Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim due to lack of legal basis and procedural defects.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellants argued that the respondent's lawsuit was an abuse of right due to a long period of inactivity, but the court found this claim legally unfounded. The court rejected the appeal because the respondents failed to prove the objection was properly raised at the first instance and because mere inactivity does not automatically constitute an abuse of right.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559(8)(b) and 281 of the Code of Civil Procedure; The mere inactivity of a party in exercising a right does not constitute an abuse of right unless accompanied by specific circumstances and a change in attitude that causes detrimental effects to the other party.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 860 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 860/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018 , με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. συζ. Ι. Π., το γένος Π. Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Κωνσταντόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2. Π. Π. του Ι. κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ΟΤΕ ακίνητα Ανώνυμη Εταιρεία" που εκπροσωπείται νόμιμα, εδρεύουσας στην …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Γολεμάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2010 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσειόντων και την από 24-11-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 126/2015 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 1-11-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι έγινε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απόντος διαδίκου, προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Αν όμως η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδάφ. β’ του Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, είναι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση του και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά , η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η αναγραφή αυτής για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για την τελευταία αυτή δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας μετ’ αναβολή δικάσιμο (24/1/2018) κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση, κατά το άρθρο 242παρ.2 ΚΠολΔ, ο δεύτερος αναιρεσείων Π.
Π.. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο πιο πάνω απολειπόμενος αναιρεσείων είχε παραστεί νομίμως, κατά την αρχική δικάσιμο της 15/11/2017,κατά την οποία η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο με αίτημα του πληρεξούσιου δικηγόρου του Νίκου Κωνσταντόπουλου που επέσπευσε τη συζήτηση.
Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που κατ’ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά στη δημόσια τάξη.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο περί αοριστίας ισχυρισμός της αγωγής, ο οποίος πρέπει να αναφέρεται στις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού αιτήματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο, του οποίου απαιτείται να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και η έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του, όταν δε αυτό φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου ο ενάγων έχει την υποχρέωση να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο (ΑΠ 781/2016, ΑΠ 78/2015).
Περαιτέρω επί διεκδικητικής αγωγής που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας, π.χ. με σύμβαση, για το ορισμένο αυτής αρκεί να γίνει επίκληση της σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο πιο πάνω δικαιοπάροχος του ενάγοντα, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον εναγόμενο και της κυριότητας του τελευταίου υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο απόκτησης αυτής (ΑΠ 1203/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 24/11/2011 διεκδικητικής αγωγής (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων αναφέρεται ότι αυτή είναι κυρία του ειδικότερα περιγραφόμενου στην αγωγή κατά θέση και όρια ακινήτου, συνολικής επιφάνειας 2000 τ.μ., νομικής φύσης "αζρί μιρί" και ήδη "μουλκ".
Ότι την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου απέκτησε με παράγωγο τρόπο, δυνάμει της .../2003 σύμβασης εισφοράς και μεταβίβασης του κλάδου ακινήτων της ΑΕ με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος" της συμβολαιογράφου Αθηνών Ά. Π. που έχει νόμιμα καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ρόδου, η οποία εγκρίθηκε με την .../2003 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών και καταχωρήθηκε στο Μητρώο ΑΕ της Νομαρχίας Αθηνών.
Ότι στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου της το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει επίσης με παράγωγο τρόπο (με αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, νόμιμα καταχωρημένο στα προαναφερόμενα κτηματολογικά βιβλία) κατά το έτος 1988. Ότι την 1/6/2010 ο πρώτος εναγόμενος εμπόδισε την είσοδο τεχνικού συνεργείου της ενάγουσας σε αυτό, ισχυριζόμενος ότι είναι μισθωτής του ακινήτου, στη συνέχεια δε, την 1/12/2010, η δεύτερη εναγόμενη της κοινοποίησε την από 2/6/2010 αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητά της σε τμήμα του παραπάνω μεγαλύτερου ακινήτου, εμβαδού 558 τ.μ., τα όρια του οποίου περιγράφονται ειδικότερα στην πιο πάνω αγωγή.
Ότι οι εναγόμενοι κατέλαβαν και κατέχουν έκτοτε το επίδικο τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας, η οποία ακολούθως ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά της σε αυτό και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της αποδώσουν τη νομή και κατοχή του. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη διεκδικητική αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού διαλαμβάνονται σε αυτή όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την πληρότητά της.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο του δικογράφου της να αναφέρονται ο τρόπος, με τον οποίο η ενάγουσα απέκτησε τη νομή και κατοχή του επίδικου ακινήτου και οι διακατοχικές πράξεις που άσκησε με διάνοια κυρίου σε αυτό, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή έχει ως βάση την κτήση κυριότητας (και όχι νομής) της ενάγουσας στο παραπάνω ακίνητο με παράγωγο τρόπο.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση της διάταξης του αριθμού 14, σε συνδυασμό με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της μη κήρυξης του δικογράφου της αγωγής ως απαραδέκτου λόγω (ποσοτικής) αοριστίας, όπως είχε ζητηθεί με σχετικό λόγο της έφεσης των εναγομένων, αλλά και πρωτοδίκως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς βέβαια να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του αριθμού 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο εμβαδού εκτάσεως 558τ.μ. συνιστά τμήμα μείζονος ακινήτου εκτάσεως 2.000τ.μ., κειμένου στην ειδική θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., όπως αυτό αποτυπώνεται με στοιχεία γωνιών α, β, γ, δ, ε, Δ, Γ, α στο συνοδεύον την από 2-6-2010 αγωγή της ενάγουσας και ήδη εγκαλούσας τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α.
Σ., με κτηματολογικά στοιχεία: τόμος … γαιών ..., φύλλο…, μερίδα ... και φάκελος ..., νομικής φύσεως "..." και ήδη "Μουλκ", συνορεύον ανατολικώς με αμαξωτή οδό, νοτίως με τη μερίδα 1392 γαιών ... και βορείως με τη μερίδα 1398 με αρχική θεμελιώδη καταγραφή στο όνομα της ... της Ελλάδος Α.Τ.Ε. (εργοστάσιο γάλακτος Ρόδου). Το συνολικό ακίνητο στη συνέχεια, μεταβιβάσθηκε αιτία πωλήσεως στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε.(Ο.Τ.Ε.) δυνάμει της με αριθμ. .../12-10-1988 συμβ/κής πράξης της συμ/φου Ρόδου Μ.
Π., που καταχωρήθηκε με τη με αριθμ. .../27-10-1988 πράξη του κτηματολογικού δικαστή Ρόδου, ενώ στη συνέχεια δυνάμει της με αριθμ. .../9-4-2003 συμ/κής πράξης της συμ/φου Αθηνών Ά. Π., που καταχωρήθηκε με τη με αριθμ..../10-11-2003 πράξη του κτηματολογικού δικαστή Ρόδου, το ανωτέρω ακίνητο μεταβιβάσθηκε αιτία εισφοράς και μεταβίβασης στην εναγόμενη-ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία και ήδη εφεσίβλητη με την επωνυμία "ΟΤΕ ακίνητα ανώνυμη εταιρεία".
Πάντα τα ανωτέρω συνομολογούνται από όλους τους διαδίκους. Αμέσως μετά την τελευταία μεταβίβαση η εναγόμενη εταιρεία της πρώτης αγωγής περιέφραξε ολόκληρο το ακίνητο με συρματόπλεγμα, το οποίο, όπως βεβαίωσε ο μάρτυρας της ενάγουσας στην πρώτη αγωγή και των εναγόμενων στη δεύτερη αγωγή δεν έχει αλλάξει μέχρι το χρόνο που ανέκυψε η επίδικη διαφορά με την έγερση της από 2-6-2010 αγωγής.
Κατά τη διάρκεια των ανωτέρω περιγραφόμενων μεταβιβάσεων, η ενάγουσα ευρίσκετο εντός του επιδίκου τμήματος (στο οποίο υπάρχει και μία αποθήκη, που ανεγέρθη το έτος 1972 από την αρχικά κυρία του ακινήτου) δυνάμει μισθωτικής σχέσεως, η οποία έχει την αφετηρία της την 24-6-1983 και εξακολουθούσα ακόμα και μετά την τελευταία μεταβίβαση στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία το έτος 2003 και σίγουρα κατά το έτος 1995, όταν και κατά τον ισχυρισμό της ενάγουσας αυτή εγκαταστάθηκε στο επίδικο με διάνοια κυρίου, αφετηριάζοντας από του ανωτέρω χρονικού σημείου το δεκαπενταετή χρόνο της κτητικής παραγραφής του κτηματολογικού κανονισμού Δωδεκανήσου (αρθρ. 63).
Τα ο γεγονός ότι η ενάγουσα ευρίσκετο στο επίδικο ακίνητο δυνάμει μισθωτικής σχέσης προκύπτει άμεσα από την αλληλογραφία της εναγόμενης-ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την ενάγουσα-πρώτη εναγόμενη και ειδικότερα από το με αριθμ. .../19-1-1996 έγγραφο της πρώτης προς τη δεύτερη, με το οποίο της αποστέλλεται το παράρτημα της μισθωτικής σύμβασης και ταυτόχρονα σημειώνεται ότι το μίσθωμα από 1-4- 1995 αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό των 30.000 δραχμών από 20.000 δραχμές, ενώ με το με αριθμ.
πρωτ. .../3.3.1998 έγγραφο η ίδια ως άνω εταιρεία επισημαίνει στην μισθώτρια (ενάγουσα -’ πρώτη εναγόμενη) την οφειλή μισθωμάτων τόσο πριν όσο και μετά την 1-4-1995. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει, ότι η πραγματική νομική σχέση της ενάγουσας της πρώτης αγωγής με το επίδικο τμήμα είναι τέτοιας φύσης που να αποκλείει την θεμελίωση του στοιχείου της διάνοιας κυρίου απαραίτητου για την κατάφαση, πέραν της χρονικής προϋπόθεσης των δεκαπέντε ετών, της κτητικής παραγραφής του κτηματολογικού κανονισμού Δωδεκανήσου.
Το βουλητικό στοιχείο της εν λόγω ενάγουσας αποδίδει ο ίδιος ο μάρτυρας της, που εξετάσθηκε στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, ο οποίος κατέθεσε, ότι "ξαφνικά η κυρία Σ. ήθελε να το πάρει το τμήμα για να το καλλιεργήσει". Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα της πρώτης αγωγής για πρώτη φορά εξεδήλωσε την πρόθεση της να αντιποιηθεί την κυριότητα του επίδικου μόλις τον Ιούνιο του 2010, όταν και αρνήθηκε να επιτρέψει την είσοδο σε αυτό τεχνικού συνεργείο της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας.
Σημειωτέον δε ότι, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων περί ακυρότητας της μισθωτικής σχέσης της με την εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία (ενάγουσα στη δεύτερη αγωγή) λόγω της μη κτήσης της απαιτούμενης άδειας από την αρμόδια επιτροπή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1892/1990, τυγχάνει πολλαπλώς απορριπτέος, καθόσον η σχετική επίκληση της ακυρότητας λαμβάνει χώρα για πρώτη φορά στη κατ’ έφεση δίκη κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 527 παρ. 1 του ΚΠολΔ δεδομένου ότι δεν είχε προβληθεί πρωτοδίκως, πέραν του ότι η επίκληση της ανωτέρω ακυρότητας επιφυλάσσεται υπό το καθεστώς του ν. 1540/1980 υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά επιπλέον και λόγω της προφανούς καταχρηστικότητας του, κατά παράβαση του άρθρου 281ΑΚ, δεδομένης της διατήρησης της μισθωτικής σχέσης επί σειρά ετών, τουλάχιστον δεκαπέντε, χωρίς να αμφισβητηθεί ουδόλως το έγκυρό της από αυτούς (εκκαλούντες).
Σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη της ανωτέρω τυπικής προϋπόθεσης δεν καταλύει την πραγματική κατάσταση που επί σειρά ετών δημιουργήθηκε και αντανακλά το animus της ενάγουσας της πρώτης αγωγής που συνίστατο στην κατοχή του επιδίκου ως μισθώτριας και όχι με διάνοια κυρίου. Αποδείχθηκε δηλαδή ότι οι εκκαλούντες κατά το εκτεθέν από αυτούς χρονικό διάστημα δεν άσκησαν πράξεις νομής επί του επίδικου ακινήτου και δη διανοία κυρίου συνεχώς, αδιαλείπτως και άνευ αμφισβητήσεως αλλά παρέμειναν σε αυτό, παραδοθέντος σε αυτούς για μισθωτική χρήση.
Περαιτέρω, την 1-6-2010 οι εναγόμενοι της δεύτερης αγωγής (ορισμένης ως προς όλα τα απαιτούμενα για το περιεχόμενο της στοιχεία, απορριπτόμενου του περί αντιθέτου λόγου της ένδικης έφεσης) αρνήθηκαν την είσοδο στο επίδικο τεχνικού συνεργείου της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την τοποθέτηση εμποδίων στην είσοδο αυτού, αποβάλλοντας τους από την νομή και κατοχή τούτου, η οποία μέχρι τότε εκδηλώνονταν με συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις χρήσης και εποπτείας του χώρου.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, θεμελιωμένης της κυριότητας της ενάγουσας στη δεύτερη αγωγή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΤΕ ακίνητα ανώνυμη εταιρεία" επί του επιδίκου με παράγωγο τρόπο κτήσης και μη αποδειχθείσης της θεμελίωσης κυριότητας της ενάγουσας στην πρώτη αγωγή μέσω της κτητικής δεκαπενταετούς παραγραφής, το πρωτοβάθμιο -δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την πρώτη από 2-6-2010 αγωγή , ως ουσία αβάσιμη και δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την από 24-1-2011 δεύτερη αγωγή, χωρίς μάλιστα κατά αυτής να υπάρχει ένσταση του άρθρου 1095 τού ΑΚ, δεν έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και εφαρμογή του νόμου και συνακόλουθα οι περί του αντιθέτου λόγοι της. ένδικης έφεσης τυγχάνουν απορριπτέοι όπως και αυτή (έφεση) ως ουσία αβάσιμη".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων- εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 2/6/2010 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου των αναιρεσειόντων, που είχε ως βάση τη δεκαπενταετή κτητική παραγραφή του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, ενώ είχε κάνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη τη συνεκδικαζόμενη από 24/11/2011 διεκδικητική αγωγή της εναγομένης-ενάγουσας- εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, που στηριζόταν στην κτήση κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο τρόπο.
Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι κατά το σχηματισμό του παραπάνω αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, ειδικότερα: 1) τις από 15/11/1988 και από 8/5/1989 υπεύθυνες δηλώσεις της Π.
Α., με βάση τις οποίες επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός τους ότι " η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης ΟΤΕ ΑΕ, ήδη από την αγορά του επίδικου ακινήτου (27/10/1988), αναγνώριζε την πρώτη αναιρεσείουσα ως ιδιοκτήτρια αυτού και ζητούσε δίοδο για να έχει πρόσβαση στο αυτοτελές και ανεξάρτητο ακίνητο της" 2) την από 8/5/1989 βεβαίωση της Κοινότητας ..., σύμφωνα με την οποία ο δρόμος που βρίσκεται μπροστά από το οικόπεδο της Π.
Α. έχει πλάτος 4 μέτρα και είναι κοινοτικός 3) το από μηνός Μαρτίου 2012 σχεδιάγραμμα του διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού Α. Τ., "σύμφωνα με το οποίο η κτηματολογική μερίδα 1392Α γαιών ......έχει συνολική έκταση 2000τ.μ. και έχει διαχωριστεί σε δύο αυτοτελή και ανεξάρτητα τμήματα που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους και έχουν ανεξάρτητη είσοδο...Το τμήμα...ανήκει στην ΟΤΕ Ακίνητα ΑΕ (αναιρεσίβλητη).,.και περιγράφεται ως είσοδος 2.
Το τμήμα...συνολικού εμβαδού 558τ.μ. ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσείουσας...περιγράφεται ως είσοδος 1" 3) την .../2015 ένορκη βεβαίωση του πρώην υπευθύνου της ΟΤΕ Ακίνητα ΑΕ, Π. Γ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Α. Π. Η., ο οποίος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι "ήταν γνωστό από την αρχή ότι σε τμήμα του ακινήτου υπήρχε κτίριο μισθωμένο στην Σ.
Π. (πρώτη αναιρεσείουσα) για το οποίο ενδιαφερόταν η ίδια να το αγοράσει, αλλά η Αγροτική Τράπεζα δεν μπορούσε να το πουλήσει σε ιδιώτη απευθείας...έγινε άτυπη συμφωνία η μισθώτρια να παραμείνει στο χώρο...και όταν επιτρέψουν οι συνθήκες...να μεταβιβαστεί στη μισθώτρια...η μισθώτρια κατέβαλε για μερικά χρόνια τα ενοίκια και μετά σταμάτησε...πιέζοντας να υλοποιηθεί η άτυπη συμφωνία.
Αυτό πρέπει να συνέβη το διάστημα 1994-1995..βασικό εμπόδιο για την υλοποίηση της συμφωνίας...ήταν ... οι υφιστάμενες αρμοδιότητες που δεν επέτρεπαν στον ΟΤΕ να πουλήσει ακίνητη περιουσία.. Και., μετά τη δημιουργία της ΟΤΕ estate υπήρχαν ενοχλήσεις από τη μισθώτρια... για να κλείσει αυτή η εκκρεμότητα, χωρίς αποτέλεσμα" και 4) δεν έγινε αξιολόγηση των .../2010, .../2010, .../2012, και .../2012 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων των αναιρεσειόντων Μ.
Δ., Ι. Π., Ι. Τ. και Υ. Μ., οι οποίοι έχουν άμεση γνώση της τοποθεσίας, των διακατοχικών πράξεων και της χρησικτησίας της πρώτης αναιρεσείουσας. Όπως όμως προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, στις οποίες γίνεται ειδική αναφορά, και ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα μέχρι του πέρατος της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.
Η έλλειψη δε στην απόφαση ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης αυτών δεν δημιουργεί αμφιβολία για την συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα.
Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336 παρ.4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 αριθ. 1 β’ ΚΠολΔ).Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει ή για να υπαγάγει ή όχι σ’ αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν ιδρύεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ.4 και 339 ΚΠολΔ τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1226/2014).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και δ) η προσβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1226/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ. β’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να εφαρμόσει και συνίστανται στο ότι "...
ουδεμία ανώνυμη εταιρεία -του εύρους της ...- εγκαταλείπει τη δικαστική διεκδίκηση για την είσπραξη ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων 15 ετών, παρά μόνον εάν τα όργανά της γνωρίζουν και αποδέχονται ότι η διεκδίκηση αυτή δεν είναι νόμιμη διότι ο υπάρχων μισθωτής έχει …" και ότι "ο μισθωτής δεν εκμεταλλεύεται τον ακάλυπτο χώρο φυτεύοντας και καλλιεργώντας, πέραν της δεκαπενταετίας, δεκάδες οπωροφόρα δέντρα, από τα οποία συλλέγει τον καρπό, δεσμεύοντας με την επιλογή του αυτή τον ακάλυπτο χώρο...".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος και, κατά συνέπεια, απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν έγινε χρήση των επικαλούμενων διδαγμάτων της κοινής πείρας, με ποιον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό αυτά συνάπτονται και ποια επίδραση άσκησε η επικαλούμενη πλημμέλεια στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών, των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους. Για να είναι δε ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:
α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή τους, με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχε περιθώριο άσκησης διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίας από την πρώτη αναιρεσείουσα, αλλά μόνο μισθωτική κατοχή, λόγω της προϋφιστάμενης μισθωτικής σχέσης, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, "διότι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ και επί μισθωμένων ακινήτων είναι δυνατόν να αποκτηθεί (κυριότητα) και αν ασκηθεί νομή διάνοια κυρίου από τον χρησιδεσπόζοντα...
όταν ασκεί ιδιαιτέρως τις εμφατικές πράξεις που περιγράφονται στην αγωγή (άρνηση επί 15ετία καταβολής μισθώματος, καλλιέργεια και εκμετάλλευση ακάλυπτου χώρου με δεκάδες οπωροφόρα κ.λ.π.)". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος και, κατά συνέπεια, απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ που έπρεπε να εφαρμοστούν και δεν εφαρμόστηκαν, ώστε να κριθεί αν συντρέχουν πράγματι οι όροι εφαρμογής τους στην κρινόμενη υπόθεση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β’ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν θεμελιώνεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996). Περαιτέρω, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 43/1990) ή αν πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ.527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, ΟλΑΠ 14/2004). Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την διάταξη αυτή, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολαβήσαν ή από άλλα περιστατικά, το οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Ωστόσο, η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση τον δικαιώματος, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ’ αυτού, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.
Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήθη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνταν αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ ΑΠ 33/2005, Ολ ΑΠ 7/2002, ΑΠ 645/2016).Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 περ.
β’ ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη την ένσταση του άρθρου 281ΑΚ που πρόβαλαν νόμιμα τόσο πρωτοδίκως, όσο και με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους, προς αντίκρουση της από 24/11/2011 διεκδικητικής αγωγής της αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα, με την ένσταση αυτή ισχυρίστηκαν ότι η εκ μέρους της τελευταίας άσκηση της παραπάνω αγωγής εναντίον τους "μετά την υπερδεκαπενταετή αδιαμφισβήτητη νομή διανοία κυρίας (της πρώτης αναιρεσείουσας) και την απόλυτη εγκατάλειψη διεκδίκησης (από την αναιρεσίβλητη)των ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων της" είναι καταχρηστική.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν τις πρωτόδικες προτάσεις τους, ώστε να ελεγχθεί αν προβλήθηκε παραδεκτά η προαναφερόμενη ένσταση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και αφετέρου, διότι με τα εκτιθέμενα πιο πάνω περιστατικά, τα οποία συνίστανται, αποκλειστικά, στην επί μεγάλο χρονικό διάστημα αδράνεια της αναιρεσίβλητης να ασκήσει την ένδικη διεδικητική αγωγή, η ένσταση αυτή είναι μη νόμιμη, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Επομένως το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη την πιο πάνω ένσταση και, έτσι, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης πλημμέλεια. Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/7/2015 αίτηση αναίρεσης κατά της 126/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ