Legislator Giurisprudenza & Legislazione
845/2017 Generato dall'IA

Supreme Court allows partial appeal against appellate court's acceptance of claim increase, remanding case for retrial.

Numero d'incarto 845/2017
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellate court had erroneously accepted an increase in the claimed amount, which the Supreme Court ruled was inadmissible even if made to correct a mistake. Consequently, the Supreme Court annulled the contested decision regarding the increased claim, remanded the case for retrial, and ordered the appellant to pay the original claim amount.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, and if the Supreme Court annuls for other reasons, it may retain the case for trial if clarification is unnecessary.

Parole chiave

Generato dall'IA
Code of Civil Procedure admissibility of appeal increase of claim inadmissible correction remand for retrial substantive law violation partial annulment liberazione dell'assicuratore

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 178, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 845 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 845/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Μαΐου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρούλα Απαλαγάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕΑΠ"), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Ρόκα και Χρήστο Θεοδώρου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4087/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6280/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 24/2/2013 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 867/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 6280/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 4462/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/12/2015 αίτησή της και τους από 15/4/2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 23/5/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου πρόσθετου λόγου της από 22-12-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4462/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη των λοιπών λόγων.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται προς συζήτηση η από 22-12-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4462/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και οι από 15- 4-2016 πρόσθετοι λόγοι αυτής, που εκδόθηκε μετά την αναίρεση της προηγούμενης υπ’ αριθ. 6280/2012 απόφασης του με την υπ’ αριθ. 867/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ( άρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή ( άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της, συνεκδικαζόμενη με τους ομοίως παραδεκτά ασκηθέντες προσθέτους λόγους αυτής ( άρθρ. 569 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/20Θ6, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως, δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 382/2008, ΑΠ 1218/2007).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση χώρεσαν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά, που είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών, που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 1569/1985 "περί διαμεσολαβήσεως στις συμβάσεις ασφαλίσεως κ.τ.λ.", όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 2496/1997 "περί ασφαλιστικής συμβάσεως, τροποποιήσεων της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλων διατάξεων", διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, ασκούν οι ασφαλιστικοί πράκτορες, οι μεσίτες ασφαλίσεων, οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι, οι συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων, καθώς και οι ασφαλιστικοί υπάλληλοι.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά τη δημοσίευση του Ν 2496/1997, "Ασφαλιστικός πράκτορας είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσότερων επιχειρήσεων.

Ο ασφαλιστικός πράκτορας παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει ο ίδιος ως αντιπρόσωπος ασφαλιστικές συμβάσεις. Τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση, ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και στην ασφαλιστική επιχείρηση, που προτίθεται να πρακτορεύει (πρακτορική σύμβαση).

Αντίγραφο της σύμβασης πρακτορείας υποβάλλεται από την ασφαλιστική επιχείρηση στο Υπουργείο Ανάπτυξης", ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.4 του άνω νόμου, "Αν για οποιονδήποτε λόγο λυθεί ή λήξει η πρακτορική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον πράκτορα προμήθεια τριών ετών, που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί, για αυτό το διάστημα, να παραμένει στην επιχείρηση στο μέτρο που θα την εδικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί ή λήξει η σύμβαση.

Δεν οφείλεται προμήθεια, αν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του πράκτορα, που συνεπάγεται ποινική ή αστική ευθύνη του ή αν λύθηκε με πρωτοβουλία του πράκτορα". Από το συνδυασμό των αμέσως παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η ασφαλιστική επιχείρηση, που χωρίς σπουδαίο λόγο, καταγγέλλει τη μεταξύ αυτής και του ασφαλιστικού πράκτορα πρακτορική σύμβαση, η οποία καταρτίζεται εγγράφως, έχει το χαρακτήρα εντολής και αντικείμενο την έναντι προμήθειας παρουσίαση, πρόταση, προπαρασκευή, προσυπογραφή ή σύναψη στο όνομα και για λογαριασμό της ασφαλιστικών συμβάσεων, υποχρεούται να καταβάλει στον ασφαλιστικό πράκτορα για τρία χρόνια μετά την καταγγελία, την προμήθεια, που θα ελάμβανε αυτός, αν δεν είχε λυθεί η σύμβαση και αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές συμβάσεις, που καταρτίστηκαν με τη διαμεσολάβησή του, με την προϋπόθεση και κατά το μέτρο, που η παραγωγή του αυτή των ασφαλιστικών συμβάσεων εξακολουθεί, κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα, να παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση, είτε γιατί δεν είχε λήξει ακόμη η διάρκειά τους, είτε γιατί μετά τη λήξη τους ανανεώθηκαν, δεδομένου ότι και στην περίπτωση αυτή, οι αρχικές ασφαλιστικές συμβάσεις είχαν καταρτισθεί με την ασφαλιστική επιχείρηση με τη διαμεσολάβηση του ασφαλιστικού πράκτορα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: " Μεταξύ της ενάγουσας, ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας πρακτόρευσης και της εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, καταρτίσθηκε η από 19-1-2004 έγγραφη σύμβαση πρακτόρευσης αορίστου διαρκείας, με την οποία η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα να διαμεσολαβεί μεταξύ αυτής και του κοινού για τη σύναψη, στο όνομα και για λογαριασμό της, συμβάσεων ασφαλίσεως όλων των κλάδων στην περιοχή του Νομού Αττικής, αντί προμηθείας, το ύψος της οποίας συμφωνήθηκε σε ποσοστό επί των καθαρών ασφαλίστρων κατά κλάδο ασφάλισης και, προκειμένου για ασφάλιση της αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία οχημάτων, σε ποσοστά 13% για τις σωματικές βλάβες και 13% για τις υλικές ζημίες.

Στα πλαίσια της μεταξύ τους συμβάσεως, η ενάγουσα διαμεσολάβησε μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε" και το διακριτικό τίτλο "... ΕΛΛΑΣ", που ήταν πελάτισσά της και ασκούσε επιχείρηση ενοικιάσεως οχημάτων και της εναγομένης, ώστε να συναφθεί μεταξύ αυτών η από 1Θ-11-2004 έγγραφη σύμβαση ασφάλισης οχημάτων, με την οποία η εναγομένη ανέλαβε να ασφαλίζει την αστική ευθύνη από την κυκλοφορία οχημάτων, τα οποία η αντισυμβαλλόμενη της εταιρεία και λήπτρια της ασφάλισης Θα εξεμίσθωνε προς τρίτους, στο πλαίσιο της ως άνω επιχείρησης της.

Η διάρκεια της σύμβασης ασφάλισης συμφωνήθηκε αρχικά διετής, με έναρξη την 1-1-2005 και λήξη την 1-1-2007, το δε μικτό ασφάλιστρο, που περιελάμβανε και την προμήθεια της ενάγουσας για την διαμεσολάβηση, συμφωνήθηκε για το πρώτο έτος ασφάλισης σε 432 ή 411 ευρώ ανά ασφαλιζόμενο όχημα, ανάλογα με το ύψος του ασφαλιστικού ποσού.

Από 1-5-2006 η εναγομένη και η ασφαλισμένη σ’ αυτήν εταιρεία "... ΕΛΛΑΣ" τροποποίησαν τα ασφάλιστρα για τα οχήματα που θα εισέρχονταν το πρώτον στην ασφάλιση της εναγομένης και όρισαν τα ποσά του καθαρού ασφαλίστρου σε 239 ευρώ, του μικτού ασφαλίστρου σε 328 ευρώ, του δικαιώματος συμβολαίου της εναγομένης σε ποσοστό 20 % επί του καθαρού ασφαλίστρου και της προμήθειας της ενάγουσας σε ποσοστό 20 % επί του καθαρού ασφαλίστρου.

Την τροποποίηση αυτή, που μετέβαλε και το ύψος της προμήθειας της ενάγουσας για την πρακτορική διαμεσολάβησή της, η εναγομένη την γνωστοποίησε στην ενάγουσα με την από 19-5-2006 επιστολή της και αυτή την απεδέχθη. Τον Νοέμβριο του 2006, η εναγομένη και η ασφαλισμένη σ’ αυτήν εταιρεία "... ΕΛΛΑΣ", επικείμενης της λήξεως της διετούς διάρκειας της από 10-11-2004 υφισταμένης μεταξύ τους συμβάσεως ασφαλίσεως, την ανανέωσαν για ένα ακόμη έτος (από 1- 1-2007 έως 1-1-2008) και επανακαθόρισαν το μικτό ασφάλιστρο για μεν τις ανανεώσεις των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που υφίσταντο ήδη, την 31-12-2006 σε 364,50 ευρώ ανά όχημα, για κάθε δε το πρώτον συναπτόμενη ασφάλιση σε 329 ευρώ ανά όχημα, ενώ το ύψος της προμήθειας της ενάγουσας στο ποσό των 50 ευρώ ανά ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Και την ανανέωση αυτή, η οποία μετέβαλε και το ύψος της προμήθειας της ενάγουσας για την πρακτορική της διαμεσολάβηση, η εναγομένη τη γνωστοποίησε στην ενάγουσα με την από 7- 11-2006 επιστολή της και αυτή την απεδέχθη. Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη διατήρησε την πρακτορική διαμεσολάβηση της ενάγουσας επί τρία έτη από την ημέρα που η τελευταία την έφερε ως πελάτισσα στην επιχείρησή της.

Στο πλαίσιο της εν λόγω ασφαλιστικής συμβάσεως η εναγομένη εξέδωσε το πρώτο έτος (1.1.2005-1.1.2006) 19.078 ασφαλιστήρια συμβόλαια, το δεύτερο έτος (1.1.2006-1.1-2007) 21.245 ασφαλιστήρια συμβόλαια και το τρίτο έτος (1.1.2007-1.1.2008) 23.498 και εισέπραξε από την αντισυμβαλλόμενη της, ασφαλισμένη εταιρεία "... ΕΛΛΑΣ", μικτά ασφάλιστρα 6.152.841,48, 6.765.842,09 και 6.797.023,99 ευρώ αντίστοιχα και καθαρά 4.466.077,05, 4.598.478,74 και 4.934.932,80 ευρώ αντίστοιχα, ενώ κατέβαλε στην ενάγουσα για τις συμφωνηθείσες προμήθειες της και για καθένα από τα παραπάνω έτη τα ποσά των 759.524,74, των 816.532,92 και των 953.622,76 ευρώ αντίστοιχα.

Εκτός από τα παραπάνω ασφαλιστήρια συμβόλαια που αφορούσαν ενοικιαζόμενα οχήματα της εταιρείας "... ΕΛΛΑΣ", η εναγομένη με την διαμεσολάβηση της ενάγουσας, εξέδωσε υπέρ τρίτων για το καθένα από τα παραπάνω έτη και άλλα 7, 7 και 10 ασφαλιστήρια συμβόλαια ασφάλισης σκαφών, αυτοκινήτων και πυρός, εισέπραξε από τους αντισυμβαλλομένους της ασφαλισμένους μικτά ασφάλιστρα 15.346,29, 15.291,10 και 15.273,80 ευρώ αντίστοιχα και καθαρά 13.768,63, 13.728,16 και 13.674,91 ευρώ αντίστοιχα και κατέβαλε στην ενάγουσα ως προμήθειες για το καθένα από τα παραπάνω έτη τα ποσά των 1.935,31, των 1.531,71 και των 1.312,11 ευρώ αντίστοιχα.

Όμως για τα επόμενα τρία έτη (1-1-2008 έως 1-1-2011) η εναγομένη, αγνοώντας την ενάγουσα, με τη μεσολάβηση της οποίας είχε ασφαλίσει ολόκληρο το "στόλο" ενοικιαζομένων οχημάτων της εταιρείας "... ΕΛΛΑΣ", ήλθε σε απευθείας διαπραγματεύσεις με αυτήν και κατέληξαν σε συμφωνία ασφάλισης των οχημάτων της τελευταίας, χωρίς τη διαμεσολάβηση της ενάγουσας ή άλλου πράκτορα.

Συγκεκριμένα συνήφθη αρχικά μεταξύ τους η από 14-12-2007 σύμβαση ασφάλισης των ενοικιαζόμενων οχημάτων της ..., χωρίς τη διαμεσολάβηση της ενάγουσας, η οποία προ τριετίας είχε φέρει την ασφαλιζόμενη στην επιχείρηση της εναγομένης. Με τη σύμβαση αυτή, με την οποία η αρχική μεταξύ τους από 10-11-2004 σύμβαση ασφάλισης ανανεωνόταν για δύο ακόμα έτη (στη συνέχεια ανανεώθηκε περαιτέρω για ένα ακόμα έτος), το μικτό ασφάλιστρο καθορίστηκε για μεν τις μακροχρόνιες μισθώσεις οχημάτων και ασφαλιστικά ποσά 3.000.000 ευρώ για σωματικές βλάβες και 200.000 για υλικές ζημίες σε 377 ευρώ ανά όχημα, για δε τις λοιπές μισθώσεις και για ασφαλιστικά ποσά 500.000 ευρώ για σωματικές βλάβες και 100.000 ευρώ για υλικές ζημίες σε 270 ευρώ ανά όχημα, ενώ συμφωνήθηκε ρητά ότι η τιμολόγηση έχει γίνει χωρίς διαμεσολάβηση και η διαχείριση μεταφέρεται στους συμβαλλομένους.

Τα συμφωνηθέντα μικτά ασφάλιστρα ήταν χαμηλότερα από τα αντίστοιχα του προηγούμενου έτους, κατά το οποίο η ενάγουσα εξακολουθούσε να διαμεσολαβεί, κατά τα ποσά των 94,5 ευρώ για τα ήδη ασφαλιζόμενα οχήματα και των 59 ευρώ για τα εισερχόμενα το πρώτον στην ασφάλιση, μείωση που κατέστη δυνατή κατά το μεγαλύτερο μέρος και συγκεκριμένα κατά το ποσό των 50 ευρώ ανά όχημα από την εξοικονόμηση της προμήθειας που θα εδικαιούτο για τη διαμεσολάβησή της η ενάγουσα.

Αντίθετα, η εναγομένη διατήρησε την πρακτορική διαμεσολάβηση της ενάγουσας στις λοιπές (πλην της μετά της εταιρίας ... ΕΛΛΑΣ) δέκα συμβάσεις ασφαλίσεως, τις οποίες επίσης η ενάγουσα είχε τοποθετήσει στην επιχείρηση της και εξακολούθησε και πέραν της 1-1-2008 να της καταβάλλει τις συμφωνημένες κατά περίπτωση προμήθειες γι’ αυτές, που αποτελούσαν ελάχιστο μέρος της ασφαλιστικής της παραγωγής.

Η συμπεριφορά όμως αυτή της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία κατά τα έτη 2005, 2006 και 2007 κατέβαλε την ανάλογη προμήθεια ανερχόμενη σε 759.524,74 ευρώ, 816.532,92 ευρώ και 953.622,76 ευρώ ανά έτος στην ενάγουσα ασφαλιστική πράκτορα για τις επεμβάσεις ασφαλίσεως αυτοκινήτων, οι οποίες ανήλθαν κατά τα ίδια έτη σε 19.078, 21.245 και 23.498 αντίστοιχα και τις οποίες συνήψε με την πελάτισσα εταιρία με τη διαμεσολάβηση της ενάγουσας και ακολούθως, κατά τα επόμενα έτη (η εναγομένη) απέκλεισε από τις ίδιες συμβάσεις τη διαμεσολάβηση της ενάγουσας χωρίς υπαιτιότητα της τελευταίας και εξακολούθησε να συμβάλλεται απευθείας με την πελάτισσα της, αποστερώντας έτσι από την ενάγουσα την κατά νόμο ανάλογη προμήθεια της και περιορίζοντας την συνεργασία τους στις υπόλοιπες συμβάσεις τις οποίες συνήπτε με τη μεσολάβηση της ενάγουσας και οι οποίες κατά ίδια έτη ανέρχονταν στον πολύ μικρό αριθμό των 7, 7 και 10 συμβάσεων ανά έτος και απέφεραν στην τελευταία τα μικρά, σε σχέση με τα προηγούμενα, ποσά των 1.735,31 ευρώ, 1.531,71 ευρώ και 1.312,11 ευρώ αντίστοιχα, συνιστά μονομερή, σοβαρή και ιδιαιτέρως βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως σε βάρος της ενάγουσας ασφαλιστικής πράκτορος και εξομοιώνεται προς έμμεση καταγγελία.

Η καταγγελία αυτή, ερχόμενη σε αντίθεση προς τις επιταγές του προαναφερθέντος άρθρου 4 παρ. 4 του Ν. 1569/1985 και γενόμενη άνευ δικαιώματος από την εναγομένη, συνεπάγεται την οριζόμενη από το ίδιο άρθρο συνέπεια, δηλαδή την υποχρέωση αυτής για την καταβολή προμήθειας τριών ετών στην ενάγουσα ασφαλιστική πράκτορα.

Όπως προαναφέρθηκε, από την σύναψη της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως πρακτορείας, ο αριθμός των οχημάτων της πελάτισσας της ενάγουσας εταιρίας ... ΕΛΛΑΣ, που ασφαλίστηκαν με τη διαμεσολάβηση της στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, αυξανόταν κατά έτος, ανερχόμενος κατά το έτος 2007 σε 23.498 οχήματα με αντίστοιχη προμήθεια ύψους 953.622,76 ευρώ.

Η ίδια κατ’ έτος αύξηση, όπως προκύπτει από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, συνεχίστηκε και κατά τα τρία επόμενα έτη (2008, 2009 και 2010) μετά την, κατά τα προαναφερθέντα, έμμεση καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης της μεταξύ των διαδίκων, ιδίως μετά τη συγχώνευση στις 31-12-2008 της εταιρείας "... ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." (...

ΕΛΛΑΣ) με την εταιρεία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (βλ. ΦΕΚ 75/7-1-2009 τ. ΑΕ και ΕΠΕ), με αποτέλεσμα ο αριθμός των κατ’ έτος ασφαλιζομένων οχημάτων να υπερβαίνει τα ασφαλισθέντα κατά το έτος 2007 οχήματα.

Συνεπώς, και με βάση τα προαναφερθέντα, η ενάγουσα δικαιούται κατ’ άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 1569/1997, όπως αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο του με το άρθ. 36 παρ. 8 του Ν. 2496/1997, την αιτηθείσα προμήθεια τριών ετών ανερχόμενη στο ποσό των (953.622,76 x 3) 2.860.868,28 ευρώ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση και τους προσθέτους αυτής λόγους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και, αφού εξαφάνισε την απόφαση) του πρωτοδικείου, που είχε απορρίψει την αγωγή της, την έκανε εν μέρει δεκτή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας να καταβάλλει σ’ αυτή το ποσό των 2.860.868,286, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι,’ η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα στις 14-12-2007 κατήγγειλε εμμέσως, χωρίς δικαίωμα, τη μεταξύ αυτής και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης, αορίστου χρόνου, που είχε καταρτισθεί στις 19-1-2004.

Λόγω της καταγγελίας αυτής δικαιούται η τελευταία για τρία χρόνια, μετά την καταγγελία, ήτοι από 1-1-2008 μέχρι 1-1-2011, την προμήθεια που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές συμβάσεις για την κάλυψη της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα έναντι τρίτων της ιδιοκτήτριας των αυτοκινήτων εταιρείας με την επωνυμία " ...

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" (... ΕΛΛΑΣ), που καταρτίστηκαν με τη μεσολάβησή της εντός του έτους 2007 και παρέμειναν ενεργείς και κατά την παραπάνω τριετία. Είδικότερα, πριν την καταγγελία, κατά το έτος 2007, καταρτίστηκαν τέτοιες ασφαλιστικές συμβάσεις για 23.498 αυτοκίνητα της ... ΕΛΛΑΣ, αντί ασφαλίστρων μικτών 6.797.023,996 και καθαρών 4.934.932,806 και η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη έλαβε αντίστοιχα προμήθεια, ύψους 953.622,766.

Σε καθένα από τα επόμενα τρία χρόνια εξακολούθησε η παραγωγή αυτή των ασφαλιστικών συμβάσεων για τα 23.498 αυτοκίνητα να παραμένει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ενόψει της παραδοχής του ότι ο αριθμός των ασφαλιζομένων αυτοκινήτων κατά τα έτη αυτά υπερέβη τα ασφαλιζόμενα κατά το έτος 2007 αυτοκίνητα και ότι η αντίστοιχη προμήθεια για τα έτη αυτά ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 2.860.868,286 (953.622,766 x 3) .

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 4 του ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 8 του v. 2496/1997, αναφορικά με τη συνδρομή των θεμελιωτικών του αγωγικού αιτήματος προϋποθέσεων, που αναφέρονται στην κατάφαση της επιδίκασης της άνω κατ’ άρθρο 4 παρ.4 του ν. 1569/85 προμήθειας.

Συγκεκριμένα δε τη λύση με καταγγελία της αναιρεσείουσας, χωρίς δικαίωμα, της μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης υφιστάμενης σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης και το δικαίωμα της τελευταίας να λάβει την προμήθεια, που θα ελάμβανε εάν δεν είχε λυθεί η σύμβαση, με βάση τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή 23.498 ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα οποία καταρτίστηκαν με τη μεσολάβηση της αναιρεσίβλητης πριν την καταγγελία, το έτος 2007 και παρέμειναν ενεργά στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική επιχείρηση, για το επίδικο χρονικό διάστημα των τριών ετών από την καταγγελία.

Δεν ασκεί δε επιρροή το γεγονός, ότι τα ασφαλιστήρια αυτά συμβόλαια, μετά την καταγγελία και τη λήξη τους την 1-1-2008, ανανεώθηκαν για την επόμενη τριετία, καθόσον και αυτά υπάγονται στην έννοια της παραγωγής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής πράκτορος, δεδομένου ότι οι αρχικές ασφαλιστικές συμβάσεις, που παρέμειναν ενεργές με την άνω ανανέωση, είχαν καταρτισθεί με την ασφαλιστική επιχείρηση με τη διαμεσολάβηση της τελευταίας και περαιτέρω τον υπολογισμό της δικαιουμένης προμήθειας με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία πριν την καταγγελία.

Περαιτέρω, από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η πρώτη αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας, ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α, β και γ του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, εκείνα που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου, ειδικότερα, περί αγωγής του ασφαλιστικού πράκτορα κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης για την επιδίκαση της από το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 1569/1985 προμήθειάς του στην περίπτωση καταγγελίας υπ’ αυτής της πρακτορικής σύμβασης χωρίς σπουδαίο λόγο, απαιτείται, για το ορισμένο αυτής να αναφέρεται η παραγωγή του, που αντιστοιχεί στις συγκεκριμένες ασφαλιστικές συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν με τη διαμεσολάβησή του, πριν την καταγγελία και ειδικότερα το όνομα των ασφαλισμένων, ο αριθμός των συμβολαίων, η ημερομηνία έναρξης και λήξης αυτών, τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα, το ποσοστό της δικαιουμένης υπό του ασφαλιστικού πράκτορος προμήθειας επί των ασφαλίστρων με βάση τη σύμβαση, καθώς και ότι η παραγωγή αυτή εξακολούθησε επί τριετία μετά την καταγγελία να παραμένει ενεργής στην ασφαλιστική επιχείρηση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της ένδικης από 29-12-2008 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά της αντιδίκου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, το οποίο εκτιμά, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, η ενάγουσα εξέθετε, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, ότι:

Δυνάμει της από 19-1-2004 σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εγγράφως και υποβλήθηκε στην κατά νόμο, αρμοδία εποπτική αρχή, ανέλαβε με την ιδιότητα του ασφαλιστικού πράκτορα, έναντι προμήθειας σε ποσοστά επί των καθαρών ασφαλίστρων, την υποχρέωση να διενεργεί πράξεις διαμεσολάβησης μεταξύ της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και του κοινού, με αποκλειστικό σκοπό τη σύναψη συμβάσεων ασφάλισης στην περιοχή της Αττικής σε όλους τους κλάδους ασφάλισης.

Συγκεκριμένα, να εξευρίσκει πελάτες, να παρουσιάζει τα ασφαλιστικά προϊόντα, καθώς και τις δυνατότητες, την ποιότητα και το "service" της αντιδίκου της, να παραλαμβάνει τις αιτήσεις ασφάλισης των πελατών της και να τις διαβιβάζει στην αντίδικο της, η οποία θα εξέδιδε και θα υπέγραφε τα σχετικά ασφαλιστήρια και τις πρόσθετες πράξεις.

Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, διαμεσολάβησε, ώστε να καταρτισθεί μεταξύ της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" (... ΕΛΛΑΣ) η από 27-10-2004 σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης της τελευταίας έναντι τρίτων από τροχαία ατυχήματα για τα μακροχρόνιας μίσθωσης και τα ενοικιαζόμενα οχήματα ιδιοκτησίας της εντός της ελληνικής επικράτειας για χρονικό διάστημα δύο ετών και συγκεκριμένα από 1-1-2005 έως 1-1-2007, υπό τους, ειδικότερα, στην αγωγή αναφερόμενους όρους.

Η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε με τη διαμεσολάβηση της ενάγουσας για ένα έτος ακόμη, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 1-1-2008 και συμφωνήθηκε .ότι αυτή θα δικαιούται προμήθεια 50,00Ε ανά ασφαλιζόμενο όχημα. Κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα εκδόθηκαν με τη διαμεσολάβησή της τα αναφερόμενα στις ενσωματωμένες στην αγωγή καταστάσεις, που αποτελούν ενιαίο και αναπόσπαστο τμήμα αυτής, ασφαλιστήρια συμβόλαια, στις οποίες μνημονεύεται ο αριθμός αυτών, ο αριθμός κυκλοφορίας του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, το ποσό των εισπραχθέντων ακαθαρίστων ασφαλίστρων, το ποσό της προμήθειας της ενάγουσας, καθώς και η ημερομηνία έναρξης και λήξης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων.

Ειδικότερα, με βάση τα στοιχεία αυτά εκδόθηκαν, κατά το άνω χρονικό διάστημα, ασφαλιστήρια συμβόλαια για την ασφαλιστική κάλυψη 23.498 αυτοκινήτων ιδιοκτησίας της εταιρείας "... ΕΛΛΑΣ", αντί ακαθάριστων ασφαλίστρων 6.797.023, 99€ και προμήθειας της ενάγουσας 953.622,76Ε. Η εναγομένη στη συνέχεια και, ενώ ήταν σε ισχύ η μεταξύ τους σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης, προέβη στην ανανέωση των ασφαλιστηρίων όλων των αυτοκινήτων της άνω εταιρείας, πελάτιδάς της, απευθείας, αποκλείοντας , έτσι, από τις ίδιες συμβάσεις τη διαμεσολάβησή της και αποστερώντας από αυτή την κατά νόμο ανάλογη προμήθειά της.

Η συμπεριφορά της αυτή εξομοιώνεται προς έμμεση καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης, χωρίς δικαίωμα και συνεπάγεται την υποχρέωσή της να καταβάλλει σ’ αυτή την προμήθεια τριών ετών από της καταγγελίας, ήτοι από 1-1-2008 έως 1-1-2011, που επιτάσσει το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν 1569/1985, που αναλογεί στην άνω παραγωγή της, η οποία παρέμεινε και θα εξακολουθήσει, για αυτό το διάστημα, να παραμένει στην εναγομένη και την οποία θα εδικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί, κατά τα παραπάνω, η μεταξύ τους σύμβαση.

Κατά το χρόνο της καταγγελίας το έτος 2007, ήταν ενεργά τα αναλυτικώς, κατά τα προαναφερόμενα, ασφαλιστήρια συμβόλαια για τα 23.948 οχήματα της εταιρείας "... ΕΛΛΑΣ" και παρέμειναν ενεργά για την παραπάνω τριετία, αφού η εναγομένη προέβη στην ανανέωση όλων, ότι με βάση αυτά η προμήθειά της ανέρχεται τουλάχιστον στο ίδιο ποσό που ανερχόταν το τελευταίο έτος πριν την καταγγελία ήτοι στο ποσό των 953.622,766 και, συνολικώς, .για την τριετία στο ποσό των 2.827.253,736 και ζήτησε, μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει για την παραπάνω αιτία το ποσό των 2.827.253,73Ε.

Από το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα του αγωγικού δικογράφου προκύπτει, ότι σ’ αυτό διαλαμβάνονται όλα, τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 4 παρ.4 του Ν. 1569/1985 απαιτούμενα για την πληρότητά του στοιχεία και ειδικότερα: τα συγκεκριμένα ασφαλιστήρια συμβόλαια, που καταρτίστηκαν με τη διαμεσολάβηση της αναιρεσίβλητης, κατά το χρόνο πριν την καταγγελία της πρακτορικής σύμβασης.

Ο αριθμός κυκλοφορίας του καθενός αυτοκινήτου που ασφαλίσθηκε, το ποσό των ασφαλίστρων για καθένα, το ύψος της προμήθειας της αναιρεσίβλητης για καθένα αυτοκίνητο, ο χρόνος έναρξης και λήξης των ασφαλιστικών συμβάσεων, καθώς και ότι οι συμβάσεις αυτές, που αποτελούσαν την παραγωγή της αναιρεσίβλητης το έτος 2007, πριν από την καταγγελία, εξακολούθησαν να παραμένουν ενεργείς στην αναιρεσείουσα επί τριετία μετά την καταγγελία.

Και τούτο διότι αναφέρεται, πως η αναιρεσείουσα προέβη, κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα, στην ανανέωση όλων των άνω ασφαλιστικών συμβάσεων, που είχαν καταρτισθεί με τη διαμεσολάβηση της αναιρεσίβλητης πριν την καταγγελία, αναφέροντας επιπλέον, ότι η διαμεσολαβητική ενέργεια της ενάγουσας στην κατάρτιση των άνω συμβάσεων, συνίστατο στην εξεύρεση της πελάτιδας εταιρείας, την παρουσίαση σ’ αυτή των ασφαλιστικών προϊόντων της εναγομένης και των υπηρεσιών της, την παραλαβή της σχετικής αίτησης ασφάλισης και τη διαβίβασή της στην εναγομένη, η οποία και υπέγραψε και τη σχετική σύμβαση και τις ανανεώσεις της.

Επομένως, δεν πάσχει αοριστία η ένδικη αγωγή για το λόγο ότι δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της "τα συγκεκριμένα ασφαλιστήρια συμβόλαια που καταρτίστηκαν με τη διαμεσολάβηση της αναιρεσίβλητης και με επαρκή προσδιοριστικά στοιχεία, όπως τον αριθμό εκάστου ασφαλιστηρίου, τη διάρκεια της ασφάλισης και τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα από κάθε ασφαλιστήριο", καθώς " και τις συγκεκριμένες υπηρεσίες που παρείχε η ενάγουσα για τα συγκεκριμένα ασφαλιστήρια", όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης και, συνεπώς, δεν παρέλειψε το Εφετείο, παρά το νόμο, να την απορρίψει ως απαράδεκτη, όπως όφειλε κατά την αναιρεσείουσα, μετ’ αποδοχή του περί αοριστίας ισχυρισμού της.

Κατ’ ακολουθίαν, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 352 του ΚΠολΔ δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου του διαδίκου που ομολογεί, είναι μόνο εκείνη που γίνεσαι προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου (ΑΠ 115/2007, ΑΠ 852/2006). Οι ομολογίες που γίνονται ενώπιον άλλου δικαστηρίου αποτελούν εξώδικες ομολογίες που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστή (ΑΠ 11/2004, ΑΠ 858/2000)..

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εξώδικη ομολογία, εκτιμώμενη ελεύθερα, είναι η μονομερής άτυπη δήλωση διαδίκου, που αφορά αμφισβητούμενο και επιβλαβές για τον ομολογούντα πραγματικό περιστατικό, η οποία απευθύνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου, από εκείνο που δικάζει την υπόθεση ή περιέρχεται σε άλλα έγγραφα που εκδίδονται από το διάδικο που δεν απευθύνονται ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου.

Τέτοια εξώδικη ομολογία αποτελεί και η περιεχόμενη σε αγωγή άλλης δίκης. Εάν δε η προβαλλόμενη εξώδικη ομολογία περιέχεται σε αγωγή του διαδίκου, την οποία αυτός είχε υποβάλλει ενώπιον άλλου δικαστηρίου, πρέπει η αγωγή αυτή να προσκομίζεται στο δικαστήριο ενώπιον του οποίου προβάλλεται η ομολογία αυτή και συγχρόνως να γίνεται επίκλησή της (του αποδεικτικού μέσου της ομολογίας (1989/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του αριθμού των ασφαλισθέντων στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτων, ιδιοκτησίας της εταιρείας "...

ΕΛΛΑΣ", που παρέμειναν σ’ αυτή, μετά την καταγγελία της μεταξύ τους πρακτορικής σύμβασης και συγκεκριμένα, το έτος 2008, ήτοι για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, την από 19-1-2011 νέα συμπληρωματική αγωγή αυτής (αναιρεσίβλητης) κατά της αναιρεσείουσας για οφειλόμενα συμπληρωματικά ποσά προμηθειών κατά την τριετία 2008, 2009 και 2010, στην οποία προέβη σε ομολογία αναφορικά με τον αριθμό των ασφαλιζομένων σ’ αυτή αυτοκινήτων, ιδιοκτησίας της εταιρείας "...

ΕΛΛΑΣ", που παρέμειναν ασφαλισμένα κατά το έτος 2008, αναφέροντας, ότι ανήλθαν σε 17.922 και όχι σε 23.498, που ανέφερε στην ένδικη αγωγή της και την οποία ομολογία επικαλέστηκε αυτή και προσκόμισε τη σχετική αγωγή με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση των από 9-4-2015 προτάσεων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε στη συζήτηση στο Εφετείο, πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, σ’ αυτές δεν γίνεται επίκληση της ως άνω εξώδικης ομολογίας, ούτε ότι προσκομίστηκε η αγωγή στην οποία αυτή περιέχεται. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια με το να μη λάβει υπόψη την προαναφερόμενη εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης και απορριπτέος, ως αβάσιμος, τυγχάνει ο άνω τέταρτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 223 εδ. α ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η μεταβολή του καταψηφιστικού ή αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής, μετά την είσοδο της εκκρεμοδικίας, είναι απαράδεκτη, είτε η μεταβολή αυτή αφορά στην έκταση και το είδος είτε στη μορφή της αιτούμενης δικαστικής προστασίας.

Δεν επιτρέπεται, επομένως η αυξητική μεταβολή του χρηματικού ποσού που ζητείται να επιδικαστεί ή αναγνωριστεί ως οφειλόμενο, έστω και αν η αναγραφή του μικρότερου ποσού στο δικόγραφο της αγωγής οφείλεται σε σφάλμα (παραδρομή) του ενάγοντος κατά την καταχώριση ή την προσθαφαίρεση των επί μέρους κονδυλίων ή το γινόμενο των παραγόντων αυτού, (ΑΠ 92/1995) αφού, κατά το εδ.

β του αυτού άρθρου, κατ’ εξαίρεση ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις, έως ότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να ζητήσει: 1) τα παρεπόμενα του κυρίου αντικειμένου της αγωγής και 2) αντί γι’ αυτό που ζητήθηκε αρχικά, άλλο αντικείμενο ή το διαφέρον εξαιτίας μεταβολής που επήλθε (ΑΠ 287/2002, ΑΠ 92/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 29-12-2008 αγωγή της ζήτησε, όπως έχει προαναφερθεί, να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει για την προμήθειά της, των τριών επομένων ετών μετά την καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης, το ποσό των 953.622,766€ για κάθε έτος και συνολικά το ποσό των 2.827.253,736€.

Με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοδικείου περιόρισε, παραδεκτώς, το παραπάνω καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της σε αναγνωριστικό, ενώ περαιτέρω μετά την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και συγκεκριμένα με τις από 9-4-2015 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, μετά την παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον του με την υπ’ αριθ. 867/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, προέβη σε αυξητική μεταβολή του, κατά τα παραπάνω, χρηματικού ποσού του αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής της, αιτούμενη να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει σ’ αυτή το συνολικό ποσό των 2.860.868,28€, με την επίκληση, ότι ζήτησε με την αγωγή της το μικρότερο ως άνω ποσό των 2.827.253,73€, διότι από παραδρομή ανέγραψε αυτό ως γινόμενο των παραγόντων (953.622,76€ χ 3), αντί του ορθού 2.860.868,28€.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε παραδεκτή την αυξητική αυτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής της αναιρεσίβλητης και με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλλει σ’ αυτή το ποσό των 2.860.868,28€. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη τη μεταβολή του αιτήματος της αγωγής με αύξηση του αιτουμένου ποσού, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, δεδομένου ότι η μεταβολή αυτή είναι απαράδεκτη, έστω και αν γίνεται για τη διόρθωση λάθους.

Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος, που έκρινε παραδεκτή την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αυξητική μεταβολή του αιτήματος της αγωγής και εντεύθεν αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.860.868,28€, αντί του αιτουμένου με την αγωγή 2.827.253,73€.

Μετά ταύτα και δεδομένου, ότι με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, ορίζεται, ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής από το παρόν δικαστήριο, καθόσον δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης διευκρίνιση της υπόθεσης, να γίνει αυτή δεκτή, καθώς και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και ακολούθως να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 2.827.253,73€ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ, που καταβλήθηκε απ’ αυτή, όπως αυτό αναφέρεται στην υπ’ αριθ. 1199/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.

Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για την παρούσα διαδικασία να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος τη αναιρεσείουσας-εναγομένης, συμψηφιζομένων κατά τα λοιπά, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρ. 178, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 4462/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει επί της έφεσης και των προσθέτων λόγων αυτής κατά της υπ’ αριθ. 4087/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Δέχεται την έφεση και τους προσθέτους λόγους.

Εξαφανίζει την πιο πάνω εκκαλουμένη.

Δέχεται εν μέρει την από 29-12-2008 αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι η αναιρεσείουσα-εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το ποσό των δύο εκατομμυρίων οκτακοσίων είκοσι επτά χιλιάδων διακοσίων πενήντα τριών ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (2.827.253,73€) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα-εναγόμενη κατά ένα μέρος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για την παρούσα διαδικασία, συμψηφιζομένων κατά τα λοιπά, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαϊου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ