Legislator Giurisprudenza & Legislazione
873/2021 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding missing parties and inadmissible evidence evaluation errors.

Numero d'incarto 873/2021
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding a quarry dispute. The appellant argued for the admission of new evidence and the application of specific mining regulations, while the defendants contended the lower court correctly evaluated the facts. The court rejected these claims, ruling that the appeal was procedurally flawed due to missing parties and that the lower court's assessment of evidence was not subject to review.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only for specific legal errors, excluding the evaluation of evidence and factual findings by the lower court.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal admissibility evaluation of evidence procedural defects quarry mining dispute costs allocation trasferimento dei rapporti di lavoro atto di adesione della Grecia assegno di transizione

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 94 of the Code of Civil Procedure
Article 96 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 6 of the Mining Law
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 873 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 873/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΣΕΛΙΝΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΣΕΛΙΝΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην Τ.Κ. Κανδάνου της Δ.Ε. Κανδάνου του Δήμου ... - Σελίνου Χανίων και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Κλουκίνα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) η αναιρεσείουσα με το από 5-11-2019 έγγραφό της που κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, παραιτήθηκε από τους δεύτερο και τρίτο λόγους της από 31-10-2019 αίτησής της για αναίρεση της 217/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και β) εκ παραδρομής έχει αναγραφεί εσφαλμένα στην αίτηση αναίρεσης ως προς την 11η των αναιρεσιβλήτων "...το γένος Ν. και Α. Κ." αντί του ορθού "...το γένος Ν. και Μ. Π.".

Των αναιρεσιβλήτων: 1. … και 15. , εκ των οποίων οι 2ος, 3η, 4ος, 5η, 6ος, 7ος και 8η εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιωάννη Σφακιωτάκη και Ματθαίο Χαλκιαδάκη, οι 10η και 11η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τριχίλη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι εκ παραδρομής έχει αναγραφεί εσφαλμένα στην αίτηση αναίρεσης ως προς την 11η "...το γένος Ν. και Α. Κ." αντί του ορθού "...το γένος Ν. και Μ. Π.", το 12ο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Κυριόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος, 9ος, 13η, 14ος και 15ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2014 αγωγή των ήδη 1ου έως και 11ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2017 εν μέρει οριστική και 217/2019 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης (και της ενσωματωθείσας σ' αυτή 61/2017 εν μέρει οριστικής), ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-10-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και τη διατήρηση αναστολής της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης μέχρι την έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου (αίτημα το οποίο έγινε δεκτό από το Δικαστήριο), οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, καθένας δε ζήτησε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων, γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Αν μετέχουν περισσότεροι στην δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως, και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014, πρβλ. ΑΠ Ολομ. 8/2009, ΑΠ Ολομ. 9/2003) ΑΠ 1087/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ, "όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα", ενώ κατά το άρθρο 64 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στο πεδίο του αστικού δικονομικού δικαίου δεν υφίσταται ο θεσμός της εκούσιας αντιπροσώπευσης και όποιος είναι ικανός για δικαιοπραξία διεξάγει τη δίκη με το δικό του όνομα, ενώ όποιος είναι ανίκανος εκπροσωπείται από τον νόμιμο αντιπρόσωπο του. Εξάλλου και οι διατάξεις των άρθρων 116, 118 αριθμ. 5, 259 παρ. 2 και 310 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως πρόσωπα που μετέχουν στη δίκη, κατονομάζουν μόνο τους διαδίκους, τους νόμιμους αντιπροσώπους (γονείς που ασκούν τη γονική μέριμνα, επίτροπο, σύνδικο, διαχειριστή πολυκατοικίας κ.λπ.) και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και δεν αναφέρουν τους εκούσιους αντιπροσώπους.

Μάλιστα, δεν μπορούν να εφαρμοστούν αναλογικά στη διεξαγωγή της δίκης οι διατάξεις των άρθρων 211 επ. ΑΚ για εκούσια αντιπροσώπευση στο πεδίο του ουσιαστικού δικαίου. Η εκούσια αντιπροσώπευση στη διεξαγωγή της δίκης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτρέπεται ούτε με επίκληση της διάταξης του άρθρου 713 ΑΚ, η οποία παρέχει τη δυνατότητα στον εντολοδόχο να διεξάγει οποιαδήποτε υπόθεση του ανατεθεί από τον εντολέα, αφού στην περίπτωση αυτή η εξουσία του εντολοδόχου μπορεί να περιοριστεί μόνο στην παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο να ασκήσει αγωγή ή ένδικο μέσο στο όνομα του εντολέα του και να τον εκπροσωπήσει στη δίκη, αν και την εντολή αυτή μπορεί να χορηγήσει απευθείας ο ίδιος ο εντολέας χωρίς τη μεσολάβηση του εντολοδόχου, η οποία, αν παρεμβληθεί, μόνο την αρχή της οικονομίας που διέπει κάθε δίκη πλήττει και δεν εξυπηρετεί κάποιο έννομο συμφέρον.

Με βάση αυτά, δεν συγχωρείται στην πολιτική δίκη ο διορισμός εκούσιου αντιπροσώπου για τη διεξαγωγή αυτής, έστω και αν ο τελευταίος διορίσει δικηγόρο ως δικαστικό πληρεξούσιο για να αναπληρώσει την ικανότητα (που του λείπει) να παρίσταται στο δικαστήριο. Συνέπεια του ανεπίτρεπτου της διεξαγωγής της δίκης από εκούσιο αντιπρόσωπο είναι το απαράδεκτο των διαδικαστικών πράξεων που αυτός ενήργησε, έστω και με πληρεξούσιο δικηγόρο, το οποίο ανάγεται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις και εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1953/2017, ΑΠ 37/ 2014, ΑΠ 709/2009, ΑΠ 45/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως επισπεύδεται με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας. Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, οι εκ των αναιρεσιβλήτων τέταρτος, πέμπτη ,έκτος και έβδομος εκπροσωπήθηκαν από τους δικηγόρους Ιωάννη Σφακιωτάκη και Ματθαίο Χαλκιαδάκη.

Οι εν λόγω δικηγόροι προς απόδειξη της πληρεξουσιότητάς τους, προσκομίζουν το με αρ. …/…-12-2020 ειδικό πληρεξούσιο και το με αρ…./…-12-2020 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χανίων Διονυσίας Πρίνου Ανδρουλάκη, από τα οποία το πρώτο αφορά τον τέταρτο αναιρεσίβλητο και το δεύτερο τους λοιπούς παραπάνω αναιρεσίβλητους με τα οποία ο Ν.

Κ. του Ι. και Ε. υπάλληλος ΕΛΤΑ ως "πληρεξούσιος", των παραπάνω αναιρεσιβλήτων τους χορηγεί σχετική πληρεξουσιότητα για τη διεξαγωγή της παρούσας δίκης, δυνάμει του με αρ…./…-9-2020 (που αφορά τον τέταρτο αναιρεσίβλητο) και του με αρ…./…-11-2020 (που αφορά τους λοιπούς αναιρεσίβλητους) πληρεξουσίων του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στο Σύδνεϋ, τα οποία επίσης προσκομίζουν και από τα οποία προκύπτει ότι οι ίδιοι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι διόρισαν τον Ν.

Κ. του Ι. και Ε. ειδικό αυτών πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο στον οποίο παρέχουν την εντολή να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας στην κρινόμενη υπόθεση και να διορίζει και άλλους πληρεξούσιους δικηγόρους. Πλην, όμως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι παραπάνω αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, όπως ο νόμος ορίζει, αφού δεν συγχωρείται στην πολιτική δίκη ο διορισμός εκούσιου αντιπροσώπου προς διεξαγωγή αυτής, έστω και αν ο τελευταίος διορίσει δικηγόρο για την αναπλήρωση της ικανότητας (που δεν έχει) να παρίσταται στο δικαστήριο.

Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι η ίδιοι παραπάνω αναιρεσίβλητοι είχαν χορηγήσει στους δικηγόρους αυτούς (και στους δύο είτε σε έναν από αυτούς) νόμιμη πληρεξουσιότητα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, Επομένως, αυτοί θεωρούνται δικονομικά απόντες. Εξάλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτει ότι οι παραπάνω αναιρεσίβλητοι ως και οι εκ των αναιρεσιβλήτων 1ος, 9ος, 13η,14ος και 15ος έχουν κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από την αναιρεσείουσα που επισπεύδει έγκυρα τη συζήτηση.

Ειδικότερα, από τις προσκομιζόμενες με αριθμ.3745/10-8-2020, 3788/14-8-2020, 3750/11 -8-2020, 3749/11-8-2020 και 3751/11 -8-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Κρήτης Ι. Ν., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 31-10-2019 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ΑΝ4/2019, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη συζήτηση, στην ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου εκπροσωπήσασα τον πρώτο, τέταρτο, πέμπτη, έκτο και έβδομο των αναιρεσιβλήτων δικηγόρο Μαριάννα Σολανάκη - Σφακιωτάκη και στους λοιπούς πιο πάνω αναιρεσίβλητους αντίστοιχα.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου κατά την παραπάνω δικάσιμο, οι εκ των αναιρεσιβλήτων 4ος, 5η, 6ος και 7ος δεν εκπροσωπήθηκαν όπως ο νόμος ορίζει για τον λόγο που πιο πάνω αναλυτικά αναφέρθηκε και θεωρούνται δικονομικά απόντες, ενώ οι λοιποί (1ος, 9ος, 13η, 14ος και 15ος) αναιρεσίβλητοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή.

Κατά συνέπεια, αφού οι προαναφερθέντες αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν (με τις ειδικότερες διακρίσεις) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76, 77, 110 παρ. 2 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, ο αναιρεσείων πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να απευθύνει την αναίρεση του εναντίον όλων των ομοδίκων που ήσαν αντίδικοι του κατά την πρωτόδικη δίκη, όχι όμως και εναντίον των ιδίων αυτού ομοδίκων, αφού την αναίρεση που ασκήθηκε από τον ομόδικο τους αναιρεσείοντα θεωρούνται από το νόμο ότι άσκησαν και εκείνοι (άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ), οι οποίοι διαφορετικά θα εμφανίζονταν να έχουν ταυτοχρόνως την ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων και των αναιρεσειόντων, που είναι λογικώς και νομικώς απαράδεκτο.(Α.Π. 812/2013) Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έγινε μερικά δεκτή πρωτοδίκως αγωγή των εναγόντων ήδη ένδεκα πρώτων αναιρεσιβλήτων, που στρεφόταν κατά της ήδη αναιρεσείουσας, του Ελληνικού Δημοσίου, ήδη 12ου αναιρεσίβλητου και του Ι.

Σ.. Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν τρεις εφέσεις και μάλιστα 1) από την αναιρεσείουσα κατά των ένδεκα πρώτων αναιρεσιβλήτων 2) από το Ελληνικό Δημόσιο κατά των ένδεκα πρώτων αναιρεσιβλήτων και 3) από τους οκτώ πρώτους αναιρεσίβλητους κατά της αναιρεσείουσας, του Ελληνικού Δημοσίου και του Ι. Σ. ως προς τον οποίο λόγω θανάτου του επήλθε βιαία διακοπή της δίκης και επανάληψη αυτής από τους τρεις τελευταίους αναιρεσίβλητους κατά την διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και για τις οποίες εφέσεις γίνεται παρακάτω εκτενέστερα λόγος.

Επομένως, εφόσον, τόσο η αναιρεσείουσα όσο και τέσσερεις τελευταίοι αναιρεσίβλητοι μεταξύ των οποίων υφίσταται αναγκαστική ομοδικία, ήταν εναγόμενοι (πρωτοδίκως) και εφεσίβλητοι (στην τρίτη παραπάνω έφεση) στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ένδικη αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από την πρώτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τεσσάρων τελευταίων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι θεωρούνται ότι και αυτοί άσκησαν το ένδικο τούτο μέσο,(λόγω της εκ της φύσεως της διαφοράς υφισταμένης αναγκαστικής ομοδικίας Α.Π. 244/2006) και ως προς τους οποίους δεν περιέχεται στην αίτηση αναίρεσης κανένας λόγος βλαπτικός ο οποίος αφορά στην αναιρεσείουσα είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.

Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του δωδέκατου αναιρεσίβλητου διότι αυτό δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα απόδοσης των δικαστικών εξόδων, στα οποία υποβλήθηκε, από την αναιρεσείουσα, αλλά ούτε και υπέρ των τριών τελευταίων αναιρεσΙβλητων, διότι αυτοί δεν παραστάθηκαν και δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια.

Η κρινόμενη από 31-10-2019 (αρ. κατ. ΑΝ4/2019) αίτηση αναίρεσης, μεταξύ των λοιπών διαδίκων κατά της υπ' αρ. 217/2019 οριστικής απόφασης και της με αρ. 61/2017 εν μέρει οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα με κατάθεση του δικογράφου αυτής στην γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την 1-11-2019 δηλαδή εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την επικαλουμένη από την αναιρεσείουσα ημερομηνία (29-10-2019) επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του μοναδικού από τον αρ.1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), μετά την παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικόγραφο της αναίρεσης όσον αφορά στους λοιπούς από τους αριθμούς 11 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγους αναίρεσης, που έγινε νόμιμα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, την οποία συμπεριέλαβε και στις από 21-12-2020 προτάσεις της, που κατατέθηκαν στο γραμματέα αυτού του δικαστηρίου την 23-12-2020 και στην οποία αναφέρει ότι με το από 5-11-2019 δικόγραφο παραίτησης από λόγους αναίρεσης, το οποίο κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού την 5-11-2019 παραιτήθηκε από τους παραπάνω λόγους της αίτησης αναίρεσης η οποία κατά το μέρος αυτό θεωρείται ως μη ασκηθείσα (αρθ 294, 297, 299 Κ.Πολ.Δ.) Σημειωτέον επίσης ότι με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας που έγινε στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου παραδεκτά διορθώθηκε η αίτηση ως προς τα στοιχεία της 11ης αναιρεσίβλητης από το λανθασμένο "Ε.

χήρας Η. Κ. το γένος Ν. και Α. Κ." στο ορθό "Ε. χήρας Η. Κ. το γένος Ν. και Μ. Π.".

Κατά το άρθρο 11 παρ 1 του ν. 1428/1984 όπως ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής "1. Ο νομάρχης (ήδη μετά τον ν. 4061/2012 ο αρμόδιος περιφερειάρχης) μπορεί να ανακαλέσει την άδεια εκμεταλλεύσεως ή να καταγγείλει τη σύμβαση μισθώσεως στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Ύστερα από πλήρως αιτιολογημένη πρόταση του αρμόδιου επιθεωρητή μεταλλείων, αν δημιουργούνται κίνδυνοι, που δεν μπορούν με άλλον τρόπο να αποτραπούν, για την ασφάλεια κτισμάτων ή έργων κοινής ωφέλειας, καθώς και για τη ζωή και υγεία των εργαζομένων ή περιοίκων ή διερχομένων, β) Ύστερα από πλήρως αιτιολογημένη πρόταση μιας από τις αρμόδιες κατά περίπτωση υπηρεσίες της παραγράφου 3 του άρθρου 10, εφόσον κατά τη διάρκεια της εκμεταλλεύσεως προκύπτουν απαγορευτικοί της λατομείας λόγοι, οι οποίοι δεν υπήρχαν κατά το χρόνο της χορηγήσεως της άδειας εκμεταλλεύσεως ή της συνομολογήσεως της συμβάσεως μισθώσεως ή για λόγους που αφορούν το δημόσιο συμφέρον, γ) Ύστερα από πλήρως αιτιολογημένη πρόταση της αρμόδιας, ανάλογα με την περίπτωση, αρχής ή υπηρεσίας λόγω παραβάσεως από τον εκμεταλλευτή των όρων της άδειας εκμεταλλεύσεως ή της συμβάσεως μισθώσεως ή της εγκρίσεως περιβαλλοντολογικών όρων.

Στην περίπτωση αυτήν απαιτείται εισήγηση και βεβαίωση του αρμόδιου επιθεωρητή μεταλλείων, ότι έχουν εξαντληθεί όλες οι από τον παρόντα νόμο προβλεπόμενες κυρώσεις. Κατά το άρθρο 15 ίδιου νόμου παρ. 2. Ο Επιθεωρητής Μεταλλείων ασκεί την αστυνόμευση της λατομίας, ελέγχει την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών, που ισχύουν κάθε φορά, για την εκμετάλλευση των λατομείων αδρανών υλικών και τις εγκασταστάσεις αξιοποίησης των αδρανών υλικών που βρίσκονται στους λατομικούς χώρους και επιβάλλει με απόφασή του στους εκμεταλλευτές τα συμπληρωματικά μέτρα που απαιτούνται για την ορθολογική εκμετάλλευση των λατομείων και την ασφάλεια της ζωής και της υγείας των εργαζόμενων, των περίοικων και των διερχόμενων.

Ελέγχει επίσης την εφαρμογή της εγκεκριμένης τεχνικής μελέτης την οποία και μπορεί να τροποποιεί και διατάσσει τη λήψη των απαραίτητων μέτρων για την εφαρμογή της. Παρ. "5. Ο επιθεωρητής μεταλλείων, αν διαπιστώσει ότι οι παραβάσεις της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού γίνονται καθ' υποτροπή ή τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια κτισμάτων έργων κοινής ωφέλειας ή η ζωή και η υγεία των εργαζομένων, των περιοίκων και των διερχομένων ή διενεργείται ανορθολογική εκμετάλλευση κατά παράβαση των διατάξεων του Κ.Μ.Λ.Ε.

ή τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο το περιβάλλον, όπως η προστασία του προσδιορίζεται από τις υφιστάμενες διατάξεις, μπορεί να διατάξει με πλήρως αιτιολογημένη απόφασή του, που κοινοποιείται στον εκμεταλλευτή και στην κατά τόπους Αστυνομική αρχή, την επιβολή περιοριστικών μέτρων στην εκμετάλλευση του λατομείου, ιδίως δε την προσωρινή, ολική ή μερική διακοπή της εκμεταλλεύσεως".

Στην απόφαση αυτή ορίζονται τα συγκεκριμένα περιοριστικά μέτρα, τα μέτρα για την ασφαλή λειτουργία του λατομείου και οι προθεσμίες συμμόρφωσης του εκμεταλλευτή προς τα μέτρα αυτά.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 31-10-2014 αγωγή, την οποία άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων οι ένδεκα πρώτοι αναιρεσίβλητοι κατά της αναιρεσείουσας, του Ελληνικού Δημοσίου και του Ι.

Σ. ( επελθούσης ως προς τον τελευταίο βιαίας διακοπής της δίκης λόγω θανάτου του κατά την διαδικασία της κατ' έφεση δίκης και επανάληψη αυτής την οποία συνέχισαν οι τρεις τελευταίοι αναιρεσίβλητοι) οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει σύμβασης μίσθωσης που καταρτίστηκε με το με αρ. …/…-5-2005 συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα το Ελληνικό Δημόσιο εκμίσθωσε στον Ι.

Σ. το περιγραφόμενο ακίνητο συνολικής έκτασης 347,893 στρεμμάτων, με δυνατότητα εκμετάλλευσης του προσδιοριζομένου τμήματος αυτού επιφανείας 59.598,88 τ.μ., που έχει χαρακτηριστεί ως δασική έκταση, προκειμένου να λειτουργήσει σε αυτό λατομείο για χρονικό διάστημα 20 ετών έναντι ετησίου μισθώματος ποσού τριών (3) ευρώ ανά στρέμμα από το οποίο το ποσό των 14,89 ευρώ μηνιαίως αναλογεί στο ως άνω τμήμα.

Ότι στην συνέχεια δυνάμει του με αρ…./…-7-2006 συμβολαιογραφικού εγγράφου και της με αρ. …/…-7-2006 εγκριτικής διοικητικής απόφασης μεταβιβάστηκε η ανωτέρω μισθωτική σχέση από τον Ι. Σ. στην αναιρεσείουσα, με συναίνεση του εκμισθωτή. Ότι επιπλέον ο Ι. Σ. δυνάμει του με αρ. …/2007 συμβολαιογραφικού εγγράφου που μεταγράφηκε νόμιμα εκμίσθωσε στην αναιρεσείουσα το έτερο περιγραφόμενο ακίνητο έκτασης 11.132.43 τ.μ.

ως λατομείο για χρονικό διάστημα 25 ετών έναντι ετησίου μισθώματος 100 ευρώ. Ότι τα δύο ανωτέρω τμήματα εμβαδού 59.598,88 τ.μ. και εμβαδού 1 1.132,43 τ.μ., που εκμισθώθηκαν κατά τα προαναφερόμενα, περιέχονται στο περιγραφόμενο μείζονος έκτασης ακίνητο εμβαδού 76.801,36 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Δημοτικής Ενότητας …, Δήμου ...

Περιφερειακής Ενότητας …. στην ειδικότερη θέση ..., του οποίου τυγχάνουν οι ίδιοι συγκύριοι κατά τα αναφερόμενα ο κάθε ένας εξ αδιαιρέτου ποσοστά. Ότι η συγκυριότητα τους επί του ακινήτου αυτού αναγνωρίστηκε με την με αρ.272/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων που κατέστη τελεσίδικη την 16-7-2014.

Ότι έκτοτε υπεισήλθαν αυτοί εκ του νόμου ως εκμισθωτές στην πρώτη παραπάνω σύμβαση μίσθωσης στην θέση του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι από τον χρόνο σύναψης των προαναφερθεισών μισθωτικών συμβάσεων αρχικά ο Ι. Σ. και στην συνέχεια η αναιρεσείουσα κατέχει τα μίσθια και τα χρησιμοποιεί ως την άσκηση της αγωγής λειτουργώντας λατομείο.

Ότι την 10-6-2009 διαπιστώθηκε από την αρμόδια διοικητική αρχή η παραβίαση των αναφερομένων όρων της πρώτης σύμβασης μίσθωσης σχετικά με την τήρηση του εγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος εργασιών ,της εγκεκριμένης τεχνικής μελέτης, της οριοθέτησης και οροσήμανσης του λατομικού χώρου και της ορθολογικής εκμετάλλευσης αυτού, γεγονός που οδήγησε στην έκδοση διοικητικής απόφασης προσωρινής απαγόρευσης της εκμετάλλευσης του εν λόγω λατομείου, ενώ η μισθώτρια δεν είχε καταβάλει τα μισθώματα στο Δήμο ...

από το έτος 2009. Ότι συνεπεία τούτων που συνιστούν κακή χρήση του μισθίου δυνάμει του με αρ. 15 συμβατικού όρου επήλθε λύση της μίσθωσης Ότι οι ανωτέρω παραβάσεις αφορούν ολόκληρη την έκταση του ως άνω ακινήτου των 76.801,36 τ.μ. και συνιστούν κακή χρήση αυτού. Με βάση τα παραπάνω ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα αμφοτέρων των συμβάσεων μίσθωσης, για τον λόγο ότι οι εκμισθωτές δεν ήταν κύριοι ή νομείς των μισθίων ακινήτων, άλλως επικουρικά σε περίπτωση που κριθούν έγκυρες οι συμβάσεις μίσθωσης ,να αναγνωριστεί η λύση της πρώτης σύμβασης μίσθωσης λόγω παραβίασης των συμβατικών όρων αυτής ήδη από 10-6-2009 άλλως διαμαρτυρόμενοι κατήγγειλαν με την ένδικη αγωγή τους τις επίδικες συμβάσεις μίσθωσης λόγω κακής χρήσης του μείζονος ακινήτου συγκυριότητας τους και ζήτησαν λόγω ακυρότητας των συμβάσεων μίσθωσης κατά την κύρια βάση της αγωγής άλλως λόγω λύσης της πρώτης σύμβασης μίσθωσης συνεπεία της παραβίασης των συμβατικών όρων, άλλως λόγω λύσης αμφοτέρων των συμβάσεων μίσθωσης ένεκα της γενομένης με την αγωγή καταγγελίας κατά την πρώτη και δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής αντίστοιχα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους αποδώσουν το ακίνητο εμβαδού 76.801,36 τ.μ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ. 115/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η κύρια βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, απορρίφθηκε η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη κατά το μέρος που αφορά την δεύτερη επίδικη σύμβαση μίσθωσης, έγινε δεκτή η πρώτη επικουρική βάση ως βάσιμη στην ουσία της και αναγνωρίστηκε η λύση της πρώτης επίδικης σύμβασης μίσθωσης ήδη από 10-6- 2009.Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι παρακάτω εφέσεις και πρόσθετοι λόγοι και συγκεκριμένα α)η με αρ. 1/5-1-2016 έφεση που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά των ένδεκα πρώτων αναιρεσιβλήτων ως και οι από 8-11-2016 πρόσθετοι επί της εφέσης αυτής λόγοι που ασκήθηκαν με το από 8-11-2016 δικόγραφο β) η με αρ.8/7-3-2016 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των ίδιων πιο πάνω αναιρεσιβλήτων και γ) η με αρ.30/1 0-6-201 6 έφεση που άσκησαν οι οκτώ πρώτοι αναιρεσίβλητοι κατά του Ι.

Σ., της αναιρεσείουσας και του Ελληνικού Δημοσίου. Επί των παραπάνω εφέσεων και των προσθέτων λόγων που συνεκδικάστηκαν εκδόθηκε η με αρ. 61/2017 εν μέρει οριστική απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και στην συνέχεια η με αρ.217/2019 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Με την με αρ. 61/2017 απόφαση του το δικαστήριο έκρινε παραδεκτές τις υπό στοιχείο α και β εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους, καθώς και την υπό στοιχείο γ έφεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δύο πρώτων εφεσιβλήτων απαράδεκτη δε ως εκπρόθεσμη την ίδια υπό στοιχείο γ έφεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά του τρίτου εφεσίβλητου (Ελληνικού Δημοσίου) πλην όμως ισχύουσα ως αντέφεση κατά το μέρος που αφορά στο εκκληθέν από το τελευταίο με την υπό στοιχείο β έφεση κεφάλαιο της απόφασης περί αναγνώρισης της λύσης της πρώτης επίδικης σύμβασης μίσθωσης και απόδοσης του μισθίου.

Στην συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνώντας στα πλαίσια σχετικών λόγων των εφέσεων αλλά και αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό και την νομιμότητα της αγωγής μέσα στα όρια που καθορίζονται με το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ. έκρινε μεταξύ άλλων α) ότι η αγωγή κατά την κύρια βάση της και κατά το μέρος, που αφορά στην αναγνώριση της ακυρότητας της δεύτερης επίδικης σύμβασης μίσθωσης είναι μη νόμιμη (ερευνώντας σχετικό λόγο της τρίτης έφεσης) β) ότι η αγωγή τόσο κατά την πρώτη όσο και κατά την δεύτερη επικουρική βάση της κατά το μέρος που αφορούν στην πρώτη επίδικη σύμβαση μίσθωσης και στο πέραν των 59.598,88 τ.μ.

τμήμα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων γ) ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως προς την δεύτερη επικουρική της βάση κατά το μέρος που αφορά την δεύτερη επίδικη σύμβαση μίσθωσης διότι οι ενάγοντες δεν έχουν συμβληθεί ως εκμισθωτές, ενώ μόνη η ιδιότητα τους ως συγκυρίων του μισθίου ακινήτου δεν παρέχει σε αυτούς νομιμοποίηση προς άσκηση της κρινόμενης αγωγής δ) ότι δεν υφίσταται παθητική νομιμοποίηση του πρώτου και τρίτου των εναγομένων όσον αφορά στην πρώτη και δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής κατά το μέρος αφορά την πρώτη επίδικη σύμβαση μίσθωσης.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, αφού έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχτηκε ως παραδεκτή την αγωγή κατά το παραπάνω μέρος της και στην συνέχεια την δέχτηκε καθ ολοκληρία ως κατ' ουσία βάσιμη κατά την πρώτη επικουρική βάση της και νόμιμη κατά την δεύτερη επικουρική βάση της αναφορικά με την πρώτη σύμβαση μίσθωσης, την απέρριψε δε ως μη νόμιμη κατά την δεύτερη επικουρική βάση της αναφορικά με την δεύτερη σύμβαση μίσθωσης, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της αυτό και στην συνέχεια κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά το ίδιο μέρος της.

Με βάση δε τις παραδοχές του η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη κατά την κυρία βάση της, ως απαράδεκτη κατά τις επικουρικές βάσεις της ως προς τον πρώτο και το τρίτο των εναγομένων, ως απαράδεκτη όσον αφορά στην αναιρεσείουσα (δεύτερη εναγόμενη) κατά τις επικουρικές της βάσεις ως προς την πρώτη επίδικη σύμβαση μίσθωσης για το πλέον το εδαφικού τμήματος των 59.598,88 τ.μ.

και ως απαράδεκτη κατά την δεύτερη επικουρική βάση ως προς την δεύτερη σύμβαση μίσθωσης ενώ κατά τα λοιπά και δη κατά τις επικουρικές βάσεις κατά το μέρος που αυτές αφορούν στην πρώτη σύμβαση μίσθωσης για το εδαφικό τμήμα των 59.598,88 τ.μ. η αγωγή κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη και το δικαστήριο ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης κρίνοντας αναγκαία την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, την οποία διέταξε.

Στην συνέχεια και μετά την διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη η υπόθεση επανήλθε με κλήση προς συζήτηση ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την με αρ. 217/2019 απόφαση του με την οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς το Ελληνικό Δημόσιο και τους τρείς τελευταίους αναιρεσίβλητους, καθολικούς διαδόχους του Ι.

Σ., (πρώτου εφεσίβλητου της τρίτης έφεσης) διότι ήδη με την με αρ. 61/2017 οριστική απόφαση του είχε ως προς αυτούς απορρίψει την αγωγή έχοντας απεκδυθεί πλέον κάθε εξουσίας και στην συνέχεια δικάζοντας μεταξύ των λοιπών διαδίκων δέχτηκε την αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της κατά το μέρος που είχε ήδη κριθεί παραδεκτή και νόμιμη κατά την πρώτη επικουρική βάση της αναγνώρισε την κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής λύση της μίσθωσης μεταξύ αναιρεσείουσας και ένδεκα πρώτων αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να αποδώσει στους ενάγοντες το επίδικο μίσθιο ακίνητο δηλαδή το λατομείο εμβαδού 59.598,88 τ.μ.

Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την παραπάνω απόφαση του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμόν …/…..5.2005 συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Λουΐζας Περπή-Κυπράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και με αριθμό μεταγραφής …, κατόπιν έκδοσης της υπ' αριθμ.

πρωτ. …/….2.2005 σχετικής εγκριτικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον τελευταίο, εκμίσθωσε στον Ι. Σ. του Ε. και Α. ένα ακίνητο, συνολικής έκτασης 347,893 στρεμμάτων, που καθορίστηκε ως λατομικός χώρος αδρανών υλικών με την υπ' αριθμόν …/….9.1983 απόφαση του Νομάρχη Χανίων "Περί καθορισμού περιοχών εντός του Νομού Χανιών για εγκατάσταση λατομείων αδρανών υλικών, χωρίς να απαιτείται άδεια εκμετάλλευσης" (ΦΕΚ τ.

Β' 580/7.10.1983), με δικαίωμα εκμετάλλευσης τμήματος αυτού, προς ορθολογική εξόρυξη αδρανών υλικών, εμβαδού 59.598.88 τ.μ., κείμενου στην κτηματική περιφέρεια της Δημοτικής Ενότητας …, Δήμου ..., Περιφερειακής Ενότητας …, στην ειδικότερη θέση "...", όπως αυτό αποτυπώνεται μεταξύ των στοιχείων Σ1-Σ4-Σ5-Σ6-ΚΣ7-Κ8-Κ10-ΚΣ11-Σ12- Σ13-Σ14-Σ1 στο από Μαρτίου 2001 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ.

Χ. και συνορεύει βόρεια με φαράγγι ..., βορειοανατολικά με υπόλοιπο τμήμα του μισθίου, νοτιοανατολικά με αναδασωτέα περιοχή και πέραν αυτής με ποταμό-χείμαρρο, νότια- νοτιοδυτικά με υπόλοιπο τμήμα του μισθίου και δυτικά με ιδιοκτησία Σ. και Ε. Σ.. Εξάλλου, το προπεριγραφόμενο τμήμα εκμισθώθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον σε αυτό ανήκε το δικαίωμα εκμετάλλευσής του, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 1428/1984, όπως ισχύει μετά την προσθήκη γ' και δ' εδαφίου με το άρθρο 2 του ν. 2115/1993, δοθέντος ότι τμήμα αυτού, εμβαδού 43.436,38 τ.μ., είχε χαρακτηριστεί ως δάσος και το υπόλοιπο τμήμα, εμβαδού 16.162,50 τ.μ., είχε χαρακτηριστεί ως δασική έκταση, με την υπ' αριθμ.

πρωτ. …/….6.2002, τελεσίδικη πράξη χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Χανίων. Η χρονική διάρκεια της ανωτέρω μίσθωσης ορίστηκε σε είκοσι (20) έτη από την υπογραφή της σύμβασης, με δυνατότητα παράτασης της. Επιπλέον, το πάγιο μίσθωμα ορίστηκε σε τρία (3) ευρώ ανά στρέμμα ετησίως στο σύνολο της έκτασης των 347,893 στρεμμάτων την πρώτη τριετία, δυνάμενο να αναπροσαρμόζεται με ευθύνη και μέριμνα της Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Ανάπτυξης της Περιφέρειας Κρήτης, μετά τη λήξη της κάθε τριετίας, καταβλητέο στην αρχή κάθε έτους μίσθωσης, ενώ το αναλογικό μίσθωμα ορίστηκε σε ποσοστό 3% επί της τιμής του ΑΤΟΕ των αδρανών υλικών, με ελάχιστη ετήσια παραγωγή 10.000 μ3/έτος, καταβλητέο στην αρχή του επόμενου από την έναρξη παραγωγής ημερολογιακού έτους.

Για τον υπολογισμό του αναλογικού μισθώματος προβλέφθηκε υποχρέωση του μισθωτή να υποβάλει τον πρώτο μήνα του επόμενου από την έναρξη της παραγωγής ημερολογιακού έτους αναλυτική κατάσταση στην αρμόδια υπηρεσία, στην οποία να εμφαίνονται τα υλικά σε κ.λ. που εξορύχθηκαν και πωλήθηκαν από τον χώρο του λατομείου κατά το λήξαν έτος, με αντίγραφα τιμολογίων πωλήσεων ή των επίσημων δελτίων αποστολής, θεωρημένων από την οικεία Δ.Ο.Υ., τυχόν δε αναληθή υποβαλλόμενα στοιχεία συνεπάγονταν λύση της μίσθωσης και κατάπτωση της προβλεπόμενης εγγυητικής επιστολής υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου Ακόμη, με τους κάτωθι συμβατικούς όρους, προβλέφθηκαν τα εξής: "7Δ:

Ο μισθωτής υποχρεούται να τηρεί το από 3.2.2005 εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εργασιών, σε περίπτωση δε παρεκκλίσεων συνεπάγεται λύση του μισθωτηρίου συμβολαίου. 7Ε: Ο μισθωτής υποχρεούται να εφαρμόζει τη με αριθμ. …/……./…/…/….3.2003 τεχνική μελέτη, όπως αυτή εγκρίθηκε ή όπως ενδέχεται να τροποποιηθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

Το μισθωτήριο συμβόλαιο παύει να ισχύει, εφόσον ανακληθεί από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης η έγκριση της προαναφερόμενης τεχνικής μελέτης. 8: Πριν από την έναρξη των εργασιών εξόρυξης από τον χώρο του μισθίου, ο μισθωτής πρέπει να εφοδιαστεί με την προβλεπόμενη άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας για τις μηχανολογικές εγκαταστάσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 158, 159 και 161 του Μεταλλευτικού Κώδικα και του Κ.

Μ Λ.Ε. (Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών). Η απόρριψη της χορήγησης άδειας εγκατάστασης ή λειτουργίας ή η τυχόν ανάκληση των αδειών αυτών συνεπάγεται τη λύση της μίσθωσης. 9: Προ της εγκατάστασης του ο μισθωτής υποχρεούται να οριοθετήσει και οροσημάνει, με μόνιμα και σταθερά ορόσημα και με δαπάνες του:

α) τον εκμισθούμενο λατομικό χώρο των 374,893 στρεμμάτων και β) τον χώρο των 59.598,88 τ.μ., όπου θα περιοριστεί η εκμετάλλευση. 10: Για κάθε ημερολογιακό έτος ο μισθωτής υποχρεούται μέχρι 30 Απριλίου του επόμενου έτους (άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 669/77) να υποβάλει στην αρμόδια Επιθεώρηση Μεταλλείων δελτίο δραστηριότητας του λατομείου, το περιεχόμενο του οποίου περιλαμβάνεται στο άρθρο 14 παρ. 1Α του ν. 669/77 περί λατομείων βιομηχανικών ορυκτών.

Σε περίπτωση αιτιολογημένης αργίας του λατομείου υποβάλλεται δήλωση απραξίας (άρθρο 14 παρ. 3 του ν. 669/77). Η καθυστέρηση της υποβολής των δελτίων δραστηριότητας ή της άρνησης συμπλήρωσης των, κατά τις υποδείξεις της αρμόδιας Επιθεώρησης Μεταλλείων, τιμωρούνται διοικητικώς δια χρηματικής ποινής (άρθρο 14 παρ. 5 του ν. 669/77).

Η απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης για ανάκληση της άδειας εκμετάλλευσης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι κατά της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκαν τα υπό των κειμένων διατάξεων προβλεπόμενα ένδικα μέσα ή, εφόσον ασκήθηκαν, απερρίφθησαν (άρθρο 21 του ν. 669/77). 11 :Ο μισθωτής είναι υποχρεωμένος να εκμεταλλεύεται το λατομείο ορθολογικά, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, συμμορφούμενος με τις υποδείξεις του αρμόδιου επιθεωρητή μεταλλείων και των δασικών υπηρεσιών και με τις διατάξεις της θεωρημένης μελέτης προστασίας του περιβάλλοντος (άρθρο 45 ν. 998/79) του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., που φέρει αριθμ.

πρωτ. 106794/13.5.1998 12: Σε περίπτωση αργίας του λατομείου από υπαιτιότητα του μισθωτή επί δύο συνεχή χρόνια ο μισθωτής κηρύσσεται έκπτωτος, η δε εγγύηση καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου (άρθρο 5 παρ. 1 εδ. 1 του π.δ. 285/79). 13: Η μίσθωση διέπεται καθ' όλα από τις διατάξεις: α) του ν. 1428/1984 "Περί εκμετάλλευσης λατομείων", β) του ν. 2115/1993. "Τροποποίηση, αντικατάσταση και συμπλήρωση διατάξεων του ν. 1428/1984 περί εκμετάλλευσης λατομείων, αδρανών υλικών και άλλες διατάξεις", γ) του Κ.Μ.Λ.Ε. (ΦΕΚ Β' 931) και δ) του Μεταλλευτικού Κώδικα, ν δ 210/1973 και του άρθρου 5 του ν. 998/79. 15:...Η παράβαση οιουδήποτε όρου του μισθωτηρίου συμβολαίου συνεπάγεται για τον μισθωτή τη λύση της μίσθωσης αυτής και την κατάπτωση εγγύησης υπέρ του Δημοσίου. 16:

Ο μισθωτής, μετά την υπογραφή του συμβολαίου μίσθωσης, υποχρεούται να υποβάλει σχετική αίτηση στην Επιθεώρηση Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος, με την οποία θα ζητά την έκδοση άδειας εκμετάλλευσης, αντίγραφο δε της αίτησης θα κοινοποιήσει στην Περιφέρεια Κρήτης". Επιπλέον, σε συμμόρφωση με τους υπό στοιχεία 7Β και 7Γ όρους της μίσθωσης, ο μισθωτής κατέθεσε τις υπ' αριθμούς …/….2.2005 και …/….2.2005 εγγυητικές επιστολές της Συνεταιριστικής Τράπεζας Χανίων, ποσού αντίστοιχα 1.044 και 22.000 ευρώ, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την Κ.Υ.Α.

Υπουργών ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. και Ανάπτυξης σχετικά με τη μελέτη αποκατάστασης του περιβάλλοντος. Στη συνέχεια, με το υπ' αριθμόν …/….7.2006 συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Χανίων Κωνσταντίας Μετζιδάκη- Γιαζιτζίδου, συστάθηκε από τους Ε. Σ. του Ν. και Α. και τον Ι. Σ. του Ε. και Α. η δεύτερη εναγόμενη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΣΕΛΙΝΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με έδρα τον Δήμο ...

και σκοπό τη μίσθωση και εκμετάλλευση κάθε λατομικού χώρου σε οποιοδήποτε μέρος του Νομού … ή της Ελλάδας και ιδιαίτερα η εκμετάλλευση του λατομικού χώρου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... , επιφάνειας 347.893 τ.μ. συνολικά ή τμηματικά και η εξόρυξη, επεξεργασία και πώληση των παραγόμενων προϊόντων σε οποιονδήποτε τρίτο.

Κατά τη σύσταση αυτής και δυνάμει των άρθρων 5 και 42 του ως άνω καταστατικού της, ο εκ των ιδρυτών Ι. Σ. εισέφερε στην εταιρική της περιουσία τα μισθωτικά του δικαιώματα από την παραπάνω σύμβαση μίσθωσης, κατόπιν προσδιορισμού της αξίας αυτών στο ποσό των 20.800 ευρώ, με την από 11.7.2006 πράξη της αρμόδιας Επιτροπής της Διεύθυνσης Εμπορίου Νομαρχίας Χανίων, κατ' άρθρο 9 του κ.ν. 2190/1920, μετά δε και την έκδοση της υπ' αριθμ.

πρωτ …/….7.2006 εγκριτικής απόφασης της Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Ανάπτυξης, Τμήματος Διαχείρισης Υδατικών Πόρων, της Περιφέρειας Κρήτης, υπεισήλθε στην παραπάνω μισθωτική σχέση η δεύτερη εναγομένη, ως μισθώτρια, αναλαμβάνοντας συνάμα και τις υποχρεώσεις του αρχικού μισθωτή από την ως άνω σύμβαση, ως ειδική διάδοχος του, ενώ αυτός αποξενώθηκε από τη μίσθωση, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη.

Ακολούθως, κατόπιν έκδοσης της υπ' αριθμ. πρωτ. …/….1.2008 σχετικής εγκριτικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον τελευταίο και η δεύτερη εναγομένη προέβησαν σε διόρθωση στοιχείων της ως άνω σύμβασης μίσθωσης, υπογράφοντας σχετικά το υπ' αριθμόν …/...3.2008 συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Λουΐζας Περπή-Κυπράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, και δη των όρων 7Ε και 12 της ως άνω σύμβασης μίσθωσης, που διατυπώθηκαν εκ νέου, ως εξής: "7Ε:

Ο μισθωτής υποχρεούται να εφαρμόζει τη με αριθμ. Δ10/Β'/Φακ.50.3/ 20506/10.12.2001 τεχνική μελέτη, όπως αυτή εγκρίθηκε ή όπως ενδέχεται να τροποποιηθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Το μισθωτήριο συμβόλαιο παύει να ισχύει, εφόσον ανακληθεί από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης η έγκριση της προαναφερόμενης τεχνικής μελέτης. 11:

Ο μισθωτής είναι υποχρεωμένος να εκμεταλλεύεται το λατομείο ορθολογικά, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, συμμορφούμενος με τις υποδείξεις του αρμόδιου επιθεωρητή μεταλλείων και των δασικών υπηρεσιών και με τις διατάξεις της θεωρημένης μελέτης προστασίας του περιβάλλοντος (άρθρο 45 ν. 998/79) του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., που φέρει αριθμ.

πρωτ. Οικ. 127002/13.5.2002". Από τη σύναψη δε της ως άνω σύμβασης μίσθωσης ο αρχικός μισθωτής της και στη συνέχεια η ειδική διάδοχος του, δεύτερη εναγομένη, από την εγκατάστασή της στο μίσθιο ακίνητο, την 10.10.2006 (σχετ. το υπ' αριθμ. πρωτ. …./...10.2006 πρωτόκολλο εγκατάστασης της Διεύθυνσης Δασών Χανίων), έως την άσκηση και τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, κατέχει το μίσθιο ακίνητο και το εκμεταλλεύεται ως λατομείο.

Κατόπιν, με την έκδοση της υπ' αριθμόν 272/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, επί διεκδικητικής αγωγής των εναγόντων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, αναγνωρίστηκαν αυτοί συγκύριοι και δη κατά ποσοστό 7/30 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος εξ αυτών, κατά ποσοστό 2/30 εξ αδιαιρέτου έκαστος από τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτο εξ αυτών, κατά ποσοστό 2/120 εξ αδιαιρέτου η πέμπτη εξ αυτών, κατά ποσοστό 3/120 εξ αδιαιρέτου έκαστος των έκτου και έβδομου εξ αυτών και κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών εξ αυτών, του ως άνω λατομικού χώρου, έκτασης 59.598,88 τ.μ., ως τμήματος μείζονος έκτασης ακινήτου τους, εμβαδού 76.801,36 τ.μ.

Η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν 82/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, στις 16.7.2014, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, και ήδη αμετάκλητη, μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν 1343/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου (Γ' Πολιτικού Τμήματος) επί αίτησης αναίρεσης του τελευταίου.

Επομένως, από την τελεσιδικία της ως άνω απόφασης, στις 16.7.2014, οι ενάγοντες, βάσει του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 1428/1984, όπως ισχύει μετά την προσθήκη σε αυτό γ' και δ' εδαφίου με το άρθρο 2 του ν. 2115/1993, υπεισήλθαν αυτοδικαίως, ως εκμισθωτές, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της ως άνω μισθωτικής σχέσης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της δεύτερης εναγομένης, με βάση και όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη.

Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητούνται, άλλωστε, από την τελευταία, από το σύνολο δε των περιεχόμενων στις προτάσεις της ισχυρισμών συνάγεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου ομολογία της, η οποία κατισχύει της γενικής άρνησης που πρόβαλε στην αρχή και αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς τα κρίσιμα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά της ύπαρξης έγκυρης σύμβασης μίσθωσης και της διάρκειάς της, της ιδιότητας των εναγόντων ως εκμισθωτών και της ίδιας ως μισθώτριας, της περιγραφής του μισθίου και της τοποθεσίας του, του ύψους του καταβαλλόμενου μισθώματος και των συμβατικών όρων που συνομολογήθηκαν.

Περαιτέρω, η επίδικη σύμβαση μίσθωσης, που καταρτίστηκε ως σύμβαση μίσθωσης δημόσιου λατομείου, επέχει και θέση άδειας εκμετάλλευσης (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β' ν. 1428/1984, όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 9 του ν. 2115/1993). Την άδεια αυτή θα μπορούσε να ανακαλέσει, καθώς και να καταγγείλει τη σύμβαση μίσθωσης, υπό την ισχύ του άρθρου 11 παρ. 1 εδ.

α' του ν. 1428/1984, ο Νομάρχης, ενώ μετά την ισχύ του άρθρου 5 του ν. 4061/2012, με το οποίο καταργήθηκε σιωπηρά η προηγούμενη διάταξη, ο Περιφερειάρχης, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο, βάσει των οριζόμενων στις λοιπές διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω νόμου 1428/1984, και στην περίπτωση εκείνη, μεταξύ άλλων, που διαπιστωνόταν παράβαση από τον εκμεταλλευτή του λατομείου των όρων της άδειας εκμετάλλευσης ή της σύμβασης μίσθωσης ή της έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων.

Η τυχόν ανάκληση της χορηγηθείσας άδειας ή η καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης για τον προαναφερθέντα λόγο, ως μέτρο άκρως αυστηρό, δυσμενές και επαχθές, τελεί και υπό την πρόσθετη προϋπόθεση της ύπαρξης εισήγησης και βεβαίωσης του αρμόδιου επιθεωρητή μεταλλείων ότι έχουν εξαντληθεί προηγουμένως όλες οι προβλεπόμενες από το ν. 1428/1984 κυρώσεις.

Μεταξύ των κυρώσεων αυτών είναι και οι αναφερόμενες στην παρ. 5 του άρθρου 15 του ν. 1428/1984, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 13 του ν. 2115/1993, οι οποίες επιβάλλονται από τον επιθεωρητή μεταλλείων, με πλήρως αιτιολογημένη απόφασή του, στην περίπτωση που αυτός διαπιστώσει ότι διενεργείται ανορθολογική εκμετάλλευση κατά παράβαση των διατάξεων του Κ.Μ.Λ.Ε.

ή τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο το περιβάλλον και συνίστανται στην επιβολή περιοριστικών μέτρων στην εκμετάλλευση του λατομείου, ιδίως δε σε προσωρινή, ολική ή μερική, διακοπή της εκμετάλλευσής του. Εκ των προαναφερθέντων καθίσταται σαφές ότι η επιβολή του περιοριστικού μέτρου της προσωρινής απαγόρευσης της εκμετάλλευσης λατομείου αδρανών υλικών δεν ταυτίζεται με την ανάκληση της άδειας εκμετάλλευσής του, καθόσον οι ως άνω διοικητικές ποινές αφενός μεν επιβάλλονται από διαφορετικά όργανα αφετέρου δε επιβάλλονται με διαφορετικό σκοπό, ούτε άλλωστε με καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης.

Προσέτι δε η προαναφερόμενη επιβολή του περιοριστικού μέτρου της προσωρινής απαγόρευσης εκμετάλλευσης είναι και προαπαιτούμενο της ανάκλησης της άδειας εκμετάλλευσης του λατομείου και της καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης (σχετ. ΓνωμΝΣΚ 109/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, η επίδικη σύμβαση μίσθωσης τελούσε υπό την προϋπόθεση νόμιμης λειτουργίας του λατομείου βάσει των παραπάνω διατάξεων και των σχετικών ως άνω συμβατικών όρων και ειδικότερα υπό την προϋπόθεση ορθολογικής εκμετάλλευσης του λατομικού χώρου και τήρησης των περιβαλλοντικών όρων που εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμ.

πρωτ. Οικ.127002/13.5.2002 Κ.Υ.Α. Υπουργών ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. και Ανάπτυξης (με χρονική ισχύ έως 31.12.2009), καθώς και εφαρμογής της με αριθμό Δ10/Β'/Φακ.50.3/20506/10.12.2001 τεχνικής μελέτης, όπως αυτή εγκρίθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης. Μετά από αυτοψία που διενεργήθηκε στο ως άνω μίσθιο, στις 10.6.2009, από αρμόδιους μηχανικούς μεταλλείων-μεταλλουργούς της Επιθεώρησης Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος, διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν πραγματοποιηθεί τα προβλεπόμενα στην ως άνω τεχνική μελέτη και στην Κ.Υ.Α.

έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, και δη ότι: 1) Υφίσταται εσωτερικός δρόμος του λατομείου για την πρόσβαση στην κορυφή του λατομικού χώρου και για τη διακίνηση και μεταφορά, τα χαρακτηριστικά του οποίου (κλίση, ακτίνα καμπυλότητας, πλάτος) δεν καλύπτουν τα προβλεπόμενα 2) Δεν υπάρχουν άλλοι δρόμοι εσωτερικής μεταφοράς υλικών μεταξύ των βαθμίδων. 3) Δεν υπάρχει ουσιαστικά καμία βαθμιδοποίηση της εκμετάλλευσης, καθώς δεν έχουν δημιουργηθεί οι προβλεπόμενες από τις ανωτέρω μελέτες βαθμίδες εκμετάλλευσης, αλλά αντιθέτως οι εξορύξεις και οι διαμορφώσεις των μετώπων έχουν πραγματοποιηθεί από τον ως άνω δρόμο, δημιουργώντας σχεδόν τρία μεγάλα μέτωπα άνω των 30 μέτρων το καθένα. 4) Δεν φαίνεται να είναι δυνατή η διαμόρφωση-διαίρεση των υψηλών "μετώπων" στα προβλεπόμενα από τον Κ.Μ.Λ.Ε.

ύψη, ώστε να είναι δυνατή και η εφαρμογή των προβλεπόμενων στις ως άνω μελέτες, λόγω έλλειψης χώρου, καθώς δεν υπάρχει πλέον επαρκής έκταση εντός του λατομικού χώρου των 59.598,88 τ.μ για να είναι δυνατό κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι η εκμετάλλευση έχει φτάσει σχεδόν στα όρια του λατομικού χώρου. 5) Τα μέτωπα δεν έχουν ξεσκαρωθεί ικανοποιητικά. 6) Δεν έχει δημιουργηθεί πράσινη ζώνη προστασίας περιμετρικά του λατομικού χώρου, δεν έχει γίνει οριοθέτηση του λατομικού χώρου, με μόνιμα και σταθερά ορόσημα ούτε περίφραξη αυτού. 7) Έχουν εγκατασταθεί και λειτουργούν ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις επεξεργασίας των υλικών που δεν διαθέτουν άδεια. 8) Στο λατομείο δεν υπήρχε επιβλέπων μηχανικός μεταλλείων ούτε επιδείχθηκε το προβλεπόμενο θεωρημένο βιβλίο επιβλέποντος μηχανικού και παράλληλα δεν υπήρχε τεχνικός ασφαλείας για τις εργασίες του λατομείου, βιβλίο τεχνικού ασφαλείας, βιβλίο σεμιναρίων, καθώς και η γραπτή εκτίμηση επαγγελματικού κινδύνου.

Ενόψει τούτων, διαπιστώθηκε ότι η υπάρχουσα εγκεκριμένη τεχνική μελέτη και η περιβαλλοντική μελέτη για το ως άνω λατομείο δεν ανταποκρίνονται πλέον στις υφιστάμενες πραγματικές συνθήκες του λατομείου από πλευράς εκμετάλλευσης βαθμίδων, τρόπου προσπέλασης βαθμίδων, εσωτερικής μεταφοράς και ελεύθερων χώρων για την ορθολογική συνέχιση της εκμετάλλευσης και ότι από την τυχόν συνέχιση της λειτουργίας του λατομείου υπό τις συνθήκες αυτές τίθεται σε κίνδυνο η ζωή και η υγεία των εργαζομένων, των περίοικων και των διερχόμενων και τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο το περιβάλλον, διότι:

α) Υπάρχουν ψηλά και επικίνδυνα μέτωπα, β) τα μέτωπα δεν έχουν ξεσκαρωθεί ικανοποιητικά, γ) δεν φαίνεται να είναι δυνατή η διαμόρφωση-διαίρεση των υψηλών "μετώπων" στα προβλεπόμενα από τον Κ.Μ.Α.Ε. ύψη, ώστε να είναι δυνατή και η εφαρμογή των προβλεπόμενων στις ως άνω μελέτες λόγω έλλειψης χώρου, καθώς δεν υπάρχει πλέον επαρκής έκταση εντός του λατομικού χώρου των 59.598,88 τ.μ., για να είναι δυνατό κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι η εκμετάλλευση έχει φτάσει σχεδόν στα όρια του λατομικού χώρου, δ) δεν υπάρχουν κατάλληλοι και ασφαλείς εσωτερικοί δρόμοι μεταφοράς και ε) λειτουργούν παράνομα μηχανολογικές εγκαταστάσεις.

Συνεπεία δε των ανωτέρω, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. Ε.Μ.Ν.Ε./Φ11.3.34/1/2405/15.6.2009 απόφαση του Επιθεωρητή Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος, με την οποία απαγορεύτηκε προσωρινά στη δεύτερη εναγομένη η εκμετάλλευση του μισθίου, λατομείου αδρανών υλικών, για λόγους προστασίας της ζωής και της υγείας των εργαζομένων, των περίοικων και των διερχόμενων, καθώς και προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και ορίστηκε πως η εκμετάλλευση του λατομείου θα επιτραπεί εφόσον:

α) Υποβληθεί στο Υπουργείο Ανάπτυξης και εγκριθεί νέα τεχνική μελέτη, που θα λαμβάνει υπόψη της τα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί όσον αφορά στο ανάγλυφο του λατομικού χώρου και από την οποία θα αποδεικνύεται ότι σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης είναι δυνατή η ορθολογική συνέχιση της εκμετάλλευσης στο εν λόγω λατομείο και η οποία θα περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα και χρονοδιαγράμματα για την ορθολογική εκμετάλλευση, για την προστασία της ζωής και της υγείας των εργαζομένων, των περίοικων και των διερχόμενων, καθώς και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, β) Υποβληθεί και εγκριθεί νέα περιβαλλοντική μελέτη και περιβαλλοντικοί όροι, που θα λαμβάνει υπόψη της τα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί όσον αφορά στο ανάγλυφο του λατομικού χώρου και θα περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα και χρονοδιαγράμματα για την ορθολογική εκμετάλλευση, καθώς και την προστασία και αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος.

Η ανωτέρω απόφαση, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν συνιστούσε και ανακλητική πράξη της άδειας εκμετάλλευσης του ως άνω λατομείου ούτε ισοδυναμούσε με καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης και, άρα, με μόνη την έκδοσή της δεν πληρώθηκε το πραγματικό του όρου 10 της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, βάσει του οποίου η ανάκληση της άδειας εκμετάλλευσης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά, δεχόμενο ότι, βάσει των συμβατικών όρων υπ' αριθμούς 10 και 15, επήλθε πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, και δη από την 10.6.2009, αυτοδίκαιη λύση της επίδικης μίσθωσης, λόγω τέτοιας ανάκλησης, δυνάμει της υπ' αριθμόν Ε.Μ.Ν.Ε./Φ11.3.34/1/2405/15.6.2009 απόφασης του Επιθεωρητή Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος, έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των ως άνω νομικών διατάξεων, δεκτού γενομένου ως βάσιμου του δεύτερου λόγου της υπό στοιχείο Α έφεσης.

Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι, σε συμμόρφωση με την ως άνω απόφαση, η δεύτερη εναγομένη επιμελήθηκε τη σύνταξη Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Μ.Π.Ε.) και, εν συνεχεία, με την υπ' αριθμ. πρωτ. …/…..10.2013 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης αποφασίστηκε η ανανέωση, συμπλήρωση και τροποποίηση των ήδη εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων και περιορισμών για τη λειτουργία του λατομείου, οι οποίοι όροι θα ισχύουν για δέκα έτη, ενώ με την υπ' αριθμ.

πρωτ. Δ10-Β/Φ. 50.3/23406/ 4289ΠΕ/19.4.2010 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. εγκρίθηκε νέα τεχνική μελέτη για την εκμετάλλευση του αυτού λατομείου. Κατόπιν τούτων, με την υπ' αριθμ. πρωτ. Ε.Μ.Ν.Ε./Φ11.3.34/1/3741/6.11.2013 απόφαση του Επιθεωρητή Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος ανακλήθηκε η προσωρινή απαγόρευση εκμετάλλευσης του λατομείου, που είχε επιβληθεί με την προηγούμενη απόφαση του ίδιου οργάνου, και επιτράπηκαν εκ νέου οι λατομικές δραστηριότητες στο χώρο αυτού, με την προϋπόθεση να λαμβάνουν χώρα σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον Κ.Μ.Λ.Ε., την εγκεκριμένη τεχνική και περιβαλλοντική μελέτη και τη λοιπή σχετική νομοθεσία.

Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. πρωτ. Δ10-Β/Φ.50.3/807/ 126/30.1.2014 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. εγκρίθηκε το τροποποιητικό προσάρτημα της ως άνω τεχνικής μελέτης. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι από τον χρόνο κατά τον οποίο οι ενάγοντες υπεισήλθαν στην επίδικη, ενεργή μισθωτική σχέση, μετά την τελεσιδικία της υπ' αριθμόν 272/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, δηλαδή στις 16.7.2014, από τον οποίο αυτοί δικαιολογούν έννομο συμφέρον να επικαλούνται την αυτοδίκαιη λύση της μίσθωσης, όχι δε και από την 10.6.2009, όπως εκθέτουν, δοθέντος ότι τότε εκμισθωτής ήταν το Ελληνικό Δημόσιο και, πάντως, εάν είχε λάβει τότε χώρα τέτοια λύση, δεν θα υπήρχε ενεργή μίσθωση ώστε να υπεισέλθουν αυτοί στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της, και, σε κάθε περίπτωση, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η δεύτερη εναγομένη έκανε μη ορθολογική χρήση του λατομείου, δηλαδή χρήση που δεν ήταν σύμφωνη με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, αλλά και με τις υποδείξεις των αρμόδιων επιθεωρητών μεταλλείων και των δασικών υπηρεσιών και με τις διατάξεις της θεωρημένης μελέτης περί προστασίας του περιβάλλοντος.

Καταρχάς, ναι μεν αυτή ήταν εφοδιασμένη με την απαιτούμενη άδεια εγκατάστασης συγκροτήματος κατεργασίας αδρανών υλικών εντός της ως άνω λατομικής περιοχής από την 30.7.2014, με ισχύ έως την 30.7.2015, δυνάμει της υπ' αριθμόν …/….7.2014 απόφασης του Αντιπεριφερειάρχη Χανίων, και με άδεια παραγωγής για την εγκατάσταση ενός ηλεκτροπαραγωγού ζεύγους με μηχανή εσωτερικής καύσης (σχετ.

η υπ' αριθμόν …/….9.2014 απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας), πλην όμως, εάν και λειτουργούσε μηχανολογικές εγκαταστάσεις στο ως άνω λατομείο, εντούτοις δεν μερίμνησε για την έκδοση άδειας λειτουργίας τους μετά την ολοκλήρωση της ως άνω εγκατάστασης τους, υποχρέωση που επισημαινόταν και στην ως άνω σχετική απόφαση.

Και τούτο, παρότι στην απόφαση ανάκλησης της προσωρινής απαγόρευσης της εκμετάλλευσης του λατομείου οριζόταν ρητά ότι απαγορευόταν η λειτουργία μηχανολογικών εγκαταστάσεων για τις οποίες δεν υπήρχε άδεια λειτουργίας σε ισχύ. Η έλλειψη, άλλωστε, αυτή βεβαιώνεται και στο υπ' αριθμ. πρωτ. …/….9.2017 έγγραφο του αρμόδιου για τη χορήγηση της εν λόγω άδειας τμήματος της Διεύθυνσης Ανάπτυξης Περιφερειακής Ενότητας Χανίων και δεν θεραπεύτηκε αναδρομικά με την εκ των υστέρων, και δη την όψιμη, μετά και την έκδοση της ως άνω εν μέρει μη οριστικής απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, υποβολή της υπ' αριθμόν Γ/ΕΙ Σ/865/16.3.2018 γνωστοποίησης, που προβλέπεται στα άρθρα 65 παρ. 1 του ν. 4442/2016 και 56 ν. 4512/2018, από τη δεύτερη εναγομένη προς την ως άνω Διεύθυνση.

Εξάλλου, σύμφωνα με την από 28.7.2015 έκθεση των αρμόδιων μηχανικών μεταλλείων- μεταλλουργών του Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων Νότιας Ελλάδας, Μ. Β. και Χ. Σ., κατόπιν αυτοψίας που διενήργησαν στις 8.10.2014 στο εν λόγω λατομείο, διαπιστώθηκε ότι δεν τους επιδείχθηκαν 1) υπεύθυνη δήλωση ανάθεσης- ανάληψης καθηκόντων ιατρού εργασίας, 2) βιβλία επιβλέποντος μηχανικού, συντήρησης μηχανημάτων έργου, ατυχημάτων και μετρήσεων βλαπτικών παραγόντων, 3) έγγραφο υγείας και ασφάλειας, επιπλέον, ότι ο λατομικός χώρος ήταν οριοθετημένος με ορόσημα, εκ των οποίων κάποια δεν ήταν σταθερά και ότι στο νότιο τμήμα του χώρου υπήρχε μέτωπο με ύψος μεγαλύτερο από το προβλεπόμενο στην εγκεκριμένη τεχνική μελέτη εκμετάλλευσης.

Ενόψει τούτων, δόθηκαν εντολές στη δεύτερη εναγομένη 1) να διατηρεί πάντοτε ενημερωμένο φάκελο με αντίγραφα των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία εγγράφων (αδειών, υπεύθυνων δηλώσεων, μελετών, αποφάσεων, πιστοποιητικών, καταστάσεων, κανονισμών ασφαλείας, συμβάσεων) και τα θεωρημένα βιβλία επιβλέποντος μηχανικού, τεχνικού ασφαλείας, ιατρού εργασίας, αγοράς, αποθήκευσης και κατανάλωσης εκρηκτικών, εκπαίδευσης εργαζομένων, ατυχημάτων, μετρήσεων θορύβου, σκόνης, θερμοκρασίας και κραδασμών, 2) να τοποθετήσει μόνιμα ευκρινή ορόσημα στο χώρο του λατομείου, όπως τσιμεντένια κολωνάκια ύψους ενός μέτρου, και να διατηρεί τη ζώνη των οκτώ μέτρων από τα όριά του, 3) να ορίσει ιατρό εργασίας και 4) να τηρεί την εγκεκριμένη τεχνική μελέτη εκμετάλλευσης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα ύψη και τα πλάτη των βαθμίδων.

Επομένως, και από την παραπάνω έκθεση συνάγεται ότι κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής η δεύτερη εναγομένη είχε παραλείψει τις οφειλόμενες ενέργειες, που επισημαίνονται σε αυτή, προς τον σκοπό ορθολογικής λειτουργίας του λατομείου, ενώ δεν συμμορφώθηκε εγκαίρως στις ως άνω υποδείξεις. Τούτο συνάγεται και από το ότι όλα τα απαιτούμενα βιβλία για τη νομότυπη λειτουργία του λατομείου έφεραν θεωρήσεις από το έτος 2016 και έπειτα, πλην του βιβλίου τεχνικού ασφαλείας, που θεωρήθηκε στις 22.4.2014, δηλαδή, το βιβλίο εκρηκτικών του λατομείου και του επιβλέποντος μηχανικού θεωρήθηκαν το πρώτον στις 12.4.2016, τα έντυπα παράδοσης μέσων ατομικής προστασίας θεωρήθηκαν το πρώτον στις 21.4.2016, τα βιβλία αποτυχημένων υπονόμων και εκπαιδευτικών σεμιναρίων θεωρήθηκαν το πρώτον στις 8.3.2018, τα βιβλία ατυχημάτων, συντήρησης μηχανημάτων και μετρήσεων δονήσεων, θορύβου και αιωρούμενων σωματιδίων θεωρήθηκαν το πρώτον στις 13.6.2018 και το βιβλίο ιατρού ασφαλείας θεωρήθηκε το πρώτον στις 3.7.2018 (σχετ.

Κεφ. 8.8.1. της γνωμοδότησης του Ι. Π. και σελ. 11 της έκθεσης του Δήμου Ιωάννη). Επιρρωνύεται δε και από το με αριθμ. πρωτ. ΥΠΕΝ.ΣΕΝΕ.48111/4319/23.7.2018 έγγραφο του Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων του Σώματος Επιθεώρησης Νότιας Ελλάδας, σύμφωνα με το οποίο, κατόπιν αυτοψίας των αρμόδιων επιθεωρητών του, στις 19.6.2018, στο λατομείο, διαπιστώθηκε ότι 1) στα βιβλία μετρήσεων σκόνης και θορύβου που τηρούνται δεν έχουν καταγραφεί μετρήσεις, κατά παράβαση του άρθρου 24 του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (Κ.Μ.Λ.Ε.), 2) δεν έχει τηρηθεί η ζώνη προστασίας οκτώ μέτρων από τα όρια του λατομείου στα ανατολικά, κατά παράβαση του άρθρου 84 παρ. 2 του Κ.Μ.Λ.Ε.

και 3) διαπιστώθηκε η ύπαρξη αναπέτασης εξορυγμένου υλικού από τη δεύτερη υψηλότερη βαθμίδα, που ενέχει κίνδυνο για την ασφάλεια των εργαζομένων στις χαμηλότερες βαθμίδες, ενώ σε χαμηλότερη βαθμίδα γίνονταν εργασίες με μηχανικά μέσα (τσάπα εργολάβου), κατά παράβαση του άρθρου 36 παρ. 1 του Κ.Μ.Λ.Ε. Ακόμη, αυτή κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο παραβίαζε τους όρους της εγκεκριμένης Μ.Π.Ε., όπως προκύπτει ιδίως από την υπ' αριθμ.

πρωτ. …/….5.2016 απόφαση του Τμήματος Περιβάλλοντος και Υδροοικονομίας Περιφερειακής Ενότητας Χανίων περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων σε βάρος της, δηλαδή προστίμου ύψους 2.300 ευρώ, κατόπιν έκτακτου μερικού ελέγχου που διενεργήθηκε από το παραπάνω Τμήμα στις 10.11.2015 και στις 19.11.2015, στον χώρο του λατομείου, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε 1) η μη δημιουργία πράσινης ζώνης προστασίας κατά μήκος τμήματος του ορίου του λατομικού χώρου προς την πλευρά του υδατορέματος στα νότια- νοτιοανατολικά, με φύτευση φυταρίων τραχείας πεύκης σε δύο σειρές, κατά παράβαση του όρου Δ1.17 της Μ.Π.Ε., 2) η μη υποβολή ειδικής φυτοτεχνικής μελέτης αποκατάστασης για έγκριση στη Διεύθυνση Δασών Χανίων πριν από την έναρξη των εργασιών, κατά παράβαση του όρου Δ1.51 της Μ.Π.Ε., και 3) η μη υποβολή του σχεδίου διαχείρισης εξορυκτικών αποβλήτων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην Κ.Υ.Α. 39624/2209/Ε103/25.9.2009, κατά παράβαση του όρου Δ1.40 Μ.Π.Ε.

Αυτό ενισχύεται και από το υπ' αριθμ. πρωτ. …/….10.2017 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Χανίων, σύμφωνα με το οποίο, έως τη σύνταξη του, δεν είχε κατατεθεί στην Υπηρεσία αυτή, προς έγκριση, ειδική φυτοτεχνική μελέτη αποκατάστασης του λατομικού χώρου. Περαιτέρω, όπως συνάγεται ιδίως από τον συνδυασμό των γνωμοδοτήσεων των πραγματογνωμόνων και των εκθέσεων των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, σημαντικό κριτήριο ορθολογικής εκμετάλλευσης ενός λατομείου είναι η εφαρμογή του καθορισμένου χρονοδιαγράμματος εργασιών.

Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εργασιών (με την υπ' αριθμ. …/….10.2013 απόφαση), η ολοκλήρωση της εξόρυξης, έχοντας ως δεδομένη μέση ημερήσια παραγωγή 1.300 κ.μ., προβλέπεται να πραγματοποιηθεί σε 15 χρόνια από την έγκρισή του. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με την ως άνω τεχνική μελέτη, η εκμετάλλευση του λατομείου πρέπει να γίνεται με τη μέθοδο των ορθών διαδοχικών βαθμίδων και, αναλυτικότερα, με ανάπτυξη των μετώπων εξόρυξης σε εννέα ορθές βαθμίδες εκμετάλλευσης (στο βόρειο τμήμα οι βαθμίδες στα υψόμετρα 600, 585, 570 και 555 και στο νότιο τμήμα οι βαθμίδες στα υψόμετρα 540, 525, 510, 495 και 480), από το ανώτερο σημείο προς το κατώτερο, μέγιστου ύψους 15 μ.

και με μέγιστη κλίση πρανούς 70°, ενώ η γενική κλίση των πρανών του λατομείου δεν μπορεί να ξεπερνά τις 53°, το χρονοδιάγραμμα εργασιών προβλέπει την πραγματοποίηση 1) κατά το πρώτο και δεύτερο έτος, α) της εξόρυξης των δύο υψηλότερων βαθμίδων (600 και 585) και της διαμόρφωσης των δύο επόμενων βαθμίδων (570 και 555), καθώς και δρόμου προσπέλασης στις τελευταίες, β) της απόληψης του απαιτούμενου όγκου πετρώματος ανάντη της βαθμίδας 570, γ) της διαμόρφωσης εσωτερικού δρόμου προπαρασκευής κατάντη της βαθμίδας 555 και των βαθμίδων 525 και 510, γ) της διαμόρφωσης και απόληψης όγκου πετρώματος της βαθμίδας 555 και δ) της αποκατάστασης των δύο υψηλότερων βαθμίδων (600 και 585), 2) κατά το τρίτο και το τέταρτο έτος, α) της διαμόρφωσης και απόληψης της βαθμίδας 540 και β) της αποκατάστασης της των βαθμίδων 570 και 555, 3) από το πέμπτο έως το δέκατο τρίτο έτος, της πλήρους ανάπτυξης της εκμετάλλευσης και 4) από το δέκατο τρίτο έως το δέκατο πέμπτο έτος, της αποκατάστασης όλων των βαθμίδων και της πλατείας.

Ωστόσο, αποδείχθηκε καταρχάς ότι η δεύτερη εναγομένη κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο δεν εκμεταλλευόταν το λατομείο σύμφωνα με τα οριζόμενα από την ανωτέρω τεχνική έκθεση, δηλαδή σε βαθμίδες, αλλά η ορθή μέθοδος εκτελέστηκε μόλις πρόσφατα και δη εντός, των τελευταίων δύο ετών. Τούτο συνάγεται ιδίως από τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα Ι.

Π., στην οποία επισυνάπτεται φωτογραφία του λατομικού χώρου ημερομηνίας 10.6.2013. κατά τη διάρκεια που ίσχυε η προσωρινή απαγόρευση λειτουργίας του, όπου απεικονίζεται η ανυπαρξία βαθμιδοποίησης της εκμετάλλευσης και, σε αντίθεση με αυτή, μέτωπα μεγάλου ύψους και προσχώρηση της εκμετάλλευσης προς το ανατολικό όριό της, με υπέρβαση της ζώνης πλάτους 8 μ. (σχετ.

σελ. 18- 19 της γνωμοδότησης αυτής), σε συνδυασμό με την έκθεση αυτοψίας των αρμόδιων υπαλλήλων του Τμήματος Περιβάλλοντος και Υδροοικονομίας της Περιφερειακής Ενότητας Χανίων, που επισυνάπτεται στο υπ' αριθμ. πρωτ. …/….2.2018 έγγραφο του, κατά την οποία η πρώτη εξόρυξη με χρήση εκρηκτικών στο λατομείο μετά την ανάκληση της ως άνω προσωρινής απαγόρευσης λειτουργίας του ήταν στις 8.8.2014 και, άρα, δεν είχε γίνει έως την τελευταία ημερομηνία επέμβαση στον χώρο αυτό και ήταν στην ίδια κατάσταση που αποτυπωνόταν στην ως άνω φωτογραφία.

Ακόμη, ο ρυθμός εκτέλεσης των εργασιών από τη δεύτερη εναγομένη δεν ανταποκρινόταν στο ως άνω χρονοδιάγραμμα, γεγονός που καταφάσκεται από αμφότερους τους πραγματογνώμονες και τον τεχνικό σύμβουλο των εναγόντων, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα και την καθυστέρηση στην ανάπτυξη της εκμετάλλευσης του κοιτάσματος (σχετ.

Κεφ. 5.1.2. και 6.1. της γνωμοδότησης του Γ. Μ.). Συγκεκριμένα, ενώ το λατομείο κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο βρισκόταν στο πρώτο έως δεύτερο έτος λειτουργίας του, μετά την ανάκληση της προσωρινής απαγόρευσης εκμετάλλευσής του, εντούτοις δεν είχαν ενεργηθεί τα ανωτέρω προβλεπόμενα, δοθέντος και του ότι ούτε σήμερα έχει εξοφληθεί πλήρως ακόμη και η πρώτη ανώτερη βαθμίδα (600), δηλαδή δεν έχει γίνει απόληψη όλου του υλικού της, γεγονός που συνάγεται ιδίως από το ότι γύρω από αυτή παρατηρείται φυσική βλάστηση και πέτρωμα που δεν έχει υποστεί εκσκαφή (σχετ.

Κεφ. 4.1.3. και σελ. 31 του υπομνήματος του Δήμου Ιωάννη) και, σε κάθε περίπτωση, δεν έχει λάβει χώρα πλήρης αποκατάστασή της, καθώς και της δεύτερης ανώτερης βαθμίδας (σχετ. Κεφ 9.3.2. και 9 4 της γνωμοδότησης του Ι. Π.). Όπως συμπεραίνει δε ο τελευταίος, η εκμετάλλευση του λατομείου το έτος 2018 αποτελεί μέρος των προβλεπόμενων εργασιών της τεχνικής μελέτης εκμετάλλευσης που αντιστοιχούν στα δύο πρώτα έτη του εγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος, ενώ καμία βαθμίδα δεν έχει εξοφληθεί πλήρως και οι περισσότερες βαθμίδες είναι στη φάση της αρχικής διαμόρφωσης, όπως και οι δρόμοι προσπέλασης σε αυτές (σχετ.

Κεφ. 8.3.1. της γνωμοδότησης του Ι. Π.). Τα παραπάνω δεν κλονίζονται από το γεγονός ότι σε μεταγενέστερο χρόνο, με την υπ' αριθμόν …/….12.2018 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Χωροταξικής και Περιβαλλοντικής Πολιτικής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης εγκρίθηκε επικαιροποιημένο χρονοδιάγραμμα εργασιών, δοθέντος ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ίσχυε το τελευταίο.

Αντιθέτως, ενδυναμώνονται και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο στην προκείμενη δίκη μεταξύ άλλων διαδίκων, ο οποίος, υπό την ιδιότητα του δασολόγου της Διεύθυνσης Δασών Χανίων, που συνεπάγεται την κατοχή ειδικών γνώσεων επί του εξεταζόμενου ζητήματος, κατέθεσε ότι ο λατομικός χώρος έχει εκμετρήσει πλέον τη δυνατότητά του και θα πρέπει να οριστεί άλλος χώρος ως τέτοιος, καθώς και ότι έχουν λάβει χώρα παρεμβάσεις της δεύτερης εναγομένης και εκτός της λατομικής έκτασης.

Ακόμη, δεν ανατρέπονται τα παραπάνω από τις όψιμες, εντός των ετών 2018 και 2019, ενέργειες της δεύτερης εναγομένης ενώπιον των αρμόδιων υπηρεσιών 1) για την έκδοση των απαιτούμενων κατά νόμο αδειών και αποφάσεων και δη της υπ' αριθμόν …/...12.2018 απόφασης του Γενικού Διευθυντή Χωροταξικής και Περιβαλλοντικής Πολιτικής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, με την οποία εγκρίθηκε η μελέτη τροποποίησης της Μ.Π.Ε., καθώς και το Σχέδιο Διαχείρισης Εξορυκτικών Αποβλήτων (Σ.Δ.Ε.Α.) της δραστηριότητας, που αποτελεί και έγκριση επέμβασης στις αναδασωτέες εκτάσεις, της υπ' αριθμόν …/….1.2018 απόφασης της Συντονίστριας Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, με την οποία εγκρίθηκε η Μελέτη Φυτοτεχνικής Αποκατάστασης του λατομείου, των αποτελεσμάτων των μετρήσεων βλαπτικών παραγόντων από κλιμάκιο του Τμήματος Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης, που καταχωρίστηκαν στο θεωρημένο βιβλίο μετρήσεων βλαπτικών παραγόντων, και 2) για την υποβολή των απαιτούμενων εγγράφων και δη τοπογραφικών σχεδιαγραμμάτων αποτύπωσης του λατομικού χώρου και ετήσιας δραστηριότητας σε αυτό (στη Διεύθυνση Δασών Χανίων, το Τμήμα Επιθεώρησης Μεταλλείων και το Τμήμα Περιβάλλοντος και Υδροοικονομίας) και της υπ' αριθμόν Γ/ΕΙ Σ/865/16.3.2018 γνωστοποίησης στη Διεύθυνση Ανάπτυξης Περιφερειακής Ενότητας Χανίων, καθώς και για τη θεώρηση των προβλεπόμενων βιβλίων, αλλά και την προστασία των εργαζομένων, με παράδοση μέσων ατομικής προστασίας, στις 16.11.2018, και με εκπαιδευτικό σεμινάριο, στις 13.3.2019.

Εξάλλου, στις τελευταίες αυτές ενέργειες και στη σημερινή βελτιωμένη εικόνα εκμετάλλευσης του λατομείου, και όχι στην κατάσταση αυτού κατά τον κρίσιμο χρόνο, στηρίζονται τα τελικά συμπεράσματα των πραγματογνωμόνων ότι 1) σε γενικές γραμμές εφαρμόζεται η εγκεκριμένη τεχνική μελέτη εκμετάλλευσης, με υστέρηση, πάντως, στην εφαρμογή του εγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος εργασιών (κοινό συμπέρασμα), 2) ότι η εκμετάλλευση ακολουθεί σήμερα τα γενικά κριτήρια της ορθολογικής δραστηριότητας αναφορικά με την ασφάλεια των εργαζομένων, των εργασιών και των εγκαταστάσεων (συμπέρασμα γνωμοδότησης Γ.

Μ., σελ. 42) και 3) ότι δεν διαφαίνεται να διαμορφώνονται συνθήκες κατασπατάλησης ή ευκαιριακής εκμετάλλευσης του ασβεστολιθικού κοιτάσματος (συμπέρασμα γνωμοδότησης Ι. Π., σελ. 65), και, άρα, από μόνα αυτά δεν σχηματίζεται βέβαιη δικανική πεποίθηση ότι δεν επήλθε παράβαση του συμβατικού όρου υπ' αριθμόν 11 της επίδικης μίσθωσης.

Αντιθέτως, εξ αντιδιαστολής συνάγεται, βάσει και της παρατήρησης του πραγματογνώμονα Ι. Π. ότι διαφαίνεται να έχει επιτευχθεί βελτίωση της γενικής κατάστασης του λατομείου σε σύγκριση με τις παλαιότερες περιόδους λειτουργίας του (σελ 65 της γνωμοδότησής του), ότι, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, η δεύτερη εναγομένη δεν εκμεταλλευόταν το λατομείο ορθολογικά, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης.

Τέλος, συνέτρεχε υπαιτιότητα αυτής στην παράβαση του ως άνω μισθωτικού όρου, δοθέντος ότι η ίδια δεν απέδειξε την έλλειψή της. Οι ισχυρισμοί της, που ταυτίζονται με τις απόψεις του τεχνικού συμβούλου της, Ε. Κ., ότι η ως άνω παράβαση οφειλόταν αιτιωδώς σε προηγούμενη παράνομη εξορυκτική δραστηριότητα στον ίδιο χώρο του λατομείου από το έτος 1968, οπότε το εκμεταλλευόταν ο Γ., τις ζημίες της οποίας η ίδια δεν πρόλαβε να αποκαταστήσει, αλλά και στα δυσμενή καιρικά φαινόμενα στην περιοχή, ενώ η μη τήρηση του χρονοδιαγράμματος εργασιών οφειλόταν ειδικότερα στη μειωμένη ζήτηση των δομικών υλικών, συνεπεία της καθίζησης στην οικοδομική δραστηριότητα ένεκα της οικονομικής κρίσης στη Χώρα, δεν επαληθεύθηκαν.

Και τούτο, διότι αυτή εγκαταστάθηκε στο λατομείο από το έτος 2006 και, άρα, έως το έτος 2009, οπότε διαπιστώθηκαν το πρώτον από αρμόδια υπηρεσία παραβάσεις στη λειτουργία της, αλλά και μετά την ανάκληση της προσωρινής απαγόρευσης εκμετάλλευσης του λατομείου και έως την άσκηση της ένδικης αγωγής, όπως εκτέθηκε, είχε επαρκή συνολικό χρόνο για την ενεργοποίηση και την τήρηση του χρονοδιαγράμματος των εργασιών και, σε κάθε περίπτωση, για την επίδειξη της ίδιας προθυμίας και του ζήλου συμμόρφωσης στον ως άνω συμβατικό όρο, όπως έκανε εκ των υστέρων, εντός σύντομου χρονικού διαστήματος και δη από το τέλος του έτους 2017 και έως την παρούσα, επαναλαμβανόμενη συζήτηση των ένδικων εφέσεων.

Ούτε, άλλωστε, διαπιστώθηκε κωλυσιεργία των αρμόδιων δημόσιων υπηρεσιών στην έκδοση των απαιτούμενων αδειών που αναφέρθηκαν, ενώ αναφορικά με την άδεια λειτουργίας των μηχανολογικών εγκαταστάσεων, δεν προσκομίστηκε με επίκληση σχετικό έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι η δεύτερη εναγομένη είχε αιτηθεί τέτοια, πλην όμως, η αρμόδια Διεύθυνση Ανάπτυξης της Περιφερειακής Ενότητας Χανίων διέκοψε τη διαδικασία αδειοδότησης έως την οριοθέτηση ρέματος που διέρχεται από την περιοχή του λατομείου, όπως υποστηρίζει.

Ακόμη, τη δυνατότητα τήρησης του χρονοδιαγράμματος βάσει της ζήτησης της αγοράς και της ετήσιας εξόρυξης που ήδη γίνεται επισημαίνει και ο τεχνικός σύμβουλος Δ. Ι. (σχετ. σελ. 50 της τεχνικής έκθεσής του). Με βάση τα παραπάνω συμπεραίνεται ότι κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η εκμετάλλευση του λατομείου γινόταν κατά υπαίτια παράβαση του όρου 11 της σύμβασης μίσθωσης, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την, κατά τον ίδιο χρόνο, αυτοδίκαια λύση της, καθώς στον υπ' αριθμόν 15 συμβατικό όρο αυτής διαλαμβανόταν τέτοια συμφωνία των μερών, χωρίς τη συνδρομή άλλης προϋπόθεσης και χωρίς να απαιτείται καταγγελία της ή προηγούμενη διαμαρτυρία από τους εκμισθωτές, ενάγοντες.

Για το λόγο αυτό αλυσιτελώς προβάλλεται από τη δεύτερη εναγομένη ότι από τις τυχόν ενέργειες και παραλείψεις της δεν τέθηκε σε κίνδυνο ή παραβλάφτηκε το μίσθιο με οποιονδήποτε τρόπο. Παρέπεται δε ότι λόγω της λύσης αυτής νομιμοποιούνται ενεργητικά οι εκμισθωτές να ζητήσουν την απόδοση του μισθίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι έχει λυθεί η επίδικη μίσθωση λόγω παράβασης του ανωτέρω όρου της, υπ' αριθμόν 11, και συνεπεία τούτου να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να αποδώσει στους ενάγοντες τη χρήση του μισθίου, τυγχάνει ουσιαστικά βάσιμη, πλην όμως, η αυτοδίκαιη αυτή λύση επήλθε κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής και όχι από την 10.6.2009.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ότι επήλθε η αυτοδίκαιη λύση της επίδικης μίσθωσης, για τον ίδιο λόγο, την τελευταία ημερομηνία, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ παρέλειψε να αποφανθεί ως προς το αίτημα απόδοσης της χρήσης του μισθίου λόγω της λύσης αυτής, όπως βάσιμα προβάλλεται με τους σχετικούς λοιπούς λόγους των υπό στοιχεία Α και Γ εφέσεων.

Συνεπακόλουθα, πρέπει οι εφέσεις αυτές να γίνουν δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και κατά τα παραπάνω κεφάλαια, κατά τα οποία κρίθηκε ότι έσφαλε. Ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί και να δικαστεί η υπόθεση κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να δικαστεί η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και με βάση τα προεκτεθέντα να γίνει αυτή δεκτή, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Με βάση τα παραπάνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε την αγωγή ως προς την αναιρεσείουσα, αναγνώρισε την κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής λύση της σύμβασης μίσθωσης και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να αποδώσει στους αναιρεσίβλητους την χρήση του μισθίου εμβαδού 59.598,88 τ.μ. Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 6 του Κ.Μ.Λ.Ε. ως και του άρθρου 3 του Κ.Μ.Λ.Ε. σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ 1 εδ α του ν. 1428/1984 και του άρθρου 15 παρ. 2 και 5 του ν. 1428/1984, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 13 του ν.2115/1993 αλλά και εκ πλαγίου διότι 1) η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξηγεί σε ποια περίπτωση της διάταξης του άρθρου 6 του Κ.Μ.Λ.Ε εντάσσεται η κατά τις παραδοχές της έλλειψη της άδειας λειτουργίας μηχανολογικών εγκαταστάσεων για την οποία μάλιστα δεν γίνεται μνεία από τον επιθεωρητή μεταλλείων, ενώ και αληθής υποτιθέμενη η ως άνω αυτή έλλειψη, δεν εντάσσεται ούτε στο σχεδιασμό των μεταλλευτικών εργασιών ούτε με τον ρυθμό παραγωγής και την απρόσκοπτη παραγωγική ροή της εκμετάλλευσης ούτε με την καταστροφή εμπορεύσιμων κοιτασμάτων ούτε με την διαχείριση των εξορυκτικών αποβλήτων 2)ότι εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής η αναιρεσείουσα είχε παραλείψει τις οφειλόμενες ενέργειες προς τον σκοπό ορθολογικής λειτουργίας του λατομείου, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης οι εν λόγω ελλείψεις υπήρξαν απλές συστάσεις του τμήματος επιθεώρησης, ενώ και αληθείς υποτιθέμενες οι ως άνω ελλείψεις, δεν έχουν σχέση με τον σχεδιασμό των μεταλλευτικών εργασιών ούτε με τον ρυθμό παραγωγής και την απρόσκοπτη παραγωγική ροή της εκμετάλλευσης ούτε με την καταστροφή εμπορεύσιμων κοιτασμάτων ούτε με την διαχείριση των εξορυκτικών αποβλήτων 3) ότι με βάση της παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης που αφορούν στα βιβλία μετρήσεων σκόνης και θορύβου, στην μη τήρηση ζώνης προστασίας οκτώ μέτρων, στην δημιουργία πράσινης ζώνης και στην μη υποβολή φυτοτεχνικής μελέτης εσφαλμένα κατέληξε στο πόρισμα της ότι κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η εκμετάλλευση του λατομείου γινόταν κατά υπαίτια παράβαση του όρου 11 της σύμβασης μίσθωσης γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την κατά τον ίδιο χρόνο αυτοδίκαιη λύση της, καθώς στον με αρ. 15 συμβατικό όρο αυτής διαλαμβανόταν τέτοια συμφωνία των μερών χωρίς την συνδρομή άλλης προϋπόθεσης, διότι η μη καταγραφή στα βιβλία μετρήσεων σκόνης και θορύβου, η ζώνη προστασίας οκτώ μέτρων, η δημιουργία προστασίας πράσινης ζώνης κατά μήκος του λατομικού χώρου, η μη υποβολή φυτοτεχικής μελέτης σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αποτελέσουν ανορθολογική εκμετάλλευση του λατομείου, αφού δεν αναφέρονται και δεν σχετίζονται με εντοπισμό εκμεταλλεύσεων κοιτασμάτων ορυκτών υλών και με τον σχεδιασμό της ερευνητικής δραστηριότητας ούτε με την παραγωγική ροή της εκμετάλλευσης ή την καταστροφή εμπορευσίμων κοιτασμάτων.

Αυθαίρετα δε δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι σημαντικό κριτήριο ορθολογικής εκμετάλλευσης ενός λατομείου είναι η εφαρμογή του καθορισμένου χρονοδιαγράμματος εργασιών αφού στην διάταξη άρθρου 6 του Κ.Μ.Λ.Ε. δεν γίνεται τέτοια πρόβλεψη Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της λύσης της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία το πόρισμα το δικαστηρίου, αφού το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κατά το χρόνο που οι ενάγοντες υπεισήλθαν στην μισθωτική σχέση, δηλαδή την 16-7-2014 και σε κάθε περίπτωση κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής η δεύτερη εναγόμενη (αναιρεσείουσα) έκανε μη ορθολογική χρήση του λατομείου δηλαδή χρήση που δεν ήταν σύμφωνη με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, αλλά και με τις υποδείξεις των αρμοδίων επιθεωρητών μεταλλείων και των δασικών υπηρεσιών και με τις διατάξεις της θεωρημένης μελέτης περί προστασίας του περιβάλλοντος κατά παράβαση του με αρ. 11 όρου της σύμβασης, συνέπεια της οποίας ήταν η κατά τον όρο με αρ. 15 της σύμβασης επελθούσα λύση της μίσθωσης, εκθέτοντας ρητά και με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση του τις συγκεκριμένες παραβάσεις, που διαπιστώθηκαν από την επιθεώρηση Μεταλλείων, οι οποίες αναφέρονται στη σύμφωνα με τον νόμο μη ορθολογική εκμετάλλευση του λατομείου και την μη συμμόρφωση της αναιρεσείουσας στις σχετικές υποδείξεις αλλά και παραβάσεις που αφορούν στην μελέτη της προστασίας του περιβάλλοντος.

Δηλαδή αναλύονται όλα τα στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα του περί παράβασης του όρου 11 της σύμβασης μίσθωσης που είχε ως συνέπεια την λύση της μίσθωσης κατά τον ισχύοντα όρο με αρ. 15 της σύμβασης και δίχως να είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση, ενώ δεν δέχτηκε ότι η μίσθωση λύθηκε λόγω καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης ή ανάκλησης της άδειας αυτής, προϋποθέσεις άλλωστε που στην προκειμένη περίπτωση δεν απαιτούντο.

Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της έλλειψης απολογιών. Τούτο δε διότι οι ως άνω επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα, ως ελλείψεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Συνεπώς, ο πρώτος από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως προβάλλεται σύμφωνα με τα παραπάνω, ενώ απορριπτέος είναι και ο από τον αρ. 1 του άρθου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγος διότι το δικαστήριο καταλήγοντας στο προαναφερθέν πόρισμα του ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις του Κ.Μ.Λ.Ε., το άρθρο 6 του οποίου αναφέρεται στα γενικά κριτήρια ορθολογικής δραστηριότητας, οι οποίες ήταν εφαρμοστές, ενώ δεν δέχτηκε ότι συντρέχει περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας εκμετάλλευσης του λατομείου ή καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης και κατά συνέπεια ορθά δεν εφάρμοσε την διάταξη άρθρου 11 ν. 1482/1984. Επομένως μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρόντων (2ου, 3ης, 8ης, 10ης και 11ης) αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 31-10-2019 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ΑΝ4/2019) αίτηση αναίρεσης ως προς τους τέσσερεις τελευταίους αναιρεσίβλητους.

Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 31-10-2019 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ΑΝ4/2019) αίτηση αναίρεσης ως προς τους περιεχόμενους σε αυτή δεύτερο και τρίτο λόγους

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 31-10-2019 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ΑΝ4/2019) αίτηση για αναίρεση της με αρ. 217/2019 τελεσίδικης απόφασης και της με αρ. 61/2017 εν μέρει οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων"

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρόντων (2ου, 3ης, 8ης, 10ης και 11ης) αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ