Legislator Giurisprudenza & Legislazione
88/2024 Generato dall'IA

Supreme Court annuls appeal decision and remands case for substantive trial by same chamber.

Numero d'incarto 88/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court annulled the Third Instance Court of Athens' decision of 1308/2018 regarding a tort claim. The appellants argued for the annulment based on procedural errors, while the respondent contested the grounds. The Court ruled that after a second appeal, the case must be tried substantively by the same chamber in a new hearing, ensuring the appellate court functions as a court of second instance.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 580(3)(c) and 581(1) of the Code of Civil Procedure; After a second appeal annuls a judgment rendered after a prior appeal, the case must be remanded for substantive trial by the same chamber in a new hearing.

Parole chiave

Generato dall'IA
second instance procedure annulment of judgment substantive trial same chamber remand tort liability civil procedure code court of second instance difetto di legittimazione dell'azionista

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, and 330 of the Civil Code
Articles 147-149 of the Civil Code
Article 386 of the Penal Code
Article 580(3)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 581(1) of the Code of Civil Procedure
Article 524(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 520(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 88 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 88/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χήρας Γ. Τ., κατοίκου ..., 2) Μ. Τ. του Γ., κατοίκου ως άνω και 3) Δ. Τ. του Γ., κατοίκου ως άνω, νομίμων κληρονόμων εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος Γ. Τ. του Δ., συζύγου και πατρός αυτών, οι οποίο ως καθολικοί διάδοχοι αυτού υπεισήλθαν στην εκκρεμή δίκη και συνεχίζουν ταύτην. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντία Καζά.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Λ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2001 αγωγή του αρχικού διαδίκου Γ. Τ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2291/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 1917/2006 μη οριστική και 710/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1278/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την υπ' αριθμ. 710/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτείτο από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1308/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-12-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ. και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 895/2011).

Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, η απατηλή συμπεριφορά συνίσταται είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ’ αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 282/2010).

Σε κάθε περίπτωση, δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).

Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 1382/2019).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε μετά από παραπομπή σε αυτό της υπόθεσης με την υπ' αρ. 1278/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία είχε κάνει δεκτό λόγο από την παρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ της αίτησης αναίρεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου και είχε αναιρέσει την υπ' αρ. 710/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την έφεση του αναιρεσιβλήτου επικυρώνοντας την πρωτόδικη υπ' αρ. 2291/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εναγόμενος Π.

Κ. (ήδη μη διάδικος) από το έτος 1988 ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "UNITRUST Π. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", που παρείχε επενδυτικές συμβουλές και υπηρεσίες πρακτόρευσης ασφαλειών, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος Κ./νος Γ. (επίσης ήδη μη διάδικος), ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "UNITRUST ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ", η οποία συστήθηκε με το …/22-7-1999 καταστατικό της συμβ/φου Αθηνών Αγγελικής Παπακωνσταντίνου και της οποίας οι εργασίες είχαν αποκλειστικό σκοπό τη λήψη και διαβίβαση εντολών των πελατών της, ώστε, μέσω χρηματιστηριακών εταιρειών, να αγοράζουν ή να πωλούν μετοχές οι πελάτες της.

Η ανωτέρω εταιρεία, ενώ στην αρχή είχε ανοδική πορεία, στη συνέχεια και ειδικά στις 22/7/2000, λόγω της κρίσης του χρηματιστηρίου, που άρχισε το Σεπτέμβριο 1999 και συνεχιζόταν, διέκοψε τη λειτουργία της. Και οι δύο εταιρείες συστεγαζόταν στο ίδιο οίκημα (...), ενώ, επιπλέον, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας υπήρξε και ο πρώτος εναγόμενος, Π.

Κ.... Ο εκκαλών-τρίτος εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος), αυτοκινητιστής κατ' επάγγελμα (αναλαμβάνει μεταφορές κάθε είδους με φορτηγά και γερανοφόρα), από τον Αύγουστο 1999, μετέβη στα γραφεία της ανώνυμης εταιρείας, με σκοπό να επενδύσει ορισμένα χρήματά του και γνωρίστηκε με τους πιο πάνω πρώτο και δεύτερο των εναγομένων.

Έκτοτε, ο εκκαλών έγινε πελάτης της ανώνυμης εταιρείας και επένδυε κατά καιρούς διάφορα χρηματικά ποσά στην εταιρεία, επένδυση που τελικά ανήλθε στο ποσό των 80.000.000 δραχμών περίπου. Η θυγατέρα του εκκαλούντος Φ. Λ., η οποία ήταν στενή φίλη με τη Μ. Τ. (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα), θυγατέρα του εφεσίβλητου - ενάγοντος (του ήδη αποβιώσαντος στις 7/6/2015 Γ.

Τ., για τον οποίο συνεχίζουν την δίκη οι αναγκαίοι κληρονόμοι του αναιρεσείοντες), ανέφερε στην τελευταία, στις αρχές του έτους 2000, ότι ο πατέρας της έχει εμπιστευθεί το ποσό των 80.000.000 δραχμών στους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων για επωφελή τοποθέτηση και ότι ήδη έχει αποκομίσει σημαντικά κέρδη. Ο εφεσίβλητος-ενάγων, πληροφορηθείς από τη θυγατέρα του για την τοποθέτηση των χρημάτων του εκκαλούντος και για την αποκόμιση σημαντικών κερδών και χωρίς ο ίδιος να έλθει σε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον εκκαλούντα (τηλεφωνική ή προσωπική), στις 25/2/2000 και ενώ το Χρηματιστήριο βρισκόταν σε παρατεταμένη πτώση, καταθέτει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, στο όνομα των πρώτου και δεύτερου των εναγομένων και συγκεκριμένα δια χειρός της θυγατέρας του, η οποία μετέβη στα γραφεία των εταιρειών και παρέδωσε την ...

επιταγή της Ε.Τ.Ε., ποσού 5.000.000 δρχ., σε διαταγή του, την οποία οπισθογράφησε και παρέδωσε στον δεύτερο, ο οποίος και την εισέπραξε. Ούτε ο εφεσίβλητος-ενάγων ούτε η θυγατέρα του ρώτησαν τόσο τους δύο πρώτους εναγομένους, όσο και τον εκκαλούντα-τρίτο εναγόμενο, που θα επένδυαν τα χρήματα αυτά, εάν θα αγόραζαν μετοχές και ποιές και τι κέρδος θα προέκυπτε.

Τον Απρίλιο 2000 ο εφεσίβλητος-ενάγων έλαβε από τους δύο πρώτους εναγομένους το ποσό των 1.000.000 δραχμών, ως απόδοση του κεφαλαίου του, το οποίο άφησε προς περαιτέρω εκμετάλλευση. Στη συνέχεια, στις 26/5/2000, με τον ίδιο τρόπο, η θυγατέρα του εφεσίβλητου-ενάγοντος, ενεργούσα για λογαριασμό του, παρέδωσε στον δεύτερο εναγόμενο, λόγω απουσίας του πρώτου, το ποσό των 5.000.000 δραχμών για επικερδή τοποθέτηση, χωρίς καμία συζήτηση για τον τρόπο της εκμετάλλευσής του, λαμβάνοντας προς εξασφάλισή του από τους εναγομένους, το από 26.5.2000 έγγραφο της ανώνυμης εταιρείας "UNITRUST ΑΕΛΔΕ", που υπέγραψε ο πρώτος εναγόμενος, με το οποίο αναγνωρίζεται ότι οφείλεται, πλην του κεφαλαίου των 10.000.000 δραχμών και το ποσό των 1.500.000 δραχμών, ως κέρδος που είχε ήδη αποφέρει το ανωτέρω κεφάλαιο, για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000 μέχρι και τον μήνα Μάϊο του ίδιου έτους.

Κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών του έτους 2000, ο εφεσίβλητος-ενάγων, ευρισκόμενος σε οικονομική ανάγκη να χρησιμοποιήσει το πιο πάνω κεφάλαιο, ζήτησε από τους εναγομένους την επιστροφή του εν λόγω χρηματικού ποσού, μαζί με τις οποιεσδήποτε έως τότε οικονομικές αποδόσεις του, πλην όμως οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων, οι οποίοι δεν αρνήθηκαν αρχικά ότι οφείλουν το συνολικό ποσό των 11.500.000 δραχμών, επικαλέστηκαν οικονομική δυσχέρεια, λόγω της πτώσης του χρηματιστηρίου και δεν απέδωσαν το ζητούμενο από τον εφεσίβλητο-ενάγοντα χρηματικό ποσό.

Στις συνεχείς οχλήσεις του εφεσίβλητου-ενάγοντος, οι ανωτέρω πρώτος και δεύτερος των εναγομένων επικαλούνταν την οικονομική αδυναμία, στην οποία περιήλθαν λόγω της πτώσης του χρηματιστηρίου να του επιστρέψουν το χρηματικό ποσό. Μάλιστα τον Αύγουστο 2000, ενεργούντες βάσει σχεδίου για την παράνομη ιδιοποίηση του ανωτέρω ποσού, και με σκοπό να καθησυχάσουν τον εφεσίβλητο-ενάγοντα ότι τα χρήματά του είναι ασφαλή, ο πρώτος εξ αυτών διαβεβαίωσε τον εφεσίβλητο-ενάγοντα ότι έχει καταθέσεις με μεγάλα χρηματικά ποσά στην Κύπρο, που παρέμειναν "εγκλωβισμένα" και χρειάζονταν περισσότερα κεφάλαια για να δυνηθεί να τα απεγκλωβίσει.

Μάλιστα, ο πρώτος εναγόμενος κατάρτισε εξ υπαρχής την ... τραπεζική επιταγή της Ε.Τ.Ε, έκδοσης της εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΡΑΣΟΦΤ", ποσού 52.000.000 δραχμών, που έφερε ως ημερομηνία έκδοσης την 30/10/2000, η οποία ήταν καθ' ολοκληρία πλαστή, όπως αυτό διαπιστώθηκε από την τράπεζα, στην οποία την προσκόμισε ο εφεσίβλητος-ενάγων.

Ο τελευταίος πεισθείς από τις παραπάνω διαβεβαιώσεις και από την επίδειξη και την παράδοση σ' αυτόν της εν λόγω επιταγής, συμφώνησε να παραδώσει επιπλέον το ποσό των 7.000.000 δραχμών, προκειμένου να απεγκλωβιστούν τα χρήματα που, όπως τον διαβεβαίωσε ο πρώτος εναγόμενος, ήταν κατατιθέμενα στην Κύπρο. Την παραπάνω επιταγή των 52.000.000 δραχμών, την παράλαβε ο εφεσίβλητος-ενάγων από τον εκκαλούντα-τρίτο εναγόμενο, στον οποίο την είχε παραδώσει ο πρώτος εναγόμενος, όταν ο εφεσίβλητος είχε επισκεφθεί τον εκκαλούντα στο γραφείο του.

Όταν ο εφεσίβλητος-ενάγων αντιλήφθηκε ότι η επιταγή ήταν πλαστή, πολύ πριν την ημερομηνία που ανέγραφε η επιταγή (δηλαδή 20/10/2000), αναζήτησε επίμονα την επιστροφή των χρημάτων του, τόσο από τους δύο πρώτους εναγομένους όσο και από τον εκκαλούντα-τρίτο εναγόμενο, ο οποίος του είχε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, παραδώσει και την πλαστή επιταγή.

Ο τελευταίος, νοιώθοντας εκτεθειμένος έναντι του εφεσίβλητου, του παρέδωσε την ... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Εργασίας, ποσού 17.000.000 δρχ. έκδοσης 20/10/2000, γνωστοποιώντας του παράλληλα ότι δεν υπάρχουν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή αυτής στον τραπεζικό του λογαριασμό και ότι του παραδόθηκε προς περαιτέρω εξασφάλισή του.

Ο εφεσίβλητος, μάλιστα, ουδέποτε εμφάνισε προς πληρωμή την εν λόγω επιταγή, έτσι ώστε να ικανοποιηθεί η εκ της θετικής του ζημίας απαίτησή του, ούτε δε κατά την περίπτωση που δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά την ημέρα εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα, επιδίωξε προς ευχερή κτήση τίτλου εκτέλεσης, την έκδοση διαταγής πληρωμής.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών τρίτος εναγόμενος παρέστησε ψευδή γεγονότα ως αληθή με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό ή σε τρίτο παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του εφεσίβλητου-ενάγοντος, όπως αυτός με την αγωγή του διατείνεται και συγκεκριμένα ότι η ανώνυμη εταιρεία "UNITRUST ΑΕΛΔΕ" ήταν φερέγγυα, ότι ασχολούταν σοβαρά με χρηματοοικονομικές εργασίες, ότι οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων γνώριζαν σε άριστο βαθμό τα περί επενδύσεων και ότι εάν επένδυε τα χρήματα του στην ανωτέρω εταιρεία θα είχε προκαθορισμένο κέρδος.

Ο εφεσίβλητος-ενάγων πληροφορήθηκε από τη θυγατέρα του, η οποία ήταν τότε στενή φίλη με τη θυγατέρα του εκκαλούντα, ότι ο τελευταίος είχε ήδη επενδύσει το σημαντικό ποσό των 80.000.000 δραχμών, περίπου στην εν λόγω εταιρεία και ότι ήδη είχε αποκομίσει κέρδη από την ανωτέρω επένδυση. Κατόπιν δε αποφάσισε, προσδοκώντας και αυτός να αποκομίσει κέρδη, να επενδύσει στην ανωτέρω εταιρεία, δίνοντας διαδοχικά το συνολικό ποσό των 10.000.000 δραχμών, όπως ειδικότερα ανωτέρω αναφέρεται.

Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο εκκαλών, πριν και κατά την κατάθεση των παραπάνω χρημάτων του στην εταιρεία, ήλθε σε επαφή με τον εκκαλούντα και ότι ο τελευταίος τον έπεισε να επενδύσει στην εταιρεία, στην οποία και ο ίδιος είχε επενδύσει τα χρήματά του. Ο ίδιος ο εφεσίβλητος-ενάγων στην κατάθεσή του, ως πολιτικώς εναγών, στην ποινική δίκη με σαφήνεια καταθέτει ότι η θυγατέρα του είχε μάθει από τη θυγατέρα του εκκαλούντα για την εταιρεία και ότι μετά έμαθε ότι και ο εκκαλών είχε επενδύσει χρήματα στην εταιρεία και είναι και αυτός θύμα, ότι ο δεύτερος εναγόμενος του είπε τηλεφωνικά ότι η εταιρεία είναι φερέγγυα και δεν θα χάσει τα λεφτά του και ότι η κόρη του και η σύζυγός του άκουσαν ότι η εταιρεία είναι φερέγγυα από αυτά που τους έλεγε η κόρη του εκκαλούντα (βλ.

την κατάθεσή του που περιέχεται στα 933/06, 1384/06 πρακτικά και απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών). Αλλά και από την κατάθεση της συζύγου του εφεσίβλητου-ενάγοντος τόσο ενώπιον του ανωτέρω ποινικού Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καθώς και ενώπιον της Πταισματοδίκη (από 5.7.2002 ένορκη εξέταση μάρτυρα) δεν προκύπτει ότι ο εκκαλών, τόσο στην αρχή όσο και κατά την κατάθεση των χρημάτων από τον εφεσίβλητο, δια μέσου της θυγατέρας του στην εταιρεία, είχε επικοινωνήσει με τον εφεσίβλητο και του παρέστησε ψευδώς ο τελευταίος ότι η εταιρεία είναι φερέγγυα και ότι θα έχει προκαθορισμένο κέρδος αν επένδυε τα χρήματά του στην εταιρεία.

Η ανωτέρω μάρτυρας καταθέτει ότι από την κόρη του εκκαλούντος έμαθαν ότι ο τελευταίος επένδυε χρήματα στην εταιρεία και ότι σε λίγο χρονικό διάστημα είχε προκαθορισμένο μεγάλο κέρδος και ότι επηρεασμένη η κόρη της από τις διηγήσεις παρακαλούσε τον πατέρα της (εφεσίβλητο) να της χορηγήσει χρήματα για να επενδύσει και εκείνη.

Η γνωστοποίηση δε αυτής της πληροφορίας από την κόρη του εκκαλούντος προς την κόρη του εφεσίβλητου δεν μπορεί, άνευ ετέρου, να οδηγήσει και στην κρίση τόσο ότι η θυγατέρα του εκκαλούντος ενεργούσε για λογαριασμό του τελευταίου, όσο και ότι αυτός είχε πλησιάσει τον εφεσίβλητο προκειμένου να του παραστήσει ψευδώς ότι η εταιρεία είναι φερέγγυα και ότι στην περίπτωση που επένδυε τα χρήματά του θα είχε μεγάλο προκαθορισμένο κέρδος.

Τέτοιου είδους εμπλοκή του εκκαλούντος δεν προκύπτει. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι, όταν έγινε γνωστό στους πελάτες της εταιρείας ότι η τελευταία δεν διέθετε πλέον ενεργητικό και ότι υπήρχε κίνδυνος να απολέσουν αυτοί τα χρήματα που επένδυσαν στην εταιρεία, οι πρώτος και δεύτερος εναγόμενοι συναντήθηκαν με πελάτες-επενδυτές της εταιρείας και ειδικά με τον εκκαλούντα-τρίτο εναγόμενο, τον εφεσίβλητο και τους Α.

και Ι. Δ., σε καφετέρια στην ... και τους καθησύχασαν λέγοντάς τους, προκειμένου να αποφύγουν τις ποινικές διώξεις εναντίον τους, ότι υπήρχαν αρκετά χρήματα για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις τους, χρήματα που είναι εγκλωβισμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς στην Κύπρο, ζήτησαν δε να οριστεί κάποιος που να τους εκπροσωπεί άτυπα και να επικοινωνεί μαζί με τον πρώτο εναγόμενο.

Επέλεξαν δε αυτοί τον εκκαλούντα-τρίτο εναγόμενο, ως παλαιότερο επενδυτή της εταιρείας, προκειμένου να συνεννοείται άμεσα με τον πρώτο εναγόμενο περί της πορείας των οικονομικών της εταιρείας και της ικανοποίησης των απαιτήσεών τους ... Στο πλαίσιο αυτό, ο πρώτος εναγόμενος παρέδωσε στον εκκαλούντα την παραπάνω πλαστή επιταγή των 52.000.000 δραχμών, χωρίς ο τελευταίος να γνωρίζει ότι αυτή ήταν πλαστή.

Την επιταγή αυτή ο εκκαλών επέδειξε στον εφεσίβλητο και στη σύζυγό του, για να τον καθησυχάσει, πιστεύοντας ότι ενεργεί σωστά καθόσον προσδοκούσε και ο ίδιος να ικανοποιηθεί από την επιταγή αυτή, που πίστευε ότι ήταν γνήσια. Η σύζυγος του εφεσίβλητου παρέλαβε την επιταγή, χωρίς ο εκκαλών να φέρει αντίρρηση, παρά την εντολή που του είχε δώσει ο πρώτος εναγόμενος να επιδεικνύει μεν την επιταγή αλλά να μην την παραδώσει.

Όταν, όμως, διαπιστώθηκε ότι η εν λόγω επιταγή ήταν πλαστή και μετά από πιέσεις του εφεσίβλητου-ενάγοντος, ο εκκαλών εξέδωσε την ανωτέρω επιταγή του των 17.000.000 δραχμών, την οποία, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, παρέδωσε για περαιτέρω εξασφάλιση και την οποία ουδέποτε ο εφεσίβλητος εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα ούτε δε επεδίωξε, στην περίπτωση που αυτή ήταν ακάλυπτη και σφραγιζόταν από την τράπεζα, την έκδοση διαταγής πληρωμής προς κτήση τίτλου εκτελεστού".

Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αρ. 2291/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του αρχικού ενάγοντος και ως προς τον τρίτο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο (πέραν των δύο πρώτων εναγομένων) και δικάζοντας την αγωγή κατά το μέρος αυτό, την απέρριψε ως προς τον αναιρεσίβλητο ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης ή μη ευθύνης από αδικοπραξία (απάτη), πλην των αρχικών δύο πρώτων εναγομένων, και του τρίτου εναγομένου-ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαιτίας της οποίας ο αρχικός ενάγων υπέστη ζημία συνολικού ποσού 17.000.000 δραχμών, οι οποίες αιτιολογίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147 και 149 ΑΚ και 386 ΠΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.

Συγκεκριμένα: Α) Ενώ δέχεται ότι ο αρχικός ενάγων "δια χειρός" της θυγατέρας του κατέθεσε για "επωφελή τοποθέτηση" το ποσό των 5.000.000 δραχμών στο όνομα των πρώτου και δεύτερου των αρχικών εναγομένων, με την παράδοση και οπισθογράφηση στον δεύτερο τούτων της υπ' αρ. ... επιταγής της Ε.Τ.Ε., χωρίς, πριν την κατάθεση αυτή, να έχει έλθει σε οποιαδήποτε επικοινωνία (τηλεφωνική ή προσωπική) με τον τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, για τον οποίο, απλώς, είχε πληροφορηθεί ότι είχε ήδη αποκομίσει σημαντικά κέρδη από τις επενδύσεις του στην ανώνυμη εταιρεία UNITRUST των δύο πρώτων εναγομένων από τη θυγατέρα του Μ.

Τ., που το είχε πληροφορηθεί από τη θυγατέρα του αναιρεσίβλητου Φ. Λ., στη συνέχεια δέχεται: 1) ότι ούτε ο ίδιος ούτε η θυγατέρα του ρώτησαν τόσο τους δύο πρώτους εναγόμενους όσο και τον αναιρεσίβλητο, πού θα επένδυαν τα χρήματα αυτά, εάν θα αγόραζαν μετοχές και τι κέρδος θα προέκυπτε, 2) ότι ο αρχικός ενάγων έλαβε προς εξασφάλισή του από τους εναγόμενους το από 26/5/2000 έγγραφο της ανωτέρω εταιρείας, που υπέγραψε ο πρώτος εναγόμενος με το οποίο αναγνωρίστηκε ότι του οφείλεται το ποσό των 10.000.000 δραχμών για κεφάλαια και των 1.500.000 δραχμών ως κέρδος και 3) ότι ο αρχικός ενάγων ζήτησε το καλοκαίρι του 2000 από τους εναγόμενους την επιστροφή του κεφαλαίου μαζί με τις έως τότε οικονομικές αποδόσεις του, αλλά οι δύο πρώτοι εναγόμενοι δεν το απέδωσαν, επικαλούμενοι οικονομική δυσχέρεια λόγω της πτώσης του χρηματιστηρίου, εμφανίζοντας έτσι τον αναιρεσίβλητο, με την αναφορά στους εναγομένους αδιακρίτως, να χορηγεί μαζί με τους δύο πρώτους εναγομένους το από 26/5/2000 έγγραφο στη θυγατέρα του ενάγοντος και, επί πλέον, ως ένα από τα αρμόδια πρόσωπα, που θα μπορούσε να δώσει στον ενάγοντα πληροφορίες σχετικά με την τοποθέτηση των χρημάτων του, και χωρίς να αιτιολογεί, διαλαμβάνοντας σχετική παραδοχή, ποιος ήταν ο λόγος για τον οποίο ευθέως ο ενάγων αναζήτησε, τον Αύγουστο του 2000, τα χρήματά του από τον αναιρεσίβλητο, με αποτέλεσμα να καθίσταται ασαφές, αν τελικά ο αρχικώς ενάγων είχε ή όχι επικοινωνία με τον αναιρεσίβλητο πριν την παράδοση των χρημάτων του στους δύο πρώτους εναγομένους και, ιδιαίτερα, αν συμμετείχε ή όχι και ο αναιρεσίβλητος στην παράδοση του από 26/5/2000 εγγράφου της εταιρείας, με το οποίο αναγνωρίστηκε ότι του οφείλεται στον ενάγοντα το ποσό των 10.000.000 δραχμών.

Β) Ενώ δέχεται το Εφετείο 1) ότι η ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία UNITRUST, διέκοψε τη λειτουργία της στις 22-7-2000, λόγω της κρίσης του Χρηματιστηρίου, που άρχισε τον Σεπτέμβριο του 1999, και ότι στις 25-2-2000, όταν επένδυσε σε αυτήν τα πρώτα 5.000.000 δραχμές ο αρχικός ενάγων, η κρίση του Χρηματιστηρίου συνεχιζόταν και 2) ότι ο αναιρεσίβλητος άρχισε να επενδύει στην εταιρεία αυτή τον Αύγουστο του 1999, με το συνολικό ποσό της επένδυσής του να ανέλθει στο ποσό των 80.000.000 δραχμών, αποκομίζοντας σημαντικά κέρδη, και, ακόμη, ότι και αυτός θεωρούσε τον εαυτό του "θύμα", έχοντας και ο ίδιος απαίτηση κατά των δύο πρώτων εναγομένων, δεν διαλαμβάνει σχετικές παραδοχές για τον χρόνο κατά τον οποίο απώλεσε τα χρήματα που είχε επενδύσει ο αναιρεσίβλητος, ενόψει και της ανωτέρω παραδοχής για παρατεταμένη κρίση του Χρηματιστηρίου, με αποτέλεσμα, λόγω των, κατ' αρχάς, αντιφατικών αυτών παραδοχών περί "σημαντικών κερδών" και "θύματος", να είναι ασαφές, αν ήταν αληθινή ή όχι η αναφορά της θυγατέρας του αναιρεσίβλητου προς τη θυγατέρα του αρχικού ενάγοντος, στις αρχές του έτους 2000, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσίβλητος είχε εμπιστευθεί στους δύο πρώτους εναγομένους το ποσό των 80.000.000 δραχμών και ήδη είχε αποκομίσει σημαντικά κέρδη, ενόψει και του αγωγικού ισχυρισμού ότι ο αρχικός ενάγων εξαπατήθηκε από τους εναγόμενους "δια της θυγατέρας του αρχικού τρίτου εναγομένου" - (ήδη αναιρεσιβλήτου), που ενεργούσε σε συνεργασία και συνεννόηση με αυτούς.

Γ) Ενόψει των πιο πάνω ασαφών αιτιολογιών, καθίσταται ασαφής, λόγω περαιτέρω ανεπαρκούς αιτιολογίας, και η περαιτέρω παραδοχή της απόφασης αναφορικά με τη σχέση του αναιρεσιβλήτου με τους δύο πρώτους εναγομένους κατά το χρονικό διάστημα από τους καλοκαιρινούς μήνες του έτους 2000, όταν ο ενάγων ζήτησε το ποσό των 10.000.000 δραχμών που είχε μέχρι τότε καταβάλει, και εφεξής, αφού δεν προκύπτει με βεβαιότητα, αν ο αναιρεσίβλητος ήταν εκπρόσωπος των επενδυτών, στους οποίους οφείλονταν χρήματα, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος και δέχθηκε το Εφετείο ή, αντιθέτως, ήταν συνεργάτης των δύο πρώτων εναγομένων, ο οποίος ήταν συμμέτοχος στην εξαπάτηση του ενάγοντος, όπως αυτός ισχυρίζεται με την αγωγή του και συνεπώς εάν ο τρίτος αναιρεσίβλητος ευθύνεται για την εις βάρος του ενάγοντος αδικοπραξία.

Ειδικότερα, ενώ υπάρχει παραδοχή ότι ο πρώτος εναγόμενος έδωσε στον αναιρεσίβλητο, ως εκπρόσωπο των ανωτέρω επενδυτών, την πλαστογραφημένη από τον ίδιο επιταγή των 52.000.000 δραχμών για να την επιδεικνύει στους επενδυτές και ο ίδιος δεν γνώριζε την πλαστότητα και ότι, ακολούθως, μετά την επίδειξη της επιταγής αυτής πείσθηκε ο ενάγων να δώσει το ποσό των 7.000.000 δραχμών προκειμένου να απεγκλωβισθούν οι "εγκλωβισμένες" καταθέσεις στην Κύπρο, δεν αιτιολογείται: 1) γιατί ο αναιρεσίβλητος αποδέχθηκε την "εντολή" του πρώτου εναγόμενου μόνο να επιδεικνύει την επιταγή και να μην την παραδίδει προς έλεγχο, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, αυτός ήταν εκπρόσωπος των επενδυτών, που απαιτούσαν τα χρήματά τους και όχι συνεργάτης των δύο πρώτων εναγομένων, 2) γιατί δεν προέβη ο ίδιος σε έλεγχο της εγκυρότητας της επιταγής, αφού και ο ίδιος, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ήταν από τους επενδυτές, στους οποίους οφείλοντο χρήματα και ήταν εύλογο να προβεί ο ίδιος στον έλεγχό της, 3) γιατί μετά την αποκάλυψη της πλαστότητας της επιταγής από τον ενάγοντα ένιωσε ο ίδιος προσωπικά ο αναιρεσίβλητος "εκτεθειμένος" έναντι του ενάγοντος, 4) γιατί ο αναιρεσίβλητος δεν στράφηκε κατά των δύο πρώτων εναγομένων για την πλαστή επιταγή, όταν, κατά της παραδοχές της απόφασης, πληροφορήθηκε την πλαστότητά της, αλλά αντίθετα ο ίδιος έδωσε στον ενάγοντα "για περαιτέρω εξασφάλισή του" μία δική του επιταγή της Τράπεζας Εργασίας έκδοσης 20/10/2000 και ποσού 17.000.000 δραχμών, 5) γιατί η επιταγή αυτή που έδωσε δεν ήταν έστω ποσού 7.000.000 δραχμών, ώστε να είναι ισόποση με το ποσό των 7.000.000 δραχμών, που είχε δώσει ο ενάγων μετά την επίδειξη από τον αναιρεσίβλητο της πλαστής επιταγής ποσού 52.000.000 δραχμών και κατά το οποίο μόνο θα μπορούσε να νιώσει υπεύθυνος αυτός, αλλά αφορούσε το συνολικό ποσό που είχε καταβάλει ο ενάγων και ανήρχετο κατά τις παραδοχές της απόφασης ακριβώς σε (5.000.000 + 5.000.000 + 7.000.000 =) 17.000.000 δραχμές, 6) ποίο ήταν το περιεχόμενο "της εξασφάλισης" για την οποία δόθηκε από τον αναιρεσίβλητο στον ενάγοντα η ως άνω επιταγή του ποσού 17.000.000 δραχμών και 7) με ποίο τρόπο συνδέονται με τα καθήκοντα του αναιρεσιβλήτου ως εκπροσώπου των επενδυτών, στους οποίους οφείλοντο χρήματα, ο μη έλεγχος από τον αναιρεσίβλητο της πλαστότητας της επιταγής των 52.000.000 δραχμών, με την επίδειξη της οποίας πείσθηκε ο ενάγων να καταβάλει το τελευταίο ποσό των 7.000.000 δραχμών, και η συνακόλουθη παράδοση από αυτόν στον ενάγοντα της προσωπικής του επιταγής ποσού 17.000.000 δραχμών για εξασφάλιση.

Λόγω των πιο πάνω, ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αυτών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει με σαφήνεια, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ότι ο αναιρεσίβλητος δεν εξαπάτησε τον ενάγοντα από κοινού με τους δύο πρώτους εναγόμενους, και συνεπώς δεν τέλεσε την επίδικη αδικοπραξία σε βάρος του και άρα δεν ευθύνεται να αποζημιώσει τον ενάγοντα και ήδη τους κληρονόμους του.

Επομένως, οι τέσσερις πρώτοι λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.

Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθεί ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, η εξέταση του οποίου παρέλκει, γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω λόγων, που κρίθηκαν βάσιμοι, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3 εδ.

γ' και δ', όπως ισχύει, 570 παρ. 2 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση στην ουσία της, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. γ’ ΚΠολΔ υποχρέωσης του Αρείου Πάγου για εκδίκαση της υπόθεσης κατ’ ουσία μετά τη δεύτερη αναίρεση, θα πρέπει μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας.

Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται στο ίδιο τμήμα, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ. Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ’ ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β’ ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση, συζήτηση της υπόθεσης κατ’ ουσία, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 131/2022, ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 87/2019).

Επομένως, εφόσον στην κρινόμενη υπόθεση, κατά παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, αναιρείται η υπ’ αριθ. 1308/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε μετά από αναίρεση, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί, από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων.

Τέλος πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ. και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.

Πολ. Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1308/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο, η οποία θα λάβει χώρα σε νέα συζήτηση της υπόθεσης, ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ