Supreme Court dismisses State's appeal on land ownership, ruling the lower court correctly rejected the public's claim to forest land.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment that corrected a cadastral registration in favor of private individuals. The State argued the disputed land was forest territory requiring proof of public ownership through specific legal channels, while the private owners claimed it was agricultural land acquired via inheritance and purchase. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court explicitly found the land to be agricultural rather than forest, meaning the State's arguments regarding forest protection laws were irrelevant to the actual legal characterization of the property.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 1, 2, and 3 of the Decree of 17 November/1 December 1830 on private forests; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may reject an appeal if the contested lower court decision does not address the legal issues raised by the appellant, as the lower court's finding that the land is agricultural precludes the application of forest ownership statutes.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 881 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 881/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Χ. του Ι. και Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Δελλαπόρτα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2009 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 15-1-2010 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 461/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 09/10/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 461/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πάτρας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Με την απόφασή αυτή το πιο πάνω δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της αριθμ. 20/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που είχε δεχθεί ως ουσία βάσιμη την εισαχθείσα ενώπιόν του αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου Γ.
Χ. για διόρθωση της εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής και είχε απορρίψει, ως ουσία αβάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιόν του κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577 § 3 ΚΠολΔ).
Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11. /1.12.1830 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση.
Έτσι, με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ορισμών του από 13/29 Δεκεμβρίου 1817 "Συντάγματος του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων" (Κεφ. Α άρθρο 2 Κεφ. Δ Τμήμα α' άρθρο 1, 2, 4 και 6 και Τμήμα β' άρθρο 6), των από 6 Ιουνίου και 7 Ιουνίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, του ν. ΡΝ/1866 "περί εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης νομοθεσίας" (άρθρο 10.11.13 και 14), του ν.
ΣΟΕ/1868 και του ν. ΑΦΙ/1887, συνάγεται ότι επί των κειμένων στην Επτάνησο δασών το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαιώματα κυριότητας, αφού κατά την ένωση αυτής με την Ελλάδα, ουδέν έλαβε, ούτε σαν διάδοχο του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, το οποίο δεν είχε δημόσια κτήματα και μάλιστα δάση στην ιδιοκτησία του, ούτε στη συνέχεια από την επιχώριο (ή εγχώρια ή κοινή) καθεμιάς Νήσου περιουσία, δεδομένου ότι αυτή διανεμήθηκε μεταξύ των δήμων καθεμιάς Νήσου.
Πράγματι δε, περί της, διανομής των εγχωρίων περιουσιών του ν. ΡΝ/1866 μερίμνησαν ακολούθως ο ν. ΥΙΓ/ 1871 για την Ζάκυνθο, ο ν. ΨΙ/1878 για την Κεφαλληνία, ο ν. ΨΞΣΤ/... για την Λευκάδα, ο ν. ΑΦΙ/1887 για την Κέρκυρα (η διαχείριση της εγχωρίου περιουσίας της οποίας είχε ρυθμισθεί ειδικότερα με το ν. ΣΟΕ/1868 "περί της διαχειριστικής επιτροπής της κοινής της νήσου Κερκύρας περιουσίας"), και ο ν. 2355/1920 για τα Κύθηρα.
Συνεπώς, επί των κειμένων στην Επτάνησο Δασών, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή το, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίστηκε από το β.δ. της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", με το άρθρο 1 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 του οποίου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των αποτελουσών δάση εκτάσεων, από την έναρξη της ισχύος του, με εξαίρεση τα δάση, τα οποία προ της ενάρξεως του απελευθερωτικού αγώνα ανήκουν σε ιδιώτες βάσει εγγράφου αποδείξεως της Τουρκικής Αρχής, ή σε ιδιωτικά χωριά, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν εντός του έτους από τη δημοσίευση του β.δ.
αυτού. Τούτο άλλωστε καθιερώθηκε νομοθετικώς με το άρθρο 62 παρ. 1 εδαφ. β' του Ν. 998/1979, όπως ισχύει, "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", στο οποίο ορίζεται ότι το, κατά την § 1 εδ. α' του ίδιου άρθρου, τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσω όπου ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμός, καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης (ΑΠ 11/2019).
Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών στις άνω περιοχές, και ειδικότερα στα Ιόνια νησιά, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 17-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στα Επτάνησα, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (ΑΠ 568/2021, ΑΠ 567/2020, ΑΠ 984/2017, ΑΠ 2243/2014).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1, 2 του ν. 998/1979, "1. Ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών, οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα, και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος.......".
Επίσης, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει(ΑΠ1296/2020).
Β1.Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 948/2019, ΑΠ 319/2017). 2.
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, Ολ.ΑΠ 1/1999).
Γ. Αγωγή ή κύρια παρέμβαση της οποίας το αίτημα δεν αποτελεί έννομη σχέση ή συνέπεια του ισχύοντος δικαίου είναι νόμω αβάσιμη (μη νόμιμη) και απορρίπτεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Τέτοια μη νόμιμη αγωγή είναι και εκείνη στο δικόγραφο της οποίας ή στις προτάσεις του ενάγοντος περιέχονται περιστατικά τα οποία σύμφωνα με τον νόμο εμποδίζουν τη γέννηση της επικαλούμενης (αιτούμενης) έννομης συνέπειας (ΑΠ221/2015).
Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 455/2020,1611/2008). Στην προκείμενη περίπτωση το κυρίως παρεμβαίνον ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο εξέθετε στην ένδικη κύρια παρέμβασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον πρώτο αναιρετικό λόγο, ότι των επίδικων εδαφικών τμημάτων, εμβαδού 80, 41 και 67,61 τ.μ., που φέρονται στις κτηματολογικές εγγραφές, ως ανήκοντα, με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη", στο με ΚΑΕΚ ...
γεωτεμάχιο,το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του Δήμου ... Κεφαλληνίας είναι δασικές εκτάσεις και ότι εκ του λόγου αυτού είναι κύριος τούτων. Ζήτησε δε με βάση το ιστορικό αυτό, να διορθωθεί η εσφαλμένη κτηματολογική εγγραφή και να καταχωρισθεί το ίδιο αποκλειστικός κύριος στα κτηματολογικά βιβλία.
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ( σελ. 10) και με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθμού 1α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε, ως προς τον ως άνω ισχυρισμό, η ένδικη κύρια παρέμβαση ως μη νόμιμη, ότι παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ειδικού νομικού καθεστώτος που ίσχυε στα Ιόνια Νησιά πριν από την, κατά το έτος 1864,ένωσή τους με την υπόλοιπη Ελλάδα, ήτοι των άρθρων 423, 424, 425 και 426 του Ιονίου Αστικού Κώδικα (που ίσχυε στην περιοχή από 1/12-5-1841), την υπ' αριθμ. 10 πράξη της Η' Ιονίου Γερουσίας αρ. 1 και 10 "περί επιχωρίων προσόδων" και την ΞΗ' από Μαΐου 1845 πράξη της Ζ' Ιονίου Γερουσίας "περί της χρήσεως των επιχωρίων προσόδων", άλλως ότι παραβίασε το νόμο ΡΝ/1866 "περί Εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης Νομοθεσίας", τον από 21.6.1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων", ο οποίος ίσχυε στα Ιόνια Νησιά από της προσαρτήσεώς τους στην Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του β.δ.
της 18/19-2-1866 "περί της εις Επτάνησου εφαρμογής δασονομικών ποινικών διατάξεων" και το Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", (ΑΠ1738/2012). Ειδικότερα, το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι απέρριψε ως μη νόμιμο τον προεκτεθέντα ισχυρισμό του, που αποτελεί και τη βάση της κύριας παρέμβασής του, για το δασικό χαρακτήρα των επιδίκων, με το να δεχθεί ότι το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου δεν ισχύει στα δάση και τις δασικές εκτάσεις, που βρίσκονται στα Ιόνια Νησιά και ειδικότερα στην Κεφαλονιά.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και, τούτο, διότι το Εφετείο, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, ορθά δεν εφάρμοσε τις επικαλούμενες από το αναιρεσείον πιο πάνω διατάξεις, καθόσον στα Ιόνια νησιά, στα οποία ανήκει και η Κεφαλληνία, όπου βρίσκονται τα επίδικα, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών και των δασικών, εν γένει, εκτάσεων, αλλά το Δημόσιο, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στην προεκτεθείσα νομική σκέψη διατάξεις του άρθρου 62 του ν. 998/1979, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε το Εφετείο, πρέπει να επικαλείται και αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (ΑΠ567/2020).
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ' ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθ. .../28-9-1990 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιών και πώλησης αγροτικού ακινήτου του συμβολαιογράφου ..., Νικολάου Ξυδιά, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ...
και με αριθμό 27 - 29, περιήλθε στον αιτούντα κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω πωλήσεως από τους: 1) Α. Α. του Σ., 2) Ε. συζ. Κ. Α. το γένος Σ. Α., 3) Ι. Α. του Σ., 4) Ά. συζ. Ε. - Χ. Μ., το γένος Σ. Α., 5) Ε. χα Δ. Φ. το γένος Σ. Α. και 6) Α. συζ. Δ. Β. το γένος Σ. Α., ένα ακίνητο, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...
του Δήμου ... Κεφαλληνίας, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσης 1.612 τ.μ., αποτυπώνεται δε στο από μηνάς Σεπτεμβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου μηχανικού Γ. Ν. Π. με τα γράμματα ... και κατά νεότερη καταμέτρηση εμβαδού 1.618,38 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο από 29 Ιουνίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Νικολάου Μαρκάτου με τα στοιχεία ...
και το οποίο (ακίνητο) συνορεύει ανατολικά σε πλευρά Al, Α2, A3, εν μέρει με ακίνητο που φέρει ΚΑΕΚ .../0/0 φερόμενού ως αγνώστου ιδιοκτήτη, και εν μέρει με ακίνητο που φέρει ΚΑΕΚ .../0/0 ιδιοκτησίας του αιτούντος, βόρεια σε πλευρά A3, Α4.... ΑΙ2 με ακίνητο που φέρει αριθμό ΚΑΕΚ .../0/0, φερόμενου ως ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά σε πλευρά ...
εν μέρει με το άνω ακίνητο με ΚΑΕΚ .../0/0 φερόμενου ως αγνώστου και εν μέρει με ακίνητο με ΚΑΕΚ .../0/0 ιδιοκτησίας κληρονόμων Κεφαλά και νότια σε πλευρά ..., με ακίνητο που φέρει ΚΑΕΚ .../0/0, ιδιοκτησίας κληρονόμων Κεφαλά, δυτικά σε πλευρά ..., με ακίνητο με ΚΑΕΚ .../0/0 φερόμενου ως ιδιοκτησία αγνώστου και πάλι βόρεια σε πλευρά ...
εν μέρει με ακίνητο με ΚΑΕΚ .../0/0 ιδιοκτησίας αγνώστου και εν μέρει με ακίνητο με ΚΑΕΚ .../0/0 ιδιοκτησίας του αιτούντος. Το ακίνητο αυτό, κατά το τμήμα του που εμφαίνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό με αριθμό Ια εκτάσεως 735,68 τ.μ. βρίσκεται εντός οικισμού ... και κατά το τμήμα του Ιβ επιφάνειας 882,70 τ.μ. βρίσκεται εκτός του ανωτέρω οικισμού.
Το ανωτέρω ακίνητο ανήκε κατά κυριότητα στον δικαιοπάροχο πατέρα των ανωτέρω πωλητών, Σ. Α. του Ι., ο οποίος απεβίωσε αδιάθετος στις 14-11-1969 στα ... Κεφαλληνίας, το ακίνητο δε αυτό ο τελευταίος το διακατείχε, με διάνοια κυρίου, συνεχώς, αδιακόπτως, ειρηνικώς, δημοσίως και αναμφιβόλως ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, καλλιεργώντας το με ελιές, οι οποίες υπήρχαν τουλάχιστον από τις αρχές του αιώνα (βλ.
κατάθεση μάρτυρα αποδείξεως), επιβλέποντας τα όρια αυτού και καθαρίζοντάς το, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 50 ετών πριν τον θάνατό του. Έτσι κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του άρθρου 2063 του Ιονίου Πολιτικού Κώδικα. Όπως προαναφέρθηκε, ο ανωτέρω Σ. Α. απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη στις 14-11- 1969 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Μ.
χα Σ. Α. το γένος Β. και Α. Μ. κατά ποσοστό 6/24 εξ αδιαιρέτου και από τα τέκνα του - προαναφερόμενους πωλητές - κατά ποσοστό 3/24 εξ αδιαιρέτου το καθένα. Στις 15-3- 1976 απεβίωσε η Μ. χα Σ. Α., χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε από τα προαναφερόμενα 6 τέκνα της (πωλητές) κατά ποσοστό 1/24 εξ αδιαιρέτου το καθένα, έτσι ώστε το ποσοστό συγκυριότητας αυτών στο εν λόγω ακίνητο διαμορφώθηκε σε 4/24 ή 1/6 εξ αδιαιρέτου για έκαστο.
Τα ανωτέρω τέκνα (πωλητές) αποδέχθηκαν τις κληρονομιές των αποβιωσάντων γονέων τους, δυνάμει της υπ' αριθ. .../ 1990 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιών του συμβολαιογράφου ... Νικολάου Ξυδιά, (που αποτελεί ταυτόχρονα και το συμβόλαιο πώλησης του ακινήτου προς τον αιτούντα) που έχει νομίμως μεταγραφεί στο βιβλίο μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
στον τόμο ... και με αυξ. αριθ. .... Οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι του αιτούντος (πωλητές) συνέχισαν τις πράξεις νομής επί του εν λόγω ακινήτου από περιελεύσεώς του σε αυτούς με τα ίδια προσόντα αυτά του απώτερου δικαιοπαρόχου - πατέρα τους. Ομοίως δε ο αιτών από το χρόνο απόκτησης το έτος 1990 του ακινήτου αυτού, ασκεί επ' αυτού τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής και συγκεκριμένα επιβλέπει τα όριά του, το καθαρίζει και το έχει μισθώσει σε τρίτο πρόσωπο ονόματι Β.
για να το καλλιεργεί (βλ. κατάθεση μάρτυρα απόδειξης). Από πλευράς του το Ελληνικό Δημόσιο, επικαλείται ότι το ακίνητο φερόμενου ως αγνώστου ιδιοκτήτη με ΚΑΕΚ ..., στα προσωρινά κτηματολογικά διαγράμματα της Β' ανάρτησης για τον Ο.Τ.Α ..., φέρει κωδικό φυτοκάλυψης "ΑΔ σε τμήμα" δηλαδή άλλης μορφής χρήσης έκταση στις Α/Φ παλαιότερης λήψης και δάση και δασικές εκτάσεις στις Α/Φ πρόσφατης λήψης και αυτοψίες.
Επίσης, επικαλείται ότι το ακίνητο του αιτούντος με ΚΑΕΚ ..., στα προσωρινά κτηματολογικά διαγράμματα της Β' ανάρτησης για τον Ο.Τ.Α ..., φέρει ομοίως, κωδικό φυτοκάλυψης "ΑΔ σε τμήμα" δηλαδή άλλης μορφής χρήσης έκταση στις Α/Φ παλαιότερης λήψης και δάση και δασικές εκτάσεις στις Α/Φ πρόσφατης λήψης και αυτοψίες.
Ισχυρίζεται επίσης, ότι αμφότερα τα ανωτέρω ακίνητα εμπεριέχονται, σύμφωνα με το υπ' αριθ. πρωτ. 6061/14-1-2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Κεφαλληνίας προς την Κτηματική Υπηρεσίας Κεφαλληνίας και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, στην ένσταση που έχει υποβάλει, σύμφωνα με το Ν. 2308/95 για τις δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις, που δεν έχουν αναγνωρισθεί αναμφισβήτητα ως ιδιωτικές με έναν από τους νόμιμους τρόπους και θεωρούνται δημόσιες, σύμφωνα με τα στοιχεία των προσωρινών δασικών χαρτών της μελέτης Μ1- 18, που παραδόθηκαν για έλεγχο από την Κτηματολόγιο Α.Ε.
και ελέγχθηκαν από την παραπάνω υπηρεσία της Δ/νσης Δασών Ν. Κεφαλληνίας, χωρίς να έχουν θεωρηθεί από το Γ.Γ. Περιφέρειας Ιονίων Νησιών, κυρωθεί και αναρτηθεί σύμφωνα με το Ν.2664/98 μέχρι και σήμερα. Εξάλλου αναφορικά με την γεωργική καλλιέργεια στο ακίνητο, καταθέτει ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας του αιτούντος, ο οποίος είναι ο συντάξας του από 29-6-2009 τοπογραφικού διαγράμματος και ο οποίος ανέφερε ότι, όσον αφορά το ακίνητο του αιτούντος με ΚΑΕΚ ...
πρόκειται για ελαιώνα, ενώ όσον αφορά τα επίδικα τμήματα που αποτυπώνονται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία A3 έως Α12 το πρώτο και Α27 έως Α31 το δεύτερο και εμφανίζονται ως τμήματα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... που φέρεται ως αγνώστου ιδιοκτήτη, υπάρχει ξερολιθιά και λιθιά με τρεις ελιές και δύο σπίτια αντίστοιχα, ενώ δασική βλάστηση δεν υπάρχει.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο, διαχειρίσθηκε το ακίνητο, ως δάσος ή δασική έκταση, από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα και εφεξής, ώστε να καταστεί κύριο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Περαιτέρω το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίσθηκε ότι από το χρόνο της ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα (1864) το επίδικο ακίνητο υπήρξε εξ υπαρχής αδέσποτο ως μη ανήκον στην κυριότητα κανενός και επομένως περιήλθε στην κυριότητα του ιδίου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 16 του ν.
της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" και 972 ΑΚ, ως κτήμα μη δεσποζόμενο από τρίτον ιδιώτη ή κτήμα ακλήρων αποθανόντων ή ως εγκαταλελειμμένο από τυχόν κληρονόμους κτήμα, επί του οποίου δεν υπήρξαν κατά τον κρίσιμο χρόνο αποδεδειγμένες απαιτήσεις τρίτων, έτσι δεν ήταν αναγκαία η κατάληψή του, προκειμένου να περιέλθει στην κυριότητα του.
Σε κάθε όμως περίπτωση, και αν δηλαδή ήθελε γίνει δεκτό ότι τα επίδικα τμήματα σήμερα αποτελούν δασική έκταση λόγω της βλαστήσεως σ' αυτά αγρίων ξυλωδών φυτών, δεν απέδειξε τούτο (Δημόσιο) με την προσαγωγή οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ότι τα ανωτέρω εδαφικά τμήματα κατά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα σε ουδενός την κυριότητα ανήκαν ως εξ υπαρχής αδέσποτα.
Επομένως ο ανωτέρω ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Με βάση τα προαναφερόμενα αποδείχθηκε ότι ο αϊτών κατέστη κύριος των δύο επίδικών τμημάτων επιφάνειας 80,41 τ.μ. και 67,61 τ.μ., όπως περιγράφονται ανωτέρω κατά τα όριά τους και τα οποία εμφανίζονται ως τμήματα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ...
που φέρεται ως αγνώστου ιδιοκτήτη, με παραγωγό τρόπο και δη, με τίτλο κτήσης το υπ' αριθ. .../1990 συμβόλαιο πωλήσεως αγροτικού ακινήτου. Κατόπιν τούτων η αίτηση για τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ..., με την καταχώρηση του αιτούντος ως αποκλειστικού κυρίου των προαναφερόμενων δύο επίδικων τμημάτων επιφάνειας 80,41 τ.μ.
και 67,61 τ.μ., όπως περιγράφονται ανωτέρω κατά τα όριά τους και τα οποία εμφανίζονται ως τμήματα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... αντί για την αρχική εγγραφή ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, απορριπτομένων των ισχυρισμών του Ελληνικού Δημοσίου...". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε:
Ότι ο αιτών - καθού η κύρια παρέμβαση έχει καταστεί κύριος, νομέας και κάτοχος με παράγωγο τρόπο (λόγω πωλήσεως) ενός αγροτικού ακινήτου, εκτάσεως 1612 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του Δήμου ... Κεφαλληνίας, τμήματα του οποίου εμβαδού 80,41 και 67,61 τ.μ., που φέρονται στις κτηματολογικές εγγραφές, ως ανήκοντα, με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη", στο με ΚΑΕΚ ...
γεωτεμάχιο, είναι τα επίδικα. Ότι, ειδικότερα, το πιο πάνω (μείζον) ακίνητο περιήλθε σ' αυτόν, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθ. .../28-9-1990 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ..., Νικολάου Ξυδιά, από τους 1) Α. Α. του Σ., 2) Ε. συζ. Κ. Α. το γένος Σ. Α., 3) Ι. Α. του Σ., 4) Ά. συζ. Ε. - Χ. Μ., το γένος Σ. Α., 5) Ε. χα Δ.
Φ. το γένος Σ. Α. και 6) Α. συζ. Δ. Β. το γένος Σ. Α.. Ότι στους ανωτέρω δικαιοπαρόχους του πωλητές είχε περιέλθει, κατά ποσοστό (συγ)κυριότητας 3/24 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από τον αποβιώσαντα το έτος 1969 πατέρα τους Σ. Α., ως κληρονόμων εξ αδιαθέτου αυτού, και κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 6/24 εξ αδιαιρέτου ως κληρονόμων εξ αδιαθέτου της αποβιώσασας το έτος 1976 μητέρας τους Μαρίας χας Σ.
Α.υ, το γένος Β. και Α. Μ., στην οποία είχε περιέλθει ως κληρονόμο εξ αδιαθέτου του ανωτέρω συζύγου της. Ότι οι αιτούντες αποδέχθηκαν τα ως άνω περιελθόντα σ' αυτούς κληρονομικά μερίδια από την κληρονομιά του πατέρα τους, της μητέρας τους, καθώς επίσης αποδέχθηκαν, και για λογαριασμό της δικαιοπαρόχου μητέρας τους, το κληρονομικό της μερίδιο από την κληρονομιά του συζύγου της με συμβολαιογραφική πράξη που περιλαμβάνεται στο πιο πάνω υπ' αριθμ. .../28-9-1990 συμβόλαιο.
Ότι το άνω μείζον ακίνητο είχε αποκτήσει ο απώτερος δικαιοπάροχος του αιτούντος Σ. Α. με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας σ' αυτό, συνεχώς, αδιακόπως και ανενοχλήτως και με την πεποίθηση ότι είναι κύριος, τις προσιδιάζουσες στη φύση του, ως αγροτικού, εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής και ειδικότερα καλλιεργούσε τα εντός αυτού ελαιόδενδρα, επέβλεπε και καθάριζε αυτό, με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 50 ετών πριν από το θάνατό του (1969), σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος μέχρι την 23/02/1946 Ιονίου Αστικού Κώδικα και στη συνέχεια του ΑΚ.
Ότι τις ίδιες πράξεις νομής συνέχισαν και οι ανωτέρω καθολικοί διάδοχοι (τέκνα και σύζυγος) του απώτερου δικαιοπαρόχου του αιτούντος και ο ίδιος αφότου το έτος 1990 το αγόρασε. Ότι τα επίδικα, που αποτελούν τμήματα του με ΚΑΕΚ ... ακινήτου, εντός του οποίου υπάρχουν λιθιά, ξερολιθιά, ελιές και δύο σπίτια, δεν έχουν δασικό χαρακτήρα, το δε κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε ότι κατέστη κύριος του άνω με ΚΑΕΚ ...
ακινήτου και συνακόλουθα των επίδικων εδαφικών τμημάτων που διαλαμβάνονται στο εν λόγω ΚΑΕΚ, με τους επικαλούμενους τρόπους κτήσεως κυριότητας ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ως αδέσποτο. Κατόπιν δε αυτών το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και δέχθηκε την αίτηση του αναιρεσιβλήτου, για διόρθωση εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής, ως ουσιαστικά βάσιμη, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Περαιτέρω, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α'και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα μέμφεται το Εφετείο ότι, με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1033, 1045, 1051 ΑΚ και εκείνη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων εν γένει", καθόσον έκρινε ότι ο αιτών κατέστη κύριος των επίδικων εδαφικών τμημάτων από τους αληθείς κυρίους δικαιοπαρόχους του, οι οποίοι είχαν καταστεί κύριοι τούτων με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς, ωστόσο, οι, κατά τις παραδοχές του, πράξεις νομής που αυτοί άσκησαν (καλλιέργεια, συλλογή ελαιοκάρπου) να προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό των επίδικων ακινήτων ως δασικών εκτάσεων.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, και, τούτο, διότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενό της, δεν έκρινε ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα είναι δασικά, αλλά ότι είναι τμήματα μείζονος αγροτικής έκτασης, περιελθούσας στον αιτούντα με παράγωγο τρόπο (πώληση), από τους αληθείς κυρίους δικαιοπαρόχους του, η κρίση του δε αυτή δεν πλήττεται επιτυχώς με αναιρετικό λόγο (ΑΠ 567/2020, ΑΠ 1924/2017, ΑΠ 1469/2014).
Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που ο τελευταίος, υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του ν.3693/1997,κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 09-10-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ. 461/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ