Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to missing summons and lack of evidence for contract termination.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court erred in assessing evidence and failed to properly consider specific documents submitted by the employer, claiming the employer's delay in payment was due to financial hardship rather than malicious intent. The court rejected these arguments, noting that the employer's evidence was not distorted and that the appeal lacked a specific legal basis under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 576 para. 2 items a' and g' of the Code of Civil Procedure; Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court examines ex officio whether a party was legally and timely summoned if absent; an appeal based on a general allegation of evidence assessment without specific grounds is inadmissible.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 891 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 891/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη – Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά – Εισηγήτρια και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος – καλούντος:
Α. Α. του Π., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βροχίδη, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης:
ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΟΦΟΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε.» που εδρεύει στην ΒΙ.ΠΕ.Θ. ΣΙΝΔΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17.01.2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12004/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 222/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 29.05.2018 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 494/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 29.05.2018 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την από 27.12.2019 κλήση του αναιρεσείοντος νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η απ’ αυτόν ασκηθείσα, με ειδ. αριθμό κατάθ. 142/2018 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 222/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 494/2019 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η λαβούσα χώρα κατά τη δικάσιμο της 15.01.2019 συζήτηση αυτής, για το λόγο ότι δεν προέκυψε από τα στοιχεία του φακέλου κλήτευση της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν παρέστη κατά την εκδίκαση της την άνω δικάσιμο.
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α’ και γ’ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ’ αριθμ. .../5-9-2018 και .../27-8-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Αστέριου Γεωργούδα, τις οποίες προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 29.05.2018 και με αριθ. καταθ. 142/1-6-2018 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 15.01.2019 (επί της οποίας εκδόθηκε η αρχική με αριθμό 494/2019 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής για το λόγο ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προέκυψε νομότυπη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν παρέστη κατά την εκδίκαση αυτής την ως άνω δικάσιμο), επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην αναιρεσίβλητη. Εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της, παρά την απουσία αυτής.
Με την κρινόμενη με ειδ. αριθμ. κατάθ. 142/2018, από 29-5-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ’ αριθμ. 222/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού εξαφάνισε κατά το άρθρο 528 του ΚΠολΔ την υπ’ αριθμ. 12004/014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και είχε δεχθεί εν όλω την υπ’ αριθμ. καταθ. 2339/28-1-2013 αγωγή του ενάγοντα, ήδη αναιρεσείοντα, ερεύνησε κατ’ ουσίαν αυτή και, δεχόμενο κατά ένα μέρος την αγωγή, εκδίκασε στον ενάγοντα τα αναγραφόμενα εκεί ποσά με το νόμιμο τόκο. Η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε από την εναγόμενη, ήδη αναιρεσίβλητη, όπως αναφέρεται στην αίτηση, στις 07.05.2018 (βλ. σχετ. επισημείωση του δικασ. Επιμελητή Κωνσταντίνου Σίσκου στο αντίγραφό της), η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου στις 01.06.2018 με ειδ. αριθμ. καταθ. 142/2018. Η αίτηση αναίρεσης επομένως, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (αρθρ. 552, 553, 558, 564 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά «έλλειψη αιτιολογίας», ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της «ανεπαρκής αιτιολογία», ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους «αντιφατική αιτιολογία» (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία», ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ’ ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής:
Ότι το εκδόσαν αυτήν Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τις περιεχόμενες στην αγωγή του αξιώσεις περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας και αποζημίωσης απόλυσης «μειώνοντας» περαιτέρω το αιτούμενο εκ μέρους του δώρο Χριστουγέννων 2012, διότι εσφαλμένα δέχθηκε βάσιμη την ένσταση της εναγομένης αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του επισχέσεως εργασίας (άρθ. 281 ΑΚ), θεωρώντας ως «μη αξιόλογη» την καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών του (υπολοίπου μισθού Απριλίου 2012, μισθών Μαΐου έως Αυγούστου 2012) εκ μέρους της εναγομένης και ότι η μη καταβολή των επιδίκων αξιώσεών του οφείλονταν σε οικονομική δυσπραγία της που προκλήθηκε εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης στη χώρα, αξιώνοντας δε για την εφαρμογή της άνω διάταξης λιγότερα από τα απαιτούμενα πραγματικά περιστατικά και προϋποθέσεις, αποφηνάμενο κατά τα εκτιθέμενα στην αίτησή του τα εξής:
«Εξ άλλου πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει και χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της πληρωμής των ληξιπροθέσμων μισθών του ενάγοντα [...] λαμβανομένων υπόψη και των οικογενειακών και οικονομικών αναγκών του ενάγοντος, σε σχέση με το ύψος των αποδοχών που καθυστερήθηκαν για να καταβληθούν [...]», «[...] και κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις της πραγματικά περιστατικά, ότι η χρονικά μη αξιόλογη καθυστέρηση της πληρωμής των δεδουλευμένων μισθών του ενάγοντος οφειλόταν στην οικονομική δυσπραγία της, ότι κατέβαλε προσπάθειες για να σωθεί η επιχείρηση και να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας των εργαζομένων της και ότι η επιχείρηση εργασίας του ενάγοντος εντάσσεται στην όλη μεθόδευσή του να επιτύχει την καταβολή της αποζημίωσης, αποχωρώντας ουσιαστικά από την επιχείρηση και χωρίς να έχει εκδηλώσει η ίδια ποτέ τη βούληση είτε να τον απολύσει, είτε να επιφέρει βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας του, με αποτέλεσμα να μη δικαιούται μισθούς υπερημερίας, το δώρο Χριστουγέννων 2012 και την αποζημίωση απόλυσης.
Με το ως άνω περιεχόμενο η προβαλλόμενη ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, δεδομένου ότι δεν απαιτείται για την πληρότητά της να αναφέρονται οι δυσβάσταχτες οικονομικές συνέπειες της εναγομένης από την τυχόν ικανοποίηση των αξιώσεων του ενάγοντα, καθώς και ποιο λόγο δημιουργήθηκε σ’ αυτή η εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει την ένδικη αγωγή, αφού η προβληθείσα ένσταση δεν στηρίζεται σε τέτοια πραγματικά περιστατικά, αλλά, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο και προεκτέθηκε, στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αναλύονται με λεπτομέρεια στα πρακτικά του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και στις έγγραφες προτάσεις της εναγομένης ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου».
Περαιτέρω ως προς την αξίωση του για αποζημίωση απολύσεως το Δικαστήριο αποφάνθηκε, όπως εκθέτει στη αίτησή του τα εξής: ότι: «Ωστόσο δεν αποδεικνύεται ότι συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση προϋποθέσεις, ώστε να θεωρηθεί ότι υφίσταται άτακτη και άτυπη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, αφού η χρονικά μη αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του, σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, οφειλόταν στην πραγματική οικονομική αδυναμία της εναγομένης και όχι σε κακοβουλία της και μάλιστα για να εξαναγκασθεί αυτός να αποχωρήσει από την εργασία του χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, ούτε άλλωστε αποδείχτηκε επιθυμία της εναγομένης για μη συνέχιση της εργασίας του ενάγοντος ούτε συμπεριφορά αυτής από την οποία να συνάγεται προφανής καταγγελία της μεταξύ τους σύμβαση, από την οποία να γεννήθηκε για τον ενάγοντα δικαίωμα αποζημίωσης απόλυσης [...]».
Περαιτέρω μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί δέχθηκε ως ορισμένη την ένσταση αυτή (καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος), εφαρμόζοντας εσφαλμένα την διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ με την εξής παραδοχή: «δεν απαιτείται για την πληρότητά της να αναφέρονται οι δυσβάσταχτες οικονομικές συνέπειες της εναγομένης από την τυχόν ικανοποίηση των αξιώσεων του ενάγοντα, καθώς και ποιό λόγο δημιουργήθηκε σ' αυτή η εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει την ένδικη αγωγή [...]», χωρίς ν’ απαιτείται για το ορισμένο της την επίκληση από την εναγομένη των θεμελιωδών για την εφαρμογή του προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ.
Τέλος ισχυρίζεται ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 Ν. 3385/2005 περί υπερεργασίας, επιδικάζοντάς του 1.344,14 ευρώ ήτοι μέρος των αιτηθέντων εκ μέρους του με την αγωγή του, ενώ έπρεπε να του επιδικάσει το συνολικό ποσό των 1.539,00 ευρώ υπολογίζοντας την προσαύξηση 20% για τις 141 ώρες υπερεργασίας που πραγματοποίησε το χρονικό διάστημα 15.05.2012 έως 22.06.2012.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης, καθ’ όλα του τα σκέλη είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι σ’ αυτόν δεν διαλαμβάνονται, παρά μόνο αποσπασματικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντα ως προς τα άνω κεφάλαιά της (μισθών υπερημερίας, αποζημίωσης απόλυσης αμοιβής υπερεργασίας υπολοίπου δώρου Χριστουγέννων 2012 και την αποδοχή της ένστασης της αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας που πραγματοποίησε αυτός), υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων σ’ αυτόν παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, που διαλαμβάνονται αποσπασματικά, ως κατ’ ουσίαν εσφαλμένη, είναι απορριπτέος κατά το μέρος αυτό ως απαράδεκτος, διότι η επ’ αυτών κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
[IV] Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά λέξη τα εξής:
«|Ότι επί κρισίμων για την έκβαση της δίκης ζητημάτων, είτε δεν παραθέτει οποιαδήποτε αιτιολογία, είτε παραθέτει εσφαλμένες και αντιφατικές αιτιολογίες:
(Α) Δεν παραθέτει ουδεμία απολύτως αιτιολογία που να δικαιολογεί πώς κατέληξε στην κρίση ότι ουδείς άλλος των εργαζομένων κινήθηκε δικαστικά σε βάρος της αντιδίκου πλην εμού, ούτε το γιατί δεν έλαβε υπόψη τα ήδη προαναφερθέντα νομίμως και εμπροθέσμως προσαχθέντα και επικληθέντα εκ μέρους μου ενώπιόν του αποδεικτικά έγγραφα, δηλαδή: την υπ’ αριθμ. 8126/12012 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, την υπ’ αριθμ. 3370/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, την υπ’ αριθμ. 7629/2014 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, την υπ’ αριθμ. 13532/2013 αίτηση προσωρινής επιδίκασης εργατικής απαίτησης, τις υπ’ αριθμ. 3671/2016 και 5812/2017 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Από τα παραπάνω νομίμως και εμπροθέσμως προσαχθέντα και επικληθέντα εκ μέρους μου ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου αποδεικτικά έγγραφα συνάγεται το ακριβώς αντίθετο με την παρατιθέμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση κρίση [...].
(Β) Από τη μία πλευρά αποφαίνεται ότι είναι καταχρηστική η εκ μέρους μου επίσχεση εργασίας, διότι η οφειλή τεσσάρων μισθών της αντιδίκου, προς εμένα δεν αποτελεί σημαντική χρονική καθυστέρηση και από την άλλη πλευρά το ίδιο Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η αντίδικός μου οφείλει αμοιβή για υπερεργασία από την 05.11.2008 και μέχρι την 22.08.2012, την οποία και μου επιδικάζει.
Επιπλέον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χρησιμοποιεί ως αιτιολογία για την κρίση του περί καταχρηστικής εκ μέρους μου επίσχεσης εργασίας, τη μεταγενέστερη της επίσχεσης εργασίας εκ μέρους μου «καταβολή» από την αντίδικο του ποσού που επιδικάσθηκε υπέρ εμού με την υπ’ αριθμ. 8126/31-12-2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης γεγονός το οποίο:
Δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε προσαχθέν και επικληθέν από την αντίδικο αποδεικτικό μέσο. Ανεξάρτητα τούτου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τοποθετεί χρονικά την εν λόγω καταβολή μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 8126/2012 δικαστικής απόφασης η οποία εκδόθηκε στις 31.12.2012 δηλαδή 4 και πλέον μήνες μετά την εκ μέρους μου άσκηση της επίσχεσης εργασίας.
Δεν παραθέτει ουδεμία αιτιολογία που να δικαιολογεί πως εξήγαγε τις περιεχόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση κρίσεις ότι: «η οικονομική δυσπραγία της αντιδίκου οφείλονταν στην οικονομική κρίση και στην διακοπή της χρηματοδότησής της από τις Τράπεζες», «η εναγομένη ήταν συνεπής στις εργοδοτικές της υποχρεώσεις έως και τον Μάρτιο του 2012», «Η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών του οφειλόταν όχι σε υπαιτιότητα ή δυστροπία της εναγομένης, αλλά στην ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση αυτής ...», «επειδή δεν υπήρξε χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεών της και δη της πληρωμής των ληξιπροθέσμων μισθών και η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της και δυστροπία της, αλλά στην οικονομική της δυσπραγία και τις εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτήν οικονομικές περιστάσεις».
«Η εναγομένη από την ίδρυσή της μέχρι και του έτους 2009 είχε ομαλή επιχειρηματική πορεία και μέχρι τότε οι εργασίες της παρουσίαζαν άνοδο, άμειβε δε τον ενάγοντα τακτικά έως τον Μάρτιο του 2012, οπότε άρχισε να καθυστερεί τις πληρωμές της και να μη καταβάλει στους μισθωτούς της, μεταξύ των οποίων και στον ενάγοντα τις δεδουλευμένες αποδοχές τους.
Τούτο οφειλόταν, όπως αποδείχθηκε στο ότι αυτή από το 2009 άρχισε να παρουσιάζει οικονομική δυσπραγία λόγω της οικονομικής ύφεσης η οποία επέφερε μείωση των εσόδων της και των πωλήσεών της και επέδρασε αρνητικά επί των αναμενομένων εισπράξεών της καθώς και στην διακοπή της χρηματοδότησής της από τις τράπεζες κατά τους τελευταίους μήνες του 2011».
Όλες οι προπαρατεθείσες κρίσεις του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου δεν προέκυψαν από οποιοδήποτε τεθέν υπόψη του αποδεικτικό μέσο ούτε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αιτιολογεί τις παραπάνω κρίσεις του [...]|».
Τέλος μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί δέχθηκε ως μη χρονικά αξιόλογη την καθυστέρηση των αποδοχών του ενώ το απώτερο παρελθόν αξιώσεως αυτών ήταν τέσσερα (4) έτη. Με το περιεχόμενο αυτό και ο τέταρτος λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνονται και σ'αυτόν, παρά μόνο αποσπασματικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ’ ουσίαν απόρριψη της αγωγής ως προς τα κεφάλαια των μισθών υπερημερίας, αποζημίωσης απόλυσης, αμοιβής υπερεργασίας και υπολοίπου δώρου Χριστουγέννων 2012 και την αποδοχή της ένστασης της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας εκ μέρους του, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, έτσι δεν μπορεί να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης προϋποθέσεις, αφού δεν αναφέρονται στην ένδικη αίτηση οι κρίσιμες παραδοχές στο σύνολό τους, ώστε να κριθεί εάν η προσβαλλόμενη απόφαση πράγματι στερείται νομίμου βάσεως, ως έχουσα αντιφατικές ή ανύπαρκτες αιτιολογίες.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που πλήττεται η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων σ’ αυτόν επί μέρους παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, που διαλαμβάνονται αποσπασματικά, είναι απορριπτέος κατά το μέρος αυτό ως απαράδεκτος, διότι η επ’ αυτών κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
[V] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997, Ολ.
ΑΠ 11/1996). Ως «πράγματα» νοούνται και οι επί μέρους λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 721/2017, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010). Αντιθέτως δεν θεωρούνται «πράγματα» κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, ΑΠ 1720/2013, ΑΠ 232/2009, ΑΠ 22/2015) ούτε δε και τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 87/2013, 10/2008).
Συνακόλουθα δεν συνιστούν «πράγματα» υπό την προδιαληφθείσα έννοια οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 781/2017). Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (ΑΠ 728/2010).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 περ. γ' του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 193/2012, ΑΠ 132/2016). Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 156/2012, 739/2011).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά τα δύο σκέλη του από τους αριθ. 8 και 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη κατά το πρώτο σκέλος του, γιατί (Α) παρ’ ότι επικαλέσθηκε «σωρεία» δικών σε βάρος της εναγόμενης από τις οποίες αποδεικνύονταν ο μεγάλος αριθμός εργαζομένων – και όχι μόνο αυτός – που κινήθηκαν δικαστικά σε βάρος της, και μάλιστα για χρόνο προγενέστερο του 2012, υπολαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να χαρακτηρίσει την δική του συμπεριφορά (επίσχεση εργασίας) ως καταχρηστική ότι αυτή «ήταν συνεπής στις εργοδοτικές της υποχρεώσεις έως και τον Μάρτιο του 2012» γι’ αυτό και δεν κάνει παραπομπή σε οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο καθώς και ότι η μη καταβολή των οφειλομένων από την εναγομένη σ’ αυτόν «οφειλόταν στην πραγματική αδυναμία της εναγομένης και όχι σε κακοβουλία της», παρ’ ότι αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε: (α) την υπ’ αριθμ. 8126/2012 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής επιδίκασης εργατικής απαίτησης, που δίκασε επί αιτήσεως (του ίδιου) και του συναδέλφου του Ε.
Γ., με τις ίδιες αξιώσεις, (β) την υπ’ αριθμ. 3370/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 3607/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η τακτική εργατική αγωγή εναντίον της εναγομένης, άλλης συναδέλφου του ήτοι της Ε.
Π. για την οποία κάνει λόγο η ίδια εναγομένη στην ένδικη έφεσή της. γ) την υπ' αριθμ. 7629/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η τακτική αγωγή του συναδέλφου του Π. Ρ., την οποία αναφέρει στην έφεσή της η εναγομένη. (δ) την υπ’ αριθμ. καταθ. 13532/2013 αίτηση προσωρινής επιδίκασης εργατικής απαίτησης, του P. M.
κατά της εναγομένης, που αναφέρει στις προτάσεις του ενώπιόν του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου καθώς και την υπ’ αριθμ. 6512/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (επίσης στις δευτεροβάθμιες προτάσεις του). ε) τις υπ’ αριθμ. 3671/2016 και 5812/2017 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες έγιναν δεκτές τακτικές αγωγές για εργατικές απαιτήσεις των πρώτων εργαζομένων στην εναγομένη Σ.
Κ. και Α. Φ. κατ’ αυτής που επίσης επικαλείται με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Ότι εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η καθυστέρηση των αποδοχών του δεν ήταν προσωρινή που αποδέχθηκαν οι άλλοι εργαζόμενοί της• (Β) Ότι τόσο ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσον και ενώπιον του Δευτεροβαθμίου, με τις προτάσεις του, επικαλέστηκε, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. 8094/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και υπ’ αριθμ. 2257/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ότι επί της αίτησης της εναγομένης περί υπαγωγής της στο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα, κρίθηκε τελεσιδίκως, ότι η έλλειψη ρευστότητας της εναγομένης δεν οφείλεται στην οικονομική κρίση, αλλά σε προκληθείσα από την ίδια έλλειψη ρευστότητας, δια της προκαταβολής σε μέλος του Δ.Σ.
αυτής και συγκεκριμένα στον Πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της, ποσού αυξανόμενου συνεχώς κατ’ έτος, που ανήλθε συνολικά σε 1.085.360,60 ΕΥΡΩ, κατά τη χρήση του κρίσιμου έτους 2012. Ότι εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι η μη καταβολή από την εναγομένη προς αυτόν των περιγραφομένων στην ένδικη αγωγή του ποσών δεν οφείλεται σε οικονομική αδυναμία της οφειλόμενη στην οικονομική κρίση και δη από το έτος 2009 ή σε έλλειψη υπαιτιότητάς της, αλλά αντίθετα σε «τεχνητή οικονομική δυσχέρεια», που προκάλεσε με δικές της ενέργειες• (Γ) Ότι τόσο πρωτοδίκως, αλλά και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με τις προτάσεις του επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα αποδεικτικά έγγραφα για την άσκηση της επίσχεσης εργασίας του που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 23.08.2012 της οποίας προηγήθηκε η από 24.07.2012 εξώδικη διαμαρτυρία του, επί της οποίας ουδέν απάντησε αυτή.
Επίσης την, μετά την άσκηση της επίσχεσης εργασίας, επιδοθείσα σ’ αυτόν από 07.09.2012 εξώδικό της, εκ των οποίων προκύπτει ότι δεν προσφέρθηκε σε οποιαδήποτε μερική προς αυτόν καταβολή έναντι των οφειλών της, ή για τυχόν μεταξύ τους διακανονισμό, διαμαρτυρόμενος προς αυτήν με την από 11.09.2012 εξώδικη απάντησή του.
Ότι εξ όλων των ανωτέρω συνάγεται ότι η επίσχεση εργασίας δεν ασκήθηκε καταχρηστικά και έπρεπε ν’ απορριφθεί η σχετική ένσταση της εναγομένης, να γίνει δε δεκτή η αγωγή που ως προς τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας και την αποζημίωση απόλυσης.
Όμως τα επικαλούμενα εκ μέρους του αναιρεσείοντος περιστατικά, που ισχυρίζεται, ότι δεν ελήφθησαν υπόψιν από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν συνιστούν «πράγματα» υπό την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που πρόβαλε προς αντίκρουση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας του (αρθρ. 281 ΑΚ). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το άνω σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενος όσα αναφέρθηκαν και για το αμέσως προηγούμενο σκέλος του και δη ότι δεν ελήφθησαν υπόψιν απ’ αυτήν τα έγγραφα αλλά και οι άνω αποφάσεις, που επικαλέστηκε και προσκόμισε, με αποτέλεσμα να δεχθεί ως βάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρ. 281 ΑΚ) της επίσχεσης εργασίας του και ν' απορρίψει τις αξιώσεις του για μισθούς υπερημερίας αποζημίωση απόλυσης, διαφοράς δώρου Χριστουγέννων 2012.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης μνημονεύεται ειδικώς ότι τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό της αποδεικνύονται «από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχοντα στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά και σταθμίζονται κατά τον λόγο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας τους και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι [...]».
Περαιτέρω αναφέρεται ειδικά στις εξώδικες δηλώσεις των διαδίκων, που αντάλλαξαν επ’ ευκαιρία της ασκηθείσης εκ μέρους του ενάγοντος επίσχεσης εργασίας καθώς και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν (Πρωτοδικείου και Εφετείου) επί της αιτήσεως της εναγομένης για την υπαγωγή της στην διαδικασία υπαγωγής της στο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα χωρίς ν’ απαιτείται ν’ αναφέρονται αυτά και αριθμητικά ή να προσδιορίζονται ειδικότερα.
Από την άνω βεβαίωση, σε συνδυασμό με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα ν’ απορρίψει το αίτημα επιδίκασης στον ενάγοντα μισθών υπερημερία, αποζημίωση απόλυσης και διαφορά δώρου Χριστουγέννων 2012, κάνοντας δεκτή την ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας, έλαβε υπόψιν του και τα περί ων ο αναιρετήριος λόγος αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα).
Ανεξαρτήτως ότι δεν κάνει ειδική μνεία στο σύνολο αυτών, τα συνεκτίμησε δε με τις λοιπές αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου άνω λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος όπου υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απαράδεκτος (αρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
[VI] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, νοείται το διαγνωστικό σφάλμα (εσφαλμένη ανάγνωση) του δικαστηρίου εξ αιτίας του οποίου αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και το οποίο ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως εφόσον συνέβαλε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου και έτσι αυτό κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 13/2007, 305/2009), όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το τελευταίο κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή όχι του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 882/2013).
Δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τη διάταξη αυτή η εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου διαφορετική εκείνης που προσδίδει σ' αυτό ο διάδικος (ΑΠ 899/2007). Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του αποδεικτικού εγγράφου, που, από διαγνωστικό σφάλμα, του αποδόθηκε από το Εφετείο ή ότι το τελευταίο έκανε ελλιπή ή εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου (και όχι απλώς σφάλμα κατά την αξιολόγησή του), με αποτέλεσμα το Εφετείο να οδηγηθεί σε τελείως διαφορετικό συμπέρασμα από το προκύπτον εκ του εγγράφου, ως προς την ύπαρξη ή μη πραγματικού γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλομένης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ’ αριθμ.: 8094/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2257/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις πρωτόδικες προτάσεις του αλλά και τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, από τις οποίες θα προέκυπτε ότι η έλλειψη ρευστότητας της εναγομένης δεν οφείλεται στην οικονομική κρίση, αλλά σε προκληθείσα από την ίδια έλλειψη ρευστότητας δια της προκαταβολής σε μέλος του ΔΣ της ποσού που έφθασε σε 1.085.360,60 ΕΥΡΩ, ούτε ότι από το 2009 άρχισε να εμφανίζει οικονομική δυσπραγία λόγω της έκτοτε οικονομικής (διεθνούς) κρίσης, που επέφερε μείωση των εσόδων της, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη, κάνοντας επιλεκτική ανάγνωση των άνω αποφάσεων, με αποτέλεσμα να κάνει δεκτή την ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας του, ούτε θα έκρινε ότι «δεν αποδεικνύεται ότι συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση προϋποθέσεις ώστε να θεωρηθεί ότι υφίσταται άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, αφού η χρονικά μη αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του, σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά οφειλόταν στην πραγματική οικονομική αδυναμία της εναγομένης και όχι σε κακοβουλία της για να εξαναγκασθεί αυτός να αποχωρήσει από την εργασία του χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε επιθυμία της εναγομένης για μη συνέχιση της εργασίας του ενάγοντος, ούτε συμπεριφορά αυτής από την οποία συνάγεται προφανής καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης από την οποία να γεννήθηκε για τον ενάγοντα δικαίωμα αποζημίωσης απόλυσης [...]».
Απορρίπτοντας τελικώς ως αβάσιμες τις αξιώσεις του για αποζημίωση απόλυσης και μισθούς υπερημερίας και το υπόλοιπο δώρου Χριστουγέννων 2012. Επίσης αυτό προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση της από 22.08.2012 επιδοθείσας στην αντίδικο την 23.08.2012 εξωδίκου δήλωσης επίσχεσης εργασίας του, την οποία νόμιμα και εμπρόθεσμα επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι, σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα δεχόταν (1) ότι δεν υπάρχει αξιόλογη καθυστέρηση στην πληρωμή των ληξιπροθέσμων μισθών του, αφού επί πλέον ζητούσε και την επιδίκαση πολύχρονων μισθών υπερημερίας και (2) δεν θα έκανε δεκτή την ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας.
Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει, αφενός μεν ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με την αποδοχή της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας, με αποτέλεσμα ν' απορρίψει τις άνω αξιώσεις του ενάγοντα (για μισθούς υπερημερίας, αποζημίωση απόλυσης, διαφορά δώρου Χριστουγέννων 2012), συνεκτίμησε τα ανωτέρω έγγραφα μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να εξαίρει ιδιαίτερα τα’ αναφερόμενα στον άνω λόγο αναίρεσης έγγραφα, αφετέρου δε δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, όπως συνάγεται από τις παραδοχές του, αλλά απέδωσε σ’ αυτά νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Τα παραπάνω όμως, κατά τα προεκτεθέντα, δεν ιδρύουν τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Επομένως ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, γιατί δεν αναφέρεται στην αναίρεση το ακριβές περιεχόμενο των άνω εγγράφων, είναι απαράδεκτος για τον προαναφερθέντα λόγο.
[VII] Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, στην πραγματικότητα με όλους τους ως άνω λόγους αναίρεσης, επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν προβλέπεται.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης της 222/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω της απουσίας της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.05.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 222/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ