέλος της από 6.11.2018 έφεσης σχετικό ισχυρισμό της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, τον οποίο εξέλαβε ως ένσταση εξόφλησης (άρθρο 416 του ΑΚ), ως απαράδεκτο, καθότι δεν είχε προβληθεί πρωτοδίκως κατά τρόπο παραδεκτό και με επάλληλη αιτιολογία ως αόριστο, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε (άρθρο 578 του ΚΠολΔ) και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου με στοιχεία
ΙΙ.3 λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4, 79 παρ. 1 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι, σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλομένων σε βάρους τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν όπως το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ως επίσης και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου μάλιστα ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ. 4 το Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας, να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων και της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται κυρίως άλλες κατηγορίες πολιτών, από την ασυνέπεια των οποίων, κυρίως στο πεδίο της εκπλήρωσης των φορολογικών τους υποχρεώσεων, προκαλείται σε μεγάλο βαθμό η δυσμενής οικονομική συγκυρία (ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2022, ΣτΕ Ολομ. 431/2018, 3372-3373/2015, 2193/2014, 668/2012, Ε.Σ.Ολομ. 7412/2015, 4327/2014).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 5, 21 παρ. 3 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (Α 84), συνάγεται ότι γεννάται ευθεία υποχρέωση του Κράτους και των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης για την προστασία της υγείας των πολιτών, εργαζομένων και συνταξιούχων, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η παροχή υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΣτΕ 3802/2014. 9/2016, 2381/2016), οι οποίες πρέπει να καλύπτουν πλήρως της ανάγκες διάγνωσης και θεραπείας των σχετικών παθήσεων, τις χειρουργικές επεμβάσεις, εφόσον απαιτούνται, ως και γενικά τις ανάγκες νοσηλείας των πολιτών.
Η υποχρέωση αυτή υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, υπό τον όρο ότι οι περιορισμοί αυτοί δεν οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΣτΕ 3962/2014). Ενόψει των ανωτέρω επιταγών του Συντάγματος, η άσκηση κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας, η οποία συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών σχετικών με την υγεία, επιτρέπεται μόνον σε εκείνα τα πρόσωπα που έχουν τα προσόντα, τα οποία ο νομοθέτης κρίνει αναγκαία προκειμένου να εξασφαλίζεται η παροχή στους πολίτες υπηρεσιών υψηλού επιπέδου.
Προς εκπλήρωση της παραπάνω συνταγματικής επιταγής για τη λήψη μέτρων προστασίας της υγείας εκδόθηκε ο ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (ΦΕΚ Α 143), με τον οποίο οργανώθηκε η παροχή υπηρεσιών υγείας προς τους πολίτες με τη δημιουργία δημόσιου τομέα υγείας και ρυθμίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα ζητήματα της υπηρεσιακής κατάστασης και του μισθολογικού καθεστώτος των ιατρών του Ε.Σ.Υ.
Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 30 του ως άνω ν. 1397/1983 και ακολούθως τις διατάξεις των άρθρων 43, 44 και 45 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α 297), ρυθμίστηκε το μισθολογικό καθεστώς των ιατρών του Ε.Σ.Υ. και καθορίστηκε ειδικό μισθολόγιο με τη χρήση γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων συναφών προς το αντικείμενο των εν λόγω ρυθμίσεων.
Κατά την εισηγητική έκθεση του ν. 1397/1983 (σελ. 29) η θέσπιση ειδικού μισθολογίου και η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείρισή του από το νομοθέτη υπαγορεύθηκε από την ανάγκη να εξασφαλιστεί στο γιατρό του Ε.Σ.Υ. ένα εισόδημα που να τον απαλλάσσει από τις βιοποριστικές ανάγκες, ώστε να αφήνεται απερίσπαστος στην επιτέλεση του έργου του, ως κριτήρια δε για τη διαμόρφωση των συνολικών αποδοχών των γιατρών λήφθηκαν υπόψη:
α) οι ειδικότερες συνθήκες άσκησης του ιατρικού έργου, β) οι ιδιαίτερες ευθύνες που δημιουργεί στο γιατρό η άσκηση του λειτουργήματός του και η σημασία του έργου του για το κοινωνικό σύνολο και το συγκεκριμένο άτομο που του εμπιστεύεται την υγεία του ή την ίδια του τη ζωή, γ) η ανάγκη και υποχρέωση του γιατρού για διαρκή εκπαίδευση στην επιστήμη του, δ) η συνεχής ενημέρωση, συμπλήρωση και ανανέωση των γνώσεων του γιατρού πάνω στις εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης, αλλά και της ιατρικής τεχνολογίας και η ευθύνη του για την αξιοποίηση των επιτευγμάτων των εξελίξεων αυτών προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, ε) τα περισσότερα χρόνια σε σύγκριση με τις περισσότερες άλλες επιστήμες πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, στ) η πολύχρονη πανεπιστημιακή μετεκπαίδευση για ειδίκευση και λήψη τίτλου ειδικότητας, ζ) ο περισσότερος συγκριτικά με άλλους κλάδους δημόσιας διοίκησης χρόνος εργασίας, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του Νόμου, αλλά κύρια η υποχρέωση του γιατρού να εργάζεται και πέραν από το κανονικό ωράριο εργασίας του και η υποχρεωτική εφημερία ετοιμότητας, που αποτελεί ισχυρή δέσμευση της ιδιωτικής ζωής του γιατρού, η) οι πάγιες ανάγκες του γιατρού για την απόκτηση επιστημονικών συγγραμμάτων και περιοδικών, που είναι απαραίτητα για την ενημέρωσή του πάνω στη διεθνή και εσωτερική βιβλιογραφία που αφορά ιατρικά θέματα, θ) η δεοντολογική υποχρέωση του γιατρού να παρέχει τις υπηρεσίες του σε οποιονδήποτε έχει την ανάγκη του και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ι) η απαγόρευση του γιατρού να ασκεί οποιοδήποτε ιδιωτικό έργο και η αποκλειστική του απασχόληση στο εθνικό σύστημα, περιορισμός που δεν ισχύει για κανένα άλλο κλάδο.
Το ειδικό αυτό μισθολόγιο αποτελείται από το βασικό μισθό, κλιμακούμενο ανάλογα με το βαθμό και τα χρόνια υπηρεσίας, και από διάφορες αποζημιώσεις, επιδόματα και προσαυξήσεις. Το καθορισθέν για τους ως άνω λόγους ειδικό μισθολόγιο των γιατρών του Ε.Σ.Υ., όπως είχε νομοθετικά διαμορφωθεί στο τέλος του έτους 2009 και μέχρι τη δημοσίευση του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222/12.11.2012) υπέστη πολλαπλές μειώσεις επί των πάσης φύσεως επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών τους.
Ειδικότερα: α) Με το άρθρο 1 παρ. 2 και 3 του Κεφαλαίου Α με τίτλο "Μέτρα για τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και εισοδηματική πολιτική έτους 2010" του ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας-επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (Α 40/15.3.2010), οι διατάξεις του οποίου άρχισαν να ισχύουν από 1.1.2010, τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά υπό οιανδήποτε ονομασία, μεταξύ άλλων και των γιατρών του Ε.Σ.Υ, μειώθηκαν κατά 12%.
β) Με το άρθρο τρίτο με τίτλο "Μέτρα για τη μείωση των δημοσίων δαπανών" του ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (Α 65/6.5.2010) επιβλήθηκε περαιτέρω μείωση κατά 8% στις αποδοχές αυτές. γ) Με το άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3986/2011 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012- 2015" (Α 152/1.7.2011), ανεστάλησαν από 1.7.2011 και μέχρι τη θέσπιση νέου ενιαίου μισθολογίου οι διατάξεις της παραγράφου Α του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, που προβλέπουν το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των ιατρών του Ε.Σ.Υ., οι διατάξεις δε του ως άνω άρθρου του ν. 3986/2011 διατηρήθηκαν σε ισχύ με την παράγραφο 2 το άρθρου 27 του ν. 4024/2011 (Α 226), στην οποία, με το εδάφιο β της περίπτωσης 38 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 προστέθηκαν οι λέξεις "και μέχρι την τροποποίηση των διατάξεων του Β Μέρους του ν. 3205/2003 με τις οποίες επέρχονται μειώσεις στα ειδικά μισθολόγια".
δ) Με το άρθρο 55 παρ. 23 περ. δ του ν. 4002/2011 "Τροποποίηση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου -Ρυθμίσεις για την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική εξυγίανση κλπ" (Α 180/22.8.2011) μειώθηκε από 1.7.2011 περαιτέρω κατά ποσοστό 20% το προβλεπόμενο από την παρ. Α.3 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003 επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου, όπως είχε διαμορφωθεί και ε) Με το άρθρο 6 παρ. 9 του ν. 4052/2012 μειώθηκε από 1.1.2012 ο συντελεστής βάσει του οποίου υπολογίζεται το ωρομίσθιο των εφημεριών από 0,0059 σε 0,0052 επί του βασικού μισθού, ενώ με την ίδια διάταξη μειώθηκε από 1.1.2012 και το μηνιαίο ποσό που καταβάλλεται ως αποζημίωση εφημεριών στους διευθυντές που υπηρετούν σε Νοσοκομεία της Α Ζώνης από 55% σε 49% του εκάστοτε βασικού μισθού του διευθυντή Ε.Σ.Υ., στρογγυλοποιημένο στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ.
Ακολούθως, με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13-36 της υποπαραγράφου Γ.1. (με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ") της παραγράφου Γ. (με τίτλο "ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ") του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222 Α/12.11.2012) επήλθαν μειώσεις σε όλα τα χαρακτηρισθέντα από το νομοθέτη ως "ειδικά μισθολόγια", με βάση τα οποία αμείβονται διάφορες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων.
Ειδικότερα, με την περίπτωση 1 της ανωτέρω υποπαραγράφου (Γ1) ορίστηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη για λειτουργούς καταργούνται από 1-2-2013", ενώ με την περίπτωση 27 της ως άνω υποπαραγράφου αντικαταστάθηκαν από 1.8.2012 οι διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 1 του ν. 3205/2003 και επήλθαν περαιτέρω μειώσεις στις αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ., με τη μείωση του βασικού μισθού όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου γ (περ. 27.α), τη μείωση των προβλεπομένων στην παράγραφο Α περ. 3, 4, και 6 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003 επιδομάτων και αποζημιώσεων (επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου, πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης και επίδομα θέσεως ευθύνης, αντίστοιχα) (περίπτωση 27.β.
και 27.γ.), τη μείωση του συντελεστή βάσει του οποίου υπολογίζεται το ωρομίσθιο των εφημεριών, τη μείωση της προσαύξησης ενεργού εφημερίας που καταβάλλεται στους Διευθυντές του Ε.Σ.Υ. και τον καθορισμό προσαύξησης ενεργού εφημερίας 30 ευρώ αδιακρίτως για όλους τους βαθμούς της ιεραρχίας (περίπτ. 27.δ.), τη μείωση της αποζημίωσης εφημεριών που καταβάλλεται στους Συντονιστές Διευθυντές των Νοσοκομείων της Α' Ζώνης και στους Διευθυντές των πανεπιστημιακών κλινικών εργαστηρίων και μονάδων (περίπτ. 27.ε.) και, τέλος, την, συνεπεία των ανωτέρω ρυθμίσεων, μείωση της αμοιβής της μικτής εφημερίας (περ. 27.
στ.). Ειδικότερα, στην εν λόγω περίπτωση 27 ορίζονται τα εξής: "α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 43 του ν. 3205/2003, αντικαθίσταται από 1.8.2012 ως εξής: "1. Οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) ορίζονται στα παρακάτω ποσά: α. Συντονιστής Διευθυντής 1.665 € β.
Διευθυντής 1.580 € γ. Επιμελητής A 1.513 € δ. Επιμελητής Β' 1.321 € ε. Ειδικευόμενος 1.007 €. β. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής: "3. Νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου οριζόμενο κατά βαθμό, ως εξής: α. Συντονιστής Διευθυντής, Διευθυντής 238 € β.
Επιμελητής Α' 205 € γ. Επιμελητής Β' 174 € δ. Ειδικευόμενος 190 €. 4. Πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οριζόμενη κατά βαθμό, ως εξής: α. Συντονιστής Διευθυντής, Διευθυντής 225 € β. Επιμελητής Α' 195 € γ. Επιμελητής Β' 164 € δ. Ειδικευόμενος 123 € γ. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, αντικαθίσταται, από 1.8.2012, ως εξής: "6.
Επίδομα θέσης ευθύνης στους Συντονιστές Διευθυντές και σε όσους Διευθυντές ασκούν χρέη Συντονιστή, για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντα των βαθμών τους, οριζόμενο σε εκατόν πενήντα έξι (156) ευρώ ...". Από τα εκτεθέντα στις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13-37 της υποπαραγράφου Γ.1.
της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, οι οποίες θεσπίστηκαν από τη Βουλή των Ελλήνων κυριαρχικώς (ΟλΑΠ 3 και 4/2022, ΣτΕ Ολομ.2192/2014, Ε.Σ. Ολομ. 4327/2014, πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 668/2012, 1116/2014), ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η χώρα εξακολουθεί να έχει "συνεχή προβλήματα με τη φορολογική συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης την περαιτέρω μείωση των αποδοχών μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο υπαλλήλων και λειτουργών με βάση "ειδικά μισθολόγια" - οι πρώτες περικοπές των οποίων είχαν επιβληθεί με τους νόμους 3833 και 3845/2010, κατ' επίκληση, τότε, του κίνδυνου χρεωκοπίας της χώρας - ενόψει, προφανώς, του ότι το μέτρο αυτό, σε αντίθεση με την είσπραξη των φορολογικών εσόδων, μπορεί να εφαρμοστεί αμέσως και να έχει άμεσα αποτελέσματα, αφού με την ψήφιση του προβλέποντος τη μείωση νόμου καταβάλλονται αμέσως μειωμένες οι αποδοχές.
Εξάλλου, αν και καθένα από τα μισθολόγια αυτά αφορούσε διαφορετική κατηγορία λειτουργών ή υπαλλήλων, με διαφορετικά καθήκοντα και αποστολή, μεταξύ δε αυτών περιλαμβανόταν και το μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ., ο νομοθέτης αντιμετώπισε όλα αυτά τα μισθολόγια συλλήβδην ως ένα ενιαίο οικονομικό μέγεθος, το οποίο έπρεπε, ως σύνολο λαμβανόμενο, να μειωθεί κατά ποσοστό 10% στο πλαίσιο της προσπάθειας μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημοσίου χρέους.
Από τα δεδομένα αυτά, τα οποία επιβεβαιώνονται, άλλωστε, και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 4093/2012, συνάγεται, περαιτέρω, ότι ο νομοθέτης, χωρίς να λάβει υπόψη του τους λόγους, για τους οποίους είχε θεσπισθεί ιδιαίτερο μισθολόγιο για καθεμία από τις κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων, στους οποίους αφορούσαν τα ανωτέρω "ειδικά μισθολόγια" και χωρίς να εξετάσει αν οι αποδοχές των αμειβόμενων με τα ειδικά μισθολόγια παραμένουν, και μετά τις νέες μειώσεις, επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσής τους, προέβη σε μείωση των αποδοχών αυτών, αποδίδοντας σημασία, για τον καθορισμό του ύψους της μείωσης σε κάθε μισθολόγιο και σε κάθε βαθμό εντός του αυτού μισθολογίου, στο μαθηματικό ύψος των έως τότε χορηγούμενων αποδοχών και θέσπισε μεγαλύτερο ποσοστό μείωσης (άνω δηλαδή του 10% που εκλήφθηκε ως μέσος όρος για τις μειώσεις σε όλα τα ειδικά μισθολόγια) στα μισθολόγια εκείνα, στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν γενικώς μαθηματικώς υψηλότερο και μικρότερο σε εκείνα στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν μαθηματικώς μικρότερο, μέσα δε στο ίδιο μισθολόγιο μείωσε κατά μεγαλύτερο ποσοστό τις αποδοχές των κατεχόντων τους ανώτερους και ανώτατους βαθμούς λειτουργών και υπαλλήλων.
Με βάση αυτό το καθαρώς αριθμητικό κριτήριο ο νομοθέτης καθόρισε με τις ως άνω διατάξεις (δηλαδή την περίπτ. 27 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012) τις εκτεθείσες μειώσεις που επέφερε και στο μισθολόγιο των γιατρών του ΕΣΥ, στις οποίες, άλλωστε, πρέπει να συνυπολογιστεί και η αναστολή κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2011 μέχρι 1.8.2012 της χορήγησης των αυξήσεων του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, καθώς και η επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας, η οποία υπολογίζεται σε ποσοστό 2% επί των τακτικών αποδοχών και προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων (άρθρο 38 παρ. 2 του ν. 3986/2011) και τέλος, η κατάργηση, με την περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 των επιδομάτων εορτών και αδείας για όσους εξακολουθούσαν να τα λαμβάνουν.
Παράλληλα, όμως, οι γιατροί του Ε.Σ.Υ. υποβλήθηκαν και στο σύνολο των γενικής φύσης οικονομικών και φορολογικών μέτρων που λήφθηκαν για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας, τέτοια δε μέτρα ήταν, μεταξύ άλλων, η σταδιακή μείωση του αφορολόγητου ορίου, ο περιορισμός των κλιμακίων και η αύξηση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος (άρθρα 27 του ν. 3986/2011, 1 επ.
ν. 3842/2010, 38 του ν. 4024/2011 κ.α), η διαδοχική αύξηση των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας, η υπαγωγή στους αυξημένους συντελεστές αγαθών και υπηρεσιών που υπάγονταν σε κατώτερη κλίμακα και η αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης (άρθρα 12 επ. του ν. 3833/2010, 34 του ν. 3986/2011 κ.α) η εξίσωση του φόρου πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης (άρθρο 36 του ν. 3986/2011) και η σταδιακή αύξηση των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων και η επιβολή του ειδικού φόρου ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών (άρθρα 33 του ν. 3986/2011, 53 του ν. 4021/2011).
Κατά συνέπεια, ενόψει των εκτεθέντων στις προηγηθείσες σκέψεις, οι κρίσιμες διατάξεις της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν οι επίδικες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ. καθώς και οι διατάξεις της απόφασης οικ.2/83408/022/14.11.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με τις οποίες οι μειώσεις αυτές επιβλήθηκαν αναδρομικά από 1.8.2012, αντίκεινται στις συνταγματικές διατάξεις 4 παρ. 5, 21 παρ. 3 και 25 παρ. 4 και τις απορρέουσες από αυτές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη και καθίστανται ως εκ τούτου ανίσχυρες (ΟλΑΠ 4/2022, Σ.τ.Ε. 431/2018 Ολομ., Ελ.
Συν. 7412/2015 Ολομ.). Πρέπει, δε να σημειωθεί ότι οι κρίσιμες διατάξεις της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν οι επίδικες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ. ίσχυσαν μέχρι την 31.12.2016, διότι από την 1.1.2017 το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ.
ρυθμίζεται αποκλειστικά με τα άρθρα 136 έως 140, που έχουν ενταχθεί στο Μέρος ΣΤ - Κεφάλαιο Ε του Νόμου 4472/2017 "Συνταξιοδοτικές διατάξεις Δημοσίου και τροποποίηση διατάξεων του ν. 4387/2016, μέτρα εφαρμογής των δημοσιονομικών στόχων και μεταρρυθμίσεων, μέτρα κοινωνικής στήριξης και εργασιακές ρυθμίσεις, Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 74/19.5.2017), η ισχύς των οποίων αρχίζει από 1.1.2017, σύμφωνα με το άρθρο 162 του ίδιου νόμου (δηλαδή του ν. 4472/2017), πλην των διατάξεων του άρθρου 140 που φέρει τον τίτλο "Εφημερίες", οι οποίες, κατά την παράγραφο 4 αυτού, ισχύουν από την 1η Ιουνίου 2017.
Επομένως, οι εν ενεργεία γιατροί του Ε.Σ.Υ. δικαιούνται την διαφορά μεταξύ των αποδοχών, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί έως 31.7.2012 (δηλαδή μετά τις μειώσεις τους με τους νόμους 3833/2010, 3845//2010, 3896/2011, 4002/2011, και 4052/2012) και των έτι μειωμένων αποδοχών που καθορίσθηκαν με την περίπτωση 27 της υποπαραγράφου Γ.1, της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 μέχρι και 31.12.2016.
Επισημαίνεται ότι με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 4575/2018, όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 82 παρ. 1 του ν. 45892019 "Στους Ιατρούς του Ε.Σ.Υ., Ιατρούς Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., Επικουρικούς Ιατρούς και Ειδικευόμενους Ιατρούς και στο σύνολο των ιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Παπαγεωργίου και για όσο χρόνο αυτοί ήταν εν ενεργεία κατά το χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016 καταβάλλεται, πλην της αποζημίωσης εφημεριών, εφάπαξ χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών που θα δικαιούνταν να λάβουν με βάση τις ισχύουσες κατά την 31.7.2012 μισθολογικές διατάξεις, και των μηνιαίων αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν με βάση τις διατάξεις του ν. 4093/2012 (Α` 222).Το χρηματικό ποσό του προηγούμενου εδαφίου υπολογίζεται με αναφορά στο χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016".
Με το παραπάνω άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 4575/2018, δηλαδή, οι μηνιαίες αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ. αποκαταστάθηκαν για το παραπάνω χρονικό διάστημα (από 13.11.2014 έως και 31.12.2016) στα επίπεδα που καταβάλλονταν πριν τις μειώσεις που επήλθαν με το ν. 4093/2012 (ΟλΑΠ 4/2022).
Περαιτέρω, με το άρθρο 21 παρ.1 και 2, που φέρει τον τίτλο "Μισθοδοσία προσωπικού, οικονομική διαχείριση και μεταβίβαση κινητής και ακίνητης περιουσίας" του ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 38), ορίσθηκε ότι το πάσης φύσεως ιατρικό/οδοντιατρικό, νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 17 του παρόντος νόμου, σε θέσεις που συστήνονται για το σκοπό αυτόν, σε κάθε Διοικητική Υγειονομική Περιφέρεια (Δ.Υ.Πε.), σε εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013(Α' 288), μετά την έκδοση της αναφερόμενης κοινής υπουργικής απόφασης, ως ορίζεται στη διάταξη, μισθοδοτείται από τους Φορείς αυτούς και οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στους οικείους Κ.Α.Ε.
του ειδικού φορέα 210 του προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας. Για τη μισθοδοσία του προσωπικού αυτού έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 2592/1998 (Α' 57) και του π.δ. 412/1998 (Α' 288), όπως ισχύουν. Η εκκαθάριση των τακτικών αποδοχών του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της οικείας Δ.Υ.Πε..
Για τις πρόσθετες αμοιβές, εφημερίες, νυχτερινά και εξαιρέσιμα, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 4071/2012 (Α' 85) (παρ. 1). Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό της ανωτέρω παραγράφου 1, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., διατηρεί το σύνολο των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α' 288) και μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών αξιολόγησης και κατάταξης αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του παρόντος.
Μετά την ένταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ. λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις (παρ.2). Κατά συνέπεια, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης (κατόπιν αξιολόγησης) σε θέσεις κλάδου γιατρών/οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), των απασχολουμένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου γιατρών/οδοντιάτρων που είχαν ήδη μεταταχθεί/μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών, οι αποδοχές αυτών καθορίζονται από το ειδικό μισθολόγιο των γιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) που προβλέπει η ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία (ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2022).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 5/2022, Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο διέλαβε στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του τη νομική παραδοχή, ότι οι διατάξεις της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν οι επίδικες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και οι διατάξεις της απόφασης οικ. 2/83408/022/14-11-2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με τις οποίες οι μειώσεις αυτές επιβλήθηκαν αναδρομικά από 1-8-2012, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, καθώς και στις απορρέουσες από αυτά αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη και καθίστανται ως εκ τούτου ανίσχυρες.
Στη συνέχεια το Εφετείο στην ελάσσονα πρόταση αυτού δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι με βάση τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα οι 1η, 2ος, 3ος, 4η, 5η, 6ος, 7η, 8η, 9ος, 10η, 11ος, 12η, 13η, 14ος, 16η, 17ος, 18ος, 19η, 21η και 22ος ενάγοντες -εφεσίβλητοι και ήδη 1η έως και 20ος αναιρεσίβλητοι γιατροί/οδοντίατροι δικαιούνται για το επίδικο διάστημα από 1.1.2015 έως 31.5.2018 τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν (μεταξύ άλλων) από τον μη συνυπολογισμό των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 περίπτωση 27 εδ.
α, β, γ του Ν.4093/2012 μειώσεων, λόγω της κατά τα άνω αντισυνταγματικότητας των σχετικών ρυθμίσεων και επικύρωσε την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που είχε επιδικάσει τις άνω προκύπτουσες διαφορές στους ως άνω διαδίκους, απορρίπτοντας το σχετικό περί του αντιθέτου σκέλος του τρίτου λόγου έφεσης της εναγομένης- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ουδόλως παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ.1 περίπτωση 27 εδ. α, β και γ του ν. 4093/2012 και τις πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις και αρχές, αναφορικά με τις αποδοχές που δικαιούνται μόνον εκείνοι από τους ενάγοντες -αναιρεσίβλητους, οι οποίοι, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξής τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ., απασχολούντο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις οργανικές θέσεις της εναγομένης -αναιρεσείουσας 1ης Δ.Υ.Πε Αττικής, στις οποίες είχαν μεταταχθεί/μεταφερθεί κατά την χρονική περίοδο από 1.1.2015 μέχρι 31.12.2016, όπως, άλλωστε αποφάνθηκε και η με αριθμό 4/2022 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία έλυσε μόνο το νομικό ζήτημα περί της μη συνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ.1 περίπτωση 27 εδ.
α, β και γ του ν. 4093/2012, όσο η ως άνω διάταξη ήταν σε ισχύ, δηλαδή μέχρι την 31.12.2016, καθόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, τα άρθρα 15, 34 έως 44 και 46 έως 54 του ν. 3205/2003 "Μισθολογικά Δημοσίου, ΝΠΔΔ - ΟΤΑ- ΕΛΑΣ κλπ" όπως είχαν αντικατασταθεί με τις επίμαχες νομοθετικές ρυθμίσεις, καταργήθηκαν με το άρθρο 160 παρ. 1 του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74/19.5.2017), η ισχύς του οποίου αρχίζει από 1.1.2017 Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν. 4093/2012, οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του ΕΣΥ, και εν προκειμένω των είκοσι αναιρεσιβλήτων, οι οποίες επήλθαν με το νόμο αυτό αποκλειστικά με βάση το καθαρώς αριθμητικό κριτήριο, συνυπολογιζόμενες με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, τις προηγούμενες μειώσεις που, κατά τα ανωτέρω, επιβλήθηκαν διαδοχικά επί των πάσης φύσεως επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών τους (ν. 3833/2010 μείωση κατά 12% και ν. 3845/2010 περαιτέρω μείωση κατά 8%, ν. 4002/2011 μείωση κατά 20% του επιδόματος νοσοκομειακής απασχόλησης, ν. 4052/2012 μείωση του συντελεστή βάσει του οποίου υπολογίζεται το ωρομίσθιο των εφημέριων από 0,0059 σε 0,0052 επί του βασικού μισθού και μείωση του μηνιαίου ποσού που καταβάλλεται ως αποζημίωση εφημεριών στους Διευθυντές που υπηρετούν σε Νοσοκομεία της Α' Ζώνης από 55% σε 49% του εκάστοτε ισχύοντος βασικού μισθού του Διευθυντή Ε.Σ.Υ.), καθώς και με άλλες μειώσεις του εισοδήματος των γιατρών με παράπλευρα νομοθετήματα της περιόδου της κρίσης (επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθρο 29 του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας με το άρθρο 38 παρ. 2 περ.
α' του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς υπέρ του Τ.Π.Δ.Υ. με το άρθρο 38 παρ. 2 περ. β' του ν. 3986/2011 και αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), αντίκεινται προς τις ρυθμίσεις των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5, 21 παρ. 3, και 25 παρ. 4 και υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, το όριο που θέτουν οι απορρέουσες από αυτές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, καθώς και της επιταγής της κρατικής μέριμνας για την υγεία των πολιτών και την απορρέουσα από την επιταγή αυτή ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των ιατρών του Ε.Σ.Υ., δεδομένης άλλωστε και της χρονίζουσας αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της είσπραξης των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών που αποτέλεσαν έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ. (ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2022, Σ.Τ.Ε 431/2018, Ολομ.
Ελ. Συν. 7412/2015 Ολομ.). Άλλωστε, δεν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος προς δικαιολόγηση των επίμαχων περικοπών του ν. 4093/2012, καθ' όσον η ανάγκη της επίτευξης των στόχων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, η εκπλήρωση, δηλαδή, των προϋποθέσεων που τίθενται, υπό μορφή προαπαιτούμενων, για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, αν και δικαιολογούν καταρχήν τη λήψη μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, περιοριζόμενοι στην ανάγκη μείωσης του μισθολογικού κόστους του προσωπικού του Δημοσίου για την κάλυψη τμήματος του δημοσιονομικού κενού του προγράμματος προσαρμογής, το οποίο προέκυψε, κυρίως, λόγω της αποτυχίας είσπραξης των προβλεπόμενων φορολογικών εσόδων και των ανείσπρακτων οφειλών παρελθόντων ετών και της αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεων του προγράμματος προσαρμογής, δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικά ανεκτές τις συγκεκριμένες περικοπές.
Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι το δημόσιο συμφέρον, για την εξυπηρέτηση του οποίου επιβλήθηκαν οι νέες μειώσεις, δεν ήταν τόσο έντονο όσο εκείνο που δικαιολογούσε την υιοθέτηση των αρχικών μέτρων των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 που ελήφθησαν, κατά τις διαπιστώσεις του νομοθέτη, προ του κινδύνου άμεσης χρεωκοπίας και εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, οι επίμαχες περικοπές συνιστούν μέτρα που λαμβάνονται μεν για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβαρύνουν, όμως, και πάλι, κατά παράβαση της κατ' άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρέωσης όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, την ίδια κατηγορία πολιτών.
Επιπλέον, οι περικοπές αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, προϋπόθεση, η οποία αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγω περικοπών.
Επίσης, η συνταγματικότητα των μέτρων αυτών δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στη μεγαλύτερη της αναμενόμενης ύφεση της ελληνικής οικονομίας, η οποία κατέστησε μεν επιβεβλημένη τη λήψη νέων μέτρων, όχι όμως και αναγκαίως την εκ νέου περιστολή του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, ούτε στην αυξημένη αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων, η οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατ' επανάληψη επιβάρυνση των ίδιων προσώπων.
Τέλος, η 2012/211/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13.3.2012, με την οποία προβλέφθηκε "μείωση κατά 12% κατά μέσο όρο των ειδικών μισθών του δημόσιου τομέα για τους οποίους δεν ισχύει το νέο μισθολόγιο", δεν έχει την έννοια ότι απαλλάσσει τον εθνικό νομοθέτη, κατά την άσκηση της εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής στο πλαίσιο εκπλήρωσης των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας, από την τήρηση των προαναφερόμενων συνταγματικών διατάξεων και αρχών (ΟλΑΠ 4/2022, ΣτΕ. 4741/2014 Ολομ., 2192/2014, ΟλΕ.Σ. 4327/2014).
Επομένως, το δεύτερο σκέλος του με στοιχεία
ΙΙ.3 λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με το οποίο η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση της από τον αριθμό 1 (και όχι από τους αριθμούς αριθμών 8 και 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση, με το να κρίνει πως οι διατάξεις της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες μειώθηκαν οι αποδοχές των εν ενεργεία ιατρών του Ε.Σ.Υ και μάλιστα αναδρομικά από 1.8.2012, αντίκεινται προς τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ 5 και 25 παρ 4 και καθίστανται ως εκ τούτου ανίσχυρες, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον υπό στοιχεία
ΙΙ.6 λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση των αριθμών 19 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι εντός του μηνός Ιανουαρίου του 2019 και σε εκτέλεση της με αριθμό οικ./2/88420/ΔΕΠ/4.12.2018 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονομικών και Υγείας (ΦΕΚ Β 5435), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 4575/2018 (ΦΕΚ Α 192/14.11.2018), η οποία δημοσιεύθηκε μεταγενέστερα από την άσκηση της από 6.11.2018 (με αριθμό κατάθεσης 103362/7224/2018) έφεσής της, καταβλήθηκε σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους η επίδικη διαφορά αποδοχών, που αφορά μέρος του ένδικου χρονικού διαστήματος και ειδικότερα το διάστημα από το Μάιο του 2015 έως το Δεκέμβριο του 2016, με αποτέλεσμα, ενόψει της εξόφλησης αυτής, την οποία επισήμανε στο Εφετείο με τις κατατεθείσες προτάσεις της, έπρεπε κριθεί από το δικαστήριο της ουσίας ότι δεν οφείλονται οι αιτούμενες από τους αντιδίκους διαφορές αποδοχών κατά το μέρος που αφορούν τη χρονική περίοδο από τον Ιανουάριο του 2015 μέχρι το Δεκέμβριο του 2016. Ο λόγος αυτός, αληθώς από τον αριθμό 8 (και όχι από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλεται αόριστα, καθώς η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει τα ακριβή ποσά, τα οποία κατέβαλε σε κάθε αναιρεσίβλητο σε εκτέλεση της ως άνω Κ.Υ.Α. και την αιτία για την οποία τα κατέβαλε.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Τελείως διαφορετικό, άλλωστε, είναι το ζήτημα του συμψηφισμού (ορθότερο καταλογισμού) του κατά τα άνω ληφθέντος χρηματικού ποσού στις επιδικαζόμενες από το Εφετείο διαφορές σε εκείνους τους αναιρεσίβλητους, των οποίων οι επίδικες απαιτήσεις εμπίπτουν στη χρονική περίοδο που ρυθμίζεται με την ως άνω Κ.Υ.Α., περί του συμψηφισμού δε αυτού προνοεί και η διάταξη του άρθρου 3 της εν λόγω Κ.Υ.Α.
Τα άρθρα 43 και 44 του ν. 3205/2003 είναι ενταγμένα στο κεφάλαιο Γ του ως άνω νόμου, που φέρει τον τίτλο "Ιατροί Εθνικού Συστήματος Υγείας" και ίσχυσαν μέχρι την κατάργησή τους με το άρθρο 160 περ. α του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74), η ισχύς του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 162 αυτού, αρχίζει από 1.1.2017. Τα άρθρα 29 και 30 του ίδιου νόμου (δηλαδή του ν. 3205/2003), τα οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 159 του ν. 4472/2017, είναι ενταγμένα στο κεφάλαιο Α του νόμου 3205/2003 με τον τίτλο "Ειδικό Μισθολόγιο Δικαστικών Λειτουργών".
Στο άρθρο 43 του ν. 3205/2003, που φέρει τον τίτλο "Βασικός Μισθός", όπως αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του ν. 3336/2005 (ΦΕΚ Α 96), στη συνέχεια και διαδοχικά με το άρθρο 11 του ν. 3453/2006 (ΦΕΚ Α 74), με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. ιδ του ν. 3554/2007 (ΦΕΚ Α 80), με το άρθρο 6 του ν. 3754/2009 (ΦΕΚ Α 43) και τελικά με το άρθρο 55 παρ. 2 του ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α 31/2.3.2011) και πριν από την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού με την ανίσχυρη λόγω αντισυνταγματικότητας περίπτωση 27.α της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222) , ορίζονται τα εξής: "1.
Οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) ορίζονται από 1ης Ιανουαρίου 2011 στα παρακάτω ποσά: α. Συντονιστής Διευθυντής : 2.055 ευρώ, β. Διευθυντής : 2.054 ευρώ, γ. Επιμελητής Α. 1.759 ευρώ. δ. Επιμελητής Β : 1.468 ευρώ, ε. Ειδικευόμενος : 1.027 ευρώ. 2.
Στο ιατρικό προσωπικό του κλάδου ΕΣΥ περιλαμβάνονται και οι οδοντίατροι, καθώς και οι ιατροί που ανήκουν στο Νοσοκομείο "Παπαγεωργίου" της Θεσσαλονίκης και στις κλινικές, τμήματα, εργαστήρια και μονάδες αυτού". Περαιτέρω, στη παράγραφο Α. 1 του άρθρου 44 του ίδιου νόμου (δηλαδή του ν. 3205/2003), που φέρει τον τίτλο "Επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις" ορίζονται τα εξής: " Α.
Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα: 1. Χρόνου υπηρεσίες, με ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου Α.1 του άρθρου 30 του νόμου αυτού. Ως υπηρεσία για τη χορήγηση του επιδόματος αυτού λαμβάνεται υπόψη εκείνη που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 15 του παρόντος νόμου, υπολογιζόμενου και του χρόνου απόκτησης ειδικότητας".
Εξάλλου, στην παράγραφο Α. 1 του, (ενταγμένου στο κεφάλαιο Α "Ειδικό Μισθολόγιο Δικαστικών Λειτουργών"), άρθρου 30 του ν. 3205/2003, που, επίσης, φέρει τον τίτλο "επιδόματα, παροχές, αποζημιώσεις" ορίζονται τα ακόλουθα: "Α. Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα: 1.
Χρόνου υπηρεσίας, οριζόμενο σε ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους υπηρεσίας, προσαυξανόμενο στη συνέχεια ανά διετία από τη χορήγηση του ποσοστού αυτού και μέχρι δεκατέσσερις (14) διετίες κατά τέσσερις (4) ποσοστιαίες μονάδες και μέχρι συνολικού ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%). Το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο δικαστικός λειτουργός".
Τέλος, στην παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 3205/2003 καθορίζονται ανά βαθμό οι βασικοί μισθοί όλων των δικαστικών λειτουργών με βάση τους εκεί αναγραφόμενους συντελεστές, οι οποίοι πολλαπλασιάζονται με το βασικό μισθό του Πρωτοδίκη, ο οποίος έχει διαμορφωθεί στο ποσό των 2.067 ευρώ μηνιαίως σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 29, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 86 παρ. 6 του ν. 4307/2014 (ΦΕΚ Α 246).
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 43 και 44 παρ. Α περ. 1, 29 παρ. 2 και 30 παρ. Α περ.1 του ν. 3205/2003, όπως ίσχυαν κατά την επίδικη περίοδο (δηλαδή μέχρι και την 30.12.2016) συνάγεται εναργώς ότι: Το άρθρο 43 παρ. 1 του ν. 3205/2003, (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 55 του ν. 3918/2011), ορίζει τους από 1.1.2011 καταβαλλόμενους μηνιαίους βασικούς μισθούς όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των γιατρών του Ε.Σ.Υ και το άρθρο 44 παράγραφος Α.1 του ίδιου νόμου προβλέπει ότι, επιπλέον του ως άνω βασικού μισθού των γιατρών, παρέχεται και επίδομα χρόνου υπηρεσίας, για τον καθορισμό του οποίου παραπέμπει σε ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου Α. 1 του άρθρου 30 του νόμου αυτού.
Η κατά τα άνω ανάλογη εφαρμογή αναφέρεται στο επί μέρους και στο συνολικό ποσοστό (4% και 60%) του χρονοεπιδόματος, καθώς και στον απαιτούμενο χρόνο που πρέπει να συμπληρωθεί για τη χορήγηση του χρονοεπιδόματος και όχι προφανώς στη βάση υπολογισμού του, ήτοι στο ποσό επί του οποίου εκάστοτε υπολογίζεται.
Επομένως, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις :α) το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των γιατρών του Ε.Σ.Υ. ορίζεται σε ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους υπηρεσίας (της υπηρεσίας καθοριζόμενης σύμφωνα με το εδάφιο β της παρ. 1 του άρθρου 44), προσαυξανόμενο στη συνέχεια ανά διετία από τη χορήγηση του ποσοστού αυτού και μέχρι δεκατέσσερις (14) διετίες κατά τέσσερις (4) ποσοστιαίες μονάδες και μέχρι συνολικού ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%) και β) το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο γιατρός, αναλόγως, δηλαδή, του βαθμού του.
Αντιθέτως, από τις ως άνω διατάξεις δεν προκύπτει ότι το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των γιατρών υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο δικαστικός λειτουργός και μάλιστα στο βασικό μισθό του πρωτοδίκη, καθόσον, εάν οριζόταν το τελευταίο, στην παράγραφο Α.1 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, (που, όπως ήδη αναφέρθηκε είναι ενταγμένο στο Κεφάλαιο Γ του νόμου αυτού που φέρει τον τίτλο "Ιατροί Εθνικού Συστήματος Υγείας"), δεν θα αναγραφόταν η φράση "με ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου Α.1 του άρθρου 30 του νόμου αυτού", αλλά ρητώς και ευθέως θα οριζόταν "κατ' εφαρμογή της παραγράφου Α.1.
του άρθρου 30 του ν. 3205/2003". Η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή ενισχύεται και από το ότι στο άρθρο 43 του ν. 3205/2003, υπό την αρχική του διατύπωση, καθορίζονταν ανά βαθμό οι βασικοί μισθοί των ιατρών με βάση τους εκεί αναγραφόμενους συντελεστές, οι οποίοι πολλαπλασιάζονταν με τον μηνιαίο βασικό μισθό του Επιμελητή Β, που οριζόταν σε συγκεκριμένο ύψος (1.042 ευρώ) και συνεπώς ο αρχικός νομοθέτης είχε ρυθμίσει με αντίστοιχο τρόπο τους βασικούς μισθούς των ιατρών με εκείνο των δικαστικών λειτουργών.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του τη νομική παραδοχή ότι το άρθρο 44 του ν. 3205/2003 ορίζει ότι, πέρα από το βασικό μισθό, παρέχεται στους γιατρούς του Ε.Σ.Υ. κατά μήνα το επίδομα χρόνου υπηρεσίας με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 30 του ν. 3205/2003, σύμφωνα με το οποίο το επίδομα αυτό ορίζεται σε ποσοστό 4% με τη συμπλήρωση ενός έτους υπηρεσίας, προσαυξανόμενο ανά διετία με τη χορήγηση του ποσοστού και μέχρι δεκατέσσερις (14) διετίες κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες και μέχρι του συνολικού ποσού 60% και ότι το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο δικαστικός λειτουργός και ότι σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 3205/2003, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.
β της παρ. 1 του άρθρου 181 του ν. 4270/2014 και όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 86 παρ. 6 του ν. 4307/2014 (ΦΕΚ Α 146/15.11.2014) για το βασικό μισθό του δικαστικού λειτουργού λαμβάνεται υπόψη ο βασικός μισθός του πρωτοδίκη, που ορίσθηκε σε 2.067 ευρώ (βλ. 1η σελίδα του 17ου φύλλου της 3086/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών).
Στη συνέχεια το Εφετείο στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι το επίδομα χρόνου υπηρεσίας που δικαιούνται οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι πρέπει να υπολογίζεται από την εναγομένη - αναιρεσείουσα στο βασικό μισθό του πρωτοδίκη (ύψους 2.067 ευρώ) και όχι στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο ιατρός (βλ.
πίσω σελίδα του 20ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης) και επικύρωσε την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε υπολογίσει το ποσοστό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας των 1ης, 2ου, 3ου, 4ης, 5ης, 6ου, 7ης, 8ης, 9ου, 10ης, 11ου, 12ης, 13ης, 14ου, 16ης , 17ου, 18ου, 19ης, 21ης και 22ου εναγόντων -εφεσίβλητων και ήδη 1ης έως 20ου αναιρεσίβλητων γιατρών/οδοντιάτρων στο βασικό μισθό του πρωτοδίκη (δηλαδή στο ποσό των 2.067 ευρώ).
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 43, 44 παρ. Α.1, 29 παρ. 1 και 2 και 30 παρ. Α.1 του νόμου 3205/2005, όπως είχαν αντικατασταθεί με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη και ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με την ανίσχυρη λόγω αντισυνταγματικότητας διάταξη του άρθρου πρώτου της παραγράφου Γ της υποπαραγράφου Γ1 περίπτωση 27 εδαφ.
α, β, γ του ν. 4093/2012 και πριν τα άρθρα 43 και 44 του ως άνω νόμου (δηλ. του ν. 3205/2003) καταργηθούν με το άρθρο 160 περ. α του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74), η ισχύς του οποίου, κατά το άρθρο 162 αυτού, αρχίζει από 1.1.2017. Και τούτο διότι, προέβη σε εσφαλμένη και ερμηνεία των ως άνω διατάξεων, από το συνδυασμό των οποίων εναργώς συνάγεται ότι κατά τη χρονική περίοδο ισχύος τους το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των γιατρών του ΕΣΥ και εν προκειμένω των είκοσι αναιρεσίβλητων γιατρών/οδοντιάτρων, υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο γιατρός αναλόγως δηλαδή του βαθμού του [άρθρο 43 του ν. 3205/2003 όπως είχε αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 55 του ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α 31/2.3.2011)] .
Επομένως, ο υπό στοιχεία
ΙΙ.4 λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 (και όχι και από τον αριθμό 19, όπως αναγράφεται σε αυτόν τον λόγο αναίρεσης) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Στο με τίτλο "Πεδίο εφαρμογής" άρθρο 123 παρ. 4 του ν. 4472/2017 "Συνταξιοδοτικές διατάξεις Δημοσίου και τροποποίηση διατάξεων του ν. 4387/2016, μέτρα εφαρμογής των δημοσιονομικών στόχων και μεταρρυθμίσεων, μέτρα κοινωνικής στήριξης και εργασιακές ρυθμίσεις, Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 74/19.5.2017), που είναι ενταγμένο στο Μέρος ΣΤ - Κεφάλαιο Α, ορίζεται ότι "Στις διατάξεις του παρόντος Μέρους υπάγονται: 1..., 2. ..., 3. .... 4.
Οι ιατροί και οδοντίατροι του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), οι ιατροί και οδοντίατροι Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., οι έμμισθοι ειδικευόμενοι ιατροί, οι επικουρικοί ιατροί, οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί και οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου, καθώς και ιατροί Γενικής Ιατρικής και Βιοπαθολογίας που υπηρετούν στη Διεύθυνση Κ.Ε.Δ.Υ.
του Υπουργείου Υγείας ή στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών". Ακολούθως στο Κεφάλαιο Ε του Μέρους ΣΤ του ως άνω νόμου (δηλαδή του ν. 4472/2017), που φέρει τον τίτλο "Ιατροί και οδοντίατροι του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), ιατροί και οδοντίατροι Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., έμμισθοι ειδικευόμενοι ιατροί, επικουρικοί ιατροί, μόνιμοι αγροτικοί ιατροί και ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου, ιατροί Γενικής Ιατρικής και Βιοπαθολογίας που υπηρετούν στη Διεύθυνση Κ.Ε.Δ.Υ.
του Υπουργείου Υγείας ή στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών και ιατροδικαστές του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων" περιλαμβάνονται τα άρθρα 136, 137, 138, 139 και 140, με τα οποία ρυθμίζονται κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο η μισθολογική κατάταξη (άρθρο 136), ο χρόνος και τρόπος μισθολογικής εξέλιξης (άρθρο 137), ο βασικός μισθός και η διαμόρφωση αυτού από το μισθολογικό κλιμάκιο Μ.1 μέχρι το μισθολογικό κλιμάκιο Μ.16 (άρθρο 138), τα επιδόματα που παρέχονται κατά μήνα πέρα από το βασικό μισθό (άρθρο 139) και το ωρομίσθιο των εφημεριών ανά βαθμό ή βαθμίδα (άρθρο 140) των γιατρών και οδοντιάτρων που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω Κεφαλαίου Ε του ΣΤ Μέρους του ν. 4472/2017, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι γιατροί και οδοντίατροι που υπηρετούν στις Διευθύνσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε), όπως οι αναιρεσίβλητοι.
Περαιτέρω, στο άρθρο 159 περ. α που είναι ενταγμένο στο ίδιο Κεφάλαιο του ΣΤ Μέρους του ν. 4472/2017 ορίζεται ότι εξακολουθούν να ισχύουν, οι αφορώσες τους γιατρούς/ οδοντιάτρους του Ε.Σ.Υ. διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 3205/2003, με τον τίτλο "εφημερίες" όπως είχε τροποποιηθεί και ισχύει, εκτός του τρίτου εδαφίου της περίπτωσης δ και της περίπτωσης ε της παραγράφου 4 που αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις του άρθρου 137 του ν. 4472/2017 και στο άρθρο 160 περ.
α του ίδιου νόμου ορίζεται ότι από την έναρξη ισχύος των διατάξεών του καταργούνται, μεταξύ των άλλων οι ενδιαφέρουσες εν προκειμένω διατάξεις των άρθρων 15 και 34 έως 44 του ν. 3205/2003, όπως είχαν τροποποιηθεί και ίσχυαν. Τέλος, με το άρθρο 162 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του Μέρους αυτού (δηλαδή του Μέρους ΣΤ) αρχίζει από 1.1.2017, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις.
Από τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 123 παρ. 4, 136 έως και 140, 159 περ. α, 160 περ. α και 162 του ν. 4472/2017 συνάγεται εναργώς ότι με αυτές θεσπίσθηκε νέο μισθολόγιο για τις καθοριζόμενες στο Κεφάλαιο Ε του Μέρους ΣΤ κατηγορίες γιατρών, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι γιατροί και οδοντίατροι που υπηρετούν στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε).
Το μισθολόγιο αυτό ισχύει από 1.1.2017 και ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις ως άνω διατάξεις του ν. 4472/2017, ο οποίος ρητά κατήργησε το μέχρι τις 31.12.2016 ισχύον νομικό πλαίσιο που ρύθμιζε μισθολογικό καθεστώς των γιατρών του Ε.Σ.Υ. Συγκεκριμένα, από την 1.1.2017 έπαυσε η ισχύς των διατάξεων των άρθρων 43 (βασικός μισθός ιατρών του Ε.Σ.Υ.) και 44 (επιδόματα, παροχές, αποζημιώσεις), καθώς και του τρίτου εδαφίου των περιπτώσεων δ και ε της παραγράφου 4 του άρθρου 45 (εφημερίες) του ν. 3205/2003, όπως είχαν αντικατασταθεί και ίσχυαν μέχρι τις 31.12.2016.
Συνακόλουθα, από 1.1.2017 έπαυσε να ισχύει και [η αντιβαίνουσα στα άρθρα 4 παρ. 5, 21 παρ. 3 και 25 παρ.1 και 4 του Συντάγματος] περίπτωση 27 εδαφ. α, β και γ της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η οποία, αντικαθιστώντας τα άρθρα 43 παρ. 1, 44 παρ. 3, 4 και 6 του ν. 3205/2003 επέφερε περαιτέρω μειώσεις στο εν γένει μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ., δηλαδή και στο μισθολόγιο των εναγόντων-αναιρεσίβλητων.
Επομένως, για το χρονικό διάστημα από την 1.1.2017 και εφεξής οι γιατροί/οδοντίατροι που έχουν ενταχθεί στις Δ.Υ.Πε και απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, (όπως οι αναιρεσίβλητοι) δεν δικαιούνται τις διαφορές μεταξύ των αποδοχών που θα είχαν χωρίς την εφαρμογή της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και των μικρότερων αποδοχών που έλαβαν κατ' εφαρμογή της ως άνω διάταξης του ν. 4093/2012.
Αντίθετα από 1.1.2017 και εφεξής δικαιούνται τις εν γένει αποδοχές που ορίζονται στο ν. 4472/2017. Πρέπει, δε και πάλι να σημειωθεί ότι οι με αριθμούς 3 και 4/2022 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου αποφάνθηκαν ότι η ως άνω περίπτωση 27 εδαφ. α, β και γ της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, ως αντιβαίνουσα στις συνταγματικές διατάξεις δεν εφαρμόζεται επί του μισθολογίου των διαδίκων που εμπίπτουν στην περίπτωση αυτή, δηλαδή των διαδίκων που ήσαν γιατροί/οδοντίατροι των Δ.Υ.Πε εφόσον οι τελευταίοι αμείβονταν κατά τους ορισμούς της τη χρονική περίοδο που η ως άνω διάταξη ήταν σε ισχύ (ήτοι από την 1.8.2012 μέχρι και τις 31.12.2016) .
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι οι 1η, 2ος, 3ος, 4η, 5η, 6ος, 7η, 8η, 9ος, 10η, 11ος, 12η, 13η, 14ος, 16η , 17ος, 18ος, 19η, 21η και 22ος ενάγοντες - εφεσίβλητοι και ήδη 1η έως και 20ος αναιρεσίβλητοι γιατροί/οδοντίατροι, που εντάχθηκαν στην εναγομένη - εκκαλούσα - αναιρεσείουσα με τη με αριθμό 40697/2014 απόφαση του Διοικητή της (ΦΕΚ Β 3418/19.12.2014) δικαιούνται το μισθό που προέβλεπε ο ν. 3205/2003 χωρίς τις περικοπές που επιβλήθηκαν με την αντιβαίνουσα το Σύνταγμα ως άνω περίπτωση 27 εδαφ.
α, β και γ της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και για τη χρονική περίοδο από την 1.1.2017 μέχρι και τις 31.5.2018 (βλ. την πίσω σελίδα του 20ου φύλλου της), όπως είχαν ισχυρισθεί και ζητήσει οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι με την από 1.11.2017 (με αριθμό κατάθεσης 591262/2651/2017) αγωγή τους. Έτσι, απέρριψε την από 6.11.2018 (με αριθμό κατάθεσης 103362/7224/2018) έφεση της εναγομένης -εκκαλούσας - αναιρεσείουσας και επικύρωσε τη με αριθμό 1728/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως και είχε αναγνωρίζει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε καθένα από τους ως άνω ενάγοντες τα σε αυτή αναγραφόμενα ποσά, στα οποία είχε συμπεριλάβει και διαφορές αποδοχών και για τη χρονική περίοδο από 1.1.2017 μέχρι 31.5.2018.
Με την κρίση του, όμως, αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 123 παρ. 4, 136, 137, 138, 139, 140, 159 περ. α, 160 περ. α και 162 του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74), διότι δεν τις εφάρμοσε, αν και κατά τα εκτιθέμενα στην από 1.11.2017 (με αριθμό κατάθεσης 591262/2651/2017) αγωγή, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Τούτο διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, τα άρθρα 43 και 44 και εν μέρει το άρθρο 45 του ν. 3205/2007, όπως αυτά ίσχυσαν μέχρι τις 31.12.2016, καταργήθηκαν με τα άρθρα 160 περ. α και 159 περ. α του ως άνω νόμου 4472/2017 και από την 1.1.2017 ισχύουν πλέον οι διατάξεις των άρθρων 136, 137, 138, 139, 140 και 159 περ. α του τελευταίου νόμου, που καθορίζουν το (νέο) μισθολόγιο και των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι, ως γιατροί/οδοντίατροι υπηρετούντες στην αναιρεσείουσα 1η Δ.Υ.Πε Αττικής, υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους.
Κατά συνέπεια, ο με στοιχεία
ΙΙ.5 λόγος αναίρεσης, που διαλαμβάνεται και στην επισημείωση του υπό στοιχείο
ΙΙ.3 λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 1 (και όχι από τον αριθμό 19) του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί οι διατάξεις της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες περικόπηκαν οι αποδοχές των εναγόντων-αναιρεσίβλητων, ισχύουν και για τη χρονική περίοδο από την 1.1.2017 μέχρι τις 31.5.2018, παραβίασε το νόμο, καθώς δεν εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις του ν. 4472/2017, που ορίζουν το νέο μισθολόγιο των αναιρεσίβλητων, είναι βάσιμος και, ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά παραδοχή, λοιπόν, των με στοιχεία
ΙΙ.4 και
ΙΙ.5 λόγων αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα τόσο ως προς το κεφάλαιό της, με το οποίο δέχθηκε ότι το κατά μήνα παρεχόμενο επίδομα χρόνου υπηρεσίας των 1ης, 2ου, 3ου, 4ης, 5ης, 6ου, 7ης, 8ης, 9ου, 10ης, 11ου, 12ης, 13ης, 14ου, 16ης, 17ου, 18ου, 19ης, 21ης και 22ου εναγόντων - εφεσίβλητων και ήδη 1ης έως 20ου αναιρεσίβλητων γιατρών/οδοντιάτρων υπολογίζεται στο βασικό μισθό του πρωτοδίκη, ύψους 2.067 ευρώ, ενώ, σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 44 παρ.
Α.1 του ν. 3205/2003 όπως ίσχυαν, το ως άνω επίδομα υπολογίζεται στο βασικό μισθό του ιατρού, αναλόγως δηλαδή του βαθμού του, όσο και ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης- αναιρεσείουσας να καταβάλει στους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους μισθολογικές διαφορές και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2017 έως 31.5.2018.
Κατόπιν αυτού πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση μόνον ως προς τα ως άνω αναιρεθέντα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 εδαφ. β του ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται κατά ένα μέρος την από 5.5.2021 και με αριθμό κατάθεσης 2760/361/2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3086/6.5.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί τη με αριθμό 3086/6.5.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια της, και συγκεκριμένα ως προς: α) το κεφάλαιό της, με το οποίο δέχθηκε ότι το κατά μήνα παρεχόμενο επίδομα χρόνου υπηρεσίας των 1ης, 2ου, 3ου, 4ης, 5ης, 6ου, 7ης, 8ης, 9ου, 10ης, 11ου, 12ης, 13ης, 14ου, 16ης, 17ου, 18ου, 19ης, 21ης και 22ου εναγόντων - εφεσίβλητων και ήδη 1ης έως 20ου αναιρεσίβλητων γιατρών/οδοντιάτρων υπολογίζεται στο βασικό μισθό του πρωτοδίκη ύψους 2.067 ευρώ μηνιαίως, αντί του νομικά ορθού ότι υπολογίζεται στο βασικό μισθό του ιατρού, αναλόγως δηλαδή του βαθμού του και β) το κεφάλαιό της με το οποίο αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης- αναιρεσείουσας να καταβάλει στους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους τις αιτούμενες με την από 1.11.2017 και με αριθμό κατάθεσης 591262/2651/2017 αγωγή τους μισθολογικές διαφορές, που αφορούν στη χρονική περίοδο από 1.1.2017 μέχρι 31.5.2018.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τα άνω αναιρεθέντα κεφάλαιά της στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ