Supreme Court allows appeal against tax notices for violation of right to prior hearing under Constitution and Administrative Code.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance judgment regarding tax collection notices. The appellant argued that the tax authorities violated its constitutional right to a prior hearing by issuing collection orders without giving the company a chance to present its case. The court agreed that this procedural defect rendered the administrative act unlawful and ordered the case to be remanded for further examination.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 20 para. 2 of the Constitution; Art. 6 para. 1 of the Administrative Code: The right to a prior hearing is a fundamental guarantee that administrative bodies must respect before taking measures affecting an individual's rights, and its violation constitutes a ground for annulment.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 876 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 876/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Υπό εκκαθάριση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «(ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ) ΝΙΟΒΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΕΠΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αιμιλία Γρηγοροπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από 01.01.2017 της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τους Προϊσταμένους της Δ.Ο.Υ. Α’ Καλλιθέας, Δ.Ο.Υ. ΙΒ’ Αθηνών (πρώην Δ.Ο.Υ. Ζωγράφου) και Δ.Ο.Υ. Μυτιλήνης (πρώην Δ.Ο.Υ. Λήμνου), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 14.12.2020 δήλωση, καθώς και στις από 03.04.2020 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή του αναιρεσιβλήτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08.10.2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας και συνεκδικάστηκε με την από 18.11.2013 προσεπίκληση – ανακοίνωση δίκης του Ελληνικού Δημοσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 333/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1054/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12.03.2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παράγραφος 2 του Συντάγματος «Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερόμενου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του».
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2690/1999) «Οι διοικητικές αρχές, πριν από κάθε ενέργεια ή μέτρο σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων συγκεκριμένου προσώπου, οφείλουν να καλούν τον ενδιαφερόμενο να εκφράσει τις απόψεις του, εγγράφως ή προφορικώς, ως προς τα σχετικά ζητήματα».
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δικαίωμα της προηγούμενης ακροάσεως, με την έννοια που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ.2 του Συντάγματος και ρυθμίζεται ειδικότερα, υπό αυτή την έννοια, με την ανωτέρω διάταξη του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, αποβλέπει στην παροχή της δυνατότητας σε εκείνον για τον οποίο η Διοίκηση άγεται στην έκδοση πράξεως βλαπτικής για τα συμφέροντά του, να εκθέσει σχετικά τις απόψεις του και να προβάλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, έτσι ώστε να επηρεάσει τη διαμόρφωση της κρίσεώς του και τη λήψη από το όργανο της σχετικής αποφάσεως, ύστερα από διαφορετική εμφάνιση ή εκτίμηση του πραγματικού υλικού (ΟλΣτΕ 4447/2012, 1620-1625/2017).
Συνέπεια της φύσεως αυτής και του σκοπού της δικαιώματος είναι, αφ’ ενός μεν ότι η παραβίασή του δεν θεραπεύεται με την εκ των υστέρων παροχή στον ενδιαφερόμενο της δυνατότητας να ζητήσει την ακύρωση ή τροποποίηση της πράξεως (ΟλΣτΕ 2370/2007, ΣτΕ 567/2020), αφ’ ετέρου δε ότι για να υπάρχει έδαφος ασκήσεώς του πρέπει, πάντως, να πρόκειται για πράξη για την οποία το ζήτημα αν θα εκδοθεί ή πως θα διαμορφωθεί το περιεχόμενο της να μην εξαντλείται κατά νόμον στη διάγνωση περί της συνδρομής αμιγώς αντικειμενικών προϋποθέσεων (ΟλΣτΕ 1685/2013, ΣτΕ 567/2020, ΣτΕ 4254/2009, ΣτΕ 1724/2005), αλλά να καταλείπεται κατ' αρχήν στο διοικούμενο πεδίο προβολής κρίσιμων πραγματικών ισχυρισμών από τη σφαίρα της υποκειμενικής του καταστάσεως και συμπεριφοράς (ΣτΕ 1184/2017) συναφώς δε, όταν σε ένδικη αμφισβήτηση της πράξεως προβάλλεται λόγος περί παραβιάσεως του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως, για το λυσιτελές της προβολής του λόγου αυτού απαιτείται η αναφορά από τον διοικούμενο – χωρίς ωστόσο πανηγυρική διατύπωση (ΣτΕ 567/2020, 2765/2019, 88/2018) των ισχυρισμών που θα προέβαλε ενώπιον της Διοικήσεως, αν είχε κληθεί σε ακρόαση (ΟλΣτΕ 4447/2012).
Αρκεί δηλαδή, ο διοικούμενος να αναφέρει τους εν λόγω ισχυρισμούς του με την προσφυγή του (ΣτΕ 157/2017), οι οποίοι όμως πρέπει να είναι ουσιώδεις, υπό την έννοια ότι θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην εκτίμηση των πραγμάτων από τη Διοίκηση (ΣτΕ 88/2018, 91/2018, 157/2017, 37/2017, 1098/2016, 689.2016, 2301/2015, 1369/2014, 3578/2013). Εξ άλλου, πεδίο προβολής, κατά τα ανωτέρω ουσιωδών ισχυρισμών από την υποκειμενική σφαίρα του διοικούμενου και, συνακολούθως, έδαφος ασκήσεως του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως, υφίσταται σε κάθε περίπτωση που προσάπτεται σε ορισμένο πρόσωπο παραβατική συμπεριφορά και επαπειλείται η επιβολή σε βάρος του της αντίστοιχης κυρώσεως, ακόμη και αν η στοιχειοθέτηση της παραβάσεως παρουσιάζεται στο νόμο ως «τυπική» (ΣτΕ 567/2020, 1184/2017).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (ΟλΑΠ 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 7/2006).
[ΙΙ] Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο, της ένδικης από 08.10.2013 με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 122/2013 ανακοπής, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα (υπό εκκαθάριση εταιρεία περιορισμένης ευθύνης) ζήτησε ν’ ακυρωθούν οι αναφερόμενες με αριθμούς 3582/12, 4509/12, 4510/12, 4511/12 και 4514/12 πράξεις ταμειακών βεβαιώσεων που έχει εκδώσει ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ Α' Καλλιθέας, με τις οποίες βεβαιώθηκε σε βάρος της συνολική οφειλή ποσού 12.000 ευρώ, προερχόμενη από εκχωρηθείσες προς το Δημόσιο, εκ μέρους των εκμισθωτριών Κ. και Ε. Τ., απαιτήσεις οφειλομένων μισθωμάτων, χρονικού διαστήματος 01.01.2010 έως 31.12.2011, για το λόγο ότι αυτές (ταμειακές βεβαιώσεις) εκδόθηκαν, χωρίς προηγουμένως η ίδια να κληθεί προς ακρόαση, κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ.2 του Συντάγματος.
[III] Με την προσβαλλόμενη 1054/2019, απόφαση του δικάσαντος ως εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναφορικά με τον λόγο αυτό, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:
«| Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα με τον τρίτο λόγο ανακοπής ζητεί την ακύρωση των ανακοπτόμενων πράξεων ταμειακών βεβαιώσεων συνολικού ποσού 12.000 ευρώ, διότι η Διοίκηση δεν τήρησε το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασής της πριν την έκδοσή τους και δεν την κάλεσε να εκθέσει τις απόψεις της. Με το ως άνω περιεχόμενο ο υπό κρίση λόγος ανακοπής πρέπει ν’ απορριφθεί προεχόντως ως νόμω αβάσιμος, διότι η ατομική ειδοποίηση δεν αποτελεί δυσμενή εκτελεστή ατομική διοικητική πράξη, αλλά αποτελεί πράξη απλής ανακοίνωσης της διοίκησης προς τον διοικούμενο [...], όπως τούτο άλλωστε προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 4 του ΝΔ 356/1974 (ΚΕΔΕ), οι οποίες ορίζουν ρητώς ότι η ατομική ειδοποίηση δεν εξομοιώνεται με επιταγή προς πληρωμή, ενώ η τυχόν παράλειψη αποστολής της δεν ασκεί καμία επίδραση στο κύρος των λαμβανομένων στη συνέχεια κατά του οφειλέτη αναγκαστικών μέτρων.
Επομένως, δεν απαιτείται πριν την έκδοση και την αποστολή της η προηγούμενη ακρόαση του διοικούμενου, ώστε να ενημερωθεί και να εκθέσει τις απόψεις του, αφού σε αυτό ακριβώς αποσκοπεί, δηλαδή στο να ενημερωθεί ο διοικούμενος για την εναντίον του απειλή έναρξης διαδικασίας που του παρέχει ο νόμος, όπως εν προκειμένω η ανακοπή του άρθρου 73 ΚΕΔΕ.
Και ναι μεν γίνεται δεκτό, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, ότι κατ’ εξαίρεση η ατομική ειδοποίηση έχει εκτελεστό χαρακτήρα στην περίπτωση που αποστέλλεται από τρίτο πρόσωπο, από το οποίο είναι κατά νόμο αλληλεγγύως υπεύθυνο με τον οφειλέτη για την εξόφληση του χρέους, χωρίς, μάλιστα, να είναι αναγκαία η έκδοση ταμειακής βεβαίωσης και κατ’ αυτού, και ότι επομένως – ελλείψει προγενέστερης προσβλητής με ανακοπή εις βάρος του πράξης – παραδεκτώς προσβάλλεται με ανακοπή του άρθρου 217 ΚΔΔ (περί αυτού και μόνον αφορά το ερειζόμενο ζήτημα περί της δυνατότητας προσβολής της με ανακοπή, αφού το άρθρο 73 ΚΕΔΕ ρητά την περιλαμβάνει ως πραξη δεκτική προσβολής), τούτο όμως δεν σημαίνει, ότι απολύει τον χαρακτήρα της απλής ανακοίνωσης – πληροφοριακού εγγράφου και ότι αναβιβάζεται σε δυσμενή ατομική διοικητική πράξη, της οποίας σε κάθε περίπτωση δεν έχει τα χαρακτηριστικά, αφού με αυτήν δεν θεσπίζεται μονομερώς από τη Διοίκηση κανόνας δικαίου, αλλά απλώς γνωστοποιείται στον διοικούμενο ο ήδη μονομερώς θεσπισθείς κανόνας δικαίου, ήτοι η πράξη της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου.
Περαιτέρω, ο υπό κρίση λόγος ανακοπής, ο οποίος βάλλει κατά των πράξεων ταμειακών βεβαιώσεων, πρέπει να απορριφθεί για τον πρόσθετο λόγο, ότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, η προηγούμενη ακρόαση της ανακόπτουσας δεν ήταν στην προκειμένη περίπτωση επιβεβλημένη, διότι το σε βάρος της διοικητικό μέτρο δεν συνδέεται κατά νόμον με υποκειμενική της συμπεριφορά, αλλά ελήφθη βάσει αντικειμενικών δεδομένων, η δε Διοίκηση και εν προκειμένω ο Προϊστάμενος της Α’ ΔΟΥ Καλλιθέας, είχε δέσμια αρμοδιότητα να προχωρήσει στην αποστολή των ανακοπτόμενων πράξεων ταμειακών βεβαιώσεων βάσει του άρθρου 4 παρ. 1 ΚΕΔΕ, επ'απειλή μάλιστα πειθαρχικής του ευθύνης. Σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα δικαστικής ακρόασης του οφειλέτη προστατεύεται επαρκώς βάσει του άρθρου 73 παρ.1 ΚΕΔΕ, ήτοι με την υπό κρίση εκδικαζόμενη ανακοπή [...].
Ενόψει, λοιπόν, των προαναφερομένων, έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, το οποίο κρίνοντας ως νόμω και ουσία βάσιμο τον συγκεκριμένο λόγο ανακοπής, ακύρωσε τις ανακοπτόμενες με αριθμό 3582/6-9-2012, 4509/12-11-2012, 4510/12-11-2012, 4511/12-11-2012 και 4514/12-11-2012 πράξεις ταμειακών βεβαιώσεων του Προϊσταμένου της Α’ ΔΟΥ Καλλιθέας.
Συνεπώς, κατά παραδοχή του αντίστοιχου λόγου της έφεσης ως βάσιμου, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και, αφού εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να απορριφθεί ο σχετικός λόγος ανακοπής ως μη νόμιμος|».
[IV] Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε το σχετικό λόγο εφέσεως του καθ’ ου η ανακοπή – εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης με αριθμό 333/2014 του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, που είχε δεχθεί τυπικά και κατ’ ουσία τον ως άνω λόγο ανακοπής και είχε ακυρώσει τις προαναφερόμενες πράξεις ταμειακών βεβαιώσεων της ΔΟΥ Α’ Καλλιθέας.
Η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα (υπό εκκαθάριση) ΕΠΕ, με τον τέταρτο λόγο της ένδικης αίτησης αναιρέσεως αποδίδει, κατ' εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθέμενων, στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και 20 παρ.2 του Συντάγματος, δέχθηκε ως βάσιμο το συναφή λόγο της εφέσεως του καθ'ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, περί μη παραβιάσεως του δικαιώματος της προηγούμενης ακροάσεώς της κατά τα προαναφερθέντα.
Ο ως άνω (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, βάσιμος (κατά το σκέλος του με το οποίο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την παραβίαση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να γίνει δεκτός, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί των αντιθέτων ισχυρισμών του ήδη αναιρεσιβλήτου.
Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής δεν είχε προβληθεί με αυτό μόνο γενικώς η παραβίαση του δικαιώματος της προηγούμενης ακροάσεως της αναιρεσείουσας, αλλά είχε, επιπλέον αμφισβητηθεί αφενός η εγκυρότητα των ανακοπτομένων ταμειακών βεβαιώσεων (λόγω παντελούς αοριστίας και δη μη προσδιορισμού της αιτίας του αντίστοιχου ληξιπρόθεσμου χρέους που αναφέρεται σε καθεμία από αυτές), αφετέρου η νομιμότητα των βεβαιουμένων, στις αντίστοιχες ατομικές ειδοποιήσεις, ληξιπροθέσμων χρεών, αφού αυτές αφορούν ανύπαρκτες και αβάσιμες απαιτήσεις μισθωμάτων, εκχωρηθείσες προς το Δημόσιο, με τη διατύπωση, συγχρόνως, εκτενών και συγκεκριμένων ισχυρισμών, στηριζομένων σε διάφορα επιχειρήματα και στοιχεία, που στήριζαν την άποψη της αναιρεσείουσας και που μπορούσαν να είχαν προβληθεί και ενώπιον της Διοικήσεως.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα εταιρεία είχε προβάλει με την ανακοπή της ότι δυνάμει των από 26.09.2007 τεσσάρων συμβολαιογραφικών μισθωτηρίων, είχε μισθώσει από τις εκμισθώτριες Κ. και Ε. Τ., τέσσερις αγρούς της αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής τους κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, που βρίσκονται στην ..., με διάρκεια 23 έτη (από 26.09.2007 μέχρι 25.09.2030) και ετήσιο μίσθωμα 3.000 ευρώ για κάθε αγρό, καταβαλλόμενο σε τρεις τετραμηνιαίες δόσεις, 1η Οκτωβρίου, 1η Φεβρουαρίου και 1η Ιουνίου κάθε έτους, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για εγκατάσταση φωτοβολταϊκών πάρκων.
Ότι με την από 19.06.2009 εξώδικη καταγγελία που της επιδόθηκε στις 26.06.2009, οι ως άνω εκμισθώτριες κατήγγειλαν τις μεταξύ τους μισθώσεις, λόγω καθυστέρησης καταβολής μισθωμάτων από Ιούνιο 2008 έως Ιούνιο 2009 και επομένως, οι κατά τα ανωτέρω μισθωτικές συμβάσεις έχουν λυθεί και έχουν ήδη λήξει από 26.07.2009, ήτοι μετά παρέλευση μηνός από την επίδοση της ως άνω έγγραφης καταγγελίας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 597 εδ.
α’ ΑΚ, εφόσον η διάρκεια των μισθώσεων είχε συμφωνηθεί περισσότερο του ενός χρόνου. Ότι, παρά την κατά τα ανωτέρω λήξη των μισθωτικών συμβάσεων ήδη από 26.07.2009 και παρά την έκτοτε μη ύπαρξη απαίτησης για καταβολή μισθώματος εκ μέρους των εκμισθωτριών, η μεν εκμισθώτρια Κ. Τ., προέβη στην από 29.05.2012 δήλωση εκχώρησης «μη εισπραχθέντων μισθωμάτων», η δε εκμισθώτρια Ε.
Τ., πρόεβη στην από Μαίου 2011 όμοια δήλωση «μη εισπραχθέντων εισοδημάτων» κατ’ άρθρο 4 παρ. 7 Ν. 2238/1994. Ότι στις ανωτέρω δηλώσεις τους οι εκμισθώτριες εκχώρησαν απαιτήσεις τους από μη εισπραχθέντα μισθώματα, επικαλούμενες ψευδώς και αβασίμως ανύπαρκτες απαιτήσεις τους σε βάρος της μισθώτριας για μισθώματα, η μεν πρώτη (Κ.
Τ.) διαστήματος 01.01.2011 έως 31.12.2011, ύψους 6.000 ευρώ, η δε δεύτερη (Ε. Τ.) για μισθώματα 01.01.2010 έως 31.12.2010, ύψους 6.000 ευρώ (ήτοι 3.000 ετήσιο μίσθωμα Χ 50% Χ 4 αγροτεμάχια, αντίστοιχα για κάθε έτος). Ότι αμφότερες οι ως άνω εκχωρήσεις είναι μη νόμιμες, αφού δεν αφορούν σε αληθείς απαιτήσεις μισθωμάτων για το έτος 2011 και 2010 αντιστοίχως και έχουν γίνει κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 4 παρ.7 του Ν. 2238/1994, το οποίο ορίζει ότι:
«εισοδήματα από την εκμίσθωση ακινήτων και από τόκους δανείων που θεωρούνται ότι έχουν αποκτηθεί κατά τις διατάξεις του παρόντος και τα οποία αποδεδειγμένα δεν έχουν εισπραχθεί από το δικαιούχο, επιτρέπεται να μη συνυπολογίζονται στο συνολικό καθαρό εισόδημα του, εφόσον εκχωρηθούν στο Δημόσιο χωρίς αντάλλαγμα».
Ότι, η εκχώρηση γίνεται με απλή έγγραφη δήλωση του υπόχρεου σε φόρο, η οποία υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μέσα στο οικονομικό έτος στο οποίο τα εισοδήματα αυτά υπόκεινται σε φόρο, ενώ, μαζί με τη δήλωση αυτή παραδίδονται στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας τα αποδεικτικά έγγραφα της εκχωρούμενης απαίτησης και με την ίδια δήλωση ο εκχωρών βεβαιώνει ότι δεν κατέχει κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, τέλος ότι «το Δημόσιο υποκαθίσταται στα δικαιώματα του εκχωρητή», ήτοι επιβάλλεται η εκχώρηση να αφορά υπαρκτή απαίτηση οφειλομένων μισθωμάτων, η δε σχετική δήλωση να γίνεται εντός του οικονομικού έτους στο οποίο υπόκεινται σε φόρο τα εν λόγω μισθώματα ως εισόδημα.
Ότι εξάλλου, οι ίδιες οι εκχωρήτριες συνομολογούσαν στις σχετικές ως άνω δηλώσεις εκχωρήσεως ότι οι μεταξύ τους συμβάσεις μισθώσεως για τους τέσσερις αγρούς έχουν ήδη καταγγελθεί από το έτος 2009, δυνάμει της προαναφερθείσης εξώδικης καταγγελίας τους και επομένως, ενώ αβιάστως προέκυπτε ότι δεν υφίσταντο οι εκχωρούμενες απαιτήσεις μισθωμάτων των ως άνω ετών (2010, 2011), εν τούτοις οι δημόσιες υπηρεσίες (ΔΟΥ Λήμνου και ΔΟΥ Ζωγράφου) τις αποδέχθηκαν και προχώρησαν στη σύνταξη των σχετικών χρηματικών καταλόγων, που απέστειλαν στη ΔΟΥ Καλλιθέας, η οποία στη συνέχεια, με βάση τις ως άνω μη νόμιμες εκχωρήσεις προέβη στη σύνταξη άκυρων ταμειακών βεβαιώσεων και στην αποστολή άκυρων ατομικών ειδοποιήσεων, οι οποίες (ταμειακές βεβαιώσεις και αντίστοιχες ατομικές ειδοποιήσεις) πάσχουν ακυρότητος και λόγω της παντελούς αοριστίας τους, αφού δεν αναγράφεται η αιτία του χρέους που αντιστοιχεί σε καθεμία από αυτές.
Ότι εξαιτίας όλων αυτών, είναι προφανής η βλάβη που υφίσταται η ανακόπτουσα, ήδη αναιρεσείουσα, αφού καλείται να καταβάλει υπέρογκο χρηματικό ποσό, το οποίο δεν οφείλει. Επίσης, με τις από 22.11.2018 έγγραφες προτάσεις της στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που αφορούσαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 333/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη (1054/2019) απόφαση, η ανακόπτουσα, εφεσίβλητη ήδη αναιρεσείουσα, είχε προτείνει την ένσταση δεδικασμένου που προέκυπτε από την εκδοθείσα με αριθμό 253/2016 τελεσίδικη (λόγω μη ασκήσεως κατ’ αυτής ενδίκου μέσου) απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας.
Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι, μετά την έκδοση της ως άνω 333/2014 εκκαλουμένης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, η εκμισθώτρια Ε. Τ. (που όπως προαναφέρθηκε, είχε εκχωρήσει απαιτήσεις από υποτιθέμενα οφειλόμενα μισθώματα έτους 2010), προέβη και σε εκχώρηση υποτιθεμένων οφειλομένων μισθωμάτων (προερχομένων από τις ίδιες συμβάσεις μισθώσεων 4 αγρών) χρονικής περιόδου 01.01.2011 έως 31.12.2011, για τα οποία εκδόθηκαν σε βάρος της οι επακριβώς αναγραφόμενες πράξεις ταμειακών βεβαιώσεων, συνολικού ποσού 6.000 ευρώ.
Ότι προς ακύρωση των ως άνω πράξεων ταμειακών βεβαιώσεων άσκησε την από 20.11.2015 ανακοπή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας (για τους ίδιους λόγους με την ένδικη ανακοπή), επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω 253/2016 απόφαση, η οποία δέχθηκε τον πρώτο λόγο αυτής (ταυτόσημο με τον αντίστοιχο πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής) και ακύρωσε τις ανωτέρω ταμειακές βεβαιώσεις, ήτοι δέχθηκε ότι οι ταμειακές βεβαιώσεις είναι άκυρες διότι τα βεβαιωμένα σε βάρος της ανακόπτουσας χρηματικά ποσά δεν αφορούν σε μισθώματα λόγω της προηγηθείσας καταγγελίας, με ισχύ από 26.07.2009 και επομένως, πρόκειται για μη νόμιμη και άκυρη εκχώρηση.
Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι εν προκειμένω το ζήτημα αν έπρεπε να εκδοθούν οι ανακοπτόμενες ήδη ταμειακές βεβαιώσεις ή πως θα διαμορφωθεί το περιεχόμενο των εκδοθεισών εν τέλει ταμειακών βεβαιώσεων δεν εξαντλείται κατά νόμον στη διάγνωση περί μη συνδρομής αμιγώς αντικειμενικών προϋποθέσεων, αλλά καταλείπεται στην διοικούμενη πεδίο προβολής κρίσιμων πραγματικών ισχυρισμών από τη σφαίρα της υποκειμενικής της καταστάσεως και συμπεριφοράς και, συνεπώς, η προεκτεθείσα κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι δεν είναι αναγκαία η προβλεπόμενη από τις προεκτεθείσες διατάξεις προηγούμενη ακρόαση της ανακόπτουσας, διότι «η προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου δεν επιβάλλεται όταν, το σε βάρος του διοικητικό μέτρο εκδίδεται κατά δέσμια αρμοδιότητα και δεν συνδέεται κατά νόμον με υποκειμενική του συμπεριφορά, αλλά λαμβάνεται βάσει αντικειμενικών δεδομένων», δεν είναι ορθή.
Περαιτέρω και σχετικώς με την προεκτεθείσα αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Η εν λόγω αιτιολογία ότι «η ατομική ειδοποίηση δεν αποτελεί δυσμενή εκτελεστή ατομική διοικητική πράξη, αλλά πράξη απλής ανακοίνωσης της διοίκησης προς τον διοικούμενο» και επομένως η προηγούμενη ακρόαση δεν ήταν επιβεβλημένη, επειδή το σε βάρος της ανακόπτουσας εφεσίβλητης διοικητικό μέτρο δεν συνδέεται με υποκειμενική της συμπεριφορά, αλλά ελήφθη βάσει αντικειμενικών δεδομένων, κατά «δέσμια αρμοδιότητα» της Διοίκησης, βάσει του άρθρου 4 παρ.1 του ΚΕΔΕ, είναι εσφαλμένη.
Τούτο διότι, σε κάθε περίπτωση οι επίδικες προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις ήταν αυτές των πράξεων ταμειακών βεβαιώσεων και όχι των πράξεων ατομικών ειδοποιήσεων, όπως εσφαλμένα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση και επομένως, αυτές (ταμειακές βεβαιώσεις) δεν εκδόθηκαν κατ’ ενάσκηση δέσμιας αρμοδιότητας της Διοίκησης, με την εσφαλμένη μάλιστα εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, το οποίο αφορά σε ατομική ειδοποίηση.
Αντιθέτως, οι επίδικες διοικητικές πράξεις εκδόθηκαν με βάση τις προαναφερόμενες δηλώσεις των εκμισθωτριών, συνοδευόμενες από έγγραφο (εξώδικη καταγγελία), που αποδείκνυε τη λύση των μισθώσεων και συνεπώς, η Διοίκηση όφειλε να εξετάσει το περιεχόμενο των εκχωρήσεων πριν προχωρήσει στην έκδοση των προσβαλλομένων ταμειακών βεβαιώσεων, μη υφισταμένου θέματος «δέσμιας αρμοδιότητας» εν προκειμένω, αλλά αντίθετα μετά και από προηγούμενη ακρόαση της μισθώτριας θα είχε διαπιστώσει αν υπήρχαν οι εκχωρούμενες απαιτήσεις (μισθώματα 2010 και 2011).
Ας σημειωθεί εξάλλου, ότι η ανακόπτουσα είχε αναφέρει τους εν λόγω εκτενείς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς της για το πραγματικό της υποθέσεως, στηριζόμενους σε διάφορα επιχειρήματα και στοιχεία, στην ανακοπή της (σελ. 2-10), αλλά και στις προτάσεις της ενώπιον του ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίοι ήταν ουσιώδεις και μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην εκτίμηση των πραγμάτων από τη Διοίκηση, τους οποίους θα μπορούσε να είχε προβάλει, αν είχε κληθεί από αυτήν (Διοίκηση) πριν από την έκδοση των ανακοπτομένων ταμειακών βεβαιώσεων.
Σημειώνεται ότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η παραβίαση του ως άνω δικαιώματος της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας δεν θεραπεύεται με τη δυνατότητα αυτής να ζητήσει την αντίστοιχη ακύρωση της σε βάρος της εκτελεστικής διαδικασίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το καθ'ου ήδη αναιρεσίβλητο (ΑΠ 439/2021).
[V] Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του τέταρτου λόγου της ένδικης αναιρέσεως, ως προς το σκέλος της, με το οποίο πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 αρ. 3 του ΚπολΔ).
Το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ.3 εδ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 01.01.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1054/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου την πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα εταιρεία.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τοιαύτης
αποχωρησάσης
από την Υπηρεσία,
η αρχαιότερη της
συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ