Supreme Court remands appeal regarding land expropriation compensation unit price determination to lower court.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court accepted the appeal against the Third Instance Court's final decision on land expropriation compensation. The appellants argued the unit price was incorrectly determined, leading to insufficient compensation for remaining property sections. Consequently, the Court declared the appeal admissible and remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 569(2) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Court must remand the case for retrial when the accepted appeal grounds cover the entire subject matter of the contested decision, rendering further examination of other grounds unnecessary.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 882 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 882/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Μ. του Δ. και 2) Κ. Μ. του Δ., κατοίκων … (ΚΠ …), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χορομίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από α) τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, β) τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και γ) τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, που κατοικοεδρεύει στη Θεσσαλονίκη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 2-2-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2009 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Σ. - Ηλεκτρικά Συστήματα ΑΕ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη (μετά την έκδοση της 38472/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 29-5-2009 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις των εκεί διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1800/2011 εν μέρει οριστική και 2186/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-8-2019 αίτησή τους και τους από 7-7-2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα".
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση α) η κρινόμενη από 27-8-2019 (αρ. κατ.2433/279//2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 1800/2011 εν μέρει οριστικής και της υπ’ αρ. 2186 /2018 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης , που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αρθ.18,19 και 20 ν. 2882/2001,η οποία έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) και β) οι ασκηθέντες από τον αναιρεσείοντα από 7-7-2020 πρόσθετοι λόγοι αυτής. Το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 8-7-2020 (βλ. την 49/8-7-2020 πράξη κατάθεσης προσθέτων λόγων του αρμοδίου γραμματέα του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό), Συνεπώς το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (βλ.
τις με αρ. 10109/16-7-2020,10112/16-7-2020 και 728/15-7-2020 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Κ. Κ. οι δύο πρώτες και του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Σ. Μ. η τελευταία). Συνακόλουθα, αυτοί είναι παραδεκτοί και πρέπει να συνεκδικασθούν με την αίτηση εν όψει του ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως δεν έχουν αυθυπαρξία, αλλά συμπληρώνουν την αίτηση αναιρέσεως και αποτελούν ενιαίο σύνολο με αυτή, και να ερευνηθούν, περαιτέρω ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητά των.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την με αρ.38472/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε επί της με αριθμό 52367/15-11-2007 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου και των στην απόφαση αναφερομένων παρεμβάσεων, ανταιτήσεων και αιτήσεων μεταξύ των οποίων και η με αριθμό κατάθεσης 8599 /25-2-2008 αίτηση των αναιρεσειόντων (και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Α.
Σ. Ηλεκτρικά συστήματα Α.Ε.), που συνεκδικάστηκαν, καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα αναγκαστικά και για λόγους δημόσιας ωφέλειας ακίνητα (και τα επικείμενα τους) δυνάμει της με αρ.108461/6457/Δ0010/27-9-2006 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας-Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύτηκε νόμιμα, μεταξύ των οποίων και το με αρ.
Κ.Π. …. ακίνητο, ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων. Ακόμη με την ίδια απόφαση καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα ακινήτων, μεταξύ των οποίων και αυτό των αναιρεσειόντων, ως και για τις κτιριακές εγκαταστάσεις και συστατικά των εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων, ενώ αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της κάθε είδους αποζημίωσης που καθορίστηκε με την απόφαση εκείνη για το με αρ.
Κ.Π … ακίνητο οι αναιρεσείοντες κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσοστά ο κάθε ένας. Στην συνέχεια επί της με αρ. 1976/25-5-2009 ασκηθείσας αίτησης των αναιρεσειόντων, της με αρ.2054/20-5-2009 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου αλλά και ασκηθεισών αιτήσεων, ανταιτήσεων και παρεμβάσεων λοιπών ενδιαφερομένων που ασκήθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε από το παραπάνω δικαστήριο η με αρ. 1800/2011 εν μέρει οριστική απόφαση με την οποία διατάχτηκε μεταξύ άλλων η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και μετά την διενέργεια της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η με αρ. 2186/2018 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου με την οποία μεταξύ άλλων και ειδικότερα όσον αφορά τους αναιρεσείοντες καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του επιδίκου ακινήτου και των επικειμένων του και ιδιαίτερη αποζημίωση για το εκτός απαλλοτρίωσης εναπομείναν τμήμα του ακινήτου τους και τα συστατικά του.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1-1-2002, όπου επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (παρ. 1 εδάφιο τελευταίο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη.
Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής". Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων διαφορών ή προστίμων".
Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζήτησης κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.
Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο αυτής της συζήτησης και όχι εκείνης που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. (Ολ.Α.Π.14/2011, Α.Π.76/2012).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.
Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ).. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη με αρ. 2186/2018 απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 17 παρ.2 και 3 του Συντάγματος και του άρθρου 13 παρ.1 και 2 ν.2882/2001 προσδιόρισε την πραγματική αξία του ακινήτου όχι στον κρίσιμο χρόνο πρώτης συζήτησης της δίκης για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου, αλλά σε διαφορετικό χρόνο, αφού έλαβε υπόψη στοιχεία που αναφέρονταν σε χρόνο πέραν του παραπάνω οριζομένου σύμφωνα με τον νόμο ως κρίσιμου χρόνου για τον υπολογισμό της αξίας του, αν και η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξήχθη μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό.
Ότι δηλαδή το δικαστήριο προσδιόρισε την αξία του ακινήτου, όπως ειδικότερα εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του κατά την δικάσιμο της 11-4-2001 (πρώτη συζήτηση), έλαβε όμως υπόψη και συνυπολόγισε την υποτίμηση που επήλθε μετά την απαλλοτρίωση μέχρι τον χρόνο της παρούσας, όπως αναφέρεται στην απόφαση, (δεύτερης μετά την διενέργεια της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης ) συζήτησης που έλαβε χώρα την 25-9-2017, με αποτέλεσμα να προβεί σε εσφαλμένο υπολογισμό αυτής (αξίας) καθορίζοντας οριστική τιμή μονάδας αισθητά μειωμένη που ανατρέπει κάθε αναλογικότητα μεταξύ προσβολής και επιδιωκομένου σκοπού, αφού έλαβε υπόψη του στοιχεία εκτός του κρίσιμου χρόνου υπολογισμού της αξίας του ακινήτου.
Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 2186/2018 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561παρ.1ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης.
"Με βάση το σύνολο όλων όσων προαναφέρθηκαν και ύστερα από την στάθμιση όλων των προσκομιζομένων και προαναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που αυτεπαγγέλτως λαμβάνονται υπόψη (αρθ. 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.)κρίνεται ότι η πραγματική αξία των ανωτέρω ιδιοκτησιών κατά τον χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης στο παρόν δικαστήριο κατά την δικάσιμο της 1-4-2011 η οποία διακόπηκε και συνεχίστηκε στις 9-5-2011 που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης, η οποία (πραγματική αξία) καλύπτει πλήρως την οφειλόμενη στον δικαιούχο αποζημίωση και επιτρέπει την αντικατάσταση της με άλλη ισάξια σύμφωνα και με τη συνταγματική επιταγή (άρθρο 17 παρ. 2 εδ α του Συντάγματος) χωρίς να ληφθεί υπόψη ανατίμηση ή υποτίμηση του ακινήτου που επήλθε μετά την απαλλοτρίωση και οφείλεται σε αυτήν ή την εξαγγελία της ή σε ενέργεια των ιδιοκτητών του ( άρθρο 17 παρ. 3 του Συντάγματος και άρθρο 13 παρ.2 ν.2882/2001-ΚΑΑΑ), υπολογιζομένης όμως της υποτίμησης που επήλθε μετά την απαλλοτρίωση μέχρι τον χρόνο της παρούσας συζήτησης από λόγους άσχετους προς αυτήν ή την εξαγγελία της ή την κατασκευή του έργου για το οποίο κηρύχτηκε ή τις ενέργειες των ιδιοκτητών του....ανέρχεται με τις κρατούσες κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, εν όψει και της οικονομικής κρίσης στα παρακάτω ποσά ....για τα Κ.Π.....
… ....στο ποσό των 80 ευρώ." Το δικαστήριο με τις παραπάνω παραδοχές του ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των νόμων που προαναφέρθηκαν, αφού παρότι αναφέρει ως κρίσιμο χρόνο καθορισμού της πραγματικής αξίας των ακινήτων την ημερομηνία πρώτης συζήτησης της υπόθεσης ενώπιόν του, δηλαδή την δικάσιμο της 1-4-2011, η οποία διακόπηκε για την δικάσιμο της 9-5-2011,στην συνέχεια λαμβάνει υπόψη του για τον καθορισμό της αξίας των επιδίκων την υποτίμηση που επήλθε μετά την απαλλοτρίωση και μέχρι τον χρόνο της δεύτερης συζήτησης που έλαβε χώρα την 25-9-2017.
Με τη κρίση του αυτή, και παρότι η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό (17-6-2008 και μετά από διακοπή 7-7-2008), για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης δεν λαμβάνεται υπόψη η αξία του ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο της πρώτης συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό σύμφωνα με τα προαναφερθέντα αλλά υπολογίζεται η υποτίμηση των αξιών των ακινήτων σε χρονικό διάστημα μετά την πρώτη ενώπιον του Εφετείου συζήτηση και μέχρι την επαναλαμβανόμενη συζήτηση δηλαδή μέχρι 25-9-2017 κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία του. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαλαμβάνοντας στην απόφαση του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 13 παρ.4 του ν.2882/2001 και 17 παρ.2 του Συντάγματος και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα του προσδιορισμού της ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομείναντος τμήματος.
Ειδικότερα αν και δέχτηκε ότι από το αρχικό ακίνητο των αναιρεσειόντων που έχει έκταση 6056 τ.μ. απαλλοτριώνεται τμήμα έκτασης 1844 τ.μ. και απομένουν δύο τμήματα έκτασης 718 τ.μ. και 3494 τ.μ. αντίστοιχα, και ότι ο συντελεστής κάλυψης στην περιοχή ανέρχεται σε 20% ή 30% κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτή, στην συνέχεια δέχτηκε, ότι το τμήμα των 3494 τ.μ.
χάνει την αρτιότητα του, αλλά όσον αφορά τη μελλοντική αξιοποίηση του τμήματος αυτού μπορεί να προκύψει μέσω συνένωσής του με κάποιο εκ των γειτνιαζόντων, και ότι υπολείπονται μόνο 1470 τ.μ. οικοδομήσιμα αν και ακόμη και με τον μεγαλύτερο συντελεστή κάλυψης που δέχτηκε (30%) τα μέτρα κάλυψης δεν μπορούν να υπερβούν τα 1048,20 τ.μ.(3494χ30%).
Ότι περαιτέρω δεν διασαφηνίζεται και δεν αιτιολογείται ο προσδιορισμός της μείωσης της αξίας των συστατικών επί του εναπομείναντος παραπάνω τμήματος μόνο στο 5% Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 2186/2018 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης "Στην εν λόγω περιοχή.....για τους όρους δόμησης αυτής ισχύει το Π.Δ.24-5-85 (ΦΕΚ 2705Δ/31-5-85) περί τροποποίησης των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων εκτός σχεδίου πόλεων κ.λπ.
σύμφωνα με το οποίο κατά κανόνα επιτρέπεται η δόμηση ακινήτου έκτασης τουλάχιστον 4.000τ.μ και κατά την μικρότερη παρέκκλιση 750 τ.μ.......για τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις (αρθρ. 4) προβλέπει κάλυψη οικοπέδου 30% συντελεστή δόμησης 0,9 ....ενώ για ανέγερση γραφείων ή καταστημάτων το εμβαδόν περιορίζεται σε 600 τ.μ.
και για καταστήματα ειδικής χρήσης (υπεραγορές), τις εμπορικές αποθήκες (αρθρ. 9) προβλέπει ποσοστό κάλυψης 20% συντελεστή 0,2.....Βέβαια δεν αποκλείονται κατ' εξαίρεση υπερβάσεις του ποσοστού κάλυψης και σε άλλες ειδικές περιπτώσεις που ρητά καθορίζονται στον νόμο ΚΠ … Το εν λόγω ακίνητο είχε εμβαδόν 6.056 τ.μ.
κατά τα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης (6.338,20 τ.μ. κατά τον τίτλο κτήσης της). Το ακίνητο των 6.056 τ.μ. ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο με σχήμα παραληλόγραμμου και πρόσωπο σε αγροτική οδό (και στις δύο πλευρές), το οποίο έχει ήδη αξιοποιηθεί με την ανέγερση μεγάλου κτιρίου (συνεργείο-βαφείο βαρέων οχημάτων), και αποτελεί διαιρετό τμήμα του … αγροτεμαχίου του ….
Από το αρχικό ακίνητο των 6.056 τ.μ. απαλλοτριώνεται ένα ενιαίο τμήμα εμβαδού 1.844 τ.μ., χωρίζοντας το ΚΠ … σε 2 τμήματα και μέσω αυτού διέρχονται και ο αριστερός και ο δεξιός κλάδος της οδογέφυρας . Τα δύο (2) τμήματα που απομένουν είναι α)το ένα εμβαδού 718 τ.μ. σχήματος τριγωνικού και β)το άλλο εμβαδού 3.494 μ'2 σχήματος τραπεζίου Το τμήμα των 718 τ.μ., ανατολικά της κατασκευαζόμενης νέας οδού , δεν θα είναι πλέον άρτιο και οικοδομήσιμο, ούτε κατά παρέκκλιση, λόγω του πολύ μικρού εμβαδού του.
Το τμήμα των 3.494 μ2, δυτικά, της κατασκευαζόμενης νέας οδού, έχει πλέον απώλεια αρτιότητας, λόγω εμβαδού μικρότερου από τα απαιτούμενα 4.000 μ2. Επιπλέον και όσο αφορά στη μελλοντική αξιοποίηση του ακινήτου, η οποία μπορεί να προκύψει μέσω συνένωσης του εναπομείναντος τμήματος του ΚΠ … με κάποιο εκ των γειτνιαζόντων, υπολείπονται μόνο 1470μ2.
περίπου, οικοδομήσιμα και εκμεταλλεύσιμα, ως προς την κάλυψη. Η πρόσβαση στο ακίνητο καθίσταται δυνατή μόνο μέσω της παράπλευρης οδού 4, καθώς προς την παράπλευρη οδό 1 παρεμβάλλεται το απαλλοτριούμενο τμήμα, ενώ δεν διακόπτεται η σύνδεση με τις κύριες οδικές αρτηρίες Επιπλέον τα υψόμετρα της νέας οδού βάσει του σχεδίου μηκοτομής της Οριστικής Μελέτης οδοποιίας που συνέταξε η Εγνατία Οδός .
διαμορφώνονται για τη θέση του συγκεκριμένου ακινήτου, από 8 μέτρα και 48 εκατοστά έως 8 μέτρα και 24 εκατοστά για τον δεξιό κλάδο (γέφυρα) , ενώ για τον αριστερό κλάδο διαμορφώνονται από 9 μέτρα έως 8 μέτρα και 85 εκατοστά (γέφυρα). Οι δύο κλάδοι της οδογέφυρας που διαπερνούν το αγροτεμάχιο, υψώνονται πάνω από τα διαμορφούμενα τμήματα στα 7-8 μέτρα καθ'όλο το μήκος τους.
Έτσι τα εναπομείναντα εδαφικά τμήματα έχουν υποστεί μείωση της αξίας τους, το μεν υπό στοιχ. α) σε ποσοστό 80%, το δε δεύτερο σε ποσοστό 25% αντίστοιχα επί της αξίας του απαλλοτριούμενου.
Επίσης, στο εναπομείναν τμήμα των 3.494,00 τ.μ., υπάρχουν κτιριακές εγκαταστάσεις οι οποίες έχουν κατασκευαστεί με την 4048/22.1.2002 οικοδομική άδεια και χρησιμοποιούνται ως βαφείο κάθε είδους μικρών ή μεγάλων οχημάτων. Είναι συνολικού όγκου 4.954,20 κ.μ, Με την νέα μελέτη προβλέπεται η νέα οδός (αυτοκινητόδρομος) να κατασκευαστεί υπερυψωμένη. Το γεγονός αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η άμεση πρόσβαση από τη νέα οδό προς το ακίνητο, το επίπεδο του οποίου θα βρίσκεται 7,00 μέτρα χαμηλότερα του επιπέδου της οδού. Με το δεδομένο όμως αυτό, το ακίνητο παύει να έχει δύο εισόδους - εξόδους προς οδούς (μία ανατολικά και μία δυτικά), περιοριζόμενο πλέον μόνο στην χρησιμοποίηση της υφιστάμενης εισόδου - εξόδου του προς τα δυτικά, γεγονός που μειώνει τις δυνατότητες ορθολογικής και λειτουργικής εκμετάλλευσης των κτιριακών του εγκαταστάσεων, οι οποίες έχουν κατασκευαστεί ειδικά ως βαφείο αυτοκινήτων και αποσκοπούν στο να εξυπηρετούν καθημερινά μεγάλου όγκου φορτηγά αυτοκίνητα, οι ελιγμοί των οποίων θα δυσχερανθούν από την υποχρεωτική πλέον είσοδο - έξοδό τους μόνο από μία πλευρά του ακινήτου. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω υφίσταται μείωση η αξία των επί του ανωτέρω εδαφικού τμήματος κτιριακών εγκαταστάσεων (4.954,20 κ.μ., αξίας 220 ευρώ το κ.μ.) ήτοι συνολικής αξίας αυτών 1.089.880 ευρώ, σε ποσοστό 5 %.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης, σύμφωνα με το οποίο η μείωση της αξίας του εναπομείναντος παραπάνω τμήματος του ακινήτου ανέρχεται σε ποσοστό 25%, είναι ασαφές και ανεπαρκώς αιτιολογημένο, κατά τρόπο που δεν επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόστηκαν .Ειδικότερα το δικαστήριο κατέληξε στο πιο πάνω ποσοστό μείωσης της αξίας του ακινήτου, αν και δέχεται ότι το εναπομείναν παραπάνω τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των αναιρεσειόντων έκτασης 3.494 τ.μ.
και με συντελεστή κάλυψης έστω και το ανώτατο όριο 30%, που δέχτηκε, έχει δυνατότητα κάλυψης 1470 τ.μ. ενώ κατά τις παραδοχές του το ανώτατο όριο κάλυψης ανέρχεται σε 1048,20 τ.μ.(3494 τ.μ. χ 30%) χωρίς να διευκρινίζει πως προκύπτει η διαφορά αυτή. Περαιτέρω δέχεται αορίστως όσον αφορά το ίδιο πιο πάνω εναπομείναν τμήμα του ακινήτου ότι μπορεί να προκύψει μελλοντική αξιοποίηση αυτού μέσω συνένωσης με κάποιο εκ των γειτνιαζόντων, χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένο ακίνητο ούτε στις δυνατότητες του αρχικού ακινήτου κατά τον προορισμό του σε συνδυασμό με τις δυνατότητες του εναπομείναντος παραπάνω τμήματος αυτού να αξιοποιηθεί κατά τον προορισμό του.
Τέλος δεν αιτιολογείται επαρκώς η παραδοχή της μείωσης της αξίας των επί του ανωτέρω εδαφικού τμήματος κτιριακών εγκαταστάσεων σε ποσοστό 5%. Επομένως με την κρίση του αυτή το δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναίρεσης. Ομοίως πρέπει να γίνει δεκτός, ως συνεχόμενος με τους παραπάνω λόγους, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, όπως αυτός εκτιμάται, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
ισχυριζόμενοι ότι πλημμελώς προσδιορίστηκε η ιδιαίτερη αποζημίωση για την μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων της ιδιοκτησίας τους, με βάση τον μη ορθό καθορισμό της ανά τ.μ. αξίας του εδάφους, κατά τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο αναίρεσης, με αποτέλεσμα τον ελλιπή καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης και για τα εναπομείναντα τμήματα του ακινήτου, σύμφωνα με την κατά τα λοιπά δόκιμη μέθοδο υπολογισμού (πολλαπλασιασμός με μειωτικό συντελεστή της ανά τ.μ.
αξίας του εδάφους) που χρησιμοποιήθηκε. Μετά από αυτά, αφού η αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του πρώτου, τρίτου και πρόσθετου λόγου της, που αφορούν στα κεφάλαια προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και αποζημίωσης εναπομείναντος τμήματος και των επ' αυτού κτιριακών εγκαταστάσεων αντίστοιχα, παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων δεύτερου και τέταρτου λόγων της, που αναφέρονται στα ίδια κεφάλαια της εφετειακής απόφασης και σε αυτό της δικαστικής δαπάνης καθώς η αναιρετική εμβέλεια των λόγων, που έγιναν δεκτοί, καταλαμβάνουν τα κεφάλαια τούτα και καθιστούν αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων που διατυπώνονται με την ερευνώμενη αίτηση αναίρεσης και οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα (αναίρεση της πληττόμενης απόφασης κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και αποζημίωσης εναπομείναντος τμήματος), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολο της καθόσον αφορά στους αναιρεσείοντες και το αναιρεσίβλητο και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, σε αυτούς (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).
και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλήτο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), τα οποία ορίζονται μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 27-8-2019 και με αριθμό κατάθεσης 2433/279/2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 7-7-2020 με αριθμό κατάθεσης 49/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Αναιρεί την με αρ. 2186/2018 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου