Supreme Court dismisses appeal as facts in appeal petition must be fully stated to review substantive law application.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's judgment regarding a loan contract dispute. The appellant argued the penalty clause was disproportionately high, but the Court held that the appeal petition failed to sufficiently detail the factual circumstances accepted by the lower court. Consequently, the Court could not verify if the application of Article 409 of the Civil Code was legally correct based on the provided facts.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 118(2), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; The appeal petition must fully and clearly state the factual circumstances accepted by the court of first instance as the basis for its decision, not merely the appellant's interpretation of the law or the reasoning, to allow for a valid review of the substantive law application.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 892 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 892/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπακωνσταντίνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Ρ. του Χ., κατοίκου ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελένη Βαλμαντώνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/3/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 69/2016 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/10/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1 και 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).
Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.
Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ. ΑΠ 27/1998 ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1432/2004, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί, που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1654/2007).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 714/1973, ΑΠ 255/2018, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 432/2016, ΑΠ 151/2015, ΑΠ 17/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο για τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, συντελεσθείσες με την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 200, 207, 288, 404, 405 παρ. 1, 330, 340 και 342 ΑΚ, συνισταμένη, αφενός, στην εσφαλμένη υπαγωγή, σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχθηκε και, αφετέρου σε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης, με βάση τις οποίες αυτό (Εφετείο) δεν δέχθηκε ότι η αρχική συμφωνία (από 11-04-2006), που είχε καταρτίσει με την αντίδικό του είχε τροποποιηθεί και καταργηθεί με νεώτερες συμφωνίες παρατάσεως του χρόνου παραδόσεως του ενδίκου έργου, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί, εντεύθεν, στην παραδοχή της εναντίον του αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, περί καταβολής αποζημιωτικής ρήτρας, αντί να συμπεράνει τα αντίθετα και να την απορρίψει (αγωγή).
Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, κρίνεται απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις, πλην της παράθεσης, σ' αυτό, περιορισμένων και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, παραπομπών, κατά τα λοιπά, σε ορισμένα φύλλα της και του κατά την εκδοχή του (αναιρεσείοντος) πραγματικού της μέρους.
Ανεξαρτήτως, όμως, της αοριστίας του, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι τα περιστατικά, τα οποία διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή του, δεν αποτελούν ζητήματα, αλλά αξιολόγηση των αποδείξεων, εκ μέρους του αναιρεσείοντος και επιχειρήματά του, ώστε με το πρόσχημα των επικαλουμένων πλημμελειών, να πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα.
II. Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, από τους αριθμούς 8 και 19, εκτιμώμενο ως, μόνο, από τον αριθμό 8, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα, στις σελίδες 12-13 της έφεσής του και στις σελίδες 4-5 της από 15-04-2013 προσθήκης - αντίκρουσής του, ισχυρισμό του, περί παρατάσεως της 12μηνης προθεσμίας παράδοσης, εκ μέρους του, στην ήδη αναιρεσίβλητη, του ενδίκου έργου δια, σιωπηρής, καταργήσεως του σχετικού όρου της αρχικής τους σύμβασης, με συνέπεια να οδηγηθεί στην παραδοχή της εναντίον του ένδικης αγωγής.
Και αυτός ο λόγος είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν παραθέτει στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο ισχυρισμό του, όπως τον προέβαλε, με σχετικό λόγο έφεσης, στο Εφετείο (δεδομένου ότι δεν μπορούσε να τον προτείνει σε προηγούμενο δικονομικό στάδιο, λόγω της ερημοδικίας του, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), αλλά παραπέμπει, ως προς το περιεχόμενό του, στις προαναφερθείσες σελίδες του εφετηρίου και της προσθήκης - αντίκρουσής του, ώστε να μη μπορεί να κριθεί από αυτό (αναιρετήριο) αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, εφόσον το δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση, εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, δεν αναφέρει, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, τις κρίσιμες σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, αφού, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον εν λόγω ισχυρισμό και τον απέρριψε, με το να δεχθεί τα αντίθετα και ειδικότερα ότι δεν αποδείχθηκε η σύναψη, μεταξύ των διαδίκων, νέας συμφωνίας, περί καταργήσεως της ένδικης, από 11-04-2006 και, παρατάσεως της προβλεπόμενης, από αυτή 12μηνης προθεσμίας παράδοσης του ενδίκου έργου.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 777/10). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιόν από τους, περιοριστικά, στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.
Για να είναι δε, ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ.17 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως εξαιτίας της υπάρξεως στην ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικών διατάξεων, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η ίδια η απόφαση, αυτή περιέχει αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται, με ακρίβεια, η αντίφαση των διατάξεων αυτών, αντίφαση η οποία πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δη στο ίδιο διαδικαστικό έγγραφο της αποφάσεως αυτής, και όχι στο αιτιολογικό της (ΑΠ 77/2009, ΑΠ 553/2008, ΑΠ 2059/2007, ΑΠ 759/2005, ΑΠ 169/2001, ΑΠ 1376/2000).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, από τους αριθμούς 1, 8, 9, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο ότι με την αναιρεσιβαλλομένη αναβιώνει, εξ ιδίας πρωτοβουλίας και αυθαιρέτως, την πρόβλεψη της αρχικής συμφωνίας του με την ήδη αναιρεσίβλητη, περί δωδεκάμηνης προθεσμίας παράδοσης του έργου, ήτοι μέχρι τις 30-04-2007 και αντί να απορρίψει την ένδικη αγωγή, με το σκεπτικό ότι αυτή (προθεσμία) δεν ισχύει, λόγω της ανυπαίτιας, εκ μέρους του, καθυστέρησης στην έναρξη των εργασιών του, δέχεται ότι της οφείλει ποινική ρήτρα με βάση την προθεσμία αυτή.
Ο παρών λόγος, ως προς όλες τις αιτιάσεις του, είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι, υπό το πρόσχημα της επίκλησης αυτών, με τα όσα διαλαμβάνονται, στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή τους, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα. Επιπροσθέτως, ο ίδιος λόγος, είναι απαράδεκτος:
α) ως προς τις αιτιάσεις του από τους αριθμούς 1 και 19, διότι δεν αναφέρονται, στο αναιρετήριο, οι φερόμενες ως παραβιασθείσες, ευθέως και εκ πλαγίου, ουσιαστικές διατάξεις, αλλά ούτε και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι εν λόγω παραβάσεις.
Και, β) ως προς την από τον αριθμό 17 αιτίασή του, γιατί δεν αναφέρεται ότι η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, αλλ' ούτε προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφαση τέτοιων διατάξεων, εντοπιζόμενη στο διατακτικό και όχι στο αιτιολογικό αυτής (αναιρεσιβαλλομένης).
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ: "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή". Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 405 του ίδιου κώδικα: "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημία". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ: "Αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για τη μόρφωση της δικαστικής του κρίσεως, σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του "μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά, που σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν και ιδίως το μέγεθος της ποινής, σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή, που επλήγησαν από την αθέτηση της συμβάσεως, την έκταση της συμβατικής παραβάσεως του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για την ορθή υπαγωγή στα ανωτέρω κριτήρια του άρθρου 409 Α.Κ. των περιστατικών, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, δεν ελέγχεται όμως ο προσδιορισμός του ποσού, κατά το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα, ούτε και για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (ΑΠ 1439/2012).
Επομένως, ο τέταρτος και τελευταίος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, προσδιόρισε την εις βάρος του ποινική ρήτρα στο ποσό των 850 ευρώ, για κάθε μήνα καθυστέρησης, ορίζοντας τους μήνες αυτούς σε 18, που, κατά την άποψή του, είναι υπερβολικά μεγάλο και, σε κάθε περίπτωση, δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει τα 200 ευρώ, ανά μήνα καθυστέρησης, είναι απαράδεκτος, αφού οι αιτιάσεις αυτές δεν οδηγούν, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, στην ίδρυση του επικαλουμένου αναιρετικού λόγου, αλλά πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της ποινικής ρήτρας, που τον υποχρέωσε να καταβάλει, στην ήδη αναιρεσίβλητη.
V. Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμό 69/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή με τις, εμπρόθεσμες, προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.10.2017 αίτηση του Π. Τ., για αναίρεση της υπ' αριθμό 69/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο, συνολικό, ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ