Supreme Court dismisses appeal on fraud charges, rejecting claims of forgery and procedural defects.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed appeals filed by three defendants against a second-instance conviction for fraud. The defendants argued for absolute nullity due to procedural errors and claimed the evidence of forged documents was insufficient to prove guilt. The court rejected these arguments, ruling that the lower court adequately addressed the defense's claims regarding the authenticity of the documents and the sufficiency of the evidence.
Regesto Legislator
Generato dall'IAΝ. 1705/1987, άρθρο 2 παρ.1; Κ.Ποιν.Δ., άρθρο 510 παρ.1: The right to appeal is governed by law, and a conviction stands if the appellate court provides specific reasoning refuting the defendant's claims of procedural nullity or insufficient evidence, applying the principle of in dubio pro reo where ambiguity exists.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 881 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 881/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη-Εισηγήτρια, Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Κ. Β. του Π., 2.Ε. Β. του Π. και 3.Φ. Α. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καλαϊτζίδη, για αναίρεση της απόφασης 63/2024 του Τριμελούς Εφετείου Β' Βαθμού Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Β' Βαθμού Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10.2.2025 (τρείς) αιτήσεις τους αναιρέσεως και τους από 18.3.2025 πρόσθετους λόγους από τον καθένα αναιρεσείοντα, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 10-2- 2025 αιτήσεις των 1) Κ. Β. του Π., 2) Ε. Β. του Π. και 3) Φ. Α. του Β., για αναίρεση της με αριθμό 63/2024 καταδικαστικής σε βάρος τους απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Β' Βαθμού Θεσσαλονίκης. Οι ανωτέρω αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466,473,474 και 504 του ΚΠΔ), περιέχουν δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς, της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Α', Δ', Ε' και Θ' του Κ.Π.Δ.). Είναι επομένως παραδεκτές και πρέπει αφού συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, να εξεταστούν περαιτέρω κατ'ουσίαν. Με τις ανωτέρω αιτήσεις πρέπει να συνεκδικαστούν για τον ίδιο λόγο και οι ασκηθέντες, με κατάθεση στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 18-3-2025 από καθένα των ανωτέρω αναιρεσειόντων, νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρο 509 ΚΠΔ) πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.
Με το Ν. 1705/1987 κυρώθηκε το πρωτόκολλο με αριθμό 7 της ΕΣΔΑ, στο άρθρο 2 παρ.1 του οποίου ορίζεται ότι κάθε πρόσωπο που καταδικάστηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης με την οποία κηρύχτηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία του επιβλήθηκε ποινή.
Η άσκηση αυτού του δικαιώματος και οι λόγοι για τους οποίους μπορεί αυτό να ασκηθεί, διέπονται από το νόμο. Εξ'αλλου στο άρθρο 14 παρ.5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997 ορίζεται ότι κάθε πρόσωπο που κρίνεται ένοχο για παράβαση έχει δικαίωμα η απόφαση περί της ενοχής και της καταδίκης του να εξετασθεί από ανώτερο δικαστήριο, σύμφωνα με το νόμο.
Με τις ως άνω διατάξεις των διεθνών συμβάσεων που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και έχουν υπερνομοθετική ισχύ (αρθρ.28 του Συντάγματος), κατοχυρώνεται το ατομικό δικαίωμα της αποτελεσματικής επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της ποινικής απόφασης με την οποία κάποιος κηρύχτηκε ένοχος και καταδικάστηκε.
Το δικαίωμα αυτό εξασφαλίζει και η διάταξη του άρθρου 111παρ.8 του Κ.Π.Δ., όπως ισχύει από 16-9-2024, μετά την τροποποίησή του με τον ν. 5134/2024, σύμφωνα με την οποία το Τριμελές Εφετείο δικάζει: Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Τριμελούς εφετείου, το οποίο συγκροτείται, από πρόεδρο εφετών εκ των αρχαιότερων προέδρων εφετών που υπηρετούν στο κατά τόπο αρμόδιο εφετείο και εφέτες εκ των αρχαιότερων εφετών που υπηρετούν στο κατά τόπο αρμόδιο εφετείο, παρισταμένου πάντοτε εισαγγελέα με τον βαθμό του εισαγγελέα εφετών, αφού από την ρύθμιση αυτή, προκύπτει ότι έχει ληφθεί πρόνοια από τον νομοθέτη, ούτως ώστε η εκδίκαση των εφέσεων κατά αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου, με την ως άνω σύνθεση από πλευράς αρχαιότητας των συμμετοχόντων σε αυτή δικαστών, να συνάδει ως προς το οριζόμενο, στις προαναφερθείσες διατάξεις του 7ου συμπληρωματικού πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, ανώτερο δικαστήριο που θα κρίνει την απόφαση περί της ενοχής και της καταδίκης του εκάστοτε κατηγορουμένου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο και των τριών κρινομένων αναιρέσεων, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Α' και Θ' του ΚΠΔ, της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και της υπέρβασης εξουσίας, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι συντρέχει εν προκειμένου το μεν περίπτωση κακής σύνθεσης του δικαστηρίου για το λόγο ότι η υπόθεσή τους εκδικάστηκε στον πρώτο βαθμό από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης Α' βαθμού, συντιθέμενο εξ ενός Προέδρου Εφετών και δύο Εφετών, από το οποίο εκδόθηκε η με αριθμό 311/2022 απόφαση και στη συνέχεια, μετά την άσκηση εφέσεων, σε δεύτερο βαθμό από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης Β' βαθμού, συντιθέμενου και πάλι εξ ενός Προέδρου Εφετών και δύο Εφετών, ήτοι ομοιόβαθμων και ισάριθμων δικαστών με αυτούς του πρώτου βαθμού, με συνέπεια να μην πληρούνται οι προαναφερθείσες και οριζόμενες από τις προαναφερθείσες διεθνείς συμβάσεις, προϋποθέσεις της αποτελεσματικής επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της ποινικής του υποθέσεως, το δε περίπτωση υπέρβασης εξουσίας, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος, ενόψει της αντίθεσης της διάταξης του άρθρου 111 παρ.8 του Κ.Π.Δ., στις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 2 του 7ου συμπληρωματικού Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και άρθρο 14 παρ.5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και πολιτικά Δικαιώματα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού όπως προαναφέρθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 111 παρ.8 του ΚΠΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδίκασης της προκειμένης υπόθεσης στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, με την σύνθεση που ορίζεται σε αυτή από πλευράς αρχαιότητας των συμμετοχόντων σε αυτή δικαστών, συνάδει ως προς το οριζόμενο, στις προαναφερθείσες διατάξεις του 7ου συμπληρωματικού πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, ανώτερο δικαστήριο που θα κρίνει την απόφαση περί της ενοχής και της καταδίκης του εκάστοτε κατηγορουμένου και ουδόλως το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη την εξουσία του, ενώ περαιτέρω οι αναιρεσείοντες καμία συγκεκριμένη πλημμέλεια από πλευράς αρχαιότητας των συμμετοχόντων σε αυτή δικαστών, στην σύνθεση του δικάσαντος δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση δεν αποδίδουν.
Κατά την διάταξη του άρθρου 390 του ΠΚ "1. Όποιος κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης προκαλεί εν γνώσει βέβαιη ζημία στην περιουσία άλλου, της οποίας βάσει νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή [ήδη, μετά τον ν. 4855/2021, τιμωρείται με φυλάκιση και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή].
Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή. 2. Αν η απιστία στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά των ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες.
Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη". Για την, κατά την ως άνω διάταξη, στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας, απαιτείται αντικειμενικώς: α) Πρόσωπο, που έχει την επιμέλεια ή διαχείριση της περιουσίας άλλου, η ιδιότητά του δε αυτή μπορεί να πηγάζει από δικαιοπραξία (λ.χ. σύμβαση εντολής, πληρεξουσιότητας, εργασίας) ή εκ του νόμου (όπως ο διαχειριστής νομικού προσώπου) και να υπάρχει στον δράστη κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης.
Η επιμέλεια ή διαχείριση μπορεί να αφορά σε όλη την περιουσία ή σε μέρος της ή και σε μία μόνο πράξη, β) Πράξη ή παράλειψη, επιφέρουσα ζημία στην περιουσία του άλλου, η πράξη δε πρέπει να εμφανίζεται ως εξωτερική και δικαιοπρακτική, που είναι κατά κανόνα οι δικαιοπραξίες, όπως πώληση, δωρεά κτλ, οι οιονεί δικαιοπραξίες, όπως όχληση, καταγγελία κτλ, οι διαδικαστικές πράξεις, όπως ομολογία αγωγής κτλ, χωρίς να αρκεί η ενέργεια υλικών πράξεων, αλλά πρέπει να υπάρχει δυνατότητα πρωτοβουλίας και λήψης αποφάσεων, με κίνδυνο και ευθύνη του διαχειριστή και η πράξη ή η παράλειψη να επιφέρει ζημία στην ξένη περιουσία, χωρίς όμως σκοπό ιδιοποίησης.
Αντιθέτως, δεν συνιστούν διαχειριστικές πράξεις εσωτερικές ενέργειες με υλικό ή και δικαιοπρακτικό χαρακτήρα (λ.χ. διαχειριστής διαγράφει αρχείο πελατών, λαμβάνει χωρίς δικαίωμα άτοκο δάνειο από το ταμείο της εταιρείας και μηνιαία αντιμισθία υψηλότερη από την εγκριθείσα κτλ). Σύμφωνα με την επικρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία θεωρία της κατάχρησης, η εγκληματική συμπεριφορά πραγματώνεται όταν ο διαχειριστής καταχράται την προς τρίτους αντιπροσωπευτική εξουσία του, ήτοι, εν γνώσει του υπερβαίνει τα όρια της επιτρεπτής έννομης δράσης του, τα οποία οφείλει να τηρεί στα πλαίσια της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας, παραβαίνοντας τους κανόνες επιμελούς διαχείρισης.
Τους τελευταίους (κανόνες) προσδιορίζουν ο νόμος, η σύμβαση μεταξύ του κυρίου της περιουσίας και του διαχειριστή, οι στόχοι της διαχείρισης και οι διαμορφούμενοι στις συναλλαγές κανόνες επιμέλειας. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία οικονομικών αγαθών του προσώπου, που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, κινητών (μεταξύ των οποίων και το χρήμα), ακινήτων, απαιτήσεων, δικαιωμάτων, εμπραγμάτων ή ενοχικών, καθώς επίσης η νομή, η σταθερή πελατεία, η με σταθερότητα περιβαλλόμενη προσδοκία κτήσης τέτοιων, γενικώς, οικονομικών αγαθών.
Βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωσή της, που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με τη διάθεση απαίτησης ή δικαιώματος ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας, πριν από τη διάθεσή της και της αξίας της περιουσίας, που απομένει μετά τη διάθεσή της από τον δράστη.
Περιουσιακή βλάβη στην απιστία, όπως και επί απάτης, μπορεί να συνιστά και η συγκεκριμένη διακινδύνευση της υπό διαχείριση περιουσίας, όταν προκαλεί βέβαιη μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής, έτσι ώστε να μπορεί να αποτιμηθεί ως ήδη επελθούσα βλάβη. Μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της περιουσιακής ζημίας απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος, κατά τη θεωρία του ισοδυνάμου των όρων.
Προσθέτως, μεταξύ της παράβασης των κανόνων επιμελούς διαχείρισης και της ζημίας απαιτείται και συνάφεια κινδύνου. Η ζημία, δηλαδή, θα πρέπει να είναι πραγμάτωση εκείνου ακριβώς του κινδύνου, που έθεσε ο δράστης, όταν εν γνώσει του παρέβη τους κανόνες της επιμελούς διαχείρισης. Αν, αντιθέτως, είναι πραγμάτωση άλλου κινδύνου, δεν στοιχειοθετείται απιστία, έστω και αν συντρέχουν όλα τα στοιχεία της.
Πρέπει, δηλαδή, η περιουσιακή ζημία να οφείλεται όχι απλώς στην συμπεριφορά του δράστη, αλλά στην παράβαση των κανόνων της επιμελούς διαχείρισης. Υποκειμενικά, απαιτείται "υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση", ήτοι άμεσος δόλος, μη αρκούντος του ενδεχόμενου δόλου, συγκεκριμένα δε, γνώση του δράστη ότι η πράξη είναι επιζήμια για την περιουσία, που διαχειρίζεται ή επιμελείται και θέληση αυτού να επιφέρει τη ζημία αυτή, υπό την έννοια της επιδίωξης ή πρόβλεψης ως αναγκαίας και αποδοχής της πρόκλησης της ζημίας.
Έτι περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 390 προκύπτει ότι η στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας μπορεί να γίνει με πράξη ή και με παράλειψη, θα πρέπει, δηλαδή, η ζημία να επέλθει από διαχειριστική πράξη ή και παράλειψη του δράστη, κατά κατάχρηση της έναντι τρίτων αντιπροσωπευτικής εξουσίας του (ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 523/2022, ΑΠ 479/2021).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των έγγραφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με τη θέση της υπογραφής του φερόμενου ως συντάκτη, που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και, περαιτέρω, σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ανεξάρτητα αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 στοιχ. β' του προϊσχύσαντος ΠΚ, "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης", ενώ κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με τον υπότιτλο "απλός συνεργός", "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ.
β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Με το αντίστοιχο άρθρο 47 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, που φέρει τον γενικό τίτλο "Συνεργός", ορίζεται ότι 'Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83).
Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού". Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι με τον νέο ΠΚ, επήλθαν ουσιώδεις αλλαγές στις διατάξεις για τη συνέργεια στο έγκλημα, αφού καταργήθηκε από άποψη ποινής η διάκριση μεταξύ άμεσης και απλής συνέργειας, όπως αποτυπωνόταν στις προαναφερθείσες διατάξεις, ώστε να καταγραφεί ως κανόνας ότι το άδικο και η ενοχή του συνεργού είναι μικρότερης έντασης έναντι εκείνων του φυσικού αυτουργού, αφού προβλέπεται πλέον ενιαία μειωμένη ποινή για όλες τις μορφές της συνέργειας, είτε προσφέρεται κατά, είτε πριν από την τέλεση της πράξης, οπότε η νέα διάταξη είναι ευμενέστερη και εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση και μόνο κατ'εξαίρεση προβλέπεται η δυνατότητα του δικαστηρίου να επιβάλει στον (άμεσο) συνεργό την ποινή του αυτουργού, στην περίπτωση που ο υπαίτιος προσφέρει την άμεση συνδρομή του, κατά την τέλεση της πράξης και θέτει με αυτήν το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού.
Σημειώνεται ότι με το άρθρο 5 του ν 5090/2024 η ως άνω διάταξη του άρθρου 47 του ΠΚ τροποποιήθηκε ως εξής: Άμεσος και απλός συνεργός. Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 46, με πρόθεση παρέχει άμεση συνδρομή στον δράστη κατά την διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού.
Αν εκτός της περίπτωσης του πρώτου εδαφίου, παρέχει με πρόθεση σε άλλον οποιοδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Από την Αιτιολογική Έκθεση της συγκεκριμένης διάταξης καθίσταται εμφανές ότι ο νομοθέτης έκρινε επιβεβλημένη την εν λόγω νομοθετική τροποποίηση του άρθρου 47 προκειμένου, να αμβλυνθούν αδιέξοδα που η δικαστηριακή πρακτική έχει αναδείξει, σε σχέση με την ποινική αντιμετώπιση περιπτώσεων άμεσης συνέργειας (ειδικά επί εγκλημάτων βαριάς εγκληματικότητας με ποινική και κοινωνική απαξία εφάμιλλη της πράξης του φυσικού αυτουργού) που δεν καλύπτονται από το ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης.
Έτσι, με την προτεινόμενη διάταξη, η οποία έχει ταυτόσημη διατύπωση με εκείνη του προισχύσαντος Ποινικού Κώδικα, άμεση συνέργεια που δυνητικά επισύρει ποινή ισοδύναμη με την επαπειλούμενη για την πράξη του αυτουργού, είναι κάθε παροχή της αναγκαίας και άμεσης συνδρομής κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, χωρίς την οποία να μην είναι με βεβαιότητα δυνατή η διάπραξη από τον αυτουργό του εγκλήματος, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις.
Οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης, που δεν φέρει τα ανωτέρω χαρακτηριστικά, υπάγεται στις περιπτώσεις της απλής συνέργειας για την οποία υποχρεωτικά επιβάλλεται ελαττωμένη ποινή κατά τους ορισμούς του άρθρου 83. Η ως άνω νεότερη ρύθμιση είναι δυσμενέστερη της προηγούμενης και συνεπώς η τελευταία αυτή είναι εφαρμοστέα ως ευμενέστερη.
Για τη στοιχειοθέτηση της συνέργειας τρίτου σε άδικη πράξη του αυτουργού, τόσο υπό την ισχύ του παλαιού Π.Κ. όσο και υπό την ισχύ του νέου Π.Κ., απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) πράξη υλικής συνδρομής τρίτου, β) τέλεση (ως προς την αντικειμενική της υπόσταση) από τον αυτουργό άδικης πράξης ή απόπειρας άδικης πράξης, γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμμετοχικής πράξης του συνεργού και της άδικης πράξης του αυτουργού, ο οποίος υπάρχει όταν, χωρίς την πρώτη, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της δεύτερης υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, δηλαδή, η συμβολή του συνεργού πρέπει να ήταν αποφασιστική για την τέλεση της πράξης του αυτουργού, υπό τις περιστάσεις και τις συνθήκες που τελέστηκε, ή υπό τις οποίες ο αυτουργός αποπειράθηκε να τελέσει αυτήν, και δ) δόλος του συνεργού, ο οποίος έγκειται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη, καθώς και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης - συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται για την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη.
Για την πράξη της απλής συνέργειας, όπως προαναφέρθηκε υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της, διευκολύνοντας τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού μπορεί να είναι είτε υλική είτε ψυχική.
Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξης, με την ενίσχυση της απόφασης που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξης καθώς και η ενθάρρυνση αυτού καθ' οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξης ή την παροχή υπόσχεσης για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του. (ΑΠ 899/2023, ΑΠ 455/2022, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 552/2020, Α.Π. 2034/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 του Π.Κ., με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε.
Η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιοσδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή της επιρροής λόγω της ιδιότητας και της θέσης ή και της σχέσης του με αυτόν (φυσικό αυτουργό) κλπ.
χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται περαιτέρω σε τι συνίστανται οι προτροπές, παραινέσεις, πειθώ ή φορτικότητα κλπ που τυχόν χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός (ΑΠ 210/2022, ΑΠ 715/2019, ΑΠ 434/2019, ΑΠ 55/2019, ΑΠ 138/2015). Υποκειμενικώς δε, απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος, με θέληση και γνώση ή αποδοχή, της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης (ΑΠ 375/2021, ΑΠ 454/2019, ΑΠ 749/2019, ΑΠ 1380/2017, ΑΠ 1371/2016) χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1887/2019).
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.
Δεν είναι απαραίτητη όμως, η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα δε η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, με αριθμό 63/2024, απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Β' Βαθμού Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Κ.
Β., ήταν, κατά τον αναφερόμενο γι' αυτόν στο κατηγορητήριο χρόνο (01-04-2013 έως και 30-06-2017), Πρόεδρος του Αλεξάνδρειου Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Θεσσαλονίκης (ΑΤΕΙ-Θ) και αδελφός της τρίτης κατηγορουμένης, Ε. Β., καθώς και σύζυγος της τέταρτης κατηγορουμένης, Φ. Α. Ο δε πρώτος κατηγορούμενος Ν. Τ., ήταν κατά τον αναφερόμενο γι' αυτόν στο κατηγορητήριο χρόνο (01-01-2012 έως και 30-06-2017), Γραμματέας του παραπάνω εκπαιδευτικού ιδρύματος, διοικητικός προϊστάμενος όλου του διοικητικού προσωπικού του και εκκαθαριστής αποδοχών του προσωπικού.
Ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. ...-2011 Πράξη του τότε Προέδρου του παραπάνω εκπαιδευτικού Ιδρύματος ανατέθηκαν προσωρινά καθήκοντα Γραμματέα, μέχρι την εκλογή νέου, στον Ν. Τ., ενώ με την ίδια πράξη ορίσθηκε ότι "θα εκτελεί και καθήκοντα εκκαθαριστή αποδοχών". Ακολούθησε η με αριθμό ...-2014 Πράξη του Προέδρου του ΑΤΕΙ και δευτέρου κατηγορουμένου, Κ.
Β., με την οποία αυτός (Ν. Τ.) τελικά διορίσθηκε στην ανωτέρω θέση Γραμματέα του ΑΤΕΙ, με τη δε με αριθμό 50/27-3-2014 Πράξη του Προέδρου του ανωτέρω ΑΤΕΙ - δεύτερου κατηγορουμένου, μεταβιβάσθηκαν στον Ν. Τ. - πρώτο κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων, και οι αρμοδιότητες του εκκαθαριστή αποδοχών του προσωπικού του Αλεξάνδρειου ΤΕΙ Θεσσαλονίκης.
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι πριν ακόμη ο δεύτερος κατηγορούμενος γίνει Πρόεδρος του ΑΤΕΙ-Θ, δηλαδή πριν την 01-04-2013 και πάντως ήδη κατά την 01-01-2012, ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε, όπως και ο πρώτος, μεγάλη ισχύ και επιρροή στο Ίδρυμα και τις Υπηρεσίες του. Πιο συγκεκριμένα, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ήταν ισχυρές προσωπικότητες και αποτελούσαν τους δύο πόλους εξουσίας στο Α ΤΕΙ-Θ, έχοντας ηγετικό ρόλο σε αντίθετες συνδικαλιστικές παρατάξεις, όμως οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν στην αρχή πολύ καλές, κυρίως για λόγους "πολιτικών" ισορροπιών (για την ακρίβεια ισορροπιών εξουσίας), για να διασπασθούν στη συνέχεια και να υπάρξει μεταξύ τους μεγάλη αντιμαχία, πλην όμως αυτό το τελευταίο συνέβη σε χρόνο μεταγενέστερο του εν προκειμένω κρίσιμου (μετά δηλαδή τις 30-06- 2017).
Σε κάθε όμως περίπτωση, κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο και πάντως και κατά το διάστημα από 01-01-2012 έως 01-04-2013, ο δεύτερος κατηγορούμενος, αν και δεν είχε την ιδιότητα του Προέδρου του ΑΤΕΙ-Θ, μπορούσε να επηρεάζει και πράγματι επηρέαζε τις αποφάσεις και τις ενέργειες του πρώτου, Γραμματέα του Ιδρύματος, που με τη σειρά του, λόγω των καλών τους σχέσεων και για τους προαναφερθέντες λόγους ισορροπιών, ικανοποιούσε επιθυμίες του πρώτου και στην προκειμένη περίπτωση τις επιθυμίες της αδελφής και της συζύγου του, υπογράφοντας, παρά την απουσία τους, τις μισθοδοτικές τους καταστάσεις, όπως θα αναφερθεί αναλυτικά στη συνέχεια της παρούσας.
Περαιτέρω, και όσον αφορά την τρίτη κατηγορουμένη, Ε. Β., αδελφή του δεύτερου, αυτή μετατάχθηκε από θέση κλάδου ΠΕ Ιατρών της 3ης ΥΠ Ε Κ. Μ. σε κενή οργανική θέση κλάδου ΠΕ Διοικητικού - Οικονομικού του ανωτέρω εκπαιδευτικού Ιδρύματος, ανέλαβε υπηρεσία στις 30-9-2009 και τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Διοικητικού ως Προϊσταμένη Διεύθυνσης, θέση στην οποία παρέμεινε καθ' όλο τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο (μέχρι τον Ιούνιο του 2017).
Η δε τέταρτη κατηγορουμένη, Φ. Α., σύζυγος του δεύτερου κατηγορουμένου (από τον Σεπτέμβριο του 2011), κατετάγη σε οργανική θέση ΙΔΑΧ του ανωτέρω εκπαιδευτικού Ιδρύματος σύμφωνα με το Π.Δ. 164/2004 στις 02-05- 2006 και αυθημερόν ανέλαβε υπηρεσία. Με την υπ' αριθμόν 103/23-08-2012 (ισχύς από 1-09-2012) πράξη του Προέδρου τοποθετήθηκε στο Τμήμα Σπουδών της Διεύθυνσης Συντονισμού Σπουδών, Εκδόσεων και Βιβλιοθήκης ως Προϊσταμένη Τμήματος, όπου κατά το κρίσιμο διάστημα δεν υπηρέτησε άλλος υπάλληλος.
Επίσης το ίδιο διάστημα δεν υπηρέτησε ουσιαστικά προϊστάμενος Διεύθυνσης Συντονισμού Σπουδών, Εκδόσεων και Βιβλιοθήκης και τελικός υπογράφων στα έγγραφα του τμήματος της ήταν ο κατηγορούμενος Γραμματέας του ΑΤΕΙ-Θ, Ν. Τ. Οι δύο τελευταίες κατηγορούμενες, υπάλληλοι του Αλεξάνδρειου Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Θεσσαλονίκης (ΑΤΕΙ-Θ), Ε.
Β. και Φ. Α., αδελφή και σύζυγος αντίστοιχα του συγκατηγορουμένου τους Προέδρου του ΑΤΕΙ-Θ, Κ. Β., κατά τον κρίσιμο γι'αυτές χρόνο δεν προέρχονταν στην Υπηρεσία τους και δεν ασκούσαν τα καθήκοντά τους, εν γνώσει των δύο πρώτων κατηγορουμένων, όπως θα αναφερθεί αναλυτικά στη συνέχεια της παρούσας, χωρίς να υπάρχει κάποιο εμφανές πρόβλημα στη λειτουργία του ΑΤΕΙ-Θ, αφού την εργασία τους την εκτελούσαν άλλοι υπάλληλοι, εν γνώσει πάντα των δύο πρώτων κατηγορουμένων, που φρόντιζαν να καλύπτεται η απουσία τους.
Όμως την 15-2-2017 υπήρξε ανώνυμη καταγγελία, υπογραφόμενη από την "Ομάδα Δημοκρατικής Λειτουργίας ΑΤΕΙ Θεσσαλονίκης", ότι οι δύο τελευταίες κατηγορούμενες, απουσιάζουν συστηματικά από την υπηρεσία τους για πέντε συναπτά έτη, λαμβάνουν όμως κανονικά το μισθό τους, στον οποίο συμπεριλαμβάνονται και επιδόματα θέσης ευθύνης και προϊστάμενης Διεύθυνσης και Τμήματος αντίστοιχα.
Η καταγγελία αυτή υπήρξε η αφορμή να διαταχθεί και διενεργηθεί έλεγχος από το Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, οι δε Επιθεωρητές, προκειμένου να ελεγχθεί η φυσική παρουσία στο χώρο εργασίας των δύο κατηγορουμένων υπαλλήλων για το ελεγχόμενο διάστημα, ζήτησαν και συνέλεξαν έγγραφα αναφορικά με τα καθημερινά παρουσιολόγια και τη φυσική παρουσία στο χώρο εργασίας αυτών, τις πάσης φύσεως άδειες αυτών και δειγματοληπτικά στοιχεία της εργασίας τους.
Εδώ να σημειωθεί ότι ο τρόπος ελέγχου του ωραρίου των δημοσίων υπαλλήλων είναι επιλογή της κάθε Υπηρεσίας και στην προκειμένη περίπτωση, από το παραπάνω εκπαιδευτικό Ίδρυμα (ΑΤΕΙ-Θ) είχε εφαρμοσθεί ηλεκτρονικό σύστημα παρουσιολογίου από 01-01-2014, ενώ κατά τα προηγούμενα έτη (2012-2013) ετηρούντο έντυπα δελτία παρουσιολογίων, τα οποία, κατά το χρόνο που διενεργήθηκε ο έλεγχος, είχαν καταστραφεί.
Όπως αναφέρεται στην αναγνωσθείσα στο ακροατήριο έκθεση ελέγχου (σελ. 35 επ.), από τα στοιχεία που αναλύθηκαν στο κεφάλαιο των διαπιστώσεων (της έκθεσης) και τέθηκαν υπόψη των ελεγκτών, αυτοτελώς ή συνδυαστικά, προκύπτουν ενδείξεις πλημμελούς παρουσίας των δύο τελευταίων κατηγορουμένων υπαλλήλων. Τα στοιχεία αυτά, από τα οποία απορρέουν κυρίως οι εν λόγω ενδείξεις, είναι τα εξής (σε παρενθέσεις η αρίθμηση των σχετικών διαπιστώσεων στην έκθεση ελέγχου) :
Οι υπ' αρ. ...-2017 και ...-2017 βεβαιώσεις του Γραμματέα του ΑΤΕΙ-Θ, στις οποίες βεβαιώνονται οι ημέρες παρουσίας και νόμιμης απουσίας των Β. Ε. και Α. Φ. (στο εξής Β.Ε. και Α. Φ) για τα έτη 2012 και 2013. Ωστόσο και για τις δύο υπαλλήλους, το σύνολο των αποτυπωμένων ημερών (παρουσίας - νόμιμης απουσίας τους), αθροιζόμενο, υπερβαίνει το σύνολο των εργάσιμων ημερών των αντίστοιχων ετών και ως εκ τούτου, το περιεχόμενο των ανωτέρω βεβαιώσεων κρίνεται μη αξιόπιστο και αναληθές ως προς τη συνεπή παρουσία των ανωτέρω υπαλλήλων στο ίδρυμα.
Η υπ' αρ. ...-2018 πράξη του Γραμματέα ΑΤΕΙ-Θ, με την οποία αποφάσισε "την περικοπή τον επιδόματος θέσης από την μισθοδοσία της κας Ε.Β.... αναδρομικά από 1- 1-2012 έως 30-6- 2017...λόγω πλημμελούς παρουσίας της" (Γ.4). Η υπ' αρ. ...-2018 Πράξη του Γραμματέα ΑΤΕΙ- Θ, με την οποία αποφάσισε "την διακοπή του επιδόματος θέσης από την μισθοδοσία της κας Φ....
Α.... αναδρομικά από 1-1-2012 έως 30- 6-2017... λόγω πλημμελούς παρουσίας της" (Γ.4). Τα ηλεκτρονικά αρχεία των παρουσιολογίων σε μορφή excel από όπου προκύπτει ότι το διάστημα από 1-1- 2014 μέχρι και τον Ιούνιο του 2017, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, οι καθημερινές ώρες προσέλευσης και αποχώρησης των Β.Ε. και Α. Φ. ταυτίζονταν ή δεν απείχαν πάνω από ένα λεπτό της ώρας, παρόλο που σε πολλές περιπτώσεις απέκλιναν σημαντικά από τη δηλωθείσα ώρα προσέλευσης (7:30) και αποχώρησης (15:30) των υπαλλήλων, μολονότι η μία εξ αυτών είχε δικαίωμα μειωμένου ωραρίου, συμφωνά με την αρ. 5/2012 πράξη Γραμματέα. (Γ. 3.2).
Η μη χορήγηση άδειας κύησης και λοχείας στην Α.Φ.. (Γ.3.2. . ) Η δήλωση της υπαλλήλου Τ.Π. (δηλαδή της Π. Τ., αρχικά πέμπτης κατηγορουμένης (για παράβαση καθήκοντος), που αθωώθηκε με την πρωτόδικη απόφαση), η οποία ασκούσε καθήκοντα γραμματείας Προέδρου ΑΤΕΙ-Θ. ότι, από το Δεκέμβριο του 2015, περιήλθε σε γνώση της ότι οι κάρτες παρουσίας των Β.Ε.
και Α.Φ. σημαίνονταν από τη συμβασιούχο υπάλληλο Δη.Α. (δηλαδή την εξετασθείσα και ως μάρτυρα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Α. Δ.), επίσης απασχολούμενη σε θέση γραμματείας Προέδρου, και ότι, μετά την αποχώρηση αυτής το Σεπτέμβριο του 2016, η Τ.Π. σήμαινε τις κάρτες παρουσίας των Β.Ε. και Α. Φ μετά από εντολή του Β.Κ. (δηλαδή του δεύτερου κατηγορουμένου) (Γ.3.1).Το ότι σε χρονικά διαστήματα που σύμφωνα με τα ληφθέντα στις 31-8-2017 στοιχεία οι Β.Ε και Α.
Φ. φαίνεται να είχαν κανονική άδεια οι κάρτες ήταν "χτυπημένες" (Γ.3.2). Το ότι στα δύο χειρόγραφα τετράδια χρεώσεων εισερχομένων εγγράφων της Δ/νσης Διοικητικού όπου πρόϊστατο η Β.Ε. για το διάστημα από 14-2-2014 ως 21-6-2016 κανείς από τους εξετασθέντες υφισταμένους υπαλλήλους της δεν αναγνώρισε την υπογραφή της Β.Ε, στη στήλη όπου υπογράφει ο/η παραλαβών/ούσα (Γ.3.3).
Το ότι στο χειρόγραφο τετράδιο χρεώσεων εισερχομένων εγγράφων του τμήματος Σπουδών όπου προϊστατο η Α.Φ. δεν φαίνεται να έχει παραληφθεί ενυπόγραφα έγγραφο μετά την 9-1-2013, ενώ υπήρχαν 23 έγγραφα με ημερομηνία από 8-1-2014 έως και 23-4-2015 που δεν παραλήφθηκαν ποτέ (Γ. 3.3). Οι καταθέσεις των προσώπων- διοικητικό προσωπικό του ΑΤΕΙ-Θ - που εξετάσθηκαν κατά τη διαδικασία του αρ. 5 παρ. 4 Ν. 3074/2002 και επιβεβαιώνουν πλήρως την πλημμελή παρουσία των Β.Ε.
και Α.Β. (και που περιλαμβάνονται στο συνημμένο στην έκθεση παράρτημα). Βέβαια στην ίδια έκθεση αναφέρεται ως προς την παρουσία των Β.Ε. και Α.Φ., πως τέθηκαν υπόψη των ελεγκτών και αντίθετες μαρτυρίες από μέρος του προσωπικού του ΑΤΕΙ-Θ, εξ' ιδίας αντιλήψεως αυτού (και που περιλαμβάνονται επίσης στο συνημμένο στην έκθεση παράρτημα) , ήτοι:
Υπαλλήλων που εξετάστηκαν κατά τη διαδικασία του αρ. 5 παρ. 4 Ν. 3074/2002 και διέψευσαν τα περί πλημμελούς παρουσίας και λοιπών προσώπων, κυρίως καθηγητών του ΑΤΕΙ-Θ και φοιτητών, που βεβαίωσαν ενόρκως ενώπιον συμβολαιογράφου. Οι δε σχετικές βεβαιώσεις προσκομίστηκαν από τους Β. Κ. (δηλαδή τον δεύτερο κατηγορούμενο), Β.Ε.
και Α.Φ.., στις οποίες μαρτυρίες αναφέρεται ότι οι Β.Ε. και Α. Φ ήταν απολύτως συνεπείς στην εκτέλεση των καθηκόντων τους (καταθέσεις που περιλαμβάνονται επίσης στο συνημμένο στην έκθεση παράρτημα). Όμως από όλα τα παραπάνω (δηλαδή μετά και τη συνεκτίμηση των υπέρ των κατηγορουμένων υπαλλήλων στοιχείων), οι ελεγκτές συνάγουν το συμπέρασμα ότι ο χρόνος παροχής εργασίας των υπαλλήλων Β.
Ε. και Α.Φ. υπολειπόταν του οριζομένου από τις κείμενες διατάξεις χρόνου παροχής υπηρεσίας των δημοσίων υπαλλήλων και επομένως για το ελεγχόμενο διάστημα ενεργούσαν "κατά παράβαση του άρθρου 29 του Ν. 3528/2007 και συντρέχουν για τις εν λόγω υπαλλήλους οι απορρέουσες συνέπειες του άρθρου 43 του Ν. 3528/2007, που προβλέπουν την περικοπή των αποδοχών για παρασχεθείσα εργασία.
Η δε καταβολή του επιδόματος θέσης ευθύνης στις Β. Ε. και Φ. Α. Προϊσταμένων της Δ/νσης Διοικητικού και του Τμήματος Σπουδών αντιστοίχως, έγινε (σύμφωνα με την έκθεση) κατά παράβαση του άρθρου 18 του Ν. 4024/2011 (ισχύς μέχρι 31-12-2015) και του άρθρου 16 τοι 4354/2015 (ισχύς από 1-1-2016). Περαιτέρω, αναφέρεται στην ίδια έκθεση, ότι ο έλεγχος της τήρησης του ωραρίου των Β.Ε.
και Α. Φ. ανήκε στην αρμοδιότητα του Γραμματέα του ΑΤΕΙ-Θ (δηλαδή του πρώτου κατηγορουμένου), ο οποίος ήταν άμεσος προϊστάμενος της Β.Ε., Προϊσταμένης Δ/νσης Διοικητικού αλλά και της Α.Φ., Προϊσταμένης του Τμήματος Σπουδών της Δ/νσης Συντονισμού Σπουδών, Εκδόσεων και Βιβλιοθήκης, καθόσον δεν υπηρετούσε Προϊστάμενος στην εν λόγω Δ/νση, γιατί ταυτοχρόνως με την τοποθέτηση της Α.Φ.
ως Προϊσταμένης του Τμήματος Σπουδών διενεργήθηκε και μετακίνηση του μέχρι τότε Προϊστάμενου της Δ/νσης Συντονισμού Σπουδών, Εκδόσεων και Βιβλιοθήκης Σ.Φ. σε άλλη οργανική μονάδα του ΑΤΕΙ-Θ (αγρόκτημα). Η δε ως άνω αρμοδιότητα του Τ.Ν. (δηλαδή του πρώτου κατηγορουμένου) για τον έλεγχο τήρησης του ωραρίου των Β.Ε.
και Α. Φ. προφανώς εκτελέστηκε πλημμελώς. Από τα πορίσματα αυτά της έκθεσης ελέγχου, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ιδίως μάρτυρες και έγγραφα που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και αναγνώσθηκαν), προέκυψε, χωρίς καμία αμφιβολία κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι οι δύο τελευταίες κατηγορούμενες απουσίαζαν διαρκώς από την υπηρεσία τους κατά το εν προκειμένω κρίσιμο διάστημα, κατά το οποίο μόνο σποραδικά εμφανίζοντο στα γραφεία τους στο ΑΤΕΙ-Θ, και αυτή όμως η παρουσία τους ήταν εντελώς προσχηματική, απλώς για να δηλώνεται η εμφάνισή τους στο χώρο του ΤΕΙ, χωρίς καμία ουσιαστική ενασχόλησή τους και συμβολή στην εκτέλεση και προώθηση του αντιστοιχούντος στα καθήκοντά τους έργου, το οποίο στην πραγματικότητα εκτελούσαν άλλοι υπάλληλοι - συνάδελφοι τους, όπως προαναφέρθηκε.
Οι δε δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, από την πλευρά τους, είχαν πλήρη γνώση της προαναφερθείσας διαρκούς απουσίας των δύο τελευταίων από την υπηρεσία τους και της μη ενασχόλησής τους με τα καθήκοντά τους, ως εκ της θέσεώς τους, αλλά και λόγω της σχέσης του δεύτερου με αυτές (αδελφής και συζύγου του, αντίστοιχα), καθώς και της επιθυμίας του πρώτου να διατηρήσει προς όφελος του τις ("πολιτικές") ισορροπίες εξουσίας με τον δεύτερο και τις μέχρι τότε καλές τους σχέσεις.
Όμως οι κατηγορούμενοι αυτοί (δύο πρώτοι), λόγω και των παραπάνω σχέσεων και επιθυμιών τους, ανέχονταν και κάλυπταν, όπως ειδικότερα κατωτέρω θα αναφερθεί, την παρανομία, υπείκοντες στις φορτικές προτροπές και παρακλήσεις των δύο τελευταίων κατηγορουμένων υπαλλήλων. Φρόντιζαν μάλιστα οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι να είναι τυπικά καλυμμένη η διαρκής απουσία των δύο τελευταίων, αφού τις μαγνητικές κάρτες σήμανσης της προσέλευσης και αποχώρησής σήμαιναν άλλοι υπάλληλοι του Α.Τ.Ε.Ι.
Θεσσαλονίκης, που μάλιστα απασχολούντο στη γραμματεία του Προέδρου, δηλαδή στο γραφείο του πρώτου κατηγορούμενου Κ. Β. Οι κάρτες των δύο κατηγορουμένων υπαλλήλων παρέμεναν διαρκώς στο άνω γραφείο και σημαίνοντο μαζί με την, επίσης εκεί μονίμως ευρισκομένη, μαγνητική κάρτα του κατηγορουμένου, Ν. Τ., ο οποίος, λόγω θέσεως, δεν υποχρεούτο μεν να "χτυπάει κάρτα", αλλά για δικούς του λόγους ήθελε να εμφανίζεται ότι προσέρχεται και αποχωρεί από τη θέση του κατά τις ώρες προσέλευσης και αποχώρησης και των υπαλλήλων.
Να σημειωθεί ότι το έργο της σήμανσης είχε αρχικά αναλάβει η (εξετασθείσα και ως μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) Α. Δ. του Α., που συνδέετο με το ΑΤΕΙ-Θ με σύμβαση έργου, στα πλαίσια προγραμμάτων του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ), αλλά εν τοις πράγμασι απασχολείτο ως ιδιαιτέρα γραμματέας του κατηγορουμένου Προέδρου του Ιδρύματος Κ.
Β. και μετά τη λήξη της σύμβασής της η πέμπτη αρχικά κατηγορουμένη (που αθωώθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση), Π. Τ., η οποία τοποθετήθηκε στο άνω γραφείο ως γραμματέας του Προέδρου. (Εδώ θα πρέπει να τονισθεί ότι η παραπάνω υπάλληλος από την αρχή υποστηρίζει πειστικά ότι οι δύο τελευταίες κατηγορούμενες απουσίαζαν από την εργασία τους, παρόλο που κινδύνευε να βρεθεί, όπως και βρέθηκε, και η ίδια κατηγορουμένη).
Επίσης, οι υπογραφές των ανωτέρω δύο κατηγορουμένων υπαλλήλων στα χειρόγραφα παρουσιολόγια, που ετηρούντο προ της εισαγωγής στο ΑΤΕΙ-Θ του ηλεκτρονικού συστήματος παρουσιολογίου, ετίθεντο από υπαλλήλους του Ιδρύματος, τελούντες σε εξάρτηση από τον τότε Πρόεδρο του, δεύτερο κατηγορούμενο. Περαιτέρω, προέκυψε ότι παρά τη διαρκή απουσία των δύο τελευταίων κατηγορουμένων κατηγορουμένων υπαλλήλων και παρά τους σαφείς ορισμούς του άρθρου 29 του Ν. 3528/2007, κατά το οποίο η τήρηση του ωραρίου εργασίας από τον υπάλληλο περιλαμβάνει την οκτάωρη παραμονή του στην υπηρεσία, εντός του ωραρίου που έχει επιλέξει και του άρθρου 43 του Ν. 3528/2007, κατά το οποίο δεν οφείλεται μισθός όταν ο υπάλληλος από υπαιτιότητα του δεν παρέσχε υπηρεσία καθόλου ή εν μέρει και η περικοπή του ενεργείται με πράξη του αρμόδιου για την εκκαθάριση και πληρωμή των δαπανών οργάνου, τον οποίο οφείλει να ειδοποιήσει ο προϊστάμενος της υπηρεσίας προσωπικού ή ο προϊστάμενος της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ο υπάλληλος, αυτές, έχοντας επιτύχει, με φορτικές προτροπές και παραινέσεις, αφ' ενός την ανοχή και απραξία του δευτέρου κατηγορουμένου στην παράνομη ενέργειά τους, και αφ' ετέρου την, για τους δικούς του, ως ανωτέρω, λόγους, ενεργό σύμπραξη του πρώτου κατηγορουμένου, ελάμβαναν κανονικά το μισθό τους, προσαυξημένο μάλιστα με επιδόματα θέσης ευθύνης.
Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι η εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου υπογραφή των μισθοδοτικών καταστάσεων των δύο τελευταίων, παρά την εν γνώσει του απουσία τους, κατά το διάστημα από 01-01-2012 έως 01-04-2013, κατά το οποίο ο αδελφός και σύζυγος τους, δεύτερος κατηγορούμενος, δεν είχε ακόμη την ιδιότητα του Προέδρου του ΑΤΕΙ-Θ, εξηγείται, από το γεγονός, ότι, όπως προαναφέρθηκε, λόγω των μεταξύ τους καλών σχέσεων και για λόγους "πολιτικών" ισορροπιών, ο πρώτος ικανοποιούσε τις επιθυμίες του δεύτερου και τις επιθυμίες της αδελφής και της συζύγου του.
Περαιτέρω, και όσον αφορά το ζήτημα της ποινικής ευθύνης των δύο πρώτων κατηγορουμένων για την πράξη της απιστίας (εκ μέρους του πρώτου) και της συνέργειας σ' αυτήν, τελούμενη δια παραλείψεως (εκ μέρους του δεύτερου), πρέπει να λεχθούν τα εξής : Ο έλεγχος της τήρησης του ωραρίου των κατηγορουμένων υπαλλήλων ανήκε στην αρμοδιότητα του Γραμματέα του ΑΤΕΙ- Θ πρώτου κατηγορουμένου, Ν.
Τ., ο οποίος ήταν άμεσος προϊστάμενος της Ε. Β., Προϊσταμένης Διεύθυνσης Διοικητικού αλλά και της Φ. Α., Προϊσταμένης του Τμήματος Σπουδών της Διεύθυνσης Συντονισμού Σπουδών, Εκδόσεων και Βιβλιοθήκης, καθόσον δεν υπηρετούσε Προϊστάμενος στην εν λόγω Διεύθυνση, γιατί ταυτοχρόνως με την τοποθέτηση της τελευταίας ως Προϊστάμενης του Τμήματος Σπουδών, έγινε και μετακίνηση του μέχρι τότε Προϊστάμενου της Διεύθυνσης Συντονισμού Σπουδών, Εκδόσεων και Βιβλιοθήκης σε άλλη οργανική μονάδα του ΑΤΕΙ-Θ (αγρόκτημα).
Ο Ν. Τ., ως Γραμματέας του ΑΤΕΙ-Θ και διοικητικός προϊστάμενος όλου του διοικητικού προσωπικού του εν λόγω ιδρύματος και ενώ, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, στις αρμοδιότητές του ανάγονταν, μεταξύ άλλων, η εκκαθάριση των αποδοχών του διοικητικού προσωπικού του εν λόγω ιδρύματος, καθώς και η διοικητική εποπτεία και ο συντονισμός των οικονομικών, διοικητικών και τεχνικών υπηρεσιών του, για την εύρυθμη λειτουργία των οποίων είχε την ευθύνη, χρησιμοποιώντας τη θέση του και τις αρμοδιότητές του ως εκκαθαριστή των αποδοχών του διοικητικού προσωπικού του ως άνω ιδρύματος, επανειλημμένα κατήρτισε και υπέγραψε τις έντυπες μισθοδοτικές καταστάσεις των διοικητικών υπαλλήλων του ως άνω Ιδρύματος, Ε.
Β. του Π. και Φ. Α., των οποίων, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ήταν άμεσος προϊστάμενος και οι οποίες τυγχάνουν αδελφή και σύζυγος, αντίστοιχα, του συγκατηγορουμένου του Κ. Β., ύστερα από πειθώ και προτροπή των τελευταίων, ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την πληρωμή των αποδοχών τους, συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος θέσης ευθύνης, ενώ γνώριζε ότι οι ανωτέρω διοικητικές υπάλληλοι, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, δεν παρείχαν εργασία στο άνω εκπαιδευτικό Ίδρυμα.
Με τις ενέργειές του αυτές εν γνώσει του ελάττωσε την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, αφού η μισθοδοσία των υπαλλήλων των εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της Χώρας χωρεί απ' ευθείας από τα κρατικά ταμεία, η διαχείριση της οποίας (περιουσίας) του ήταν εμπιστευμένη, καθόσον κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2012 έως και 30- 06-2017 οι ανωτέρω διοικητικές υπάλληλοι έλαβαν αχρεωστήτως ως μισθοδοσία, συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος θέσης ευθύνης αυτών, η μεν Ε.
Β., μετά την αφαίρεση, από το συνολικό ποσό των 177.088,15 Ευρώ, στο οποίο ανήλθαν οι μικτές αποδοχές της, του ποσού των (2497,81 + 2950,78 + 3861,96 + 3646,06 + 4096,74 + 2149,92 Ευρώ, για τους παρακρατηθέντες κατά σειρά για τα παραπάνω έτη 2012-2017 φόρους, οι οποίοι αφαιρούνται για τους λόγους που αναλυτικά αναφέρονται στη συνέχεια της παρούσας - ) 19203,27 Ευρώ, το τελικό ποσό των 157.884,83 Ευρώ (177.088,15 - 19.203,27 - 157.884,88).
Η δε Φ. Α. μετά την αφαίρεση από το συνολικό ποσό των 151.243,06 ευρώ, στο οποίο ανήλθαν οι μικτές αποδοχές της, του ποσού των (1325,25 + 1790,24 + 1952,66 + 2109,01 + 2256,08 + 1084,68, για τους παρακρατηθέντες, κατά σειρά για τα παραπάνω έτη 2012-2017 φόρους, οι οποίοι αφαιρούνται για τους λόγους που αναλυτικά αναφέρονται στη συνέχεια της παρούσας) = 10.517,92, το τελικό ποσό των 140.725,14 Ευρώ (151.243,06 - 10.517,92 = 140.725,14), όπως αναλυτικότερα τα ποσά αυτά αναφέρονται και στο διατακτικό της παρούσας, ήτοι οι τελευταίες αποκόμισαν παράνομο οικονομικό όφελος με ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικού ύψους (157.884,88 + 140.725,14) 298.610,02 Ευρώ.
Σημειώνεται ότι, όπως αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, το παραπάνω ποσό δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950, κάτι που θα ληφθεί υπόψη, όπως και πρωτόδικα (σύμφωνα και με το άρθρο 470 του ΚΠΔ), στον καθορισμό του πλαισίου της ποινής.
Εξ άλλου, ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Β., Πρόεδρος, όπως προαναφέρθηκε, του ΑΤΕΙ-Θ κατά τον κρίσιμο χρόνο, ναι μεν δεν είχε ευθύνες εκκαθαριστή και πράγματι, όπως ισχυρίζεται, τις σχετικές αρμοδιότητες οργάνωσης και λειτουργίας των ακαδημαϊκών μονάδων και των διοικητικών υπηρεσιών του Ιδρύματος, την αρμοδιότητα επιβολής διοικητικών μέτρων που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του ΑΤΕΙΘ και αναπλήρωσης του Προέδρου σε θέματα πειθαρχικής δικαιοδοσίας, είχε εκχωρήσει με την με αριθμό ...-2013 πράξη του στον Αναπληρωτή Πρόεδρο του ΑΤΕΙΘ, Π.
Τ. Οι περιστάσεις όμως αυτές δεν είναι καταλυτικές της εν προκειμένω ποινικής του ευθύνης, για τους εξής λόγους : Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ 18 του Ν. 4009/2011. "Ο πρύτανης έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες και όσες άλλες προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού, του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού:
α) Προΐσταται του ιδρύματος και το διευθύνει, έχει την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του, επιβλέπει την τήρηση των νόμων, του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού και μεριμνά για τη συνεργασία των οργάνων του ιδρύματος, των διδασκόντων και των φοιτητών" ήτοι, ακόμα και αν γίνει εκχώρηση αρμοδιοτήτων, όπως εν προκειμένω, εξακολουθεί να είναι προϊστάμενος των υπηρεσιών του ΑΤΕΙ και να τις διευθύνει, καθώς και προϊστάμενος όλου του προσωπικού του Ιδρύματος, γενική αρμοδιότητα την οποία διατηρεί ακόμη και αν μεταβιβάζει συγκεκριμένες μερικότερες αρμοδιότητές του σε αντιπρόεδρο.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνάγεται ότι πλην άλλων οργάνων του ΑΤΕΙ, έναντι της εννόμου τάξεως, τη θέση του εγγυητή της διαφυλάξεως της ομαλής λειτουργίας του ΑΤΕΙ που διοικεί, υπέχει κυρίως ο Πρόεδρος και νυν Πρύτανης. Ιδιαίτερα έχει την ευθύνη αυτή έναντι προσβολών προερχόμενων από το υπαλληλικό προσωπικό του ΑΤΕΙ, του οποίου προΐσταται και διευθύνει τις υπηρεσίες του.
Επομένως, από το σύμπλεγμα των προαναφερόμενων νομικών καθηκόντων του, κατέχει, όχι μόνο εγγυητική θέση προστασίας του αγαθού της δημόσιας περιουσίας, αλλά και θέση επιβλέψεως, εποπτείας και εξουδετερώσεως κινδύνων για το αγαθό αυτό, προερχόμενων όχι μόνο από τρίτους αλλά και από το προσωπικό του. Οι ανωτέρω αρμοδιότητες και υποχρεώσεις ταυτόχρονα του κατηγορουμένου, ήτοι να προΐσταται επιμελώς των υπηρεσιών και του προσωπικού του ΑΤΕΙ-Θ, να τις εποπτεύει επιμελώς και να διαφυλάσσει την καλή λειτουργία τους, αλλά ακόμη και την περιουσία του ΑΤΕΙ-Θ (προερχόμενη από πόρους του Ελληνικού Δημοσίου, επομένως και την περιουσία του τελευταίου), δεν εκχωρούνται και δεν μεταβιβάζονται στην περίπτωση που ο Πρόεδρος εκχωρήσει ορισμένες συγκεκριμένες από τις αρμοδιότητές του σε Αντιπρόεδρο, διότι δεν συνεκχωρείται και η προσωπική ευθύνη του για την πλημμελή διοίκηση και κακή εποπτεία των υπηρεσιών και των υπαλλήλων του ΑΤΕΙ.
Εάν, επομένως, γνωρίζει ότι κάποιος υπάλληλος μισθοδοτείται χωρίς να παρέχει υπηρεσίες και παρά ταύτα τον αφήνει ηθελημένα να εισπράττει το μισθό του, αποφεύγοντας να παρέμβει για να παρεμποδίσει και να αποτρέψει την ζημία του ΑΤΕΙ και του Ελληνικού Δημοσίου, μολονότι είναι σε θέση να το πράξει αποτελεσματικά, διότι θέλει να συντελεστεί η απιστία, τότε καθίσταται συμμέτοχος στην διαπραττόμενη από τον αρμόδιο υπάλληλο απιστία δια παραλείψεως, η μορφή δε της συμμετοχής του φέρει το χαρακτήρα της (απλής, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια) συνέργειας.
Περαιτέρω, η γνώση του δεύτερου κατηγορουμένου για την απουσία των δύο τελευταίων κατηγορουμένων από την εργασία τους, όπως και η θέληση του να συντελεστεί η απιστία εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου με την παρά την απουσία των δύο τελευταίων καταβολή των μισθών τους, συνάγεται στην προκειμένη περίπτωση αναμφίβολα από όλες τις περιστάσεις που προέκυψαν από τις αποδείξεις, και ιδίως από τις προαναφερθείσες σχέσεις ("πολιτικών" ισορροπιών) του δεύτερου με τον πρώτο κατηγορούμενο και τη στενή προσωπική του σχέση με τις δύο τελευταίες (αδελφή και σύζυγο του, αντίστοιχα).
Μάλιστα εν όψει των παραπάνω ιδίως δεδομένων και από τη συνολική εκτίμηση των αποδείξεων (λαμβανομένης υπόψη και της παρακάτω αναφερόμενης πράξης της πλαστογραφίας που αυτός τέλεσε) το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκχώρηση των αρμοδιοτήτων του δευτέρου κατηγορουμένου προς τον Π. Τ. έγινε ακριβώς για να συγκαλύψει αυτός τις ευθύνες του για τη συνέργεια στην απιστία του πρώτου κατηγορουμένου, να μπορεί δηλαδή να επικαλεστεί (όπως και επικαλέσθηκε) ότι με την εκχώρηση αποξενώθηκε από τις σχετικές αρμοδιότητες.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί και ότι η εκδοχή του δεύτερου κατηγορουμένου περί "σκευωρίας" σε βάρος του εκ μέρους του πρώτου όχι μόνον δεν παρίσταται ως εύλογη, αφού δεν φαίνεται λογικό ο πρώτος κατηγορούμενος να "παγίδευσε" τον δεύτερο με τελικό αποτέλεσμα να ευθύνεται και ο ίδιος για την απουσία της αδελφής και της συζύγου του τελευταίου, χωρίς δηλαδή να έχει ο ίδιος κανένα προσωπικό όφελος, αλλά και δεν μπορεί να στηριχθεί σε κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο.
Πάντως, όσον αφορά τον δεύτερο πάντα κατηγορούμενο και την πράξη της συνέργειας στην απιστία, πιο συγκεκριμένα δε το ύψος της ζημίας του Ελληνικού Δημοσίου που αφορά τον κατηγορούμενο αυτόν, οι φόροι που πρέπει να αφαιρεθούν (για τους λόγους που θα αναφερθούν αναλυτικά στη συνέχεια της παρούσης αποφάσεως), από τα συνολικά ποσά των αποδοχών των δύο τελευταίων κατηγορουμένων (143.749,38 και 122.903,76 Ευρώ, αντίστοιχα), αφορούν, όπως και οι αποδοχές των συγκατηγορουμένων του, το διάστημα από 1-4-2013 έως και 30-6-2017, για το οποίο αυτός κατηγορείται, και ανέρχονται για τη μεν Ε.
Β., κατά σειρά για τα έτη αυτά (2013-2017) σε (2950,78/4) + 3861,96 + 3646,06 + 4096,74 + 2149,92) 14.492,38 Ευρώ, για τη δε Φ. Α., κατά σειρά για τα ίδια έτη (2013-2017) σε (1790,24/4) + 1952,66 + 2109,01 + 2256,08 + 1084,68) 7849,99 Ευρώ. Έτσι, το ποσό της ζημίας διαμορφώνεται για τον κατηγορούμενο αυτόν (Κ. Β.), για την μεν Ε. Β., μετά την αφαίρεση από το παραπάνω συνολικό ποσό των 143.749,38 Ευρώ, του ποσού των (2950,78/4)+ 3861,96 + 3646,06 + 4096,74 + 2149,92) για τους παρακρατηθέντες κατά σειρά για τα παραπάνω έτη 2013 - 2017 φόρους =)14.492,38 Ευρώ, στο τελικό ποσό των (143.749,38 - 14.492,38 =) 129.257 Ευρώ.
Και για την Φ. Α. μετά την αφαίρεση από το παραπάνω συνολικό ποσό των 122.903,76 ευρώ, του ποσού των (1790,24/4 + 1952,66 + 2109,01 + 2256,08 + 1084,68 για τους παρακρατηθέντες κατά σειρά για τα παραπάνω έτη 2013-2017 φόρους =) 10.517,92 Ευρώ, στο τελικό ποσό των (122.903,76 - 7849,99 =) 115.053,77 Ευρώ. Συνολικά, δε, και για τις δύο παραπάνω υπαλλήλους το ποσό της ζημίας του Ελληνικού Δημοσίου ανέρχεται, όσον αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο, σε (129.257 + 115.053,77 = ) 244.310,77 Ευρώ.
Σημειώνεται, όσον αφορά το ζήτημα της ζημίας του Ελληνικού Δημοσίου από τις πράξεις των κατηγορουμένων, ότι με τις προσκομισθείσες .../2019 και .../2019 Γνώμες της Αντεπιτρόπου της Επικράτειας Ενώπιον του Πρώτου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου προτείνεται η παραδοχή των εφέσεων κατά των ....2018, ....2018, ....2018 και ....2018 Πράξεων του εκκαθαριστή αποδοχών του ΑΤΕΙΘ, για επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων στις δύο τελευταίες ήδη κατηγορούμενες ποσών, για το λόγο ότι οι Πράξεις αυτές έχουν εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο και όχι για κάποιον άλλο ουσιαστικό λόγο.
Έτσι, το παρόν Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του, πέραν των παραπάνω Γνωμών, το σύνολο των αποδείξεων, κρίνει ως πλήρως αποδεδειγμένα τα ύψη των ζημιών που αναφέρονται παραπάνω στην παρούσα απόφαση για έναν έκαστο των κατηγορουμένων. Περαιτέρω, και όσον αφορά την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης που αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο, Ν.
Τ., προέκυψαν τα εξής : Ο κατηγορούμενος αυτός, με τα από 31-08-2017 και 04- 09-2017 πρωτόκολλα παράδοσης - παραλαβής, χορήγησε στους ενεργούντες τον κατά τα άνω έλεγχο ελεγκτές του ΣΕΕΔΔ, κατόπιν αίτησης τους, πίνακες με τις καταχωρηθείσες άδειες των κατηγορουμένων υπαλλήλων Ε. Β. και Φ. Α. για τα έτη 2012 - 2017, που προέχονταν από εκτυπώσεις του πληροφοριακού συστήματος τήρησης των του ΑΤΕΙ-Θ.
Από τη μελέτη των στοιχείων αυτών προέκυψε ότι: α) Τα στοιχεία αδειών των δύο υπαλλήλων που χορηγήθηκαν στις 31-08-2017 και 04-09-2017 ήταν διαφορετικά μεταξύ τους, β) Τα στοιχεία αδειών που χορηγήθηκαν στις 31-08- 2017 δεν συμφωνούν με τα παρουσιολόγια και τα έντυπα αδειών. Ειδικότερα, υπάρχουν ημέρες που ενώ οι Ε. Β.
και Φ. Α. φαίνεται να έχουν κανονική άδεια, εντούτοις η κάρτα τους είναι "χτυπημένη", γ) Αντιθέτως, τα στοιχεία αδειών που χορηγήθηκαν στις 04-09-2017 συμφωνούν με τα παρουσιολόγια και τα έντυπα αδειών. Εκ τούτων προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, προκειμένου καλύψει τις κατηγορούμενες υπαλλήλους και κατ' επέκταση και τον εαυτό του, βεβαίωσε ψευδώς περί των άνω περιστατικών, νοθεύοντας τα στοιχεία των καταχωρημένων στο πληροφοριακό σύστημα του ΑΤΕΙ-Θ κανονικών αδειών των ως άνω συγκατηγορουμένων του, διοικητικών υπαλλήλων του ΑΤΕΙ-Θ, Ε.
Β. και Φ. Α., στοιχεία τα οποία του ήταν προσιτά λόγω της ιδιότητάς του ως Γραμματέα του ΑΤΕΙ-Θ. Επίσης ο ίδιος, όταν του ζητήθηκε από τους ελεγκτές του Σ.Ε.Ε.Δ.Δ έγγραφη βεβαίωση της παρουσίας των κατηγορουμένων υπαλλήλων κατά τα έτη 2012 και 2013 στη θέση τους στο ΑΤΕΙ-Θ, με παράλληλη σημείωση των εξ οιασδήποτε αιτίας αδειών από την εργασία τους, βεβαίωσε ψευδώς, προκειμένου να καλύψει τις κατηγορούμενες υπαλλήλους και, κατ' επέκταση και τον εαυτό του, στις υπ' αριθ. ...-2017 και ...- 2017 βεβαιώσεις του τμήματος Διοικητικού Προσωπικού και Ε.
Τ.Ε.Π, τις οποίες εξέδωσε υπό την ως άνω ιδιότητά του και απέστειλε στους ελεγκτές του Σ.Ε.Ε.Δ.Δ, ότι το σύνολο των ημερών παρουσίας και λήψης οποιουδήποτε τύπου άδειας των υπαλλήλων: α) για το έτος 2012, ήταν 262 (για την Ε. Β.) και 275 (για την Φ. Α.), ενώ το σύνολο των εργάσιμων ημερών του εν λόγω έτους ήταν 252 και β) για το έτος 2013, ήταν 261 (για την Ε.
Β.) και 274 (για την Φ. Α.), ενώ το σύνολο των εργάσιμων ημερών του εν λόγω έτους ήταν 250. Έτι περαιτέρω, και όσον αφορά την πράξη της πλαστογραφίας που αποδίδεται στον δεύτερο κατηγορούμενο, Κ. Β., προέκυψαν τα εξής: Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος ελέγχου οι ελεγκτές του ΣΕΕΔΔ ζήτησαν από τη Γραμματεία του ΑΤΕΙ-Θ τα έντυπα των αδειών των δύο κατηγορουμένων υπαλλήλων για τα έτη 2012 -2017.
Αντί όμως με το θέμα να ασχοληθεί το οικείο τμήμα, με εντολή του κατηγορουμένου Προέδρου, Κ. Β., μεταφέρθηκε όλο το αρχείο των αδειών του διοικητικού προσωπικού του ΑΤΕΙ-Θ στο γραφείο του τελευταίου και αυτό επεστράφη στο γραφείο του Χ. Π. μετά από μερικές ημέρες. Τελικά τα ζητηθέντα έγγραφα συνετάγησαν από τον κατηγορούμενο, Κ.
Β. και απεστάλησαν στο ΣΕΕΔΔ με το υπ' αριθμόν ΕΜΠ. ...-2017 έγγραφο του ΑΤΕΙ-Θ με συνημμένα σε αυτό τα έντυπα αδειών των δύο υπαλλήλων, που εφέροντο υπογεγραμμένα από τον πρώτο κατηγορούμενο, Ν. Τ., αληθώς όμως η υπογραφή (δια σφραγίδος) ετέθη από τον Κ. Β., ώστε ψευδώς η σύνταξη των εγγράφων αυτών και η υπογραφή τους να αποδοθεί στον κατηγορούμενο Γραμματέα του Ιδρύματος.
Η παραπάνω πράξη του δεύτερου κατηγορουμένου έγινε μεθοδευμένα μετά την διάρρηξη των σχέσεών του με τον πρώτο και προκειμένου να επιρρίψει αποκλειστικά στον πρώτο τις ευθύνες από τη συμμετοχή αμφοτέρων στην πράξη της απιστίας. Οι κατηγορούμενοι με τις εφέσεις τους, πέραν της άρνησης της κατηγορίας παραπονούνται:
Ο πρώτος για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών που είχε προβάλλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τους οποίους και επαναφέρει ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου, και συγκεκριμένα α) για την απόρριψη του ισχυρισμού του ότι πρέπει να εφαρμοσθεί η ρύθμιση του καταργηθέντος άρθρου 256 του ΠΚ ως επιεικέστερη σε σχέση με εκείνην του άρθρου 390 του ΝΠΚ β) του ισχυρισμού του περί μη πλήρωσης των προϋποθέσεων για την εφαρμογή της πράξεως του άλλοτε άρθρου 256 ΠΚ, λόγω μη συνδρομής του στοιχείου της εισδοχής περιουσιακών εξόδων, γ) του ισχυρισμού του περί μη πλήρωσης των προϋποθέσεων για την εφαρμογή του άρθρου 390 του ΠΚ, λόγω μη συνδρομής του στοιχείου της εξωτερικότητας της ενέργειας, δ) του ισχυρισμού του περί δυνατότητας "μετατροπής" της κατηγορίας στην παράβαση του άρθρου 259 του ΠΚ περί παραβάσεως καθήκοντος, υποστηρίζοντας και ότι τα ποσά του κατηγορητηρίου πρέπει να αναμορφωθούν σε σύνολο κατώτερο των 120.000 και σε κάθε περίπτωση πρόκειται περί πλημμελήματος, το οποίο έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, άλλως περί μετατροπής της κατηγορίας σε απάτη, για την οποία δεν έχει υποβληθεί η κατά νόμο απαιτούμενη έγκληση ή η απαιτούμενη κατά το άρθρου 464 του ΝΠΚ δήλωση και, τέλος, περί εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 263Α του ΠΚ, ισχυριζόμενος ότι συνέβαλε αποφασιστικά στην αποκατάσταση της νομιμότητας (δηλαδή στην αποκάλυψη της συμμετοχής των συγκατηγορουμένων του υπαλλήλων στις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται) και ειδικότερα ότι αυτός πυροδότησε την αφετηρία της σχετικής έρευνας το 2015, η δε μέχρι τότε σιωπή του οφειλόταν σε "κατάσταση ανάγκης".
Ο δεύτερος ισχυριζόμενος α) ότι εσφαλμένα εκτιμήθηκε η συμμετοχή του ως άμεση συνέργεια σε απιστία σε βαθμό κακουργήματος, ενώ θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η προκληθείσα ζημία δεν υπερβαίνει το ποσό των 120.000 Ευρώ για κάθε ηθικό αυτουργό και β) ότι κακώς εφαρμόσθηκε πλαίσιο ποινής 10-15 έτη , ενώ θα έπρεπε να γίνει δεκτό πλαίσιο ποινής 5-10 έτη κατά την ορθή ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 256 του παλαιού ΠΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 462 του ΝΠΚ και γ) ότι κακώς θεωρήθηκε ως άμεσος συνεργός, ενώ είχε μεταβιβάσει τις αρμοδιότητες ελέγχου των ελεγχόμενων υπαλλήλων.
Και οι τρίτη και τέταρτη, ισχυριζόμενες ότι α) κακώς εκτιμήθηκε η ζημία που προκλήθηκε στη δημόσια περιουσία ως υπερβαίνουσα το ποσό των 120.000 Ευρώ και τιμωρήθηκε με ποινή κάθειρξης και β) ότι κακώς εφαρμόσθηκε πλαίσιο ποινής 10-15 έτη , ενώ θα έπρεπε να γίνει δεκτό πλαίσιο ποινής 5-10 έτη κατά την ορθή ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 256 του παλαιού ΠΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 462 του ΝΠΚ Εξάλλου, στο ακροατήριο του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου οι κατηγορούμενοι προβάλλουν τους εξής (αρνητικούς της κατηγορίας και αυτοτελείς) ισχυρισμούς:
Ο πρώτος τους ισχυρισμούς που είχε προβάλλει και πρωτοδίκως, επαναφέροντας αυτούς, όπως προαναφέρθηκε. Ο δεύτερος προβάλλει τους ίδιους προαναφερθέντες ισχυρισμούς που είχε προβάλει και πρωτοδίκως και αναφέρει και στους λόγους της έφεσής του. Επιπλέον, δε, υποστηρίζει ότι δεν στοιχειοθετείται η πράξη της απιστίας που του αποδίδεται, επειδή :
α) Ο ίδιος, ως Πρόεδρος (Πρύτανης) του Α.Τ.Ε.Ι.Θ., είχε μεταβιβάσει νομίμως στον Αναπληρωτή Πρόεδρο (Π. Τ.) τις αρμοδιότητες οργάνωσης και λειτουργίας των υπηρεσιών διοικητικής μέριμνας του Ιδρύματος, έγκρισης των υπηρεσιακών αδειών του προσωπικού του Α.Τ.Ε.Ι.Θ., επιβολής διοικητικών μέτρων που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού και αναπλήρωσης του Προέδρου (σε περιπτώσεις κωλύματος ή απουσίας του) επί θεμάτων πειθαρχικής δικαιοδοσίας, και επομένως ο ίδιος (ως Πρόεδρος) δεν ασκούσε τις σχετικές αρμοδιότητες, β) Ο Γραμματέας του Α.Τ.Ε.Ι.Θ. (πρώτος κατηγορούμενος) διηύθυνε βάσει ρητών διατάξεων του νόμου τις διοικητικές, οικονομικές και τεχνικές υπηρεσίες του Ιδρύματος, ασκώντας ευρύ πεδίο αρμοδιοτήτων, στις οποίες περιλαμβάνεται, εκτός άλλων, η ιδιότητά του ως εκκαθαριστή αποδοχών του προσωπικού του Τ.Ε.Ι., καθώς και η ευθύνη διασφάλισης της ομαλής λειτουργίας των υπηρεσιών της Διοίκησης, της άσκησης πειθαρχικής δικαιοδοσίας, της σύνταξης των εκθέσεων υπηρεσιακής επίδοσης των προϊσταμένων των διαφόρων τμημάτων, γραφείων και υπηρεσιών, της διατύπωσης γνώμης, ως δεύτερος κριτής, για τους λοιπούς διοικητικούς ή βοηθητικούς υπαλλήλους των υπηρεσιών, της χορήγησης αδειών και γενικά του χειρισμού των θεμάτων υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού του Ιδρύματος, στις αρμοδιότητες δε αυτές, δεν μπορούσε να υποκατασταθεί από τον ίδιο ως Πρόεδρο του Τ.Ε.Ι.
γ) Σε κάθε περίπτωση, είχε μεταβιβάσει στον Γραμματέα (πρώτο κατηγορούμενο) την αρμοδιότητα του εκκαθαριστή αποδοχών, καθώς και την ευθύνη της διοικητικής εποπτείας και του συντονισμού των οικονομικών, διοικητικών και τεχνικών υπηρεσιών του Ιδρύματος και της εύρυθμης λειτουργίας τους, και συνεπώς δεν μπορούσε και για τον πρόσθετο αυτό λόγο να τις ασκήσει ο ίδιος, δ) Εφόσον είχαν μεταβιβαστεί στον Αναπληρωτή Πρόεδρο οι ανωτέρω αναφερθείσες αρμοδιότητες, και επομένως ο ίδιος είχε παύσει να τις ασκεί , παρέπεται ότι, και από άποψη άσκησης της κατά το άρθρο 8 παρ. 18 περ.
α' του Ν. 4009/2011 αρμοδιότητας (ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών και επίβλεψη για την τήρηση των νόμων, του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού του Ιδρύματος), κατά το μέρος που αφορά τις συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων, αρμόδιος ήταν ο Αναπληρωτής Πρόεδρος του Ιδρύματος, καθώς είχε καταστεί υπεύθυνος για την επίβλεψη και τον έλεγχο του Γραμματέα του Τ.Ε.Ι.
και των υπηρεσιών στις οποίες αυτός προΐστατο, ως προς την τήρηση των διατάξεων για την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού, την παρουσία των υπαλλήλων στην υπηρεσία και τον προσδιορισμό και εκκαθάριση των αποδοχών τους, ε) Σε κάθε περίπτωση από πλέγμα νομικών διατάξεων από 1.1.1983 και εφεξής, οι κάθε είδους αποδοχές του εκπαιδευτικού, διοικητικού και λοιπού προσωπικού των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων βαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό και καταβάλλονται απευθείας από τις πιστώσεις αυτού, και δεν περιλαμβάνονται στους προβλεπόμενους στο άρθρο 56 του ν. 4009/2011 πόρους με τους οποίους επιχορηγούνται τα ως άνω Ιδρύματα, συνεπώς η εποπτεία της ορθής καταβολής τους εκφεύγει των καθηκόντων του ίδιου και της γενικότερης εγγυητικής και ευθύνης του για διαφύλαξη της περιουσίας του ιδρύματος.
Τέλος, επισημαίνει (προφανώς επικουρικά), ότι εφαρμοστέα, σε κάθε περίπτωση, είναι η επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 47α του ΝΠΚ (περί απλής και όχι άμεσης συνέργειας). Και οι τρίτη και τέταρτη, προβάλλουν τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς που είχαν προβάλει και πρωτοδίκως α) για το πραγματικό ύφος της ζημίας, υποστηρίζοντας, πιο συγκεκριμένα, ότι, σε κάθε περίπτωση έπρεπε να αφαιρεθούν από το συνολικό ποσό της οικονομικής βλάβης (ελάττωση της περιουσίας) του Δημοσίου τα (λεπτομερώς αναφερόμενα) ποσά που εκκαθαρίστηκαν και παρακρατήθηκαν υπέρ τρίτων (εισφορές οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, ειδική εισφορά Ο.Α.Ε.Δ.
κ.λπ.), καθώς και τα (επίσης λεπτομερώς αναφερόμενα) ποσά που αντιστοιχούν στο φόρο εισοδήματος που προ καταβλήθηκε (παρακρατήθηκε) κατά την εκκαθάριση της μισθοδοσίας και, τέλος, ο μισθός που αντιστοιχεί στις ημέρες πραγματικής παρουσίας τους στα γραφεία τους στο ΑΤΕΙ-Θ και β) για το εφαρμοσθέν πλαίσιο ποινής.
Για τους ισχυρισμούς αυτούς των κατηγορουμένων (περιεχόμενους στους λόγους έφεσης και προβληθέντες στο ακροατήριο) πρέπει να λεχθούν τα εξής : Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του πρώτου κατηγορουμένου : Οι υπό στοιχεία β' και γ' αιτιάσεις του ελέγχονται ως αβάσιμες, διότι εν προκειμένω πληρούται, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που εκτέθηκαν στην αρχή αυτής της αποφάσεως, η νομοτυπική μορφή του άρθρου 390 του νέου ΠΚ, και δη ως προς το στοιχείο "της εξωτερικότητας της ενέργειας" (δηλαδή της εμφάνισης των επίδικων πράξεών του ως εξωτερικών και δικαιοπρακτικών).
Οι υπό στοιχείο δ' ισχυρισμοί του περί δυνατότητας "μετατροπής" της κατηγορίας στην παράβαση του άρθρου 259 του ΠΚ περί παραβάσεως καθήκοντος, άλλως στην πράξη της απάτης και οι συναφείς με αυτούς περί πλημμεληματικού χαρακτήρα της πράξης του και μη υποβολής έγκλησης, τυγχάνουν αβάσιμοι, καθώς η πράξη του πληροί όλες τις προϋποθέσεις εφαρμογής της πράξης του άρθρου 390 του νέου ΠΚ, ενώ, όπως αναλύεται διεξοδικά και στη συνέχεια της παρούσας, φέρει κακουργηματικό χαρακτήρα, ως έχουσα αντικείμενο που υπερβαίνει τις 120.000 (αλλά και τις 150.00 Ευρώ), ενώ απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει και ο ισχυρισμός του περί εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 263Α ΠΚ, διότι, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν συνέβαλε ουσιωδώς στην αποκάλυψη της συμμετοχής των συγκατηγορουμένων στις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται, αλλά, αντίθετα, εν γνώσει του συνεργάσθηκε μαζί τους με σκοπό την παράνομη είσπραξη των αποδοχών των δύο τελευταίων με τη συνέργεια του δεύτερου, ούτε και "πυροδότησε" την αφετηρία της σχετικής έρευνας το 2015, και δεν σιωπούσε (λόγω της κατάστασης ανάγκης" που ασαφώς και αβάσιμα επικαλείται, παρά μόνον υποβλήθηκε στον έλεγχο που διενεργήθηκε μετά την προαναφερθείσα καταγγελία, παρά τη θέλησή του, επειδή δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά.
Εξάλλου, και οι ισχυρισμοί του δεύτερου κατηγορουμένου ελέγχονται ως αβάσιμοι, για τους εξής λόγους: Οι υπό στοιχεία α', β', γ', δ' αιτιάσεις του, διότι η συμμετοχή του (με την μορφή της (απλής) συνέργειας, στοιχειοθετείτε πλήρως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, παρά το ότι είχε μεταβιβάσει στον Αναπληρωτή Πρόεδρο (Π.
Τ.) τις προαναφερθείσες αρμοδιότητες και παρά το ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Γραμματέας του Ιδρύματος διήθυνε αυτό και ήταν εκκαθαριστής των αποδοχών των εργαζομένων, μετά από μεταβίβαση προς αυτών των προαναφερθεισών αρμοδιοτήτων, ακριβώς επειδή, όπως προαναφέρθηκε, από το σύμπλεγμα των νομικών καθηκόντων του δεύτερου κατηγορουμένου, αυτός κατείχε όχι μόνο εγγυητική θέση προστασίας του αγαθού της δημόσιας περιουσίας, αλλά και θέση επιβλέψεως, εποπτείας και εξουδετερώσεως κινδύνων για το αγαθό αυτό, προερχόμενων όχι μόνο από τρίτους αλλά και από το προσωπικό του, αρμοδιότητες και υποχρεώσεις που δεν εκχωρούνται (και μάλιστα μεθοδευμένα, όπως προαναφέρθηκε) και δεν μεταβιβάζονται ακριβώς επειδή δεν συνεκχωρείται και η προσωπική ευθύνη του για την πλημμελή διοίκηση και κακή εποπτεία των υπηρεσιών και των υπαλλήλων του ΑΤΕΙ, στην προκειμένη μάλιστα περίπτωση που γνώριζε ότι οι δύο τελευταίες κατηγορούμενες (αδελφή και σύζυγος του) μισθοδοτούνταν χωρίς να παρέχουν υπηρεσίες και παρά ταύτα τις άφηνε ηθελημένα να εισπράττουν το μισθό τους, αποφεύγοντας να παρέμβει για να παρεμποδίσει και να αποτρέψει την ζημία, μολονότι ήταν σε θέση να το πράξει αποτελεσματικά, ακριβώς επειδή ήθελε να συντελεστεί η απιστία.
Η δε υπό στοιχείο ε' αιτίασή του ελέγχεται ομοίως ως αβάσιμη, ακριβώς επειδή η μη αποτροπή της χωρίς εργασία καταβολής της μισθοδοσίας των υπαλλήλων του Ιδρύματος παρέμενε, κατά τα προεκτεθέντα, στα καθήκοντα του ίδιου. Περαιτέρω, και όσον αφορά τις αιτιάσεις των δύο τελευταίων κατηγορουμένων για το πραγματικό ύψος της ζημίας, πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Ο καταβαλλόμενος από το Δημόσιο στους υπαλλήλους του μεικτός μισθός περιλαμβάνει τόσο την καθαρή αμοιβή του υπαλλήλου, όσο και τις άμεσα (δηλονότι χωρίς παρεμβολή εισπράξεώς τους από τον μισθοδοτούμενο υπάλληλο) αποδιδόμενες στα οικεία ταμεία, κύρια ή επικουρικά, που καλύπτουν ασφαλιστικά τον δικαιούχο υπάλληλο, ασφαλιστικές εισφορές.
Από τα αντιστοιχούντο στις τελευταίες χρηματικά ποσά, αμέσως μετά την εκταμίευση τους, το κρατικό ταμείο αποξενώνεται πλήρως, αφού αυτές προορίζονται για τη δημιουργία των αναγκαίων κεφαλαίων του οικείου Ταμείου, τα οποία (κεφάλαια) θα αποτελέσουν τη βάση για να επιτελέσει το Ταμείο τον κύριο σκοπό του απέναντι και στον συγκεκριμένο υπάλληλο, με τη μορφή ανταποδοτικών παροχών υγείας και συντάξεως, στο χρόνο που θα επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση.
Προδήλως δε η λειτουργία των Ταμείων αυτών ως ΝΠΔΔ, δεν τα ταυτίζει με το κρατικό ταμείο.
Συνεπώς, σε περίπτωση που ο μισθός καταβάλλεται στον υπάλληλο αχρεωστήτως και κατ' ακολουθίαν εγκληματικής αυτού συμπεριφοράς, η ζημία του Δημοσίου περιλαμβάνει άνευ ετέρου και τα ποσά των προαναφερομένων εισφορών, από τα οποία το κρατικό ταμείο αποξενώνεται αμέσως μετά την εκταμίευσή τους, ενώ επέρχεται αντίστοιχο παράνομο όφελος στον παρανομήσαντα υπάλληλο, ο οποίος, με τις για λογαριασμό του καταβληθείσες εισφορές, κατοχυρώνει ασφαλιστικά δικαιώματα έναντι του οικείου Ταμείου. Στοιχειοθετείται, δηλαδή και ως προς τα ποσά αυτά, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απιστίας, όπως αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που εκτέθηκαν στην αρχή αυτής της αποφάσεως, και συνεπώς ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των κατηγορουμένων τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Αντίθετα, τα ποσά που αντιστοιχούν στο φόρο εισοδήματος που προκαταβλήθηκε (παρακρατήθηκε) κατά την εκκαθάριση της μισθοδοσίας των δύο τελευταίων κατηγορουμένων πρέπει να αφαιρεθούν από την επίδικη ζημία, για τους εξής λόγους : Ο φόρος αυτός, αν και αποδίδεται στο Δημόσιο, αποτελεί στοιχείο του ενεργητικού της περιουσίας του φορολογουμένου, εφόσον αυτός δικαιούται, τηρώντας τη νόμιμη διαδικασία, να τον αναζητήσει στις περιπτώσεις που δεν οφείλεται.
Συνεπώς, εφόσον οριστικοποιηθεί η φορολογική υποχρέωση, με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης ή την απόρριψη ασκηθείσας ενδικοφανούς προσφυγής κατά της πράξης προσδιορισμού του φόρου, σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ακολούθως δε, στη δεύτερη περίπτωση, με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης ή την τελεσίδικη απόρριψη από το αρμόδιο διοικητικό Δικαστήριο τυχόν ασκηθείσας προσφυγής, κατά το άρθρο 66 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, είναι προφανές ότι και το ποσό του προκαταβληθέντος φόρου, έχοντας καταστεί δημόσιο έσοδο, δεν συνυπολογίζεται στην οικονομική βλάβη του Δημοσίου συνεπεία της καταβολής αχρεώστητων αποδοχών στον υπάλληλο (βλ.
σχετικά και την προσκομισθείσα Γνωμοδότηση του Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου του Α.Π.Θ. Κ Χ.). Στην προκειμένη, δε, περίπτωση, οι δύο τελευταίες κατηγορούμενες επικαλούνται και προσκομίζουν, η μεν τρίτη την από 31.01.2019 Βεβαίωση - Συγκεντρωτική Εικόνα Ατομικών Ανοικτών Οφειλών Εκτός Ρύθμισης από το TAXISNET και την από 31.01.2019 Βεβαίωση - Συγκεντρωτική Εικόνα Ρυθμίσεων από το TAXISNET , καθώς και την από 3.01.2022 Βεβαίωση - Συγκεντρωτική Εικόνα Ατομικών Ανοικτών Οφειλών Εκτός Ρύθμισης από το και την από 23.01.2022 Βεβαίωση - Συγκεντρωτική Εικόνα Ρυθμίσεων από το TAXISNET, και την από 23.01.2022 Βεβαίωση- Συγκεντρωτική Εικόνα Ρυθμίσεων από το TAXISNET, η δε τέταρτη την από 31.01.2019 Βεβαίωση - Συγκεντρωτική Εικόνα Ατομικών Ανοικτών Οφειλών Εκτός Ρύθμισης από το TAXISNET και την από 31.01.2019 Βεβαίωση - Συγκεντρωτική Εικόνα Ρυθμίσεων από το TAXISNET, καθώς και την από 23.01.2022 Βεβαίωση - Συγκεντρωτική Εικόνα Ατομικών Ανοικτών Οφειλών Εκτός Ρύθμισης από το TAXISNET και την από 23.01.2022 Βεβαίωση - Συγκεντρωτική Εικόνα Ρυθμίσεων από το TAXISNET, έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι, αφού οριστικοποιήθηκε η σχετική φορολογική εγγραφή φόρου εισοδήματος τους, δεν οφείλονται ποσά φόρων.
Επομένως τα παραπάνω ποσά δεν μπορούν να συνυπολογιστούν στην επίδικη ζημία και πρέπει να αφαιρεθούν, κατά τον προαναφερθέντα βάσιμο σχετικό ισχυρισμό των κατηγορουμένων. Τα ποσά αυτά ανέρχονται, όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω στην παρούσα\απόφαση, για την τρίτη κατηγορουμένη σε 19.203,27 Ευρώ και για την τέταρτη κατηγορουμένη σε 10.517,92 Ευρώ.
Ο ισχυρισμός όμως των κατηγορουμένων, ότι από την άνω ζημία του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να αφαιρεθεί ο μισθός που αντιστοιχεί στις ημέρες πραγματικής παρουσίας τους στα γραφεία τους στο ΑΤΕΙ-Θ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η σποραδική και μόνο εμφάνισή τους στα γραφεία τους στο ΑΤΕΙ-Θ ήταν εντελώς προσχηματική, απλώς για να δηλώνεται η εμφάνισή τους στο χώρο των ΤΕΙ, χωρίς καμία ουσιαστική ενασχόλησή τους και συμβολή στην εκτέλεση και προώθηση του αντιστοιχούντος στα καθήκοντά τους έργου και, συνεπώς, η απουσία τους θεωρείται διαρκής κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, με συνέπεια να μη δικαιούνται οποιονδήποτε μισθό.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, η αληθής εν προκειμένω ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, από τα ταμεία του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, εκταμιεύθηκε η μισθοδοσία τους, ανέρχεται, όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο, για τη μεν τρίτη κατηγορουμένη σε (177.088,15 - 19203,27 =) 157.884,88 Ευρώ για τη δε τέταρτη κατηγορουμένη σε (151.243,06 - 10517,92) = 140.725,14, κατά τα ήδη εκτεθέντα παραπάνω στην παρούσα απόφαση.
Όσον δε αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο, για τη μεν τρίτη κατηγορουμένη σε (143.749,38 - 14.492,38 =) 129.257 Ευρώ, ενώ για την τέταρτη κατηγορουμένη σε (122.903,46 - 7.849,99) = 115.053,47 Ευρώ, κατά τα ήδη εκτεθέντα παραπάνω στην παρούσα απόφαση και συνολικά σε (129.257 + 115.053,47) = 244.310,47. Τα παραπάνω ποσά υπερβαίνουν, καθόσον αφορούν την αποδιδόμενη σε έναν έκαστο των κατηγορουμένων κατηγορία (φυσική αυτουργία, συνέργεια και ηθική αυτουργία σε απιστία), σε κάθε περίπτωση τις 120.000 Ευρώ και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο προαναφερθείς ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι η σχετική κατηγορία πρέπει να μετατραπεί σε πλημμεληματική.
Όσον δε αφορά το εφαρμοστέο από το παρόν Δικαστήριο πλαίσιο ποινής για την πράξη της απιστίας, αυτό πρέπει να είναι (λαμβανομένου υπόψη και του άρθρου 470 του ΚΠΔ, που δεν επιτρέπει τη χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου), το εφαρμοσθέν με την πρωτόδικη απόφαση πλαίσιο των 5-15 ετών κάθειρξης, δεδομένου ότι το αποδιδόμενο στους κατηγορουμένους αδίκημα της απιστίας καλύπτεται πλέον, κατά τα απαιτούμενα αντικειμενικά και υποκειμενικά του στοιχεία, από την ευμενεστέρα, των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 256 του προίσχύσαντος Π.Κ.
και του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950, διάταξη του άρθρου 390 του ισχύοντος Π.Κ., απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού των κατηγορουμένων ότι εφαρμοστέο πλαίσιο ποινής πρέπει να είναι εκείνο της κάθειρξης 5-10 ετών και λαμβανομένου υπόψη (για την εφαρμογή του ως άνω πλαισίου των 5-15 ετών) και του ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως προαναφέρθηκε, έκρινε ήδη ότι η εν προκειμένω ζημία δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950 και κινήθηκε στα ευμενέστερα όρια που έθεταν, χωρίς την άνω επιβαρυντική περίσταση, οι ισχύουσες στο χρόνο τελέσεως της πράξεως συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 256 του προϊσχύσαντος Π.Κ.
και του άρθρου 1 εδ. α' του Ν. 1608/1950, ήτοι στα όρια της κάθειρξης (5-15 ετών) και όχι σε αυτά της κάθειρξης τουλάχιστον 10 ετών, που προβλέπει η κατά τα λοιπά (στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης) εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 390 παρ. 2 του ισχύοντος Π.Κ. Περαιτέρω, ο (επικουρικά προβληθείς) ισχυρισμός του δεύτερου κατηγορουμένου περί μεταβολής της κατηγορίας από άμεση σε απλή συνέργεια στην πράξη της απιστίας του πρώτου, πρέπει να γίνει δεκτός, διότι πράγματι η συνέργειά του χαρακτηρίζεται ως απλή, κατά την έννοια του α' εδαφίου του άρθρου 47 του Π.Κ., αφού με την προπεριγραφείσα στάση του και υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, δεν έθεσε, όπως απαιτεί ο νόμος, το "αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού" και δη του συγκατηγορουμένου του, Ν.
Τ., αλλά παρείχε σ' αυτόν οποιαδήποτε (άλλη) συνδρομή πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της πράξης του.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω πρέπει: Να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των εξής εγκλημάτων: Ο πρώτος κατηγορούμενος, Ν. Τ. α) της απιστίας κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου, με ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 120.000 ευρώ αλλά και των 150.000 ευρώ (για τα αναφερόμενα στο διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης ποσά πλην των φόρων) και β) της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση με την μορφή της βεβαίωσης και της νόθευσης.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Κ. Β. α) της πράξης της απλής συνέργειας σε απιστία κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου, με ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 120.000 ευρώ αλλά και των 150.000 Ευρώ (για τα αναφερόμενα στο διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης ποσά πλην των φόρων) (και μετά από ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό και δικονομικά επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της άμεσης συνέργειας στην ως άνω πράξη της απλής συνέργειας), και β) της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση.
Και οι τρίτη και τέταρτη από τις κατηγορούμενες, Ε. Β. και Φ. Α., αντίστοιχα, για κατ' εξακολούθηση ηθική αυτουργία στις ανωτέρω πράξεις απιστίας των συγκατηγορουμένων τους (και για τα ποσά που αφορούν την κάθε μία τους), όπως, για όλες τις περιπτώσεις, ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας, απορριπτομένων των λοιπών (πλην του περί αφαίρεσης από την επίδικη ζημία του ποσού των φόρων και του περί μεταβολής της κατηγορίας του δεύτερου κατηγορουμένου από άμεση σε απλή συνέργεια στην πράξη της απιστίας, που γίνονται δεκτοί) ισχυρισμών των κατηγορουμένων." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους και ειδικότερα: 1)τον αναιρεσείοντα Κ.
Β. των αξιοποίνων πράξεων α)της απλής συνέργειας σε απιστία κατ'εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου, με ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και β)της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση και αφού αναγνωρίστηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 α' και ε' του ΠΚ, του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και οκτώ (8) μηνών, η οποία μετετράπη προς πέντε(5) ευρώ ημερησίως, 2)την αναιρεσείουσα Ε.
Β., για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απιστία κατ'εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου με ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και της ηθικής αυτουργίας σε απλή συνέργεια σε απιστία κατ'εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου με ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και αφού αναγνωρίστηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 α' και ε' του ΠΚ, της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, η οποία μετετράπη προς πέντε(5) ευρώ και 3) την αναιρεσείουσα Φ.
Α., για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απιστία κατ'εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου με ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και της ηθικής αυτουργίας σε απλή συνέργεια σε απιστία κατ'εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου με ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και αφού αναγνωρίστηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο της η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 ε' του ΠΚ, της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, η οποία μετετράπη προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, με το ακόλουθο για τον καθένα εξ αυτών διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 2° κατηγορούμενο, Κ.
Β., ένοχο με την αναγνωρισθείσα και πρωτοδίκως ελαφρυντική περίσταση του προτέρου σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ), του ότι: Στη Θεσσαλονίκη, στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις του τέλεσε περισσότερα από ένα ποινικά αδικήματα που τιμωρούνται κατά το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα:
Κατά το χρονικό διάστημα από 01-04-2013 έως και 30-06-2017, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος, με πρόθεση παρείχε σε άλλον, δια παραλείψεως, οποιαδήποτε (άλλη πλην της άμεσης) συνδρομή πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της πράξης του, για να τελεί αυτός την κακουργηματική πράξη της απιστίας σε βάρος του Δημοσίου, εκ της οποίας η ζημία που προκλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο είναι ανώτερη συνολικά των 120.000 ευρώ αλλά και των 150.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίζει κάθε φορά την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, εν τούτοις αυτός ηθελημένα παρέλειπε να το πράττει, εν γνώσει της τελέσεως από το δράστη της κύριας πράξεως σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Πιο συγκεκριμένα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρονικό διάστημα, ως Πρόεδρος του Ν.Π.Δ.Δ με την ονομασία "ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" (Α.Τ.Ε.Ι.Θ), και ενώ στα καθήκοντά του ανάγονταν, μεταξύ άλλων, η διοίκηση και διεύθυνση του Ιδρύματος και η επίβλεψη της τήρησης των νόμων από τις υπηρεσίες, είχε δε την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του (άρθρ. 8 παρ. 18 του Ν. 4009/2011), όρισε και διατήρησε ως εκκαθαριστή, δηλαδή στην πλέον σημαντική και καίρια μετά τη δική του θέση, τον Γραμματέα του Ιδρύματος, Ν.
Τ., που ήταν ταυτόχρονα και διοικητικός προϊστάμενος όλου του διοικητικού προσωπικού του εν λόγω ιδρύματος [άρθρ. 28 ν. 4009/2011, 18 π.δ. 360/2002, υπ'αριθ. 50/2014 πράξη Προέδρου ΑΤΕΙ-Θ (ΦΕΚ 964/B/16-4- 2014) και άρθρ. 17 ΥΑ 2/37345/0004/2010 (ΦΕΚ 784/Β /4-6-2010)], κυρίως γιατί διατηρούσε απόλυτη εμπιστοσύνη προς αυτόν, και ενώ γνώριζε ότι ο τελευταίος επανειλημμένα κατήρτιζε και υπέγραφε τις έντυπες μισθοδοτικές καταστάσεις των διοικητικών υπαλλήλων του ως άνω Ιδρύματος, Ε.
Β. του Π., Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Διοικητικού και Φ. Α. του Β., Προϊσταμένης του Τμήματος Σπουδών της Διεύθυνσης Συντονισμού Σπουδών, Εκδόσεων και Βιβλιοθήκης του ως άνω Ιδρύματος, των οποίων σύμφωνα με τα ανωτέρω, ήταν άμεσος προϊστάμενος και οι οποίες τυγχάνουν, αδελφή και σύζυγος του, αντίστοιχα, βεβαιώνοντας ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για πληρωμή των αποδοχών τους, συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος θέσης ευθύνης, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρ. 43 του Ν. 3528/2007, άρθρ. 23 του Ν. 4024/2011 και άρθρ. 25 του Ν. 4354/ 2015 και του ότι οι ανωτέρω διοικητικές υπάλληλοι, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, παρείχαν πλημμελώς την εργασία τους στο Αλεξάνδρειο Τ.Ε.Ι.
Θεσσαλονίκης, καθόσον οι τελευταίες δεν προσέρχονταν στο χώρο εργασία τους, παρά μόνο σποραδικά και χωρίς και τότε να προσφέρουν το αναγόμενο στα καθήκοντά τους έργο, τις δε μαγνητικές κάρτες σήμανσης της προσέλευσης και αποχώρησής τους τις σήμαιναν έτεροι υπάλληλοι του Α. Τ.Ε.Ι. Θεσσαλονίκης που απασχολούνταν στη γραμματεία του, στις οποίες κάρτες, οι καθημερινές ώρες προσέλευσης και αποχώρησης αμφότερων των διοικητικών υπαλλήλων ταυτίζονται ή δεν απέχουν πάνω από ένα (1) λεπτό της ώρας, ότι επιπλέον, οι εν λόγω διοικητικές υπάλληλοι, Ε.
Β. και Φ. Α., φέρονται να έχουν λάβει κανονική άδεια σε ημέρες, κατά τις οποίες έχει γίνει χρήση της μαγνητικής τους κάρτας, ενώ δεν διαπιστώθηκε η υπογραφή τους στα εισερχόμενα έγγραφα της υπηρεσίας και του τμήματος που αυτές προΐσταντο, ήτοι ενώ γνώριζε ότι οι ως άνω διοικητικές υπάλληλοι παρείχαν πλημμελώς την εργασία τους στο εν λόγω Ίδρυμα, παρείχε στον Ν.
Τ. (απλή) συνδρομή κατά την τέλεση του αδικήματος της κακουργηματικής απιστίας εξακολουθητικά καθώς είχε πλήρη γνώση του συνολικού σχεδίου και της χρονικής του εξέλιξης από προσωπική γνώση, αφού οι συγκατηγορούμενες του Ε. Β. (αδελφή του) και Φ. Α. (σύζυγο του) με πειθώ και φορτικότητα τον κατέπειθαν και τελεί τις πράξεις αυτές αν και ως Πρόεδρος του Ν.Π.Δ.Δ με την ονομασία "ΑΑΕΞΑΝΔΡΕΙΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" (Α.Τ.Ε.Ι.Θ), και ενώ στα καθήκοντα του ανάγονταν, μεταξύ άλλων, η διοίκηση και διεύθυνση του Ιδρύματος και η επίβλεψη της τήρησης των νόμων από τις υπηρεσίες, είχε δε, την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του (άρθρ. 8 παρ. 18 του Ν. 4009/2011), από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεόμενων με την έννομη θέση του, τη θέση του εγγυητή της διαφυλάξεως της εύρυθμης λειτουργίας των υπηρεσιών που διοικούσε και ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προστατεύει αυτήν και να τη διαφυλάσσει από προβολές τρίτων, ιδιαίτερα δε είχε την ευθύνη αυτή έναντι προσβολών προερχόμενων από το υπαλληλικό προσωπικό του ΑΤΕΙ-Θ, γνωρίζοντας ότι ο Γραμματέας του ΑΤΕΙ-Θ και εκκαθαριστής διαπράττει το αδίκημα της απιστίας, του επέτρεπε ηθελημένα να αποστέλλει τις μισθολογικές καταστάσεις σε όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, παραλείποντας εξακολουθητικά να παρέμβει για να παρεμποδίσει το δράστη, μολονότι ήταν σε θέση να το πράξει αποτελεσματικά και άμεσα εν γνώσει του ότι ο τελευταίος ελάττωσε τη δημόσια περιουσία, η διαχείριση της οποίας του ήταν εμπιστευμένη καθόσον κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 2013 έως και Ιούνιο 2017 οι δύο διοικητικές υπάλληλοι έλαβαν αχρεωστήτως ως μισθοδοσία, συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος θέσης ευθύνης αυτών, η μεν Β.
Ε. το συνολικό ποσό των 129.257 Ευρώ η δε Α. Φ. το συνολικό ποσό των 115.053,77 Ευρώ, ήτοι οι τελευταίες αποκόμισαν παράνομο οικονομικό όφελος, συνολικού ύψους (129.257+115.053,77) 244.310,77 Ευρώ, όπως αναλυτικά εκτίθενται στους παρακάτω επισυναπτόμενους πίνακες, με αποτέλεσμα την οικονομική επιβάρυνση του Δημοσίου, η συνολική ζημία του οποίου ανέρχεται στο παραπάνω ποσό, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ αλλά και των 150.000 ευρώ και στο οποίο και απέβλεπε, ώστε να ωφεληθούν οικονομικά οι ανωτέρω υπάλληλοι του Α.
Τ.Ε.Ι.Θ. Και πιο συγκεκριμένα:
Και για την μεν Ε. Β., μετά την αφαίρεση από το παραπάνω συνολικό ποσό των 143.749,38 Ευρώ, του ποσού των ((2950,78/4) + 3861,96 + 3646,06 + 4096,74 + 2149,92) για τους παρακρατηθέντες κατά σειρά για τα παραπάνω έτη 2013 - 2017 φόρους = 14.492,38 Ευρώ, το τελικό ποσό των (143.749,38 - 14.492,38) 129.257 Ευρώ. Για τη δε Φ. Α., μετά την αφαίρεση από το παραπάνω συνολικό ποσό των 122.903,76 ευρώ, του ποσού των (1790,24/4 + 1952,66 + 2109,01 + 2256,08 + 1084,68 για τους παρακρατηθέντες κατά σειρά για τα παραπάνω έτη 2013-2017 φόρους) = 10.517,92 Ευρώ, το τελικό ποσό των (122.903,76- 7849,99)115.053,77 Ευρώ. Συνολικά, δε, και για τις δύο παραπάνω υπαλλήλους το ποσό της ζημίας ανέρχεται σε (129.257 + 115.053,77) 244.310,77 Ευρώ.
2) Στη Θεσσαλονίκη σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία μεταξύ της 07-07- 2017 και 12-07-2017 με περισσότερες από μία πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες και στην συνέχεια τα χρησιμοποίησε. Συγκεκριμένα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρονικό διάστημα, έθεσε με σφραγίδα την υπογραφή του Γραμματέα του ΑΤΕΙ- Θ, Ν. Τ. του Χ., χωρίς την εντολή ή τη συναίνεση του τελευταίου, στα συνημμένα στο ΕΜΠ 36/21-7- 2017 έγγραφο του Α ΤΕΙ-Θ, έντυπα αιτήσεων χορήγησης αδειών των διοικητικών υπαλλήλων του ΑΤΕΙ-Θ, Ε. Β. και Φ. Α., στη θέση της υπογραφής του εγκρίνοντος τις αιτηθείσες ημέρες άδειας, Διευθυντή/Προϊσταμένου των ανωτέρω υπαλλήλων με σκοπό να παραπλανήσει τους τρίτους προς τους οποίους θα διαβιβάζονταν τα έγγραφα αυτά, σχετικά με τα χρονικά διαστήματα νόμιμης απουσίας των εν λόγω υπαλλήλων λόγω χορήγησης σ' αυτές κανονικών αδειών, τα έγγραφα δε αυτά απεστάλησαν στο Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, στα πλαίσια του διενεργηθέντος από την εν λόγω υπηρεσία ελέγχου σχετικά με την παρουσία των ανωτέρω υπαλλήλων στο εν λόγω ίδρυμα.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την 3η κατηγορούμενη, Ε. Β., ένοχη με την πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση του προτέρου σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ), του ότι: Στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2012 έως και 30-06-2017, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Διοικητικού του Αλεξάνδρειου Τεχνολογικού Ιδρύματος (Α.Τ.Ε.I) Θεσσαλονίκης, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους, την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν, ήτοι προκάλεσε την απόφαση, στους:
α) Ν. Τ. του Χ., Γραμματέα του του ΑΤΕΙ-Θ και β) Κ. Β. του Π., αδερφό της και Πρόεδρο του ΑΤΕΙ-Θ, να τελέσουν, ο μεν πρώτος το κακούργημα της απιστίας κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου με αντικείμενο της πράξης που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, αλλά και των 150.000 ευρώ, ο δε δεύτερος το κακούργημα της απλής συνέργειας σε απιστία κατ' εξακολούθηση δια παραλείψεως σε βάρος του Δημοσίου, στην οποία η ελάττωση της περιουσίας είναι ανώτερη συνολικά των 120.000 ευρώ και άνω των 150.000 ευρώ.
Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρονικό διάστημα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με την προαναφερόμενη ιδιότητά της και έχοντας άμεσο προσωπικό και οικονομικό συμφέρον, με φορτικότητα και συνεχή προτροπή έπεισε τους ως άνω συγκατηγορουμένους της:
α) τον μεν Ν. Τ. να προβεί επανειλημμένα στην καταβολή της μισθοδοσίας, συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος θέσης ευθύνης, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρ. 43 του Ν. 3528/2007, άρθρ. 23 του Ν. 4024/2011 και άρθρ. 25 του Ν. 4354/2015, σε αυτήν, διοικητική υπάλληλο του ως άνω Ιδρύματος και δη Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Διοικητικού αυτού, β) τον δε αδελφό της Κ.
Β. να παρέχει (απλή) συνδρομή στον Ν. Τ. πριν και κατά την τέλεση του αδικήματος της απιστίας εξακολουθητικά, αν και είχε, ως Πρόεδρος του Ν.Π.Δ.Δ με την ονομασία "ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" (Α.Τ.Ε.Ι.Θ), την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του (άρθρ. 8 παρ. 18 του Ν. 4009/2011), από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με την έννομη θέση του, τη θέση του εγγυητή της διαφυλάξεως της εύρυθμης λειτουργίας των υπηρεσιών του που διοικούσε και ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προστατεύει αυτήν και να τη διαφυλάσσει από προβολές τρίτων, ιδιαίτερα δε είχε την ευθύνη αυτή έναντι προσβολών προερχόμενων από το υπαλληλικό προσωπικό του ΑΤΕΙ-Θ, γνωρίζοντας ο τελευταίος ότι ο Γραμματέας του ΑΤΕΙ-Θ και εκκαθαριστής διαπράττει το αδίκημα της απιστίας, τον άφηνε ηθελημένα να αποστέλει τις μισθολογικές καταστάσεις σε όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, παραλείποντας εξακολουθητικά να παρέμβει για να παρεμποδίσει τον δράστη, μολονότι ήταν σε θέση να το πράξει αποτελεσματικά και άμεσα και ενώ αμφότεροι γνώριζαν ότι αυτή κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα παρείχε πλημμελώς την εργασία της στο Αλεξάνδρειο Τ.Ε.Ι.
Θεσσαλονίκης, καθόσον αυτή δεν προσέρχονταν στο χώρο εργασία της, παρά μόνο σποραδικά και χωρίς τότε να προσφέρει το αναγόμενο στα καθήκοντά της έργο, τη δε μαγνητική κάρτα σήμανσης της προσέλευσης και αποχώρησής της τη σήμαιναν έτεροι υπάλληλοι του Α.Τ.Ε.Ι. Θεσσαλονίκης που απασχολούνταν στη γραμματεία του αδερφού της και Προέδρου του Ιδρύματος.
Επιπλέον, φέρεται να έχει λάβει κανονική άδεια σε ημέρες, κατά τις οποίες έχει γίνει χρήση της μαγνητικής της κάρτας, ενώ δεν διαπιστώθηκε η υπογραφή της στα εισερχόμενα έγγραφα της υπηρεσίας που προΐσταται. Οι ανωτέρω συγκατηγορούμενοί της, με την παραπάνω εκτεθείσα εξακολουθητική τους πράξη και ενώ γνώριζαν ότι αυτή παρείχε πλημμελώς την εργασία της στο εν λόγω Ίδρυμα, ενεργώντας με πρόθεση και με κοινό δόλο, εν γνώσει τους ελάττωσαν την δημόσια περιουσία, η διαχείριση της οποίας τους ήταν εμπιστευμένη, προκειμένου να αποκτήσει αυτή παράνομο περιουσιακό όφελος, καθόσον κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2012 έως και 30-06-2017 αυτή ως διοικητική υπάλληλος έλαβε αχρεωστήτως ως μισθοδοσία, συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος θέσης ευθύνης της, το συνολικό ποσό των 157.884,88 Ευρώ, όπως αναλυτικά εκτίθεται στους παρακάτω επισυναπτόμενους πίνακες:
Και μετά την αφαίρεση από το παραπάνω συνολικό ποσό των 177.088,15 Ευρώ, του ποσού των (2497,81 + 2950,78 + 3861,96 + 3646,06 + 4096,74 + 2149,92 Ευρώ, για τους παρακρατηθέντες κατά σειρά νια τα παραπάνω έτη 2012-2017 φόρους =) 19.203,27 Ευρώ, το τελικό ποσό των 157.884,88 Ευρώ.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την 4η κατηγορούμενη, Φ. Α., ένοχη με την πρωτοδίκως αναννωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση της μετανενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ. 2ε'του Π.Κ.), του ότι: Στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2012 έως και 30-06-2017, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως Προϊσταμένη του Τμήματος Σπουδών της Διεύθυνσης Συντονισμού Σπουδών, Εκδόσεων και Βιβλιοθήκης του Αλεξάνδρειου Τεχνολογικού Ιδρύματος (Α.Τ.Ε.Ι) Θεσσαλονίκης, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους, την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν και συγκεκριμένα, προκάλεσε στους:
α) Ν. Τ. του Χ., Γραμματέα του του ΑΤΕΙ-Θ και β) Κ. Β. του Π., σύζυγο της και Πρόεδρο του ΑΤΕΙ-Θ, να τελέσουν ο μεν πρώτος το κακούργημα της απιστίας κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου με αντικείμενο της πράξης που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 Ευρώ, ο δε δεύτερος το κακούργημα της (απλής) συνέργειας σε απιστία κατ' εξακολούθηση δια παραλείψεως σε βάρος του Δημοσίου στην οποία η ελάττωση της περιουσίας είναι ανώτερη συνολικά των 120.000 ευρώ.
Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρονικό διάστημα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με την προαναφερόμενη ιδιότητά της και έχοντας άμεσο προσωπικό και οικονομικό συμφέρον, με φορτικότητα και συνεχή προτροπή έπεισε τους ως άνω συγκατηγορουμένους της α) τον μεν Ν.
Τ. να προβεί επανειλημμένα στην καταβολή της μισθοδοσίας, συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος θέσης ευθύνης, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρ. 43 του Ν. 3528/2007, άρθρ. 23 του Ν. 4024/2011 και άρθρ. 25 του Ν. 4354/2015, σε αυτήν, διοικητική υπάλληλο του ως άνω Ιδρύματος και δη Προϊσταμένη του Τμήματος Σπουδών της Διεύθυνσης Συντονισμού Σπουδών, Εκδόσεων και Βιβλιοθήκης αυτού, β) τον δε σύζυγο της Κ.
Β. να παρέχει (απλή) συνδρομή στον Ν. Τ. πριν και κατά τη διάρκεια τέλεσης από αυτόν του αδικήματος της απιστίας εξακολουθητικά, αν και είχε, ως Πρόεδρος του Ν.Π.Δ.Δ με την ονομασία "ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" (Α.Τ.Ε.Ι.Θ), την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του (άρθρ. 8 παρ. 18 του Ν. 4009/2011), από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεόμενων με την έννομη θέση του, τη θέση του εγγυητή της διαφυλάξεως της εύρυθμης λειτουργίας των υπηρεσιών του που διοικούσε και ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προστατεύει αυτήν και να τη διαφυλάσσει από προβολές τρίτων, ιδιαίτερα δε είχε την ευθύνη αυτή έναντι προσβολών προερχόμενων από το υπαλληλικό προσωπικό του ΑΤΕΙ-Θ, γνωρίζοντας ότι ο Γραμματέας του ΑΤΕΙ-Θ και εκκαθαριστής διαπράττει το αδίκημα της απιστίας, τον άφηνε ηθελημένα να αποστέλλει τις μισθολογικές καταστάσεις σε όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, παραλείποντας εξακολουθητικά να παρέμβει για να παρεμποδίσει το δράστη, μολονότι ήταν σε θέση να το πράξει αποτελεσματικά και άμεσα και ενώ αμφότεροι γνώριζαν ότι αυτή κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα παρείχε πλημμελώς την εργασία της στο Αλεξάνδρειο T.E.J.
Θεσσαλονίκης, καθόσον δεν προσέρχονταν στο χώρο εργασία της, παρά μόνο σποραδικά και χωρίς και τότε να προσφέρει το αναγόμενο στα καθήκοντά της έργο, τη δε μαγνητική κάρτα σήμανσης της προσέλευσης και αποχώρησής της τη σήμαιναν έτεροι υπάλληλοι του Α.Τ.Ε.Ι. Θεσσαλονίκης που απασχολούνταν στη γραμματεία του συζύγου της και Προέδρου του Ιδρύματος.
Επιπλέον, φέρεται να έχει λάβει κανονική άδεια σε ημέρες, κατά τις οποίες έχει γίνει χρήση της μαγνητικής της κάρτας, ενώ δεν διαπιστώθηκε η υπογραφή της στα εισερχόμενα έγγραφα της υπηρεσίας που προΐσταται. Οι ανωτέρω συγκατηγορούμενοί της, με την παραπάνω εκτεθείσα εξακολουθητική τους πράξη και ενώ γνώριζαν ότι αυτή παρείχε πλημμελώς την εργασία της στο εν λόγω Ίδρυμα, ενεργώντας με πρόθεση και με κοινό δόλο, εν γνώσει τους ελάττωσαν την δημόσια περιουσία, η διαχείριση της οποίας τους ήταν εμπιστευμένη, προκειμένου να αποκτήσει αυτή παράνομο περιουσιακό όφελος, καθόσον κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2012 έως και 30-06-2017 αυτή ως διοικητική υπάλληλος έλαβε αχρεωστήτως ως μισθοδοσία, συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος θέσης ευθύνης της, το συνολικό ποσό των 140.725,14 Ευρώ, όπως αναλυτικά εκτίθεται στους παρακάτω επισυναπτόμενους πίνακες.
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση :
α) των εγκλημάτων της απλής συνέργειας σε απιστία κατ'εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από την οποία η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων Κ. Β. και β)του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της απιστίας κατ'εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από την οποία η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και απλής συνέργειας στην απιστία κατ'εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από την οποία η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείουσες Ε.
Β. και Φ. Α., οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 13 , 14, 16, 17, 18, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 45, 46 παρ.1, 47 παρ.1, 94, 98, 216 παρ.1, 390 παρ.1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Περαιτέρω και σε σχέση με τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) Με αιτιολογική επάρκεια και κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 390 ΠΚ, ως προς την έννοια του έχοντος την διαχείριση ή επιμέλεια ξένης περιουσίας βάσει του νόμου, το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ.
Β., Πρόεδρος, του ανωτέρω εκπαιδευτικού τεχνολογικού ιδρύματος (ΑΤΕΙ-Θ), ναι μεν δεν είχε ευθύνες εκκαθαριστή και πράγματι, αφού τις σχετικές αρμοδιότητες οργάνωσης και λειτουργίας των ακαδημαϊκών μονάδων και των διοικητικών υπηρεσιών του Ιδρύματος, την αρμοδιότητα επιβολής διοικητικών μέτρων που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του ΑΤΕΙΘ και αναπλήρωσης του Προέδρου σε θέματα πειθαρχικής δικαιοδοσίας, είχε εκχωρήσει με την με αριθμό ...-2013 πράξη του στον Αναπληρωτή Πρόεδρο του ΑΤΕΙΘ, Π.
Τ., πλην όμως από το άρθρο 8 παρ. 18 του Ν. 4009/2011 που ορίζει ότι ο πρύτανης.....Προΐσταται του ιδρύματος και το διευθύνει, έχει την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του, επιβλέπει την τήρηση των νόμων, του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού και μεριμνά για τη συνεργασία των οργάνων του ιδρύματος, των διδασκόντων και των φοιτητών" προκύπτει ότι, ακόμα και αν γίνει εκχώρηση αρμοδιοτήτων, όπως εν προκειμένω, αυτός εξακολουθεί να είναι προϊστάμενος των υπηρεσιών του ΑΤΕΙ και να τις διευθύνει, καθώς και προϊστάμενος όλου του προσωπικού του Ιδρύματος, γενική αρμοδιότητα την οποία διατηρεί ακόμη και αν μεταβιβάζει συγκεκριμένες μερικότερες αρμοδιότητές του σε αντιπρόεδρο, αφού από τα ανωτέρω συνάγεται ότι πλην άλλων οργάνων του ΑΤΕ , έναντι της εννόμου τάξεως, τη θέση του εγγυητή της διαφυλάξεως της ομαλής λειτουργίας του ΑΤΕΙ που διοικεί, υπέχει κυρίως ο Πρόεδρος και νυν Πρύτανης, ιδιαίτερα δε έχει την ευθύνη αυτή έναντι προσβολών προερχόμενων από το υπαλληλικό προσωπικό του ΑΤΕΙ, του οποίου προΐσταται και διευθύνει τις υπηρεσίες του, κατέχει δε, όχι μόνο εγγυητική θέση προστασίας του αγαθού της δημόσιας περιουσίας, αλλά και θέση επιβλέψεως, εποπτείας και εξουδετερώσεως κινδύνων για το αγαθό αυτό, προερχόμενων όχι μόνο από τρίτους αλλά και από το προσωπικό του.
Ότι οι ανωτέρω αρμοδιότητες και υποχρεώσεις ταυτόχρονα του εν λόγω κατηγορουμένου, ήτοι να προΐσταται επιμελώς των υπηρεσιών και του προσωπικού του ΑΤΕΙ-Θ, να τις εποπτεύει επιμελώς και να διαφυλάσσει την καλή λειτουργία τους, αλλά ακόμη και την περιουσία του ΑΤΕΙ-Θ (προερχόμενη από πόρους του Ελληνικού Δημοσίου, επομένως και την περιουσία του τελευταίου), δεν εκχωρούνται και δεν μεταβιβάζονται στην περίπτωση που ο Πρόεδρος εκχωρήσει ορισμένες συγκεκριμένες από τις αρμοδιότητές του σε Αντιπρόεδρο, διότι δεν συνεκχωρείται και η προσωπική ευθύνη του για την πλημμελή διοίκηση και κακή εποπτεία των υπηρεσιών και των υπαλλήλων του ΑΤΕΙ.
Ότι εάν, επομένως, γνωρίζει ότι κάποιος υπάλληλος μισθοδοτείται χωρίς να παρέχει υπηρεσίες και παρά ταύτα τον αφήνει ηθελημένα να εισπράττει το μισθό του, αποφεύγοντας να παρέμβει για να παρεμποδίσει και να αποτρέψει την ζημία του ΑΤΕΙ και του Ελληνικού Δημοσίου, μολονότι είναι σε θέση να το πράξει αποτελεσματικά, διότι θέλει να συντελεστεί η απιστία, τότε καθίσταται συμμέτοχος στην διαπραττόμενη από τον αρμόδιο υπάλληλο απιστία δια παραλείψεως.
Συνακόλουθα οι δεύτερος αναιρετικός λόγος του κυρίου δικογράφου και ο πρώτος λόγος των προσθέτων λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος Κ. Β., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ' και Ε' του ΚΠΔ, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίες και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 390 του ΠΚ, ως προς την έννοια του έχοντος την διαχείριση ή επιμέλεια ξένης περιουσίας βάσει του νόμου είναι αβάσιμοι.
β)με τις ουσιαστικές παραδοχές ότι σε περίπτωση που ο μισθός καταβάλλεται από το Δημόσιο στον υπάλληλο αχρεωστήτως και εξ αιτίας παράνομης αυτού συμπεριφοράς, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, με τις αναιρεσείουσες Ε. Β. και Φ. Α., η ζημία του Δημοσίου περιλαμβάνει πλέον της καθαρής αμοιβής του υπαλλήλου και τα ποσά των ασφαλιστικών εισφορών που αναλογούν σε αυτόν και αποδίδονται στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία, το δικαστήριο της ουσίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 390 του ΠΚ, ως προς την έννοια της επελθούσας στο Δημόσιο και απαιτουμένης για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του ως άνω εγκλήματος βέβαιης ζημίας, αφού κατά τα ποσά αυτά από τα οποία το κρατικό ταμείο αποξενώνεται αμέσως μετά την εκταμίευσή τους, επέρχεται αντίστοιχη μείωση της περιουσίας του, με αντίστοιχο παράνομο όφελος στον παρανομήσαντα υπάλληλο, ο οποίος, με τις για λογαριασμό του καταβληθείσες εισφορές, κατοχυρώνει ασφαλιστικά δικαιώματα έναντι του οικείου Ταμείου.
Συνακόλουθα ο τρίτος αναιρετικός λόγος των προσθέτων λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος Κ. Β. και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης των προσθέτων λόγων των αναιρεσειόντων Ε. Β. και Φ. Α. κατά το πρώτο σκέλος αυτών, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 390 του ΠΚ.(άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Ε' του ΚΠΔ), με την ειδικότερη αιτίαση ότι στην ζημία του Δημοσίου δεν περιλαμβάνονται οι αναλογούντες, στον καταβληθέντα αχρεωστήτως μισθό στον παρανομήσαντα υπάλληλο, ασφαλιστικές εισφορές, είναι αβάσιμοι.
Η περιλαμβανόμενη στο δεύτερο σκέλος των ιδίων παραπάνω αναιρετικών λόγων ειδικότερη αιτίαση ότι εν προκειμένου συντρέχει περίπτωση απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας λόγω μη εφαρμογής της αρχής in dubio pro reo, ως προς το ύψος της επελθούσας στο δημόσιο ζημίας και δη ως προς το μέρος αυτής που αφορά τις αντιστοιχούσες στους καταβληθέντες αχρεωστήτως μισθούς, ασφαλιστικές εισφορές και συνακόλουθα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας των αναιρεσειόντων, είναι επίσης αβάσμη αφού:
από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό συμπληρώνεται από το διατακτικό, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανέλεγκτα το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής των αναιρεσειόντων με την προεκτεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία δεν περιέχει αντιστροφή του βάρους απόδειξης για την αθωότητα των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων, ώστε να παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας αυτών.
Άλλωστε, σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό της άνω απόφασης, ότι οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν, διότι αποδείχθηκε η ενοχή τους και όχι, διότι αυτοί δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν την αθωότητά τους, ενώ από τις παραδοχές της απόφασης ουδόλως προκύπτει, ότι παρέμεινε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ύψος της προκειμένης ζημίας και συνακόλουθα την ενοχή των αναιρεσειόντων , που θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ αυτών, κατ' εφαρμογή της αρχής "in dubio pro reo".
γ) ο προβληθείς στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Κ. Β. ότι τα φερόμενα, ως εξ υπαρχής καταρτισθέντα και υπογραφέντα από αυτόν δια της θέσεως σφραγιδοϋπογραφής, έγγραφα- έντυπα αδειών υπαλλήλων, έφεραν πέραν της σφραγιδοϋπογραφής στο κάτω μέρος τους και μονογραφή του πρώτου κατηγορουμένου δίπλα από την κεφαλίδα τους, γεγονός που καθιστούσε τα έγγραφα γνήσια σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι ετέθη υπογραφή με μηχανικό μέσο εκ των υστέρων και κατά συνέπεια δεν μπορούσαν να έχουν άλλη έννομη συνέπεια από αυτή που ήδη είχαν παράξει, αφού κατά τα λοιπά το περιεχόμενο τους ήταν αυθεντικό, με συνέπεια να μην στοιχειοθετείται το αδίκημα της πλαστογραφίας που του αποδίδεται, συνιστά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, για την απόρριψη του οποίου, δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία, αφού το δικαστήριο απαντά αιτιολογημένα στον ως άνω ισχυρισμό με την κατά τα προεκτεθέντα αιτιολογημένη παραδοχή του ότι συντρέχουν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της πράξης της πλαστογραφίας για την οποία κήρυξε ένοχο τον ανωτέρω αναιρεσείοντα, περιγράφοντας με λεπτομέρεια τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο εν λόγω αναιρεσείων, στα πλαίσια του ελέγχου των ελεγκτών του ΣΕΕΔΔ, οι οποίοι ζήτησαν από την γραμματεία του ΑΤΕΙ-Θ τα έντυπα των αδειών των δύο συγκατηγορουμένων του Ε.
Β. και Φ. Α., αντί με το θέμα αυτό να ασχοληθεί το οικείο τμήμα, με εντολή του τα έντυπα των αδειών μεταφέρθηκαν στο γραφείο του, έθεσε σ'αυτά την υπογραφή του συγκατηγορουμένου του Ν. Τ., γραμματέα του ως άνω εκπαιδευτικού ιδρύματος, προκειμένου να παραπλανήσει ότι αυτή ετέθη από τον τελευταίο και στην συνέχεια τα έντυπα αυτά απέστειλε στους ελεγκτές του ΣΕΕΔΔ.
Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος των προσθέτων λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος Κ. Β., με τον οποίο βάλλεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Α', Β' και Δ' του ΚΠΔ, ήτοι της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτης και σχετικής ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε στον ανωτέρω ισχυρισμό του, άλλως η απάντηση του δεν είναι αιτιολογημένη, είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι επ'αυτών λόγοι, να απορριφθούν στο σύνολο τους και να καταδικαστεί ο καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ.578 του Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 10-2-2025 αιτήσεις των Κ. Β. του Π., Ε. Β. του Π. και Φ. Α. του Β. και τους από 18-3-2015 πρόσθετους, επί των ανωτέρω αιτήσεων, λόγους καθενός των ως άνω αναιρεσειόντων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 63/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Β' Βαθμού Θεσσαλονίκης.
Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται για τον καθένα εξ'αυτών στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ