Legislator Giurisprudenza & Legislazione
888/2021 Generato dall'IA

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of foreclosure claim due to lack of standing.

Numero d'incarto 888/2021
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Accolto (Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a First Instance Court of Appeal decision that had dismissed a foreclosure lawsuit. The appellant argued the lower court erred in rejecting the claim based on the defendant's lack of passive standing, incorrectly attributing standing to the bank instead of the debtor. The Court found this error violated procedural laws regarding the debtor's right to claim interest on the auction proceeds, ordering the case remitted for retrial.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 317, 904 of the Civil Code and Articles 68, 1018 of the Code of Civil Procedure; The debtor, as an unsecured creditor, has the right to sue for the remaining balance of auction proceeds and the Court erred in denying standing to the debtor while granting it to the bank.

Parole chiave

Generato dall'IA
foreclosure proceedings passive standing auction proceeds interest claims civil procedure remittal for retrial unsecured creditor

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 317 of the Civil Code
Article 904 of the Civil Code
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 1018 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 888 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 888 /2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσς: Δ. Β. του Χ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μπιλίση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Λ., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/11/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2334/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1745/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/9/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 10259Γ/28.2.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της δικαστικής περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ. Μ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 20.9.2019 αίτησης αναίρεσης κατά της 1745/2018 απόφασης του Α' Τμήματος του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Α1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7.12.2020), καθώς και κλήση της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον τελευταίο. Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, σαν να ήταν παρών (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ.2).

Με την από 20.9.2019 και με αριθ. κατάθ. 314/2.10.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1745/5.7.2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν ασκηθείσας έφεσης της τότε εκκαλούσας-ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 2334/23.3.2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της κατά του τότε εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου ως μη νόμιμη, ενώ στη συνέχεια με την αναιρεσιβαλλόμενη ως άνω απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε μεν τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 27.9.2016 και με αριθ. κατάθ.2155/27.9.2016 έφεση της πρώτης, εξαφανίσθηκε η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του τότε εναγομένου-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1018 ΚΠολΔ, και όπως τούτο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 176 παρ. 3 του Ν. 4512/2018, "σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός ακυρώθηκε και διενεργηθεί νέος η απαίτηση του υπερθεματιστή του πλειστηριασμού που ακυρώθηκε να αναλάβει το πλειστηρίασμα που διανεμήθηκε κατατάσσεται μετά τα έξοδα της εκτέλεσης του νέου πλειστηριασμού και πριν από τις απαιτήσεις των άρθρων 975, 976, 1007, 1012 παρ. 4 και 1015 παρ. 4.

Για να ικανοποιηθεί αυτή η απαίτηση, ο υπερθεματιστής μπορεί να επισπεύσει πλειστηριασμό με βάση την απόφαση που ακύρωσε την εκτέλεση και πιστοποίηση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ότι το πλειστηρίασμα έχει καταβληθεί και διανεμηθεί". Κατά τη διάταξη του άρθρου 1005 παρ. 3 εδ α' ΚΠολΔ "η καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή επιφέρει απόσβεση της υποθήκης ή προσημείωσης που υπάρχει πάνω στο ακίνητο", κατά δε το εδ.

γ' της ίδιας παραγράφου "αν ο πλειστηριασμός ακυρωθεί, αναβιώνουν αυτοδικαίως οι υποθήκες και οι προσημειώσεις που εξαλείφθηκαν...". Στην περίπτωση ακύρωσης του πλειστηριασμού μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή, την παράδοση σ' αυτόν των πλειστηριασθέντων πραγμάτων και τη διανομή του πλειστηριάσματος στους δανειστές, ο πλειστηριασμός, καθώς και οι συναρτώμενες με αυτόν παραπάνω σχετικές πράξεις, ως κατάληξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας των πλειστηριασθέντων στον υπερθεματιστή και η καταβολή (διανομή) του πλειστηριάσματος θεωρείται πλέον ότι δεν έγιναν (ΑΚ 180, 184) και αίρονται αναδρομικώς οι συνέπειές τους.

Ειδικότερα, σε σχέση με την παροχή του υπερθεματιστή κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού, δηλαδή την καταβολή του πλειστηριάσματος, που ακολούθως διανεμήθηκε στους δανειστές, επέρχεται, ως συνέπεια του ακυρωθέντος πλειστηριασμού, η απόσβεση (αναδρομικώς) της υποχρέωσής του τελευταίου να καταβάλει τούτο, αλλά και η ανατροπή των αποσβεστικών αποτελεσμάτων της καταβολής και διανομής του πλειστηριάσματος.

Δηλαδή με την ακύρωση του πλειστηριασμού επέρχεται η ανατροπή της απόσβεσης του χρέους του οφειλέτη, το οποίο αναβιώνει έκτοτε και αντίστοιχα η επανάκτηση των απαιτήσεων των δανειστών, που εισέπραξαν το πλειστηρίασμα και διατηρούν ακέραια την απαίτησή τους κατά του οφειλέτη. Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι σε περίπτωση πλειστηριασμού που επισπεύδεται και από δανείστρια τράπεζα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ 17-7/13.8.1923, αν ακολουθήσει ακύρωσή του και συνακόλουθα και της προς καταβολή του πλειστηριάσματος απαίτησης, αναβιώνει αναδρομικά το χρέος του οφειλέτη και η απαίτηση του επισπεύδοντος, η οποία (απαίτηση) παραμένει αλώβητη, σε όλη της την έκταση.

Αντίστοιχα ο υπερθεματιστής, ο οποίος σε εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από τον πλειστηριασμό κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δικαιούται, με βάση την απορρέουσα από το άρθρο 904 ΑΚ αρχή ότι τα καταβληθέντα προς εκπλήρωση άκυρης σύμβασης αναζητούνται, να απαιτήσει την απόδοση τούτου με αγωγή απευθυνόμενη όχι κατά του οφειλέτη, ο οποίος μετά την κήρυξη άκυρου του πλειστηριασμού δεν απαλλάσσεται από τα χρέη του, αλλά πρωτίστως κατά της τράπεζας που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και των λοιπών πιστωτών που τυχόν εισέπραξαν το πλειστηρίασμα, οι οποίοι στην περίπτωση αυτή έλαβαν τα χρήματα που εισέπραξαν χωρίς αιτία και διατηρούν συγχρόνως λόγω της ανατροπής, και τις απαιτήσεις τους κατά του οφειλέτη.

Ο υπερθερμαστής δικαιούται, πάντως, να στραφεί κατά του οφειλέτη μόνον εάν και εφόσον ο τελευταίος εισέπραξε το υπόλοιπο, που απέμεινε μετά την ικανοποίηση των αξιώσεων των δανειστών. Η ρύθμιση δεν είναι αντίθετη με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1018 ΑΚ, καθ' όσον όπως προκύπτει από την γραμματική διατύπωση της διάταξης αυτής, που εισήχθη το πρώτον με τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 9 του Ν. 958/1971 αλλά και από το σκοπό της, που συνίσταται κατά την οικεία αιτιολογική έκθεση "...στην προστασία του καταβαλόντος το πλειστηρίασμα υπερθεματιστού εν ακυρότητι του πλειστηριασμού ...

καθόσον υπό το (μέχρι τότε) κρατούν νομικόν καθεστώς, ο υπερθεματιστής εις περίπτωσιν ακυρώσεως του πλειστηριασμού μετά την διανομήν του πλειστηριάσματος, έμενεν απροστάτευτος έναντι των μετασχόντων της διανομής, εις περίπτωσιν αφερεγγυότητας τούτων και εν πάση περιπτώσει ήτο υποχρεωμένος να διεξαγάγη δικαστικόν αγώνα δια να αναλάβει τα καταβληθέντα", αφ' ενός μεν αναγνωρίσθηκε ύπαρξη απευθείας αξίωσης του υπερθεματιστή για επίσπευση πλειστηριασμού στο ίδιο το πλειστηριασθέν ακύρως πράγμα, με βάση αυτήν την ίδια την ακυρωτική του πλειστηριασμού απόφαση και με πιστοποίηση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού που τον διενήργησε περί καταβολής και διανομής του πλειστηριάσματος και αφ' ετέρου προικοδοτήθηκε η απαίτηση του αυτή, τόσο με ειδικό προνόμιο, κατισχύον έναντι κάθε άλλου ειδικού ή γενικού προνομίου επί του πλειστηριασμένου αντικειμένου, όσον και με ιδιώνυμο εκτελεστό τίτλο, δηλαδή την ίδια την απόφαση που ακύρωσε την εκτέλεση, έτσι ώστε να δύναται αυτός το συντομότερο δυνατόν να αναλάβει το πλειστηρίασμα που κατέβαλε.

Ο κατά την ανωτέρω διάταξη "νέος πλειστηριασμός" απευθύνεται εναντίον του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη και έχει ως αντικείμενο το πλειστηριασθέν πράγμα, αφού μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού, αυτό ανήκει και πάλι στον οφειλέτη, χωρίς να αποκλείεται η διακριτική ευχέρεια του υπερθεματιστή να στραφεί κατά των πιστωτών, στους οποίους διανεμήθηκε το πλειστηρίασμα και οι οποίοι στην περίπτωση αυτή έλαβαν χωρίς αιτία τα χρήματα που εισέπραξαν και να επιδιώξει με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, την απόδοση του καταβληθέντος πλειστηριάσματος, όπως γινόταν δεκτό μέχρι την εισαγωγή του προαναφερόμενου άρθρου στον ΚΠολΔ.

Η διάταξη του άρθρου 1018 ΚΠολΔ θεσπίσθηκε για τη διευκόλυνση του υπερθεματιστή με πρόσφορο και ταχύτερο ένδικο βοήθημα να αναλάβει τα ποσά του πλειστηριάσματος, που συνήθως διανέμονται σε περισσότερους δανειστές του καθ' ού η εκτέλεση και για το λόγο αυτό καθίσταται δυσχερής η ικανοποίησή του και για την προστασία του από την αφερεγγυότητα των τελευταίων (ΟλΑΠ 5/2018).

Το δικαίωμα του υπερθεματιστή να αξιώσει το πλειστηρίασμα που καταβλήθηκε από αυτόν, χωρίς όμως να λάβει το πράγμα που πλειστηριάστηκε, στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ). Ο υπερθεματιστής, όταν επισπεύδει πλειστηριασμό ο ίδιος με βάση το άρθρο 1018 ΚΠολΔ, δικαιούται να αξιώσει προνομιακά και από τον καθ`ού η εκτέλεση, στο πλαίσιο της νέας εκτελεστικής διαδικασίας, μόνο το κεφάλαιο της απαίτησης (ανάληψη πλειστηριάσματος).

Και ναι μεν είναι γεγονός ότι ο υπερθεματιστής δικαιούται και τους τόκους του επί του καταβληθέντος πλειστηριάσματος, αφότου η δικαστική απόφαση περί ακύρωσης του πλειστηριασμού κατέστη τελεσίδικη και επιδόθηκε, χρονικό σημείο από το οποίο ο υπόχρεος καθού η εκτέλεση γνωρίζει την γέννηση της σχετικής αξίωσης του υπερθεματιστή για επιστροφή του πλειστηριάσματος (άρθρο 912 παρ. 2 του ΑΚ), όχι όμως προνομιακά, όπως το καταβληθέν πλειστηρίασμα, με βάση τη διάταξη του άρθρου 1018 του ΚΠολΔ, αλλά ως ανέγγυος πιστωτής, που μπορεί να ασκήσει κατά του καθού η εκτέλεση σχετική αγωγή, και ιδίως στην περίπτωση που ο τελευταίος εισέπραξε το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, μετά την ικανοποίηση των δανειστών.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Διάταξη ουσιαστικού δικαίου είναι και η διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ (ΑΠ 468/2010). Έτσι, αφού η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον που θεμελιώνονται στην ανωτέρω διάταξη, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 321/2017, ΑΠ 2029/2014, 980/2014, 712/2014, 481/2012, 1780/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την από 23.11.2015 αγωγή της, και όπως το δικόγραφο αυτής παραδεκτά διορθώθηκε ως προς το ποσό της κυρίως προβαλλόμενης απαίτησής της με τις νομότυπα πρωτοδίκως κατατεθειμένες προτάσεις της, με την οποία εξέθετε ότι κατά τον από 20.9.2000 πλειστηριασμό της περιγραφόμενης ακίνητης περιουσίας του εναγόμενου-καθού η εκτέλεση και ήδη αναιρεσίβλητου ανακηρύχθηκε υπερθεματίστρια, προς τούτο δε συντάχθηκε από την αναφερόμενη υπάλληλο του πλειστηριασμού η αναφερόμενη περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, που μεταγράφηκε νόμιμα, μετά την εκ μέρους της καταβολή του πλειστηριάσματος ποσού 42.365.000 δραχμών, ήδη 124.328,00 ευρώ, το οποίο διανεμήθηκε εξ ολοκλήρου για την κάλυψη των εξόδων εκτέλεσης και την ικανοποίηση των απαιτήσεων των αναγγελθέντων δανειστών.

Ότι μετά την άσκηση ανακοπής από τον αναιρεσίβλητο, ακυρώθηκε ο εν λόγω πλειστηριασμός με τη με αριθμό 23909/22.8.2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επικυρώθηκε με τη με αριθμό 1929/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την ασκηθείσα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης έφεσή της.

Ότι επέσπευσε νέο πλειστηριασμό της ίδιας ακίνητης περιουσίας του αντιδίκου της, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1018 ΚΠολΔ, στον οποίο αναγγέλθηκε για την ικανοποίηση απαίτησής της ποσού 124.328,00 ευρώ, ήτοι του πλειστηριάσματος που είχε καταβάλει για τον ανωτέρω ακυρωθέντα πλειστηριασμό, και ποσού 96.124,00 ευρώ για νόμιμους τόκους υπερημερίας επί του ως άνω κεφαλαίου, με έναρξη τοκοφορίας από την επομένη της έκδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης ακύρωσης του πλειστηριασμού.

Ότι στο δεύτερο αυτό πλειστηριασμό κατατάχθηκε προνομιακά για το σύνολο της εκ κεφαλαίου απαίτησής της και για μέρος της εκ τόκων απαίτησής της ύψους 65.264,00 ευρώ, λόγω ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος, πλην, όμως, η κατάταξή της για τους τόκους προσβλήθηκε με νέα ανακοπή του αντιδίκου της, η οποία αρχικά απορρίφθηκε, αλλά τελικά έγινε δεκτή με τη με αριθμό 1742/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που διέταξε την εκ μέρους της απόδοση στον αναιρεσίβλητο του ποσού των 65.264,00 ευρώ, που ήταν το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, μετά την προνομιακή κατάταξή της για το κεφάλαιο της απαίτησής της και η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος είχε κατατάξει παρά το νόμο αυτή στο ποσό αυτό για την ικανοποίηση της απαίτησής της για τους τόκους του κεφαλαίου της.

Ότι σε βάρος του τελευταίου διατηρεί απαίτηση αφενός εκ τόκων επί του ανωτέρω κεφαλαίου ποσού 89.145,64 ευρώ, με έναρξη τοκοφορίας από την επομένη της έκδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης ακύρωσης του παραπάνω πλειστηριασμού, άλλως ποσού 86.693,14 ευρώ, με έναρξη τοκοφορίας από την επομένη της επίδοσης σ' αυτόν της έφεσής της κατά της ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης, ήτοι από τις 26.10.2002, και λήξη της τοκοφορίας με την καταβολή σ' αυτήν του κεφαλαίου της απαίτησής της από την υπάλληλο του πλειστηριασμού στις 24.4.2009, αφετέρου από τις επιδικασθείσες υπέρ αυτής και σε βάρος του αντιδίκου της, στις αναφερόμενες μεταξύ τους δίκες, δικαστικές δαπάνες, συνολικού ποσού 3.620 ευρώ, ήτοι συνολικά 92.765,64 ευρώ, άλλως 90.313,00 ευρώ.

Ότι με την αναφερόμενη εξώδικη πρότασή της, που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 23.10.2014, πρότεινε σε συμψηφισμό της συνολικής κατ' αυτής αναφερόμενης απαίτησης του αντιδίκου της (απόδοσης εισπραχθέντων τόκων), συνολικού ποσού 69.984,00 ευρώ, την παραπάνω ανταπαίτησή της, με συνέπεια την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεών τους κατά το μέτρο που αυτές αλληλοκαλύπτονται, ώστε απομένει υπόλοιπο υπέρ αυτής ανερχόμενο στο ποσό των 22.781,64 ευρώ, άλλως 20.349,00 ευρώ, που αφορά σε μέρος της εκ τόκων απαίτησής της και στην εκ δικαστικών δαπανών απαίτησή της.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο αντίδικός της εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος να της καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό των 22.781,64 ευρώ, άλλως 20.349,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2334/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε αυτήν (αγωγή) ως μη νόμιμη.

Κατά της τελευταίας απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε την από 27.9.2016 έφεσή της, προβάλλοντας ως λόγους την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι η εκκαλουμένη απόφαση είναι εσφαλμένη κατά την παραδοχή της ότι η αναδρομική άρση των συνεπειών του επίμαχου πλειστηριασμού επήλθε μετά την τελεσίδικη απαγγελία της ακυρότητάς του με την απόφαση του Εφετείου (που απέρριψε τις εφέσεις κατά της ακυρωτικής του πλειστηριασμού απόφασης του πρωτοδικείου, η οποία εκδόθηκε επί σχετικής ανακοπής ακύρωσης), με το αιτιολογικό ότι από τότε επέρχεται η αναδρομική απόσβεση της υποχρέωσης του υπερθεματιστή προς καταβολή του πλειστηριάσματος λόγω αιτίας που έληξε και ως τούτου έκτοτε γεννάται και είναι δικαστικά επιδιώξιμη και η εκ τόκων απαίτηση του υπερθεματιστή.

Επί της εφέσεως αυτής της αναιρεσείουσας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Με αυτήν το Εφετείο, κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, και στη συνέχεια, διακρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή, την απέρριψε, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του εναγόμενου-εφεσίβλητου, κρίνοντας ότι νομιμοποιείτο παθητικά για την άσκηση αυτής (αγωγής) η επισπεύδουσα τον ακυρωθέντα πλειστηριασμό δανείστρια τράπεζα και όχι ο οφειλέτης καθού η αναγκαστική εκτέλεση, εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 317, 904 ΑΚ και 68, 1018 ΚΠολΔ, αφού, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο υπερθεματιστής δικαιούται και τους τόκους του επί του καταβληθέντος πλειστηριάσματος, όχι μεν προνομιακά, όπως το καταβληθέν πλειστηρίασμα, με βάση τη διάταξη του άρθρου 1018 του ΚΠολΔ, αλλά ως ανέγγυος πιστωτής, που μπορεί να ασκήσει και κατά του καθού η εκτέλεση σχετική αγωγή, για να εισπράξει την απαίτησή του, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ, κατά διακριτική του ευχέρεια, και δοθέντος ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά τα ιστορούμενα, αυτός είναι ο δικαιούχος του υπολοίπου ποσού του πλειστηριάσματος των 65.246,00 ευρώ, μετά την ικανοποίηση της αξίωσης της υπερθεματίστριας και ήδη αναιρεσείουσας για το κεφάλαιο της. Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προεχόντως, δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 68 ΚΠολΔ και ο πρώτος προβαλλόμενος σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1745/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστή άλλο από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής(άρθρα 176,183,189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1745/2018 απόφαση του Α' Τμήματος του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ