Supreme Court dismisses appeal on abuse of dependence claim, upholding lower court's application of substantive law.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding a commercial dispute. The appellant argued that the lower court violated substantive law by failing to recognize abuse of economic dependence and incorrectly rejecting claims for damages. The court held that the lower court correctly applied the law, finding no abuse of dependence and noting the appellant had viable alternative solutions, thus rejecting the appeal as unfounded.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only upon violation of substantive law, and the appellate court must verify whether the lower court's reasoning was logically sound and free from contradictions.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 870 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 870/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην .. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γαλάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κυριακίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/7/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 672/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3243/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/11/2018 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 135/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 20-11-2018 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ύστερα από την υπ' αριθμ. 135/2022 πράξη του Προέδρου του τμήματος λόγω επανασυζήτησης κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ.
Υπόκειται προς κρίση η από 20-11-2018 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 3243/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 26-10-2016 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 672/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει κατ' ουσίαν την από 9-7-2010 αγωγή της κατά της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, και αναγνώρισε ότι η τελευταία οφείλει να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 47.884,76 ευρώ με βάση τις διατάξεις του ν. 703/1977 και 914επ., 919, 513 ΑΚ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 148/2008). Με τη διάταξη του άρθρου 2α του Ν. 703/1977 (το οποίο είχε καταργηθεί με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 2837/2000, προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3373/2005, καταργήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3784/2009, ΦΕΚ Α' 137/07-08-2009 και εισήχθη ήδη με το άρθρο 29 παρ.1 του Ν. 3734/2009 στο Ν. 146/1914 ως αυτοτελές άρθρο 18 Α), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την ένδικη υπόθεση χρόνο, ορίζεται ότι, στα πλαίσια του ελεύθερου ανταγωνισμού των επιχειρήσεων, απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση.
Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. Πάντως, βάσει των ανωτέρω, αυτό το οποίο απαγορεύεται δεν είναι η οικονομική εξάρτηση, αλλά η καταχρηστική εκμετάλλευση αυτής.
Η δε έννοια της καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεν ορίζεται στο νόμο, ο οποίος περιορίζεται στην ενδεικτική απαρίθμηση ορισμένων μορφών αυτής. Ως εκ τούτου, για τον προσδιορισμό της εν λόγω έννοιας, λαμβάνονται υπόψη ο σκοπός και το αντικείμενο προστασίας του Ν. 703/1977, δηλαδή η προστασία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, καθώς και η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων.
Συνεπώς, νομικά κρίσιμη είναι η συμπεριφορά καθεαυτή της επιχείρησης, από την οποία εξαρτώνται οι έτερες επιχειρήσεις, και όχι τα κίνητρα ή οι σκοποί της, τα οποία μπορεί να έχουν επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό ρόλο. Αρκεί, δηλαδή, η ως άνω συμπεριφορά, με τις ακολουθούμενες μεθόδους και πρακτικές, να τείνει να περιορίσει τον ανταγωνισμό ή να είναι ικανή ή να ενδέχεται να έχει τέτοιο αποτέλεσμα (βλ.
ΑΠ 1286/2011, ΑΠ 1042/2009). Ειδικότερα, για την υπαγωγή των ενεργειών μίας επιχείρησης στην απαγόρευση της ως άνω διάταξης του άρθρου 2α του Ν. 703/1977, δηλαδή στην απαγόρευση καταχρηστικής εκμετάλλευσης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, θα πρέπει, καταρχάς, να υφίσταται σχέση οικονομικής εξάρτησης μιας άλλης επιχείρησης από αυτήν, από την οποία προμηθεύεται ή την οποία προμηθεύει.
Η εξάρτηση αυτή μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι η εξαρτώμενη επιχείρηση, λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας και των επενδύσεων, στις οποίες έχει προβεί, προσαρμοζόμενη στις ανάγκες διάθεσης και προώθησης των προϊόντων της επιχείρησης από την οποία εξαρτάται, δεν θα μπορούσε να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες.
Δηλαδή, θα πρέπει η εξαρτώμενη επιχείρηση να μη διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, με την έννοια ότι δεν προσφέρονται καθόλου τέτοιες λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα, με την έννοια ότι δεν μπορεί να προμηθεύεται τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες από άλλη πηγή, ή να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις ή, αν μπορεί, θα το πράττει, όχι με τους ίδιους αλλά με δυσμενέστερους όρους, οι οποίοι θα είχαν ως αποτέλεσμα την περιέλευσή της σε δυσμενή, έναντι των ανταγωνιστών της, θέση, αφού μειώνεται έτσι σημαντικά η ικανότητα της να αντεπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, πράγμα που μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία να συνεχίσει τη λειτουργία της.
Επιπρόσθετα, για την υπαγωγή στην ίδια ως άνω απαγόρευση της διάταξης του άρθρου 2α του Ν. 703/1977, η επιχείρηση, από την οποία εξαρτώνται οι άλλες, θα πρέπει να προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω εξάρτησης, δηλαδή να εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτώμενης ή των εξαρτώμενων επιχειρήσεων να διαθέτουν άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση, με μέσα και πρακτικές, όπως η αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των τελευταίων (ΑΠ 533/2016, 1084/2013).
Η δε παράβαση του άρθρου 2α του Ν. 703/1977 συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά τρόπο ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση. Η δε αξίωση προς αποζημίωση προϋποθέτει, στο πλαίσιο αυτό, πλην της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της πρόκλησης ζημίας, την απαραίτητη για τη θεμελίωση ης αξίωσης αποζημίωσης, αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της πρόκλησης ζημίας.
Η αιτιώδης αυτή συνάφεια υφίσταται όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ήταν επαρκής, δηλαδή ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και να επέφερε πράγματι αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Πρόσφορη δε μπορεί να είναι η αιτία, η οποία είχε γενικά την τάση, την ικανότητα, να οδηγήσει σε αυτήν, σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Ζημία, όμως, η οποία οφείλεται στην ιδιομορφία της συγκεκριμένης περίπτωσης και όχι στη γενική τάση της εξεταζόμενης αιτίας, δεν θεωρείται ότι συνδέεται κατά τρόπο πρόσφορο με αυτήν.
Έτσι, όταν η υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων εξαρτάται και από τη συμπεριφορά άλλου προσώπου ή από τη βούληση αρχής, δεν υφίσταται πρόσφορη αιτία της προκληθείσας ζημίας από την αδικοπρακτική συμπεριφορά (ΑΠ 1758/2014, ΑΠ 1784/2014). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 919 του ΑΚ, όποιος από πρόθεση ζημίωσε άλλον, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Η διάταξη αυτή, με τη γενική ρήτρα των χρηστών ηθών, συμπληρώνει τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, επεκτείνοντας την αδικοπρακτική ευθύνη και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το αίσθημα δικαίου απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας του παθόντος. Επιπρόσθετα, διευρύνει την έννοια της κατάχρησης δικαιώματος, αφού δεν περιορίζεται, όπως η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, στην άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, αλλά καταλαμβάνει και κάθε παράλειψη από τη γενική ατομική ελευθερία, τις λεγόμενες φυσικές ευχέρειες, δηλαδή τις εξουσίες που απολαμβάνει κάθε πρόσωπο με ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας.
Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει ενέργεια του ζημιώσαντος, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη, δηλαδή στις αντιλήψεις του εκάστοτε, κατά την κοινή αντίληψη, χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Προκειμένου δε να κριθεί αν υφίσταται τέτοιου είδους αντίθεση στα χρηστά ήθη, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του θεμιτού τυχόν σκοπού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής.
Η ίδια διάταξη προϋποθέτει ότι η ενέργεια αυτή του ζημιώσαντος έγινε με πρόθεση (δόλο) ζημίας του άλλου, χωρίς όμως και να απαιτείται να ενήργησε ο ζημιώσας με αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον ζημιωθέντα, αλλά αρκεί ότι πρόβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση της ζημίας από τη συμπεριφορά του και να αποδέχθηκε το (έστω μη σκοπούμενο) ενδεχόμενο αυτό.
Από την πράξη δε αυτή του ζημιώσαντος απαιτείται να επήλθε πράγματι ζημία, συνδεόμενη αιτιωδώς με την ανήθικη και δόλια συμπεριφορά του. Είναι δε δυνατό συγκεκριμένη συμπεριφορά να είναι αντίθετη τόσο στη διάταξη του άρθρου 919 του ΑΚ, όσο και στη διάταξη του άρθρου 914 ομοίως του ΑΚ (βλ. ΑΠ 852/2015, ΑΠ 455/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την από 9-7-2010 αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας και διανομής τροφίμων και δη προϊόντων βιολογικής παραγωγής, εστιάζοντας στον τομέα των βιολογικών τυροκομικών προϊόντων.
Ότι ο βασικός μέτοχός της, κατόπιν εξειδικευμένης εμπειρίας του στον ίδιο τομέα, μέσω της προσωπικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και του καταστήματος σούπερ-μάρκετ που διέθετε, απέσπασε από την προσωπική αυτή εταιρία τον κλάδο βιολογικών προϊόντων, ιδρύοντας το έτος 2002 αυτήν (την ενάγουσα) με το προαναφερόμενο αντικείμενο δραστηριότητας, κατακτώντας σημαντικό μερίδιο αγοράς.
Ότι, ήδη από την ίδρυσή της, συνεργάστηκε άρτια και προσοδοφόρα με την εναγόμενη, προμηθεύοντας αυτήν βιολογικά τυροκομικά προϊόντα και αλλαντικά. Ότι η εναγόμενη, που εκπροσωπεί το 17% της αγοράς, στην οποία δραστηριοποιείται η ενάγουσα, ήταν η σημαντικότερη πελάτης της, δεδομένου ότι, όπως διαπιστώθηκε στην πορεία της συνεργασίας τους, το καταναλωτικό κοινό αυτής ήταν πιο δεκτικό στα βιολογικά προϊόντα από το αντίστοιχο των λοιπών μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ.
Ότι, παρά ταύτα, η ίδια (η ενάγουσα) ανέπτυξε και εξαγωγική δραστηριότητα, όπως και συνεργασία και με άλλες συναφείς με την εναγόμενη εταιρίες, πλην των "...", ως προς τις οποίες, εκπροσωπούσες το 50% της οικείας αγοράς, είχε δεσμευθεί, έναντι της εναγομένης, δυνάμει σχετικού συμβατικού όρου, τον οποίο τήρησε, να μην συνεργασθεί.
Ότι, ειδικότερα, η συνεργασία της ενάγουσας με την εναγομένη ανανεωνόταν ετησίως και εγγράφως, με σχεδόν πάγιους όρους, όπως εκείνους που αφορούσαν στην εξόφληση των τιμολογίων εκ μέρους της εναγομένης, η οποία είχε συμφωνηθεί να λαμβάνει χώρα εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος και δη εντός 25 ημερών από το τέλος του μήνα που αφορούσαν τα σχετικά τιμολόγια.
Ότι, στην πορεία της συνεργασίας τους, η εναγομένη, αναλάμβανε μεν προωθητικές των προϊόντων της ενάγουσας ενέργειες, εξασφάλιζε όμως υπέρ αυτής τόσο σημαντικές εκπτώσεις, οι οποίες το 2008 κατέληξαν σε ποσοστό 39%. Ότι, δεδομένης της άρτιας και μακρόχρονης συνεργασίας της με την εναγομένη, η ενάγουσα από το έτος 2005 μίσθωσε εργοστάσιο στην …, καθιστάμενη πλέον και η ίδια παραγωγός των βιολογικών προϊόντων που εμπορευόταν.
Ότι, στη συνέχεια, προέβη σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για τη δημιουργία ιδιόκτητης μονάδας παραγωγής βιολογικού γάλακτος στη ….., ώστε η σχετική επένδυσή της, τον Απρίλιο του έτους 2009, υπήχθη στις διατάξεις του Ν. 3299/2004, με ημερομηνία ένταξης Νοέμβριο του 2008, εγκεκριμένου ύψους 3.460.000 ευρώ, εκ των οποίων 2.070.000 ευρώ αντιστοιχούσε σε επιχορήγηση από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών.
Ότι, ενόψει των προαναφερόμενων, ιδίως ενόψει του όρου απαγόρευσης με τις προαναφερόμενες εταιρίες που κατείχαν το 50% του τομέα αγοράς που δραστηριοποιούνταν η ενάγουσα, αλλά και του γεγονότος ότι το έτος 2008 οι πωλήσεις αυτής προς την εναγομένη αποτελούσαν το 67,4% των συνολικών πωλήσεών της (της ενάγουσας), η τελευταία τελούσε σε σχέση οικονομικής εξάρτησης από την εναγομένη, αφού η βιωσιμότητά της, κατά βάση, είχε εξαρτηθεί από τη συνεργασία τους.
Ότι, η εναγομένη, ήδη από τον Ιούνιο του έτους 2007 είχε προσεγγίσει το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, προκειμένου να εξαγοράσει την ανωτέρω προσωπική εταιρία συμφερόντων του τελευταίου, ώστε να εξασφαλίσει και τη χρήση του σούπερ μάρκετ που διέθετε η ίδια προσωπική εταιρία, αφού αυτό ήταν το μοναδικό στην περιοχή (...") όπου ήταν εγκατεστημένο.
Ότι, αφού ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας αρνήθηκε την πρόταση αυτή εξαγοράς, η εναγομένη επανέλαβε την πρότασή της μετά από δύο μήνες, εισπράττοντας ομοίως αρνητική απάντηση, ενώ σχετικές πιέσεις, για τον ίδιο λόγο, ασκήθηκαν από την εναγομένη και κατά τη διάρκεια του έτους 2008, με ομοίως αρνητικό αποτέλεσμα.
Ότι, κατόπιν τούτου και εξαιτίας της άρνησης αυτής, η εναγομένη προχώρησε σε εφαρμογή σχεδίου οικονομικής εξόντωσης της ενάγουσας, εν γνώσει της οικονομικής εξάρτησης της τελευταίας, προκειμένου να κάμψει την άρνηση της προαναφερόμενης πρότασής της. Ότι, ειδικότερα, με το σκοπό αυτό, η εναγομένη το Φεβρουάριο του έτους 2008 αιφνίδια διέκοψε προσωρινά την προμήθεια παρμεζάνας από την ενάγουσα και την απέσυρε από τα ράφια της, τοποθετώντας το ίδιο προϊόν άλλης εταιρίας, την οποία επανέφερε τελικά μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2009, έπειτα από διαμαρτυρίες της ενάγουσας.
Ότι, με τον ίδιο ως άνω σκοπό, η εναγομένη το Νοέμβριο του έτους 2008 διέκοψε την προμήθεια από την ενάγουσα του προϊόντος "φέτα 700 γραμ.", ενώ από το Δεκέμβριο του ίδιου έτους διέκοψε την προμήθεια και των προϊόντων "κατσικίσιο 350 γραμ." και "φέτα 350 γραμ.". Ότι, ομοίως με τον ίδιο ως άνω σκοπό, η εναγομένη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή του τιμήματος των προμηθευόμενων από την ενάγουσα προϊόντων, προβαίνοντας σε μερική εξόφληση αυτού και μάλιστα με καθυστέρηση, καταλείποντας υπόλοιπο, ανεξόφλητο μέχρι και τον τρέχοντα χρόνο, ύψους 47.884,76 ευρώ, όπως αυτό ειδικότερα αναλύεται και προκύπτει από τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής τιμολόγια.
Ότι, αποκορύφωμα των πιέσεων που ασκούσε η εναγομένη, ήταν το γεγονός ότι τον Οκτώβριο του έτους 2008, ανακοίνωσε στην ενάγουσα ότι δεν κέρδισε το διαγωνισμό που διεξήγαγε η ίδια, για την ανεύρεση παραγωγού των προϊόντων που θα εμπορευόταν με δική της επωνυμία ("private lebel"), με την αιτιολογία ότι δεν διέθετε (η ενάγουσα) ιδιόκτητη τυροκομική μονάδα, αλλά ενοικιαζόμενη, αιτιολογία η οποία συνιστούσε μόνον πρόφαση, δεδομένου ότι η ενάγουσα είχε κερδίσει τον αντίστοιχο διαγωνισμό του αμέσως προηγούμενου έτους.
Ότι, ενόψει των πιέσεων που ασκούσε η εναγομένη, η ενάγουσα, προκειμένου να απεγκλωβισθεί, αναφορικά με την εξάρτησή της από αυτήν, ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την εταιρία "...", οι οποίες κατέληξαν σε συμφωνία το Δεκέμβριο του έτους 2008 για πανελλαδική διανομή των προϊόντων της στην ελληνική αγορά για 3 έτη.
Ότι, ωστόσο, η συνεργασία αυτή δεν μπορούσε να αποδώσει και δη άμεσα και ότι, η εναγομένη, αντιλαμβανόμενη τα ανωτέρω, προκειμένου να εντείνει τις πιέσεις της προς την ενάγουσα, από τις αρχές του έτους 2009 μείωσε κατακόρυφα τις παραγγελίες της προς την τελευταία, σε ποσοστό περί το 54%, με αποτέλεσμα να υπάρξει αντίστοιχη κατακόρυφη πτώση των εσόδων της (της ενάγουσας).
Ότι, όμως, δεδομένου ότι η γαλακτική περίοδος διαρκεί από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο, οπότε και παράγεται ποσότητα γάλακτος για να καλυφθεί παραγωγή τυριού για 18 μήνες, η ενάγουσα, προκειμένου να είναι σε θέση να εκτελέσει τις μέλλουσες παραγγελίες της εναγομένης για το χρονικό διάστημα Ιανουάριου 2009 - Ιουνίου 2010, όπως εκτίμησε την ποσότητα των μελλουσών παραγγελιών, λαμβάνοντας υπόψη τις παραγγελίες της προηγούμενης αντίστοιχης περιόδου που είχαν ανέλθει στους 55 τόνους τυριού, σημειώνοντας, σε σχέση με την ακόμα προηγούμενη περίοδο, αύξηση 48%, προμηθεύτηκε 81 τόνους τυριού, ενώ ήδη είχε 27 τόνους από την παραγωγή του 2008, που προορίζονταν να παραληφθούν από την εναγομένη για το πρώτο εξάμηνο του έτους 2009.
Ότι, ενόψει του γεγονότος ότι η εναγομένη μείωσε, κατά τα προαναφερόμενα, κατακόρυφα τις παραγγελίες της, η ενάγουσα βρέθηκε στις αρχές του έτους 2009 να έχει στις αποθήκες της απόθεμα συνολικά 108 τόνων βιολογικού τυριού, τους οποίους αδυνατούσε να διαθέσει στην αγορά. Ότι, εξαιτίας αυτού, η ενάγουσα βρέθηκε, κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2009, σε δεινή οικονομική θέση, αδυνατώντας να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις, αφού ο κύκλος εργασιών της μειώθηκε αιφνίδια κατά το ήμισυ.
Ότι, προκειμένου να είναι συνεπής στους εργαζομένους της και στους συνεργαζόμενους με αυτήν παραγωγούς, (η ενάγουσα) αναγκάστηκε να προβεί σε μεταβίβαση των περιουσιακών της στοιχείων σε τιμή πολύ μειωμένη σε σχέση με την πραγματική τους αξία. Ότι, ειδικότερα πώλησε και μεταβίβασε στην εταιρία "..." πέντε σήματά της, αντί συνολικού τιμήματος 320.000, πλέον ΦΠΑ, ενώ η πραγματική αξία αυτών ανερχόταν στο ποσό των 1.147.730,70 ευρώ, ζημιούμενη έτσι με το ποσό των 827.730,70 ευρώ.
Ότι, για τον ίδιο ως άνω λόγο, η ενάγουσα, πιεζόμενη από τον κίνδυνο να μείνει αδιάθετο το ανωτέρω απόθεμα, το οποίο σχηματίστηκε κυρίως για την κάλυψη των αναγκών της εναγόμενης, αναγκάστηκε να το πωλήσει σε τιμή χαμηλότερη του επίσημου καταλόγου της. Ότι, συγκεκριμένα, αναγκάστηκε να πωλήσει: α) 92.263,80 κιλά φέτας έναντι συνολικού τιμήματος 537.114,68 ευρώ, ενώ εάν πουλούσε την αντίστοιχη ποσότητα στις συσκευασίες των 350 γραμμαρίων και των 700 γραμμαρίων, με βάση τις τιμές του επίσημου τιμοκαταλόγου της, θα εισέπραττε 1.159.755,97 ευρώ, ζημιωθείσα έτσι με το ποσό των 622.641,29 ευρώ, και β) 48.040 κιλά κατσικίσιο τυριού έναντι συνολικού τιμήματος 303.588,55 ευρώ, ενώ εάν πωλούσε την αντίστοιχη ποσότητα στη συσκευασία των 350 γραμμαρίων θα εισέπραττε 624.520 ευρώ, ζημιωθείσα έτσι κατά το ποσό των 320. 931, 45 ευρώ, και συνολικά από την αιτία αυτή ζημιώθηκε συνολικά κατά το ποσό των 943.572,74 ευρώ.
Ότι, πλην της πώλησης του αποθέματος εμπορευμάτων της και των σημάτων της, η ενάγουσα μεταβίβασε και τον εξοπλισμό της, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να συνεχίσει την παραγωγική διαδικασία, να αδρανοποιηθεί και έτσι να απωλέσει τη δυνατότητα χρήσης της επιχορήγησης, ύψους 2.070.900 ευρώ, που είχε εξασφαλίσει κατόπιν ένταξής της, στο ανωτέρω αναφερόμενο επενδυτικό πρόγραμμα.
Ότι η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της εναγομένης ήταν παράνομη και υπαίτια, αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 2α του Ν. 703/1977, αφού προέβη σε καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης υπό την οποία τελούσε η ενάγουσα, επιδιώκοντας την οικονομική εξόντωση της τελευταίας, ώστε ο μέτοχος αυτής να αναγκασθεί, υπό πίεση, να της εκποιήσει την προσωπική εταιρία συμφερόντων του και δη το κατάστημα σούπερ μάρκετ που διέθετε η τελευταία.
Ότι η ίδια συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία συνιστά και αδικοπραξία, προκάλεσε στην ενάγουσα ηθική βλάβη, αφού κλόνισε την εμπορική πίστη και την επαγγελματική της υπόληψη. Ότι, επικουρικά, η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης, με την οποία εκ προθέσεως ζημίωσε την ενάγουσα, αντίκειται στα χρηστά ήθη.
Ζήτησε δε η ενάγουσα να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να της καταβάλει: α) το συνολικό χρηματικό ποσό των 3.841.303,44 ευρώ, ως αποζημίωση, για την αποκατάσταση των προπεριγραφόμενων ζημιών της, μέρος του οποίου ήταν και το ποσό των 943.572,74 ευρώ, β) το συνολικό χρηματικό ποσό των 47.884,76 ευρώ, ως οφειλή από τα αναφερόμενα ανεξόφλητα τιμολόγια και γ) το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 672/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τα ως άνω πρώτο και τρίτο κεφάλαια και δέχθηκε το δεύτερο απ' αυτά. Ειδικότερα το ως άνω κονδύλιο των 943.572,74 ευρώ απέρριψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμο, ελλείψει αιτιώδους συναφείας μεταξύ της άδικης συμπεριφοράς της εναγομένης και της επελθούσας ζημίας της ενάγουσας.
Ασκηθείσας έφεσης κατά της ως άνω απόφασης από την ενάγουσα, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Όσον αφορά το επιμέρους αγωγικό κονδύλιο των 943.572,74 ευρώ, που αποτελεί τη ζημία της ενάγουσας, κατά την αγωγή, διότι, λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εκπροσώπων της εναγομένης, αναγκάστηκε να πωλήσει τα αναφερόμενα προϊόντα της (φέτα και κατσικίσιο τυρί), παραγωγής 2009, σε τιμές χαμηλότερες εκείνων του επίσημου καταλόγου της, με συνέπεια να ζημιωθεί τη διαφορά, είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο.
Στην αγωγή εκτίθεται ότι η εναγομένη, ήδη από το Νοέμβριο 2008 είχε διακόψει την αγορά από την ενάγουσα του προϊόντος "φέτα 700γρ.", ενώ το Δεκέμβριο 2008 είχε διακόψει και την αγορά των προϊόντων "κατσικίσιο 350γρ." και "φέτα 350γρ". Το απόθεμα σε ίδια προϊόντα (φέτα και κατσικίσιο τυρί) η ενάγουσα αναγκάστηκε, όπως ισχυρίσθηκε, να εκποιήσει το 2009 προς τρίτους με απώλεια 943.572,74 ευρώ ως προς το εισπραχθέν τίμημα, οι δε επικαλούμενες πωλήσεις ξεκινούν από 22.5.2009 έως 15.7.2009 και αφορούν 140.303,80 κιλά τυριού, έγιναν δε ενόψει του κινδύνου να μείνουν αδιάθετα λόγω της αιφνιδιαστικής πτώσης των παραγγελιών της εναγομένης το πρώτο εξάμηνο 2009.
Η πωληθείσα ποσότητα αποτελούσε, κατά την αγωγή, απόθεμα που σχηματίσθηκε κυρίως για την κάλυψη των αναγκών της εναγομένης για το διάστημα Ιανουάριου 2009- Ιουνίου 2010. Όμως, εφόσον, όπως εκθέτει η ενάγουσα, οι σχετικές παραγγελίες προς τους παραγωγούς της έγιναν τον Ιανουάριο 2009, όταν ήδη η εναγομένη είχε διακόψει τις αγορές της, και εφόσον η μεταξύ τους σύμβαση ανανεωνόταν κάθε έτος, χωρίς να αναφέρεται στην αγωγή ότι η εναγομένη είχε δεσμευθεί για παραγγελία συγκεκριμένης ποσότητας από τα προϊόντα της ενάγουσας για το διάστημα 2009-2010, η επικαλούμενη ζημία από την πώληση σε μειωμένη τιμή αυτού του αποθέματος, που σχηματίσθηκε μεταγενέστερα της συμπεριφοράς της εναγομένης, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την περιγραφόμενη αδικοπραξία της".
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης ως ουσία αβάσιμο, δεχόμενο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς απέρριψε το ως άνω κονδύλιο ως μη νόμιμο. Με αυτά που δέχθηκε και έκρινε το Εφετείο ως προς την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ως άδικης ιστορούμενης συμπεριφοράς της εναγομένης και της επελθούσας περιουσιακής ζημίας ποσού 943.572,74 ευρώ, που αποτελεί αναγκαία νόμιμη προϋπόθεση για την απαίτηση από αδικοπραξία κατ' άρθρο 914 ΑΚ, λόγω του ότι κατά τους ίδιους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας οι σχετικές παραγγελίες προς τους παραγωγούς της έγιναν τον Ιανουάριο 2009, όταν ήδη η εναγομένη είχε διακόψει τις αγορές της ήδη από τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2008, και εφόσον η μεταξύ τους σύμβαση ανανεωνόταν κάθε έτος, χωρίς να αναφέρεται στην αγωγή ότι η εναγομένη είχε δεσμευθεί για παραγγελία συγκεκριμένης ποσότητας από τα προϊόντα της ενάγουσας για το διάστημα 2009-2010, η δε επικαλούμενη ζημία από την πώληση σε μειωμένη τιμή αυτού του αποθέματος, σχηματίσθηκε μεταγενέστερα της συμπεριφοράς της εναγομένης, ορθώς το νόμο εφάρμοσε με βάση τα σύμφωνα με την αρχή της διάθεσης και συζήτησης κατ' άρθρο 106 ΚΠολΔ επικαλούμενα στην ιστορική βάση της πραγματικά γεγονότα, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από τον αρ. 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορθώς εντασσόμενο στον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Στη συνέχεια το Εφετείο ως προς την ουσία της υπόθεσης δέχθηκε τα εξής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της: "Η ενάγουσα εταιρία ιδρύθηκε το έτος 2002 με επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "...", στη συνέχεια "...", με έδρα στις …., ενώ ήδη τελεί σε εκκαθάριση από το 2010. Δραστηριοποιείται στην εμπορία και διανομή παντός είδους καταναλωτικών προϊόντων και τροφίμων, ειδικότερα βιολογικών, και στην εξαγωγή αυτών.
Ιδρυτής και κύριος μέτοχος σε ποσοστό 98,2 %, ήδη ένας από τους εκκαθαριστές, είναι ο Ν. Μ.. Ο ίδιος από το 1989 συμμετείχε στη σύσταση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", στην οποία συμμετέχει σε ποσοστό 99%, με σκοπό την εμπορία ειδών διατροφής και καταναλωτικών προϊόντων διατηρώντας προς τούτο επί σειρά ετών κατάστημα (σούπερ μάρκετ) στην Κηφισιά στη θέση "...".
Η εμπορική πορεία της ενάγουσας στον τομέα βιολογικών προϊόντων, τυροκομικών και αλλαντικών, υπήρξε ανοδική, συνεργαζόμενη με διάφορες εταιρίες-σούπερ μάρκετ, προωθώντας τα προϊόντα της και παράλληλα έκανε και εξαγωγές. Η εναγομένη εταιρία λειτουργεί μέσω υποκαταστημάτων που διαθέτει σε όλη την Ελλάδα ως επιχείρηση λιανεμπορίου, κυρίως τροφίμων, προμηθευόμενη τα προϊόντα που εμπορεύεται από πολυάριθμους Έλληνες και ξένους παραγωγούς και εμπόρους.
Από το 2002 η ενάγουσα ξεκίνησε να συνεργάζεται με την εναγομένη εταιρία προωθώντας τα βιολογικά της, κυρίως, προϊόντα στα σούπερ μάρκετ της τελευταίας. Συνεργαζόταν, όμως, παράλληλα, και με άλλες εταιρίες για την διάθεση των προϊόντων της, όπως τα σούπερ μάρκετ ... Από το 2005 η ενάγουσα μίσθωσε εργοστάσιο στην Αρκαδία με σκοπό την παραγωγή των δικών της βιολογικών προϊόντων σε συνεργασία με κτηνοτροφικές μονάδες παραγωγής ανά την Ελλάδα και με απώτερο στόχο τη δημιουργία ιδιόκτητης παραγωγικής μονάδας.
Η εμπορική συνεργασία των διαδίκων, που από το 2006 περιελάμβανε και προμήθεια αλλαντικών, ανανεωνόταν ετησίως και εγγράφως με τους ίδιους όρους, οι δε πωλήσεις στην εναγομένη παρουσίασαν σταδιακή άνοδο με προώθηση αυτών από την τελευταία στα ειδικά έντυπα της επιχείρησης, στην τοποθέτηση των προϊόντων της ενάγουσας σε όλο και περισσότερα καταστήματα της εναγομένης ανά την Ελλάδα, ενώ η ενάγουσα παρείχε ποσοστό έκπτωσης για τις αγορές, έκπτωση που διαφοροποιείτο ανάλογα με το προϊόν, και κατέβαλλε 500 ευρώ για κάθε νέο κατάστημα της εναγομένης, που περιελάμβανε τα προϊόντα της.
Οι πωλήσεις προς την εναγομένη παρουσίασαν σημαντική αύξηση κάθε έτος και μέχρι το 2008, καθώς το καταναλωτικό κοινό της εναγομένης ήταν ιδιαιτέρως δεκτικό σε βιολογικά προϊόντα. Αποτέλεσαν το 2008 το 67,38% του συνολικού κύκλου εργασιών της ενάγουσας. Δεσμεύθηκε, επίσης, συμβατικά έναντι της εναγομένης, ανά έτος, να μην συνεργάζεται με τις επιχειρήσεις "...", που κατείχαν σημαντικό μερίδιο της ίδιας αγοράς, ως προς ορισμένα τυροκομικά προϊόντα της και συσκευασίες, που αντιστοιχούσαν μέχρι και σε 14 κωδικούς προϊόντων, χωρίς πρόβλεψη δυσμενών συνεπειών για την ενάγουσα σε περίπτωση παραβίασης.
Η δέσμευση αυτή συμφωνήθηκε και με πρόταση της ίδιας της ενάγουσας... έγινε δε στα πλαίσια προσπάθειας της ενάγουσας να ενισχύσει περισσότερο τη συνεργασία της μαζί της. Παράλληλα, η δέσμευση μη συνεργασίας με τις ως άνω τρεις μεγάλες επιχειρήσεις, παρά το ότι δεν αφορούσε το σύνολο των προϊόντων της ενάγουσας, αποτελούσε σημαντικό περιορισμό της να προβεί σε ευρύτερες συνεργασίες με ομοειδείς επιχειρήσεις με την εναγομένη λόγω της ποικιλίας των προϊόντων που περιλαμβάνονταν στη δέσμευση αυτή, έγινε, όμως, στα πλαίσια προσδοκίας ευρύτερης συνεργασίας με την εναγομένη, καθώς μέχρι το 2008 δεν υπήρχε ιδιαίτερο πρόβλημα στις συναλλαγές τους και οι πωλήσεις αυξάνονταν συνεχώς.
Επομένως, η σχέση συνεργασίας των διαδίκων, όπως είχε διαμορφωθεί κατά το έτος 2008, εμφάνιζε, κατ' αρχήν, οικονομική εξάρτηση της ενάγουσας από την εναγομένη. Όμως, από το έτος 2008 η επιτυχής αυτή συνεργασία διαταράχθηκε, όταν η εναγομένη από το Νοέμβριο του ίδιου έτους έπαψε να προμηθεύεται τα προϊόντα "φέτα 350γρ." και "κατσικίσιο 350γρ.", στη συνέχεια δε οι παραγγελίες της προς την ενάγουσα μειώθηκαν και οι αντίστοιχες πωλήσεις της τελευταίας προς την εναγομένη μειώθηκαν από την αρχή του 2009 σε ποσοστό 58,56% και μέχρι τον έκτο μήνα του 2009 σε 53,69% σε σχέση με τις αντίστοιχες του προηγούμενου έτους.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί σχεδίου οικονομικής εξόντωσής της από την εναγομένη μετά την άρνηση του νομίμου εκπροσώπου της να δεχθεί την πρόταση της εναγομένης τον Ιούνιο 2007 όπως και δύο μήνες αργότερα που επανελήφθη η πρόταση, περί εξαγοράς του προαναφερόμενου καταστήματος -σούπερ μάρκετ της προσωπικής εταιρίας του νομίμου εκπροσώπου της στην Κηφισιά, επειδή ήταν το μοναδικό ακίνητο της ευρύτερης περιοχής στο οποίο επιτρέπεται η χρήση σούπερ μάρκετ, με συνέπεια να προκληθεί η οικονομική ζημία που αναφέρεται στην αγωγή, δεν αποδείχθηκε βάσιμος.
Η προσωρινή διακοπή της προμήθειας του προϊόντος "παρμεζάνα" το Φεβρουάριο 2008 από την εναγομένη για ένα μήνα, η απόσυρση του προϊόντος από τα καταστήματα της εναγομένης και η επαναφορά του το Μάρτιο του ίδιου έτους δεν έγινε στα πλαίσια παρόμοιου σχεδίου της εναγομένης. Ακόμη, η εκδηλωθείσα δυστροπία της εναγομένης στην τήρηση του όρου έγκαιρης πληρωμής εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας των 25 ημερών από το τέλος του μήνα που αφορούν τα τιμολόγια, εξοφλώντας με καθυστέρηση 60 ημερών, δεν εντάσσεται στο επικαλούμενο σχέδιο.
Η εναγόμενη ήδη από το έτος 2004 με την από 16.2.2004 επιστολή της προς την ενάγουσα της ανακοίνωσε ότι ο τρόπος πληρωμής των τιμολογίων άλλαξε και θα γινόταν όχι εντός 25 ημερών αλλά εντός 50 ημερών από το τέλος του μήνα, όμως η ενάγουσα δεν συνέπραξε να υπογράψει και ο δικός της νόμιμος εκπρόσωπος την επιστολή, όπως της ζητήθηκε.
Άλλωστε, στις επόμενες ετήσιες συμφωνίες συνεργασίας των διαδίκων επαναλαμβανόταν ο αρχικός όρος αποπληρωμής εντός 25 ημερών από το τέλος κάθε μήνα, επομένως, δεν επήλθε μεταβολή του συμφωνηθέντος χρόνου εξόφλησης των πωλουμένων, όπως ισχυρίσθηκε η εναγομένη. Όμως, η καθυστέρηση στην πληρωμή των τιμολογίων μέχρι 50-60 ημέρες από το τέλους του μήνα είχε ξεκινήσει από το έτος 2004 και δεν εμφανίσθηκε το πρώτον το 2008, όπως αναφέρεται στην αγωγή.
Επίσης, όταν το έτος 2007 η εναγομένη αποφάσισε να προβεί στη δημιουργία βιολογικών προϊόντων που θα φέρουν την επωνυμία της (private lebel) και διεξήγαγε διαγωνισμό για ανεύρεση πιθανού προμηθευτή, η ενάγουσα δεν αναδείχθηκε νικήτρια στο διαγωνισμό παρ'όλο που δεν διέθετε ιδιόκτητη μονάδα παραγωγής, όπως ισχυρίσθηκε με την αγωγή της, ως επιχείρημα για τη θεμελίωση του σχεδίου εξόντωσής της οικονομικά για το επόμενο έτος 2008, όταν δεν αναδείχθηκε και πάλι νικήτρια με την αιτιολογία της εναγομένης την έλλειψη ιδιόκτητης μονάδας.
Ο διαγωνισμός του 2007 ματαιώθηκε... και κατά το έτος 2008 επίσης δεν αναδείχθηκε νικήτρια αφού δεν διέθετε την μονάδα αυτή. Η έλλειψη ιδιόκτητης παραγωγικής μονάδας για την ενάγουσα αποτελούσε πράγματι ανασταλτικό παράγοντα για τις εν γένει συνεργασίες της με τις επιχειρήσεις προώθησης των βιολογικών προϊόντων, γι'αυτό και επεδίωξε να αποκτήσει το 2009 δική της μονάδα επεξεργασίας βιολογικού γάλακτος για την παραγωγή τυροκομικών προϊόντων στο Δήμο Κροκεών Λακωνίας συνάπτοντας επιμέρους συμφωνίες κατά το έτος 2008 με κτηνοτρόφους της Λακωνίας.
Περαιτέρω, η ενάγουσα συνδέει στην αγωγή της την σημαντική πτώση των πωλήσεων προς την εναγομένη το πρώτο εξάμηνο 2009, πέραν των προαναφερόμενων περιστατικών, με το μεθοδευμένο και αθέμιτο σχέδιο της τελευταίας να την εξαναγκάσει να αποδεχθεί την εξαγορά του καταστήματος - σούπερ μάρκετ που η προσωπική εταιρία του βασικού μετόχου της ενάγουσας και όχι η ίδια η ενάγουσα διέθετε στην Κηφισιά.
Κατά την αγωγή, η πρώτη πρόταση από το διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης έγινε τον Ιούνιο 2007 και επαναλήφθηκε δύο μήνες αργότερα, όμως η απάντηση ήταν αρνητική, όπως και η πρόταση για συνεργασία με την ίδια προσωπική εταιρία μέσω franchise, που απορρίφθηκε το Νοέμβριο 2007. Όπως αποδείχθηκε, το έτος 2007, κατά τη συνάντηση των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων για την επιβεβαίωση της ανανέωσης της συνεργασίας τους, ο εκπρόσωπος της εναγόμενης έθεσε άτυπα το ενδεχόμενο εξαγοράς του ως άνω καταστήματος - σούπερ μάρκετ της προσωπικής εταιρίας ή ένταξης αυτού στο δίκτυο δικαιόχρησης (franchise).
Το ζήτημα, όμως, αυτό, δεν αποτελούσε την κύρια αιτία της συνάντησης και τέθηκε ευκαιριακά, χωρίς να αποδεικνύεται συγκεκριμένη επιχειρηματική πρόταση με καθορισμένους όρους, προϋποθέσεις και κυρίως τίμημα εξαγοράς. Το ίδιο έτος, μάλιστα, δεν υπήρξε πρόβλημα στην εμπορική συνεργασία των διαδίκων. Άλλωστε, η εναγομένη εταιρία διέθετε κατά το διάστημα που φέρεται ως κρίσιμο (2007-2008) στην περιοχή της Κηφισιάς ήδη δύο δικά της καταστήματα (ένα επί της οδού ...
και ένα επί της ...), σύμφωνα και με την κατάθεση στην υπ' αριθμ. 4092/2015 ένορκη βεβαίωση του διευθυντή λειτουργίας των καταστημάτων Δ. Π., ο οποίος συμμετείχε στις συζητήσεις, όπου αναφέρθηκε η εξαγορά του καταστήματος. Μετά την απόρριψη της πρότασης από τον εκπρόσωπο της ενάγουσας δεν αποδείχθηκε ότι οι εκπρόσωποι της εναγομένης επανήλθαν φορτικά για την αποδοχή της πρότασης, αλλά περιορίζονταν σε άτυπες συνομιλίες επί του θέματος χωρίς συγκεκριμένη πρόταση.
Παρά τις ελάχιστες δυσλειτουργίες της συνεργασίας, κατά το μεγαλύτερο μέρος του έτους 2008 οι πωλήσεις της ενάγουσας προς την εναγομένη ήταν ιδιαίτερα αυξημένες σύμφωνα και με τα οικονομικά αποτελέσματα που προσκομίζονται. Μετά δε την σημαντική πτώση των πωλήσεων το 2009 και κατά τη διάρκεια του έτους αυτού οι εκπρόσωποι της εναγομένης δεν επανήλθαν θέτοντας το συγκεκριμένο θέμα της εξαγοράς στην ενάγουσα.
Δεν αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι το κατάστημα αυτό αποτελούσε καθοριστικό στοιχείο για την επιχειρηματική εξέλιξη της εναγομένης ή ότι υπήρχε άλλη αιτία, ώστε να δικαιολογείται η επικαλούμενη μεθόδευση. Επομένως, η όποια ζημία της ενάγουσας δεν αποδείχθηκε ότι συνδέεται αιτιωδώς με συγκεκριμένη συμπεριφορά των εκπροσώπων της εναγομένης, όπως περιγράφεται στην αγωγή, και ιδίως ότι είναι απόρροια καταχρηστικής εκμετάλλευσης της οικονομικής εξάρτησης της ενάγουσας από εκείνη (άρθ. 2α ν. 703/1977 και ήδη 18α ν. 146/1914) ή αθέμιτης συμπεριφοράς της εναγομένης.
Η επιλογή να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στη συνεργασία με την εναγομένη ήταν της ενάγουσας λόγω της ανοδικής πορείας των πωλήσεων, και η ενάγουσα ήταν το συμβαλλόμενο μέρος που απέβλεψε σε μελλοντική συνεργασία διαρκείας με την εναγομένη ενόψει και της αυξημένης ζήτησης στο αγοραστικό κοινό της τελευταίας των βιολογικών προϊόντων σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις -σούπερ μάρκετ, που συνεργαζόταν, χωρίς, όμως, να αποδεικνύεται ότι είχαν γίνει σχετικές συζητήσεις ή ότι είχαν καταλήξει οι διάδικοι σε συμφωνία για μελλοντική σταθερή συνεργασία με υποχρέωση προμήθειας συγκεκριμένων ποσοτήτων από τα προϊόντα της ενάγουσας, που ανατράπηκε εκ μέρους της εναγομένης.
Η σύμβασή τους είχε πάντα ετήσια διάρκεια και ανανεωνόταν κάθε φορά μετά από συζητήσεις μεταξύ των εκπροσώπων τους, ενώ η ενάγουσα είχε πάντα τη δυνατότητα να συνεργάζεται συγχρόνως και με άλλες εταιρίες που μπορούσαν να διαθέσουν τα προϊόντα της. Επιπλέον, η ενάγουσα, πριν ακόμη από την πτώση των πωλήσεων προς την εναγομένη το 2009, μετά από διαπραγματεύσεις με διάφορες εταιρίες διάθεσης γαλακτοκομικών και τυροκομικών προϊόντων, κατέληξε στην από 11.12.2008 έγγραφη σύμβαση με την εταιρία ...
Α.Ε. Με αυτή τη σύμβαση η εταιρία ... Α.Ε. ανέλαβε την αποκλειστική διανομή των βιολογικών προϊόντων της ενάγουσας μέσω του δικτύου διανομής των δικών της προϊόντων για 3 έτη από 1.1.2009, σύμβαση που θα παρείχε τη δυνατότητα στην τελευταία να εξασφαλίσει πρόσβαση στο πανελλαδικό δίκτυο της ... Α.Ε., σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Με τη σύμβαση αυτή η ενάγουσα αποκτούσε τη δυνατότητα επέκτασης του δικτύου πελατών και προώθησης των προϊόντων της, χωρίς να υποβληθεί σε ιδιαίτερες οικονομικές θυσίες και χωρίς δυσμενέστερους όρους συνεργασίας από εκείνους που ίσχυαν κατά τη λειτουργία της σύμβασης με την εναγομένη. Επομένως, πέραν της έλλειψης καταχρηστικής εκμετάλλευσης της ενισχυμένης οικονομικά θέσης της εναγομένης, είχε βρεθεί για την ενάγουσα και ισοδύναμη εναλλακτική λύση με τη συνεργασία αυτή, η οποία όμως, για λόγους που δεν σχετίζονται με την ενάγουσα αλλά ούτε και με την εναγομένη, αλλά με συγκυρίες σχετικά με τις τιμές του φρέσκου γάλακτος στην Ελλάδα, δεν ευδοκίμησε στο βαθμό που αναμενόταν.
Κατά συνέπεια, το αίτημα καταβολής αποζημίωσης α) ύψους 827.730,70 ευρώ για τη ζημία της ενάγουσας από την πώληση των σημάτων της σε τιμή μικρότερη της πραγματικής, β) ποσού 2.070.000 ευρώ για την απώλεια χρήσης της επιχορήγησης αυτής από το Υπουργείο Οικονομικών και Οικονομίας λόγω της ένταξής της στο επενδυτικό πρόγραμμα του ν. 3299/2004, καθώς και το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της εμπορικής πίστης, της ενάγουσας ως συνέπεια της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα".
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας. Με αυτά που δέχθηκε και έκρινε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα ότι ελλείπει η καταχρηστική εκμετάλλευση της ενισχυμένης οικονομικά θέσης της εναγομένης και είχε βρεθεί για την ενάγουσα ισοδύναμη εναλλακτική λύση με τη συνεργασία της με τρίτη εταιρεία, η οποία όμως, για λόγους που δεν σχετίζονται με την ενάγουσα αλλά ούτε και με την εναγομένη, αλλά με συγκυρίες σχετικά με τις τιμές του φρέσκου γάλακτος στην Ελλάδα, δεν ευδοκίμησε στο βαθμό που αναμενόταν, και συνακόλουθα ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες νόμιμες προϋποθέσεις για την απαγόρευση της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της οικονομικής εξάρτησης, ορθώς το νόμο εφάρμοσε.
Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, καθώς το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Κατ' ακολουθία, ο δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης από τον αρ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559, ορθώς εντασσόμενους στους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουα ισχυρίζεται τα αντίθετα, ανεξάρτητα από το ότι πλήττουν απαραδέκτως και την ουσία της υπόθεσης, υπό την επίκληση της ευθείας ή εκ πλαγίου παράβασης του εφαρμοσθέντος κανόνος δικαίου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 3243/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ