Supreme Court dismisses appeal against first-instance court's jurisdiction ruling as inadmissible and procedural error.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance court's decision on jurisdiction. The appellant argued the lower court erred in accepting the case based on property value rather than subject-matter jurisdiction, claiming procedural violations. The court ruled these arguments were inadmissible because they did not constitute valid grounds for appeal under the Civil Procedure Code.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 560, 573, 577 of the Civil Procedure Code; An appeal against a first-instance court's ruling on subject-matter jurisdiction is inadmissible if it does not demonstrate a substantive error by the appellate court regarding its own jurisdiction.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 887 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 887/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Θ. και Β., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Κατσάνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ που ανακάλεσε την από 12-1-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Χ. χήρας Η. Κ., το γένος Θ. και Β. Κ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ακρίβη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόνιτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-2-2020 αίτησή του και τους από 9-12-2020 προσθέτους λόγους του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου η από 28/02/2020 αίτηση αναίρεσης και οι από 09/12/2020 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του Ν. Κ. κατά της Χ. Κ.,για αναίρεση της αριθμ. 12/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που δίκασε ως Εφετείο. Η εν λόγω αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 , 569 και 577 & 1 ΚΠολΔ , ΑΠ 153/2019, 1192/2018) και πρέπει, αφού συνεκδικαστούν (άρθρ. 573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν ως προς το βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
Α.1. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου) είτε με διαθήκη από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του ή αν εκδοθεί και μεταγραφεί κληρονομητήριο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1041 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία). Κατά δε το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 974 Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1142 και 1143 Α.Κ., ο επικαρπωτής έχει δικαίωμα χρήσης και κάρπωσης του πράγματος, καθώς και δικαίωμα να νέμεται το πράγμα. Επειδή, δε, η επικαρπία είναι περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα, πρόκειται για οιονεί νομή, ήτοι ο επικαρπωτής ασκεί τη νομή του ψιλού κυρίου και, ειδικότερα, ο ψιλός κύριος ασκεί τη νομή μέσω του επικαρπωτή.
Ο ψιλός κύριος είναι ο πραγματικός νομέας του ακινήτου που ασκεί τη νομή του μέσω του επικαρπωτή, ενώ ο επικαρπωτής τεκμαίρεται εκ του νόμου ότι κατέχει στο όνομα του ψιλού κυρίου για όσο χρόνο ευρίσκεται στην κατοχή του πράγματος και δεν του έχει καταστήσει γνωστή πρόθεση αντιποιήσεως (Α.Κ. 980, 982), ώστε, για όσο χρόνο διατηρείται το πράγμα στην κατοχή του επικαρπωτή δεν νοείται άλλη φυσική εξουσία επί αυτού με διάνοια κυρίου, κατ' αποκλεισμό εκείνης του ψιλού κυρίου(ΑΠ 939/2000).
2. Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1α' Κ.Πολ.Δ. που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1α' του ίδιου κώδικα προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Περαιτέρω, σε περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, και με την αναίρεση δεν πλήττεται κάποια από αυτές ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι αλυσιτελείς (Ολ. ΑΠ 25/2003). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου κώδικα αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Για την πληρότητα του άνω από τον αριθμό 6 λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 353/2020), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005).
Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ'ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων,τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Με το …/1949 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Βόνιτσας Δ.
Παπαϊωάννου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλίο του Υπο/κείου Βόνιτσας, στον τόμο … και α.α…, σε συνδυασμό προς το αριθμ. …/1946 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόνιτσας Απόστολου Μέξη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Βόνιτσας στον τόμο … και α.α … και το αριθμ. …/1949 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άρτας Τηλέμαχου Γαρουφαλιά, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Βόνιτσας στον τόμο … και α.α.
…, περιήλθε στον πατέρα των διαδίκων Θ. Κ., ένα ακίνητο, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεως 226 στρεμμάτων, που βρίσκεται στην θέση ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ-ΚΟΚΚΙΝΟΣ της τ.κ. Αγίου Νικολάου της Δ.Ε. Ανακτορίου του Δήμου Ακτίου Βόνιτσας, το οποίο έκτοτε νέμονταν και κατείχε, αποκτώντας έτσι την κυριότητα αυτού με παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε.
Ο Θ. Κ. με την αρωγή των τέκνων του προέβη στην φύτευση, του ακινήτου αυτού με ελαιόδεντρα. Στις 19 Απριλίου 1969 ο τελευταίος απεβίωσε, κατά τον χρόνο δε, θανάτου του κατέλιπε την από 25-2-1968 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε κυρία με τα αριθμ. 49/1970 πρακτικά και απόφαση του Πρωτοδικείου Πρέβεζας, η οποία αναφορικά με το ως άνω ακίνητο όριζε επί λέξει: "Το εκ διακοσίον έκξη Στρεμάτον αρθ. 226 Στρ.
εις θέσην ... Αγρόκτημα μου αΝίκη εις τον υιόν μου Ν. τα εις το ως άννο κτήμα φιτεφθέντα από τον θιγατρόν μου ελιόδεντρα 100 εκατό θα Ανίκον εις την Δ. και θα έχη το δικέομα να φιτεύση από το κάτου μέρος και άλα -20-ήκοσι- από το Απάνο πλάη της Δ. δίδο- και εις την θιγατέραμου Κ.-50-πενιντα ελιόδενδρα και Παραχορο Συνεχόμενα από τα φιτεμένα κλαρια θα έχη το δικέομα η θυγατέρα μου Χ.
να φυτευση και αυτή εκατό Κλαριά ηλεες. Αυτό που θα πάρουν 270-δένδρα θα Ανίκοικη το μέρος εις της τρής θιγατερες μου. Της ελές δεν θα χουν το δικέομα να της πολίσουν πότες... Η νομή Απάσης της Ανοτέρου Περιουσίας μου θα Ανίκη εις τη γυνεκα μου Β......." Μετά τον θάνατο του πατρός τους ο εναγόμενος και η μητέρα του, προέβησαν σε αποδοχή της κληρονομιάς αυτού, ο πρώτος κατά την ψιλή κυριότητα και η δεύτερη κατά την επικαρπία, δυνάμει της αριθμ.
…/1971 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Βόνιτσας Γεωργίου Αγρέβη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Βόνιτσας στον τόμο … και α.α …, με την οποία ο εναγόμενος αποδέχθηκε την σε αυτόν επαχθείσα κληρονομιά αποτελούμενη από την ψιλή κυριότητα ενός αγρού κείμενου στην θέση "..., "..εκτάσεως διακοσίων στρεμμάτων , ή όσης εκτάσεως ήθελεν είναι πλέον ή έλαττον, συνορευόμενον γύρωθεν με ελαιώνα ιδιοκτησίας Δ.
συζύγου Ι. Κ., Γ. Θ.Κ., Κ. συζύγου Β. Μ., το γένος Θ. Κ., Χ. Η. Κ. το γένος Θ. Κ...". Στη συνέχεια, δυνάμει της με αριθμ. …/…-11-2013 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Αγλαΐας Τριάντη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Βόνιτσας στον τόμο … και με α.α. … η ενάγουσα και οι αδερφές της, Δ.
και Κ. Κ. αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτές κληρονομιά του πατρός τους. Ειδικότερα, η ενάγουσα αποδέχθηκε "..ένα αγροτικό ακίνητο στην θέση ..., το οποίο αγροτικό ακίνητο στην εν λόγω διαθήκη προσδιορίζεται με τον αριθμό των ελαιοδέντρων που περιέχονται στην ως άνω κληρονόμο και σύμφωνα με πρόσφατη επιτόπια επιμέτρηση πολιτικού μηχανικού φέρεται να έχει σήμερα έκταση 8.747 τ.μ........>>.
Αντίστοιχα, με την ίδια ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς η εκ των κληρονόμων και αδερφή των διαδίκων, Δ. Κ., έλαβε έκταση 8.820 τ.μ. του ιδίου ακινήτου και η έτερη αδελφή και κληρονόμος, Κ. Κ., έλαβε έκταση 4.630 τ.μ.. Επομένως, συνάγεται ότι από την αρχική ενιαία έκταση των 226 στρεμμάτων που ανήκε στον πατέρα και δικαιοπάροχο των διαδίκων, έκταση 200 στρεμμάτων περιήλθε στον εναγόμενο και 22 περίπου στρεμμάτων στις λοιπές αδερφές- κληρονόμους.
Σύμφωνα με την άνω διαθήκη πρώτο στη σειρά και με κατεύθυνση από δυτικά προς τα ανατολικά είναι το κομμάτι που πήρε η Δ. Κ., δεύτερο είναι το κομμάτι που πήρε η Κ. Κ. και τρίτο είναι το κομμάτι που πήρε η Χ. Κ., η ενάγουσα, και στη συνέχεια το τμήμα του εναγομένου. Τα τρία τμήματα που έλαβαν οι θυγατέρες είναι στενόμακρα με κατεύθυνση από βορρά προς νότο.
Το εδαφικό τμήμα που σύμφωνα με την αγωγή ισχυρίζεται ότι έλαβε η ενάγουσα έχει έκταση 8.747 τ.μ. και εντός αυτού υφίσταται παλαιό ισόγεια αποθήκη επιφάνειας 36 τ.μ. και αποτυπώνεται στο από Δεκεμβρίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Κ. που προσαρτάται στην κρινόμενη αγωγή με τους αριθμούς 41-40-39-38-37-36-35-34-33-32- 31-30-29-28-42-43-44-45-46-47-48-49-41.
Οι ως άνω κληρονόμοι αρχικά και μέχρι το έτος 1995 είχαν μόνο την ψιλή κυριότητα των άνω εδαφικών τμημάτων, ενώ την επικαρπία μέχρι και τον χρόνο του θανάτου της είχε η μητέρα των διαδίκων Β. Κ., η οποία απεβίωσε το έτος 1995. Άπαντες οι κληρονόμοι από τον χρόνο θανάτου του πατρός τους εγκαταστάθηκαν στο βαθμό που τους επέτρεπε η μητέρα τους στην νομή των κληρονομιαίων μεριδίων και αναμείχθηκαν με την καλλιέργεια των ήδη υφιστάμενων ελαιοδέντρων αλλά και με την φύτευση νέων, ενώ η ενάγουσα ανήγειρε περί το έτος 1980 και μία ισόγεια αποθήκη εντός του ακινήτου αυτού.
Σε κάθε περίπτωση τη νομή των ακινήτων αυτών ασκούσε η μητέρα των διαδίκων, η οποία ήταν και δικαιούχος του δικαιώματος της ισόβιας επικαρπίας. Οπως αναφέρουν στις ένορκες βεβαιώσεις τους οι αδελφές των διαδίκων και συγκληρονόμοι, Δ. και Κ. Κ., η μαρτυρία των οποίων κρίνεται ιδιαίτερα αξιόπιστη, αφού αυτές το μεν δεν εξαρτούν ίδιον συμφέρον από την έκβαση της κρινόμενης αγωγής, το δε είναι γνώστες των γεγονότων λόγω της συγγενικής τους σχέσης και της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων του Θ.
Κ.υ στο ίδιο συνολικό ακίνητο, για όσο θα ζοόσε η μητέρα τους, η οποία θα είχε και την επικαρπία των ακινήτων αυτών, δεν θεώρησαν σκόπιμο ούτε να εμβαδομετρήσουν ακριβώς τα ακίνητα αυτά ούτε και να τα διαχωρίσουν με μία περίφραξη αφού θεωρητικά μέχρι τον θάνατο της μητέρα τους, που επισυνέβη το έτος 1995, μόνη η μητέρα τους μπορούσε να εκμεταλλεύεται τα ακίνητα αυτά.
Εξαιτίας δε της άριστης συγγενικής σχέσης που είχαν με τον εναγόμενο, δεν επιμελήθηκαν την σύνταξη για λογαριασμό τους αποδοχή της κληρονομιάς του πατρός τους, αφού είχαν την διαβεβαίωση του αδερφού τους ότι τα κληρονομικά θέματα θα τα τακτοποιούσε ο ίδιος. Όπως αναφέρουν οι ως άνω αδελφές των διαδίκων τα ακίνητα δεν είχαν διαχωριστεί με περίφραξη μέχρι και το θάνατο της επικαρπώτριας μητρός τους, ενώ περίφραξη ανάμεσα στο ακίνητο της ενάγουσας και του εναγομένου τοποθετήθηκε το πρώτον το έτος 1997, ότε και ο εναγόμενος υπέδειξε στην ενάγουσα μικρότερη έκταση από όση της ανήκε, γεγονός που διαπίστωσε η ενάγουσα περί το έτος 2013, όταν εμβαδομέτρησε το ακίνητο προκειμένου να προχωρήσει στην αποδοχή κληρονομιάς, αφού τυχαία διαπίστωσε ότι δεν είχαν γίνει οι απαραίτητες ενέργειες προς αποδοχή της κληρονομιάς, όπως την είχε διαβεβαιώσει προ πολλών ετών ο εναγόμενος αδερφός της.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ανάμεσα στα δύο ακίνητα υφίστατο παλαιά περίφραξη από πέτρες που είχε τοποθετήσει ο ίδιος το έτος 1971 περίπου με παρότρυνση της μητρός του ουδόλως αποδείχθηκε, αφού οι προσκομιζόμενες από αυτόν φωτογραφίες δεν φέρουν χρονολογία λήψης τους, ενώ ο μάρτυρας που εξετάστηκε με πρότασή του ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πρέβεζας (βλ.
την με αριθμ. 148/2017 ένορκη βεβαίωση) κατέθεσε ότι ανάμεσα στα ακίνητα των διαδίκων υπήρχε τουλάχιστον από το 2005 περίφραξη με συρματόπλεγμα και σιδηροπασσάλους, κατάθεση την οποία αναιρεί και η ίδια η σύζυγος του εναγομένου, που εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας κατά την συζήτηση της με αριθμ.
εκθ. καταθ. 9/2015 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων κατέθεσε ότι "... υπήρχε ψεύτικη με πέτρες και παλιούρια.", καθιστώντας με την αντίφαση αυτή ως προς το είδος της περίφραξης αναξιόπιστες και τις δύο μαρτυρικές καταθέσεις. Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η επίδικη έκταση του ανήκει διότι απέκτησε τη νομή αυτής περί το έτος 1971 μετά από άτυπη συμφωνία ανταλλαγής που έλαβε χώρα μεταξύ αυτού και τη ενάγουσας αδερφής του, μετά από πρωτοβουλία της ίδιας, και δυνάμει της οποίας έλαβε από τον εναγόμενο τμήμα γης σε άλλο σημείο του συνολικού ακίνητου που ο αντίδικοςέλαβε με την ίδια ως άνω πράξη αποδοχής και στο οποίο υπήρχαν 55 ελαιόδενδρα σε τέσσερεις συστοιχίες, τα οποία είχαν φυτευθεί από τον πατέρα τους το έτος 1960 και σε ανταλλαγή ο εναγόμενος έλαβε το τμήμα του ακινήτου που σύμφωνα με την διαθήκη θα λάμβανε η ενάγουσα και στο οποίο είχε το δικαίωμα να φυτεύσει 100 ελαιόδενδρα.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, καίτοι πρωτόδικα εκτιμήθηκε ως ουσιαστικά βάσιμος, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, αφού ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκομίστηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού παρά μόνο η κατάθεση της συζύγου του εναγομένου, που εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας κατά την συζήτηση της με αριθμ.
εκθ. καταθ. 9/2015 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων κατέθεσε ότι έλαβε χώρα η ανταλλαγή δίχως να αναφέρει ούτε τον χρόνο ούτε και τις ειδικότερες περιστάσεις αυτής της ανταλλαγής. Άλλωστε είναι απορίας άξιο για ποιο λόγο δεν συντάχθηκε κάποιο έστω ιδιωτικό έγγραφο περί την ανταλλαγή ενώ περίπου το ίδιο χρονικό διάστημα με τις συζητήσεις για την υποτιθέμενη ανταλλαγή, που κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου έλαβαν χώρα περί τα έτη 1970-1971, ο εναγόμενος προσήλθε ενώπιον Συμβολαιογράφου και αποδέχθηκε με την με αριθμ. 3419/20-8-1971 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς την κληρονομιά του πατρός τους και δεν προνόησε για την σύνταξη κάποιου εγγράφου για την ανταλλαγή, αποδυναμώνοντας τον ισχυρισμό του αυτό.
Κατόπιν τούτων, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ουδέποτε έλαβε στην κατοχή του την επίδικη έκταση, τουλάχιστον μέχρι και το έτος 1997, ότε και υπέδειξε, μετά θάνατον της μητρός τους, στην ενάγουσα εσφαλμένα όρια της ιδιοκτησίας της, ενσωματώνοντας τοιουτοτρόπως στο δικό του εδαφικό τμήμα και την επίδικη έκταση μεβαδού 3.403 τ.μ..
Στη συνέχεια και εντός του έτους 2013 η ενάγουσα και οι αδερφές της, εφόσον διαπίστωσαν ότι δεν είχε λάβει χώρα γι' αυτές αποδοχή της κληρονομιάς του πατρός τους και προκειμένου να προχωρήσουν στη σύνταξη της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης ανέθεσαν σε πολιτικό μηχανικό να συντάξει τοπογραφικό σχεδιάγραμμα των κληρονομιαίων ακινήτων.
Τότε διαπίστωσε η ενάγουσα ότι η τοποθετημένη καθ' υπόδειξη του εναγομένου περίφραξη ανάμεσα στα ακίνητά τους είχε τοποθετηθεί λάθος με αποτέλεσμα να περιλαμβάνει έκταση περίπου 3.400 τ.μ. του κληρονομιαίου ακινήτου της ενάγουσας στην ιδιοκτησία του εναγομένου. Τότε η ενάγουσα καθαίρεσε την παλαιό περίφραξη (τοποθετηθείσα το 1997) και τοποθέτησε νέα στο ακριβές πλέον όριο των δύο ιδιοκτησιών και άρχισε να νέμεται έκτοτε και τα εντός αυτού του εδαφικού τμήματος ελαιόδεντρα, διακόπτοντας την από το 1997 νομή του εναγομένου επί του τμήματος αυτού του ακινήτου της.
Ωστόσο, την 27-10-2015 ο εναγόμενος κατέστρεψε την περίφραξη αυτή και τοποθέτησε νέα περίφραξη δυτικότερα καταλαμβάνοντας με αυτόν τον τρόπο έκταση 3.403 τ.μ. που περιγράφεται στο από Δεκεμβρίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του πολτικού μηχανικού Δ. Κ. με τα στοιχεία 66-65-64-63-62-61-60-59-58-57-56-55-54-53-52-51-42-43-44-45-46-47-48-66 αναγκάζοντας την ενάγουσα να ασκήσει την με αριθμ.
καταθ. 9/22-12-2015 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας και στη συνέχεια την κρινόμενη αγωγή>>.Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας, έκρινε ότι η ενάγουσα έγινε ψιλή κυρία μιας μείζονος αγροτικής εκτάσεως 8.747 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση <<...>> της ΔΕ Ανακτορίου του Δήμου Ακτίου -Βόνιτσας, τμήμα της οποίας είναι το επίδικο 3403 τ.μ., με παράγωγο τρόπο, κληρονομική διαδοχή, από τον αποβιώσαντα το έτος 1969, πατέρα της Θ.
Κ., δυνάμει της από 25/02/1968 ιδιόγραφης διαθήκης του, που νόμιμα δημοσιεύθηκε, κληρονομιά που αποδέχθηκε με την …/…-11-2013 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Πρέβεζας Αγλαϊας Τριάντη και νόμιμα μετέγραψε. Ότι, έγινε αποκλειστική κυρία της εν λόγω εκτάσεως, μετά το θάνατο, κατ'έτος 1995, της επικαρπώτριας, μητέρας της Β.
Κ.. Ότι κατέστη κυρία της μείζονος αγροτικής εκτάσεως και, συνακόλουθα, του επιδίκου και με (έκτακτη) χρησικτησία, με την άσκηση σ'αυτό ,από το θάνατο του κληρονομουμένου πατέρα της (έτος 1969), μέσω της επικαρπώτριας μητέρας της, εμφανών διακατοχικών πράξεων νομής, μέχρι και τον επισυμβάντα το έτος 1995 θάνατο της τελευταίας.
Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνώρισε αυτήν κυρία του επιδίκου και υποχρέωσε τον αδελφό της, εναγόμενο -αναιρεσείοντα να της το αποδώσει, απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας την οποία πρότεινε ο εναγόμενος, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση.
Με αυτά που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από την ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα της κυριότητας επί του επιδίκου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), με βάση την προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης του κύριου δικογράφου, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ως προς άνω ουσιώδες ζήτημα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τους τρίτο, έταρτο, έβδομο, όγδοο (με ίδια αρίθμηση με τον αμέσως επόμενο λόγο), ένατο του κύριου δικογράφου αναιρετικούς λόγους και πρώτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, μέμφεται το Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας, που δίκασε ως Εφετείο, ότι στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτή ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι αόριστοι και, συνεπώς, απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, καθόσον δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο, και μάλιστα, ενάριθμα η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, επιπλέον δε, στον 1ο και 5ο πρόσθετους λόγους διαλαμβάνονται αποσπασματικές και κατ'επιλογή παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης.
Τέλος, με τους 5ο, 6ο και 8ο (με ίδια αρίθμηση με τον αμέσως προηγούμενο λόγο)λόγους του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως και με επίκληση των πλημμελειών από τους αριθμούς 1α' και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ, ο αναιρεσείων μέμφεται το ως άνω δικαστήριο ότι παραβίασε τις αναφερόμενες στην προετεθείσα νομική σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 974, 980, 982, 1041, 1045, 1142, 1143, 1147 και εκείνες των άρθρων 1193, 1195, 1198 ΑΚ, και διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της άσκησης νομής επί του επιδίκου και ειδικότερα εάν η μητέρα των διαδίκων ασκούσε οιονεί νομή επικαρπίας, επί ποίων εδαφικών τμημάτων, για πόσο χρονικό διάστημα, για λογαριασμό ποίου ψιλού κυρίου και ποιές πράξεις ενεργούσε.
Οι λόγοι αυτοί, κατά τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι αλυσιτελείς, αφού όπως προεκτέθηκε το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες (απόκτηση κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα παραγώγως με κληρονομική διαδοχή και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία), με τη δε αναίρεση δεν πλήττεται επιτυχώς, όπως ήδη έχει εκτεθεί και θα εκτεθεί και πιο κάτω, η πρώτη από αυτές, με επακόλουθο οι ερευνώμενοι λόγοι που πλήττουν την περί χρησικτησίας, επάλληλη αιτιολογία της απόφασης να καθίστανται αλυσιτελείς, αφού τυχόν αποδοχή τους δεν επηρεάζει το διατακτικό της, που στηρίζεται αυτοτελώς στην μη πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία της ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης (ΑΠ 573/2015).
Ενόψει τούτων οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν.
Β. Κατά το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 του ίδιου Κώδικα.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή, οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989).
Δεν αποτελούν πράγματα, και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη, οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτών, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΑΠ 11/2017), καθώς και οι ισχυρισμοί που δεν έχουν αυτοτέλεια και συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013) ή νομικά επιχειρήματα, όπως οι νομικοί ισχυρισμοί ή νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου (ΑΠ 1/2016), ούτε τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών, ή από το νόμο (ΑΠ 195/2017).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), ρητά ή σιωπηρά (ΑΠ 839/2010) είτε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996) και συνάγεται τούτο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 54/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο μέρος, του δεύτερου αναιρετικού λόγου του κύριου δικογράφου, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ'εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, η από τον αριθμό 5α'του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, (και όχι η από τον αριθμό 4 πλημμέλεια του ίδιου άρθρου, που από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο), και, ειδικότερα, ο αναιρεσείων μέμφεται το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, ότι έλαβε υπόψη ''πράγματα'' που δεν προτάθηκαν και, συγκεκριμένα, ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αυτός (εναγόμενος) ισχυρίστηκε ότι: <<η επίδικη εδαφική έκταση του ανήκει διότι απέκτησε τη νομή αυτής περί το έτος 1971 μετά από άτυπη συμφωνία ανταλλαγής που έλαβε χώρα μεταξύ αυτού και της ενάγουσας αδερφής του, μετά από πρωτοβουλία της ίδιας, και δυνάμει της οποίας έλαβε από τον εναγόμενο τμήμα γης σε άλλο σημείο του συνολικού ακίνητου που ο αντίδικος έλαβε με την ίδια ως άνω πράξη αποδοχής και στο οποίο υπήρχαν 55 ελαιόδενδρα σε τέσσερεις συστοιχίες, τα οποία είχαν φυτευθεί από τον πατέρα τους το έτος 1960 και σε ανταλλαγή ο εναγόμενος έλαβε το τμήμα του ακινήτου που σύμφωνα με την διαθήκη θα λάμβανε η ενάγουσα και στο οποίο είχε το δικαίωμα να φυτεύσει 100 ελαιόδενδρα>>, ενώ κατά τους ισχυρισμούς του η επίδικη εδαφική έκταση είχε περιέλθει σ'αυτόν από κληρονομιά του πατέρα του , δυνάμει της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης του και όχι κατόπιν άτυπης συμφωνίας ανταλλαγής με την ενάγουσα αδελφή του.Επίσης, ο αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος του ίδιου ως άνω δεύτερου λόγου , καθώς και με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο μέμφεται το ως άνω δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη ''πράγματα'' που προτάθηκαν και συγκεκριμένα την ένσταση ιδίας κυριότητάς του, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη την από άρθρο 560 αριθμό 5β' ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Οι ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι, διότι, οι μεν διαλαμβανόμενες στο πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθόσον δεν συνιστά ''πράγμα'', με την έννοια που προεκτέθηκε, ο ισχυρισμός που φέρεται ότι δεν προτάθηκε από τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα, και παρά το νόμο λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, ο δε δεύτερος πρόσθετος λόγος και οι διαλαμβανόμενες στο δεύτερο μέρος του ανωτέρω 2ου λόγου αιτιάσεις είναι αβάσιμες, διότι η παραπάνω ένσταση περί ιδίας κυριότητας του εναγομένου, λήφθηκε υπόψη από το ως άνω δικαστήριο και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν (φύλλο 5ο).
Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές αντιφάσκουν με τις διαλαμβανόμενες στον 4ο πρόσθετο λόγο αιτιάσεις ότι με την προσβαλλόμενη απορρίφθηκε (και άρα λήφθηκε υπόψη) η ένσταση ιδίας κυριότητας που πρότεινε με ανεπαρκείς αιτιολογίες, λόγος ο οποίος ήδη έχει απορριφθεί ως απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του.
Με το τρίτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την απο τον αριθμό 5β'του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη ''πράγματα'' που προτάθηκαν και, συγκεκριμένα, τους ισχυρισμούς του ότι η επίδικη εδαφική έκταση περιήλθε σ'αυτόν με κληρονομιά από τον πατέρα του, τους οποίους απέδειξε με αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε, αεροφωτογραφία και ένορκη κατάθεση μάρτυρα στο πλαίσιο της δίκης ασφαλιστικών μέτρων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι διαλαμβανόμενες αιτιάσεις δεν συνιστούν ''πράγμα'' με την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής,σε κάθε δε περίπτωση με το πρόσχημα της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, για τα πράγματα κρίση.
Γ. Κατά τη διάταξη του αριθμού 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν το προαναφερόμενο σφάλμα αφορά την αρμοδιότητα του ίδιου του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο, και εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και όχι όταν το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο της εφέσεως, που υπάγεται κατά το άρθρο 17Α ΚΠολΔικ στην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ ΑΠ 5/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δέκατο αναιρετικό λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 3 του άρθρου 560 του ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, εσφαλμένα απέρριψε την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο, με λόγο εφέσεως, ένσταση για καθ' ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δέχθηκε ότι το τελευταίο ήταν αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση λόγω της αξίας του διεκδικούμενου ακινήτου, και γι' αυτό θα έπρεπε η υπόθεση να παραπεμφθεί προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ' ύλην Μονομελές Πρωτοδικείο.
Η αιτίαση αυτή, ενόψει των αναφερομένων στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, εφόσον δεν αφορά σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς την δική του αρμοδιότητα, είναι απαράδεκτη. Επίσης, η ίδια ως άνω αιτίαση δεν ιδρύει την από τον αριθμό 4 του ίδιου ως άνω άρθρου πλημμέλεια, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ότι <<παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας>>, ενώ εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 5β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αποδίδοντας στο Εφετείο ότι ,παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι την ένσταση του αναιρεσείοντος περί της καθ' ύλην αρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος, διότι, το περιεχόμενο του ανωτέρω ισχυρισμού δεν αποτελεί ''πράγμα'', κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 560 αριθμός 5β' ΚΠολΔ (ΑΠ 1816/2008).
Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος,πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης, οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, καθώς και το σωρευόμενο στην αίτηση αναίρεσης αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ εδάφ.
ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 28/02/2020 αίτηση για αναίρεση της αριθμ.12/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που δίκασε ως Εφετείο, και τους από 09/12/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης, τους πρόσθετους λόγους αυτής και το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ