Supreme Court dismisses appeal against single-instance court ruling on lawyer fees for social security entity.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Social Security Institute against a first-instance judgment awarding specific fees to a lawyer. The court found that the single-instance court correctly applied substantive law regarding fee structures for lawyers representing social security bodies without written agreements. Consequently, the Supreme Court rejected the arguments claiming erroneous legal application and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 560(1)(a) and 19(1)(b) of the Code of Civil Procedure; Article 19 of Law 2556/1997; Article 1117864/2297/Α0012/7-12-2007: An appeal against a single-instance judgment is admissible only if a substantive law rule was violated, and in cases involving lawyers representing social security entities, fees are determined by specific regulations or the Code of Lawyers unless a written agreement exists.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 889 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 889/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά - Εισηγήτρια και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) με την ιδιότητα του ως καθολικού διαδόχου του νπδδ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), και ήδη μετονομασθείς σε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e - Ε.Φ.Κ.Α.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κατσανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ. του Σ., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε για τον εαυτό της με την ιδιότητα της δικηγόρου, με δήλωση του άρθου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. .
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 521/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 27/10/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του εναγομένου προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 521/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την ειδική διαδικασία των άρθρων 678 - 681 ΚΠολΔ πριν την κατάργησή του με τον Ν. 4335/2015, ασκήθηκε απ' αυτήν με αριθμ. καταθ. 197/2017, κατά της 91/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών. Με την τελευταία αυτή πρωτόδικη απόφαση που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και των ίδια ως άνω διαδικασία είχε γίνει δεκτή, η υπ' αριθμ. καταθ. 807/30-12-2014 αγωγή της αναιρεσίβλητης - εφεσίβλητης - ενάγουσας που ζητούσε να της επιδικασθούν διαφορές αποδοχών για τα έτη 2009, 2010, 2011, 2012, 2015, ύψους 16167 ευρώ, μεταξύ των καταβληθεισών και νομίμων αμοιβών της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίστασης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικούς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάση, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη ή η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.
ΑΠ 9/2016, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 401/2019, ΑΠ 293/2018).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά του, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
ΑΠ 15/2006). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016).
Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί εφόσον δεν ιδρύουν λόγους αναίρεσης από το 560.
Τέλος ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται, όπως προαναφέρθηκε στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, έτσι προϋποθέτει κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας, ενώ δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη, ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αφορά την απόφαση κατά το μέρος, με το οποίο η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του δικογράφου της ή ως μη νόμιμη και ως προς αυτό το Δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία της υπόθεσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 91 παρ. 1 του ΝΔ 3026/1954 "περί κώδικος Δικηγόρων", όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, πριν την αντικατάσταση του με το Ν. 4194/2013 (έναρξη ισχύος από 27-9-2013), ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, εκτός από την δικαστηριακή ή άλλη δαπάνη, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων, και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 92 παρ. 1 "Τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνία μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλης πάσης φύσεως νομικά εργασίας, εν ουδεμία όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπται των εις τα άρθρα 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής.
Πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος, ανεξαρτήτως χρόνο συνάψεώς της". Το άρθρο 92 παρ. 1 τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 παρ. 6 του ν. 3919/2011 και προβλέπει τα εξής: "1. Τα της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζονται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία τούτου και του εντολέως του ή του αντιπροσώπου αυτού, η οποία περιλαμβάνει είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσεως νομικές εργασίες, οριζόμενες από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου ως υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή της δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, καθώς και την διενέργεια εξωδικαστικών νομικών εργασιών, παύουν να ισχύουν.
Στην περίπτωση που δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζόμενων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, ισχύουν οι οριζόμενες σύμφωνα με τα κατωτέρω νόμιμες αμοιβές. Με βάση τις νόμιμες αμοιβές διενεργείται από τα Δικαστήρια η επιδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και η εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών στην περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία περί αμοιβής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 178 παράγραφος 1.
Επίσης βάσει αυτών προσδιορίζεται η αμοιβή του διοριζόμενου Δικηγόρου υπηρεσίας επί παροχής νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 (ΦΕΚ 24 Α") ή επί διορισμού Δικηγόρου κατά το άρθρο 200 του ΚΠολΔ σε περίπτωση παροχής ευεργετήματος πενίας ή επί αυτεπάγγελτου διορισμού Δικηγόρου σε ποινικές υποθέσεις. Όπου στις διατάξεις των άρθρων 98-2012, 104-123, 125-134, 139-156, 167 και 169 του παρόντος Κώδικα, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου, που περιέχει ρύθμιση περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, γίνεται αναφορά σε "ελάχιστα όρια αμοιβών" ή "ελάχιστες αμοιβές" ή "αμοιβές", νοούνται εφεξής οι "νόμιμες αμοιβές" κατά την έννοια των προηγούμενων εδαφίων.
Τα ελάχιστα όρια αμοιβών, που προβλέπονταν από τη διάταξη του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση της με το άνω άρθρ. 5 παρ. 6 του ν. 3919/2011, ήταν δεσμευτικά και για τις συμφωνίες μεταξύ δικηγόρου και εντολέα του περί καθορισμού της αμοιβής του, με την έννοια ότι δεν μπορούσε να συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή.
Ήδη, μετά την τροποποίηση της διάταξης αυτής παρέχεται η ευχέρεια ελεύθερης διαπραγμάτευσης και καθορισμού της αμοιβής του δικηγόρου χωρίς δέσμευση από ελάχιστα όρια. Εφόσον όμως υπάρχει τέτοια συμφωνία, τότε η αμοιβή του δικηγόρου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τα προβλεπόμενα ελάχιστα όρια, στα οποία πλέον ορίζονται ως "νόμιμες αμοιβές".
Περαιτέρω, με το άρθρο 7 του ν. 2523/1999 "Απλοποιήσεις και ελαφρύνσεις στη φορολογία εισοδήματος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 249) όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, ορίζεται ότι "2. Για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, για τη σύμπραξη τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθώς και για κάθε άλλη νομική υπηρεσία, που παρέχουν αυτοί στον εντολέα τους, καθορίζεται το μήνα Δεκέμβριο κάθε δεύτερου έτους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδας, ελάχιστη αμοιβή, ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της Χώρας....".
Η ισχύς της παραπάνω διάταξης σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 12 του ν. 2873/2000 άρχισε από το έτος 2000, το οποίο και λογίσθηκε ως πρώτο έτος για την έναρξη της περιόδου που ορίζεται σ' αυτή. Εν συνεχεία κατ' εξουσιοδότηση του παραπάνω άρθρου εκδόθηκαν οι 1007604/132/Α0012/2000, 1314/2000, 1085081/1473/Α0012/2003 και 1117864/2297/Α0012/2007 αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, οι οποίες κινούνται μέσα στα όρια της παρεχόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2753/1999 εξουσιοδότησης και είναι σύμφωνες με το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος καθόρισε δε τα ελάχιστα όρια αμοιβών των δικηγόρων όλης της χώρας όχι μόνο για τις "παραβιάσεις" ενώπιον των δικαστηρίων και τη σύμπραξή τους για εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, αλλά και για κάθε "νομική υπηρεσία" μεταξύ των οποίων και για τη σύνταξη δικογράφων που απευθύνονται στα πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια.
Έτσι οι αμοιβές των δικηγόρων για τις παραπάνω νομικές υπηρεσίες ρυθμίζονται, κατά τα κατώτερα όρια τους, από τις διατάξεις των παραπάνω υπουργικών αποφάσεων, παράλληλα με εκείνες του "Κώδικα περί Δικηγόρων" (ν.δ. 3026/1954), με την έννοια ότι κάθε φορά οφείλεται η μεγαλύτερη καθοριζόμενη με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων ή της ΚΥΑ ελάχιστη αμοιβή, χωρίς να αποκλείεται η, κατόπιν προγενέστερης ειδικής συμφωνίας, καταβολή υψηλότερης ή και χαμηλότερης αμοιβής από την οριζόμενη.
Τα παραπάνω ισχύουν και για τους δικηγόρους, που ενεργούν ως εντολοδόχοι του ΙΚΑ και δεν αμείβονται με πάγια αντιμισθία, αφού ως προς αυτούς δεν γίνεται διάκριση ή εξαίρεση με το ν. 2753/1999, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που ρυθμίζουν την αμοιβή των Δικηγόρων του Δημοσίου με βάση το πάγιο ελάχιστο όριο που προβλέπεται στον Κώδικα Δικηγόρων ακόμα και για τις εργασίες, για τις οποίες από τις διατάξεις του ίδιου Κώδικα η αμοιβή ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υπόθεσης (ΑΠ 713/2018, ΑΠ 318/2007, ΑΠ 920/2006).
Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 13 του ν.δ. 2698/1953 περί διοικήσεως του ΙΚΑ κ.λ.π. ορίζεται ότι: "Εις α υποκαταστήματα, γραφεία ή παραρτήματα του ΙΚΑ δεν ευσταθούν δικαστικά γραφεία ορίζεται δι' αποφάσεως του διοικητού του ιδρύματος, μετά γνώμην του νομικού συμβούλου, εις δικηγόρος, εις ον ανατίθενται η ενώπιον των δικαστηρίων και δικαστικών αρχών εν γένει της έδρας τους παράστασις και υπεράσπισις των συμφερόντων του ιδρύματος, επί πασών των δικαστικών υποθέσεων αυτού.
Επιτρέπεται όμως συντρεχόντων εξαιρετικών λόγων, εξουσιοδότησις υπό του διοικητού, μετά γνώμην του νομικού συμβούλου και ετέρου δικηγόρου ως προς ορισμένην υπόθεσιν. Οι δικηγόροι ούτοι, φέροντες τον τίτλον δικηγόροι του ΙΚΑ αμείβονται επί μηνιαία αντιμισθία οριζομένη υπό του Δ.Σ. ή επί τη βάσει των κατωτάτων ορίων των αμοιβών δικηγόρων κατά τον δικηγορικόν κώδικα ή και κάτω αυτών κατόπιν ειδικής συμφωνίας.
Δεν δικαιούνται όμως αμοιβής δια τας παρεχομένας δικηγορικάς συμβουλάς. Αι σχέσεις, αύται διέπονται υπό του Αστικού Κώδικος". Και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2556/1997 "Οι διοικητές των αφαλιστικών οργανισμών ΙΚΑ και ΤΕΒΕ (....) μετά από σύμφωνη γνώμη των διοικητικών τους συμβουλίων, μπορούν να αναθέτουν κατά περίπτωση δικαστικές υποθέσεις ασφαλιστικής και οικονομικής φύσης σε ιδιώτες δικηγόρους για την διεκπεραίωση τους.
Η αμοιβή για τις παραπάνω περιπτώσεις καθορίζεται με απόφαση των διοικητικών τους συμβουλίων.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχόμενου της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικηγόρος, αμειβόμενη ανά υπόθεση, εκτέλεσε και εντολή του εναγομένου ΙΚΑ, ειδικός διάδοχος του οποίου είναι ο αναιρεσείων, με το οποίο δεν είχε καταρτιστεί γραπτή συμφωνία για την αμοιβή της τις εκεί λεπτομέρειες αναφερόμενες δικαστικές εργασίες, οι οποίες δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον.
Ότι για τις εργασίες αυτές δικαιούται την αμοιβή που καθορίζεται συνδυαστικά με την ως άνω ΚΥΑ 1117864/2297/Α0012/7-12-2007 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και τις παραπάνω διατάξεις του Κώδικος των Δικηγόρων όπως ίσχυαν κατά τον ένδικο χρόνο. Κατόπιν αυτού, δέχθηκε ότι ορθώς το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε υπολογίσει τις διαφορές μεταξύ αφ' ενός των υπέρτερων, νομίμων αμοιβών, τις οποίες δικαιούνται η ενάγουσα για τις παρασχεθείσες νομικές υπηρεσίες προς το εναγόμενο κα'τα τον ένδικο χρόνο των ετών 2009-2010-2011-2012-2013 και απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της εκκαλουμένης απόφασης 91/2016 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών.
Με την κρίση αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και με επαρκείς αιτιολογίες υπήγαγε σ' αυτές τις ουσιαστικές του παραδοχές. Επομένως, οι σχετικοί, αντίστοιχα, λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τους οποίους μέμφεται των προσβαλλόμενων ότι με εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ανεπαρκείς αιτιολογίες δεν δέχθηκε ότι η ενάγουσα δικηγόρος δικαιούνται τις νόμιμες αμοιβές της στο ήμισυ ύστερα από σχετική συμφωνία πως, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί αυτή και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ.176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27/10/2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 521/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ