Supreme Court allows appeal against appellate court for failing to declare payment order void due to procedural defect.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision, which had rejected the appellant's annulment request. The appellant argued that the lower court erred by accepting evidence not submitted during the initial payment order proceedings, violating procedural rules. The Court held that the appellate court failed to declare the payment order void as required by law, constituting a procedural defect that justified overturning the decision.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559(14) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must declare a payment order void if it fails to recognize a procedural defect, and an appeal is admissible when the court omits to declare such invalidity.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 872 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 872/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ... με την επωνυμία "... ..." και τον διακριτικό τίτλο "...", πρώην "... ΣΥΝ.Π.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Χρυσομάλλη.
Της αναιρεσίβλητης: Δευτεροβάθμιας Συνεταιριστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τζωράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 289/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-3-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 18-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 289/2014 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 63/7252/682/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν η από 22-12-2008 ανακοπή της αναιρεσείουσας για ακύρωση της ...2008 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Το Εφετείο Ανατολικής Κρήτης εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της ανακοπής απέρριψε αυτήν και επικύρωσε την άνω διαταγή πληρωμής. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Δικονομικές ακυρότητες που ιδρύουν τον παρόντα λόγο είναι εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις απαγγελλόμενες για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο διαδικαστικών πράξεων.
Με το λόγο αυτό κρίνεται και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που κατά παράβαση του άρθρου 623 Κ.Πολ.Δ. δεν αποδεικνύει άμεσα την απαίτηση και το ποσό της έτσι ώστε να δημιουργείται διαδικαστικό απαράδεκτο που ελέγχεται με τον παρόντα λόγο (Ολ.ΑΠ 10/97, ΑΠ 412/99). Ειδικότερα, κατά το αρθρ. 623 του ΚΠολΔ, μπορεί, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 του Κώδικα αυτού, να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Η απαίτηση, που μπορεί να αποδεικνύεται και από συνδυασμό περισσότερων τέτοιων εγγράφων, πρέπει κατά το άρθρ. 624§1 του ίδιου Κώδικα να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, κατά δε το άρθρ. 626§§2, 3 του ίδιου επίσης Κώδικα, η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος της απαίτησης στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό χρημάτων η χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, να επισυνάπτονται δε σ’ αυτή και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.
Εάν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 Κ.Πολ.Δικ. να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής. Εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 Κ.Πολ.Δικ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης και της δυνατότητας να αποδειχθεί με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 10/1997).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 443 Κ.Πολ.Δικ. για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ως εκδότης δε, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, θεωρείται εκείνος ο οποίος αναλαμβάνει υποχρεώσεις από το έγγραφο. Κατά το άρθρο δε 447 ιδίου Κώδικα, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη μόνο αν το προσκόμισε ο αντίδικος ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 Κ.Πολ.Δικ.
Έτσι είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση τιμολόγια - δελτία αποστολής εμπορευμάτων, μόνο αν τα έγγραφα αυτά φέρουν την υπογραφή του αγοραστή κατά τρόπο που να αποδέχεται την οφειλή του. Στην περίπτωση δε κατά την οποία έχει υπογράψει επί των εγγράφων αυτών (τιμολογίων-δελτίων αποστολής), κάτω από την δήλωση παραλαβής των εμπορευμάτων, τρίτο πρόσωπο, ως αντιπρόσωπος του υπόχρεου αγοραστή, πρέπει για την έκδοση διαταγής πληρωμής να αποδεικνύεται από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο και η προς τον τρίτο σχετική εντολή ή πληρεξουσιότητα.
Η προϋπόθεση αυτή επιβάλλεται και από την αρχή της ασφάλειας των συναλλαγών, διότι διαφορετικά ο φερόμενος ως αντιπροσωπευόμενος οφειλέτης, δεσμεύεται υπέρμετρα χωρίς να υπάρχει προηγούμενη καθαρή δήλωση της βούλησής του για αντιπροσωπευτική διάθεση (ΑΠ 682/2015, 1349/2013, ΑΠ1608/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την ένδικη ανακοπή της κατά της υπ’ αριθμ. ....../2008 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης που εξέδωσε εις βάρος της η αναιρεσίβλητη, βάσει των αναφερόμενων τριάντα ενός (31) τιμολογίων-δελτίων αποστολής εμπορευμάτων, που εκδόθηκαν από την αναιρεσίβλητη ως πωλήτρια στο όνομα της αναιρεσείουσας ως αγοράστριας και τα οποία, κατά τη διαταγή πληρωμής, υπέγραψε στη θέση του παραλήπτη, η καθ’ ής η αίτηση της διαταγής πληρωμής, χωρίς αναφορά του ονόματος του υπογράψαντος τα εν λόγω τιμολόγια φυσικού προσώπου και της ιδιότητας αυτού στην Ένωση, προέβαλε με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της ανακοπής της, οι οποίοι ενδιαφέρουν εν προκειμένω, ενόψει των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, ότι δεν συνέτρεχε η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης της αναιρεσίβλητης και του απαιτητού και ληξιπρόθεσμου αυτής (απαίτησης), δεδομένου ότι στα εκδοθέντα "επί πιστώσει" τιμολόγια-δελτία αποστολής, με βάση τα οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, α) δεν αναφέρεται αν η υπογραφή που φέρουν τα τιμολόγια ήταν του νομίμου εκπροσώπου της ανακόπτουσας ως παραλήπτριας των εμπορευμάτων ή έστω άλλων προσώπων νομίμως εξουσιοδοτημένων απ’ αυτήν για την παραλαβή τους και την υπογραφή από αυτά των αντίστοιχων τιμολογίων, ώστε να μην αποδεικνύεται εγγράφως ότι δεσμεύεται για την καταβολή του αναφερομένου στα εν λόγω τιμολόγια τιμήματος και β) δεν αναφέρεται στα τελευταία (τιμολόγια) ο χρόνος λήξης της πίστωσης, ώστε να κριθεί το απαιτητό και ληξιπρόθεσμο της απαίτησης κατά τον χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής, καθώς και ο χρόνος για την επιδίκαση τόκων των αναφερομένων στα τιμολόγια αυτά ποσών, αλλά η μοναδική αναφορά που γίνεται στην διαταγή πληρωμής είναι ότι για το συνολικό οφειλόμενο ποσό των 1.702.865,57 ευρώ των άνω τιμολογίων, των οποίων νόμιμη κομίστρια ως εκδότρια και πωλήτρια των αναφερομένων σ’ αυτά εμπορευμάτων τυγχάνει η αιτούσα, τα οποία η καθ’ ής δεν εξόφλησε παρά την εξώδικη όχληση της αιτούσας (αναιρεσείουσας) που έχει επιδοθεί νομίμως στην καθ’ ής...
Το Εφετείο, ερευνώντας την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί την ανακοπή και ακύρωσε την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με αίτηση της καθ’ ής ανακοπή, ήδη εκκαλούσας και ασκούσας πρόσθετους λόγους εφέσεως (ήδη αναιρεσίβλητης) και με βάση τα επικαλούμενα σ’ αυτή προσκομιζόμενα τιμολόγια-δελτία αποστολής, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. ...2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία διατάχθηκε η ανακόπτουσα ήδη εφεσίβλητη και καθ’ ής οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως (αναιρεσείουσα), να της καταβάλει το ποσό των 1.702.865,57 ευρώ, που αφορούσε τίμημα μη εξοφληθέντος τιμήματος πωλήσεως, με το νόμιμο τόκο από τη συμπλήρωση χρονικού διαστήματος 120 ημερών από την έκδοση εκάστου τιμολογίου-δελτίου αποστολής.
Οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως καταρτίστηκαν μεταξύ της καθ’ ής η ανακοπή, τοπικής αγροτικής συναιτεριστικής ένωσης Ηρακλείου, ως πωλήτριας τυποποιημένου ελαιολάδου των παραγωγών μελών της και της κεντρικής συνεταιριστικής ένωσης ελαιοπαραγωγών Ελλάδος, ως αγοράστριας, κατά το χρονικό διάστημα από 17-5-2007 μέχρι 23-4-2008, κατά το οποίο εκδόθηκαν για τις επιμέρους πωλήσεις τα αντίστοιχα τιμολόγια-δελτία αποστολής.
Έτσι εκδόθηκαν τα με αριθμούς και με ημερομηνία των διαδοχικών πωλήσεων, τιμολόγια-δελτία αποστολής... Στα έγγραφα αυτά αναφέρεται η συμφωνία για πίστωση του αναγραφόμενου τιμήματος, καθώς και η παράδοση και παραλαβή των πωληθέντων εμπορευμάτων στην Αθήνα, επίσης έχουν τεθεί υπογραφές στις οικείες θέσεις από την πλευρά της πωλήτριας κάτω από την ένδειξη για την ένωση και της αγοράστριας κάτω από την ένδειξη ο παραλαβών και επί πλέον έχει υπογράψει και ο μεταφορέας.
Ειδικότερα, η παραλαβή των εμπορευμάτων, που αναφέρονται στα τιμολόγια αποδεικνύεται από την τεθείσα σ’ αυτά υπογραφή του παραλαβόντος, χωρίς ποτέ να υπάρξει αμφισβήτηση ή να διατυπωθεί διαμαρτυρία για μη παραλαβή των πωλουμένων ποσοτήτων. Ο χρόνος πίστωσης του τιμήματος αναφέρεται τόσο στην από 4-2-2006 έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, με την οποία συμφωνήθηκε η πώληση του ελαιολάδου έναντι συμφωνημένου τιμήματος, καταβλητέου μέσα σε 120 ημέρες από την έκδοση εκάστου τιμολογίου, όσο και στην από 29-8-2008 έγγραφη εξώδικη δήλωση, που απηύθυνε η καθ’ ής η ανακοπή προς την ανακόπτουσα για την καθυστέρηση καταβολής του τιμήματος των επίδικων πωλήσεων.
Η έγγραφη εξώδικη δήλωση επιδόθηκε από την καθ’ ής η ανακοπή την 8-9-2008 στην ανακόπτουσα με την έκθεση επιδόσεως .../8-9-2008 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Α., της οποίας γίνεται μνεία στο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής. Έτσι, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, μετά τον έλεγχο των ανωτέρω εγγράφων, που τέθηκαν υπόψη του, εξέδωσε σύννομα την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, αφού από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται η απαίτηση της καθ’ ής η ανακοπή για καταβολή τόκων επί του ποσού του πιστωθέντος τιμήματος.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της ανακοπής, που συνίσταται σε άρνηση της συνδρομής των τυπικών προϋποθέσεων της εγκυρότητας έκδοσης της διαταγής πληρωμής ως προς την καταδίκη σε καταβολή τόκων, διότι, κατά την ανακόπτουσα, η απαίτηση τόκων δεν αποδεικνύεται εγγράφως, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος".
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι "....Η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ανωτέρω τριάντα ένα (31) τιμολόγια-δελτία αποστολής εκδόσεως της καθ’ ής η ανακοπή, στα οποία αναγράφονται τα φορολογικά στοιχεία της ανακόπτουσας και έχουν υπογραφεί από υπάλληλό της, από πρόσωπο δηλαδή, που είχε εξουσιοδοτηθεί για το σκοπό αυτό.
Εξάλλου, ειδικά σε εμπορική συναλλαγή αποτελεί συνήθη πρακτική μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, κατά την παράδοση των εμπορευμάτων τα τιμολόγια πωλήσεως-δελτία αποστολής να μην υπογράφονται από τον ίδιο τον αγοραστή, αλλά υπάλληλό του, ο οποίος και τα παραλαμβάνει, εξουσιοδοτημένος προς τούτο, προφορικά από τον αγοραστή, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή, αν προσδιορίζεται ή κατονομάζεται συγκεκριμένο πρόσωπο σ’ αυτά.
Έτσι αποδεικνύεται ότι στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών των διαδίκων εκδόθηκαν τα τιμολόγια-δελτία αποστολής, από τα οποία εξοφλήθηκε μόνο το πρώτο (...-5-2007), ενώ οφείλονται τα υπόλοιπα, συνολικού ποσού 1.702.865,57 ευρώ .... Μετά από αυτά, αποδεικνύεται εγγράφως η απαίτηση της καθ’ ής η ανακοπή κατά της ανακόπτουσας από τις μεταξύ τους διαδοχικές συμβάσεις πώλησης εμπορευμάτων, καθώς και το οφειλόμενο ποσό του τιμήματος, ώστε να είναι επιτρεπτή, η με βάση την απαίτηση αυτή έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής και ο δεύτερος λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε την ένδικη διαταγή πληρωμής. Έτσι όμως δεν υφίσταται παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι συνέτρεξε προς έκδοση της διαταγής πληρωμής η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης, τόσο της πληρεξουσιότητας ή εντολής της αναιρεσείουσας προς τον υπάλληλο της, ο οποίος δεν κατονομάζεται, για υπογραφή των τριάντα ενός (31) (τιμολογίων-δελτίων αποστολής, που δεν φέρουν την υπογραφή της, αλλά του μη κατονομαζόμενου υπαλλήλου αυτής), όσο και του χρόνου για τον οποίο πιστώθηκε το αναγραφόμενο στα τριάντα ένα τιμολόγια-δελτία αποστολής τίμημα των πωληθέντων εμπορευμάτων (ελαιολάδου), αφού η επικαλούμενη από 4-2-2006 έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, κατά την οποία συμφωνήθηκε ότι το τίμημα των επί μέρους πωλήσεων που αναφέρονται στα εν λόγω τιμολόγια, ήταν καταβλητέο εντός 120 ημερών από την έκδοση εκάστου τιμολογίου, δεν προσκομίσθηκε με την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ούτε και αναφέρεται στην τελευταία ότι λήφθηκε υπόψη τέτοια έγγραφη συμφωνία, ώστε να κριθεί, αφενός μεν το απαιτητό ή όχι του ως άνω τιμήματος, από έγγραφο που αποδέχεται ή αγοράστρια, αφετέρου δε ο χρόνος της πίστωσης, από την συμπλήρωση του οποίου θα οφείλοντο τόκοι για το τίμημα εκάστου τιμολογίου.
Μόνη δε η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση 1) ότι ο μη κατονομαζόμενος υπάλληλος είχε υπογράψει τα ως άνω 31 τιμολόγια ως εξουσιοδοτημένος προς τούτο από την αναιρεσείουσα αγοράστρια, χωρίς να απαιτείται προς τούτο και έγγραφη πληρεξουσιότητα, και 2) ότι στα επίμαχα τριάντα ένα τιμολόγια-δελτία αποστολής, δεν αναφερόταν ορισμένος χρόνος πίστωσης του τιμήματος, προκύπτει όμως αυτό από την από 29-8-2008 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα από την καθ’ ής η ανακοπή στις 8-9-2008, η οποία επισυνάπτετο στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και στην οποία γίνεται αναφορά του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού για πίστωση του τιμήματος εκάστου τιμολογίου για διάστημα 120 ημερών από της εκδόσεως αυτού, δεν είναι αρκετή για να θεμελιώσει, τόσον έγγραφη απόδειξη περί παροχής από την αναιρεσίβλητη έγγραφης εντολής και πληρεξουσιότητας στον μη κατονομαζόμενο υπάλληλο της αναιρεσείουσας που υπέγραψε τα άνω τιμολόγια, όσον και ως προς το χρόνο για τον οποίο πιστώθηκε το αναφερόμενο στα επίμαχα (τριάντα ένα) τιμολόγια-δελτία αποστολής τίμημα, αφού δε συνοδεύεται από παραδοχή ότι η εντολή και πληρεξουσιότητα και ο χρόνος πληρωμής του αναγραφόμενου σ’ αυτά "επί πιστώσει" τιμήματος αποδεικνύεται, είτε από το περιεχόμενο των τιμολογίων-δελτίων παραλαβής, είτε από άλλο συγκεκριμένο έγγραφο που επισυνάπτετο στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, και ιδία της επικαλούμενης μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ως προς τον χρόνο πληρωμής του πιστωθέντος τιμήματος εκάστου τιμολογίου.
Αντίθετα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, τόσον την ύπαρξη πληρεξουσιότητας και το απαιτητό του τιμήματος, όσον και του χρόνου πίστωσης του αναγραφόμενου στα άνω τιμολόγια τιμήματος, στηριζόμενη στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού, συμπεριλαμβανομένων, των μαρτυρικών καταθέσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, των εγγράφων που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του και δεν επισυνάπτονταν στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, των δικαστικών τεκμηρίων που συνήγαγε από τις προσκομισθείσες σ’ αυτό αποδείξεις, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας που έλαβε υπόψη, μεταξύ των οποίων "ότι στις εμπορικές συναλλαγές αποτελεί συνήθη πρακτική μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, κατά την παράδοση των εμπορευμάτων τα τιμολόγια πωλήσεως-δελτία αποστολής να μην υπογράφονται από τον ίδιο τον αγοραστή, αλλά από υπάλληλό του, ο οποίος τα παραλαμβάνει, εξουσιοδοτημένος προς τούτο, προφορικά από τον αγοραστή".
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ. γιατί παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, δηλαδή να προβεί σε ακύρωση της διαταγής πληρωμής λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου. Επομένως οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ.
αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμοι.
Συνεπώς, μετά την παραδοχή των ως άνω λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καταλαμβάνει τους λοιπούς, ώστε να παρέλκει η ερευνά τους, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 289/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Ακολούθως, μη απαιτούμενης άλλης διευκρίνισης της κρινομένης υπόθεσης, πρέπει να κρατηθεί αυτή και να δικασθεί από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 580 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ενόψει δε των όσων έγιναν δεκτά ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν κατ’ ουσίαν η από 21-03-2011έφεση και οι από 10-03-2014 πρόσθετοι λόγοι έφεσης της ανακόπτουσας (εκκαλούσας) κατά της υπ’ αριθ. 63/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το οποίο απέρριψε την από 22-02-2008 ανακοπή της και ακύρωσε την υπ’ αριθ. ...2008 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 289/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Κρατεί και δικάζει την από 21 Μαρτίου 2011 έφεση και τους από 10 Μαρτίου 2014 πρόσθετους λόγους έφεσης της ανακόπτουσας-εκκαλούσας κατά της υπ’ αριθ. 63/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 24 Μαΐου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ