Legislator Giurisprudenza & Legislazione
891/2019 Generato dall'IA

Appeal dismissed as inadmissible due to improper filing against first-instance judgment and vague grounds.

Numero d'incarto 891/2019
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because it was filed against both the appellate and first-instance judgments in a single petition. The appellant argued procedural errors and substantive flaws in the lower court's reasoning regarding liability, but the court found the grounds for appeal insufficiently detailed. Consequently, the appeal was rejected entirely, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 553(1) & 566(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal filed against multiple judgments must be submitted to each respective court, and vague grounds for appeal without specific factual premises are inadmissible.

Parole chiave

Generato dall'IA
inadmissible appeal improper filing vague grounds multiple judgments legal costs

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 553(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 566(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 495(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 495(4) of the Code of Civil Procedure
Art. 106 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 300 of the Civil Code
Art. 559(1) & (19) of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 891 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 891/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Λ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μουζακιάρη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Γ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παρασκευά Λιάρτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/6/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/2011 μη οριστική και 122/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 551/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των ανωτέρω οριστικών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/7/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το άρθρο 553 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σε αυτήν, ενώ στην δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται (ΟλΑΠ 40/1996, 16/1990, ΑΠ 96/2010, ΑΠ 1498/2006, ΑΠ 361/2004, ΑΠ 1129/1995).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει την γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο της άσκησης των ένδικων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της απόφασης ως προς την οποία το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 96/2010, ΑΠ 1498/2006, ΑΠ 361/2004, ΑΠ 1129/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της 551/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με αυτήν το Εφετείο δέχτηκε κατά τύπους τις, αντίθετες, εφέσεις των διαδίκων κατά της συμπροσβαλλόμενης 122/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και τις απέρριψε κατ' ουσίαν.

Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή της 122/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλικιδικής, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με εκείνη.

Εξάλλου, κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, και για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης, το δικόγραφό της κατατέθηκε μόνο στην γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης και δεν κατατέθηκε και στην γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, του δικαστηρίου, δηλαδή, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση.

II. Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική και ποιοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο εκτός αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονταν σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική της βασιμότητα ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονται στην αγωγή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 λόγοι αναίρεσης.

Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής (ποσοτική και ποιοτική) πρέπει να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 562 παρ. 2, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημόσια τάξη.

Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος και επαναφερόμενος νομίμως στο εφετείο δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξ αιτίας των οποίων δεν παρέχεται στον εναγόμενο η δυνατότητα να αμυνθεί (AΠ 1972/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή του αναιρεσίβλητου ως αόριστη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που ελλείπουν, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο, ήδη αναιρεσείοντα, να αμυνθεί και συνεπεία των οποίων η αγωγή του αναιρεσιβλήτου είναι αόριστη, παραθέτοντας, συγχρόνως, το σχετικό ισχυρισμό, όπως αυτός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε στο Εφετείο, με σχετικό λόγο έφεσης, μη αρκούσης, για το εφικτό του αναιρετικού ελέγχου του υπόψη λόγου, της γενικής αναφοράς, στην υπό κρίση αίτηση, ότι "...Το δικόγραφο της κρινομένης αγωγής πάσχει από αοριστία και είναι ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως. Η επισύναψη στην ένδικη αγωγή της από 21-04-2009 εκτίμησης οικονομικής ζημίας του γεωπόνου, ιδιωτικού υπαλλήλου κ. Ν. Κ. σε καμία περίπτωση δεν καθιστά ορισμένο το δικόγραφο της ένδικης αγωγής..." και ότι ο περί αοριστίας της ένδικης αγωγής ισχυρισμός προτάθηκε, από τον αναιρεσείοντα, με τις προτάσεις του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.

Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αρ. 1) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που κατά τον αναιρεσείοντα παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην πληττομένη νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι ασάφειες.

Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει, επιπρόσθετα, να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμεvος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγoυ αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα, ούτε με αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1972/2007).

Στην προκειμέvη περίπτωση, ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ισχυριζόμενος: α) με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, ότι το Εφετείο, παραλείποντας να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέσθηκε αυτός, προς θεμελίωση της από το άρθρο 300 ΑΚ ενστάσεώς του, περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, ενάγοντος, στην έκταση της ζημίας του και απορρίπτοντας, με ελλιπείς αιτιολογίες, την νομίμως προταθείσα από αυτόν προς απόκρουση της αγωγής του αντιδίκου του, αναιρεσίβλητου, σχετική ένστασή του, παραβίασε την εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και, έτσι, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Και, β) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς όμως από τον αριθμό 19, όπως και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, στο Δικαστήριο τούτο, διορθώθηκε, ότι καταλήγοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα με την χρήση των όρων "πιθανή απόφραξη" και "πιθανόν αυξάνει το επίπεδο της ζημίας", στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως. Αμφότεροι οι προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι για την θεμελίωσή τους, δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο, καθόλου, οι πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέστηκαν οι πλημμέλειες που του αποδίδονται, με αυτούς.

ΙV. Επομένως, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που αυτός υπέβαλε, με τις προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12/07/2017 αίτηση για αναίρεση των αποφάσεων υπ' αριθμούς: α) 551/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και, β) 122/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλικιδικής.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ