Legislator Giurisprudenza & Legislazione
838/2017 Generato dall'IA

Appeal dismissed for inadmissibility due to vague grounds and lack of evidence of improper evidence consideration.

Numero d'incarto 838/2017
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment as inadmissible regarding the first and third appellants. The appellants argued that the Court of Appeal had improperly considered evidence regarding the driver's intoxication without formally citing it, which allegedly influenced the liability assessment. The court rejected this claim because the appeal grounds were vague, failed to specify which appellant raised the issue, and did not demonstrate that the evidence was actually considered or that the judgment was affected by its omission.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 94, 96, 104, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to demonstrate that the lower court considered evidence without proper citation or that the judgment was affected by such error.

Parole chiave

Generato dall'IA
inadmissible appeal vague grounds improper evidence citation requirement judgment impact congedo di assistenza ai familiari ristrettezza finanziaria allontanamento nonostante motivi di salute

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 568 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraphs 1 to 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 838 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 838/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ρ. Χ. Γ. Ε. (R. J. G. H.), κατοίκου ..., 2) Λ. Ν. Λ. Ά. Ρ. Γ. (L. D. L. A. R. G.), συζ. Π. Σ., κατοίκου ... και 3) Μ. Κ. Ρ. Γ. (M. C. R. G.), κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μπότση.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Α. του Μ., 2) Φ. Ρ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κρίκα και 3) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαστύλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 19-4-2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 3ης των αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3050/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6785/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2-6-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.

γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως, και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 1472/2009, ΑΠ 1574/2008, πρβλ. ΑΠ Ολομ. 8/2009, ΑΠ Ολομ. 9/2003) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΑΠ Ολομ. 4/1994, ΑΠ Ολομ. 2/1992, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 60/2014, ΑΠ 132/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως επισπεύδεται με την επιμέλεια των αναιρεσειουσών. Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι αναιρεσείουσες εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Γ.

Μ., ο οποίος προσκόμισε το .../17-3-2017 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α. συζ. Μ. Κ., από το οποίο προκύπτει ότι αυτός έχει διοριστεί νόμιμα ως πληρεξούσιος δικηγόρος της δεύτερης των αναιρεσειουσών, όχι όμως και των πρώτης και τρίτης απ’ αυτές. Επομένως, αφού δεν αποδεικνύεται χορήγηση, από τις τελευταίες, νόμιμης πληρεξουσιότητας στον εν λόγω δικηγόρο, με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως, άλλωστε, αναφέρεται και στην από 22-3-2017 προσθήκη των προτάσεών τους, οι πρώτη και τρίτη αναιρεσείουσες θεωρούνται ότι δεν παρίστανται κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως και είναι δικονομικά απούσες.

Από τα έγγραφα όμως που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι παραπάνω πρώτη και τρίτη αναιρεσείουσες είχαν επισπεύσει και οι ίδιες έγκυρα τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Μ. πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, τους οποίους δεν πληρούν οι προσκομιζόμενες, από 26-2-2016, δύο αντίστοιχες εξουσιοδοτήσεις τους.

Εξάλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενες, κατά τα προεκτιθέμενα, αναιρεσείουσες έχουν κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από την παριστάμενη δεύτερη των αναιρεσειουσών που επισπεύδει έγκυρα τη συζήτηση ή από τους αναιρεσιβλήτους. Πρέπει, συνεπώς, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ.

β’ ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β’ προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως ως προς τις πρώτη και τρίτη των αναιρεσειουσών και να διαταχθεί ως προς αυτές ο χωρισμός της υπόθεσης.

Από τις διατάξεις του άρθρου 932 του ΑΚ, όπως θα αναπτυχθεί και στην επόμενη σκέψη της παρούσας, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση των πραγμάτων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Αντίθετα, η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 (ή 8) του ίδιου Κώδικα, αν για τον προσδιορισμό αυτόν έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε στοιχεία που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει ή, αντίστροφα, αρνήθηκε ή παρέλειψε να λάβει υπόψη στοιχεία που έπρεπε να συνεκτιμήσει για την κρίση του αυτή και που επηρεάζουν το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 213/2017, ΑΠ 1278/2015, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 979/2014, ΑΠ 179 - 180/2014).

Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί που αφορούν τα κριτήρια καθορισμού προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1719/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη 6785/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, η αιτίαση ότι για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης των 10.000 ευρώ που επιδικάστηκε, τελικά, στη δεύτερη αναιρεσείουσα (ως προς την οποία ερευνάται πλέον η αίτηση αναίρεσης), λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό του αδελφού της L.

A. R. G., κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα της 9-5-2010, 1) ως προς την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων - φυσικών προσώπων, α) έλαβε υπόψη μόνο τα ετήσια εισοδήματα του συζύγου της δεύτερης των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, χωρίς να κάνει μνεία για την τυχόν κινητή και ακίνητη περιουσία της, β) δεν έλαβε υπόψη την οικονομική κατάσταση των εναγουσών - αναιρεσειουσών και του πρώτου εναγομένου - αναιρεσιβλήτου, οδηγού του εν λόγω αυτοκινήτου και γ) δεν έλαβε υπόψη την κοινωνική κατάσταση (ειδικότερα, το επάγγελμα) καθενός απ’ αυτούς και, περαιτέρω, 2) έλαβε υπόψη στοιχεία που δεν ήταν επιτρεπτά να συνεκτιμήσει και, συγκεκριμένα, α) ότι η δεύτερη εναγομένη αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας του γιου της - πρώτου εναγομένου, β) τη σοβαρότητα των τραυμάτων που υπέστη ο τελευταίος και γ) την κατάσταση της υγείας του μετά το ατύχημα.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί στο δικαστήριο της ουσίας τα πιο πάνω περιστατικά ως προσδιοριστικά στοιχεία για την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης. Ανεξάρτητα, πάντως, απ’ αυτό, από το σύνολο των παραδοχών της πληττόμενης απόφασης που παραδεκτά επισκοπείται, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (και όχι εκείνον του τροχαίου ατυχήματος), και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των παρόντων διαδίκων - φυσικών προσώπων, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδικευμένη αιτιολόγησή τους, ενώ είναι επιτρεπτό να λαμβάνεται υπόψη, ως προσδιοριστικό στοιχείο για το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, και ο τραυματισμός που υπέστη ο ίδιος ο υπόχρεος κατά το ατύχημα.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).

Στην κρινόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, στην τρίτη ενάγουσα, ήδη δεύτερη των αναιρεσειουσών, από τον θανάσιμο τραυματισμό του παραπάνω αδελφού της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, ο θανών, ηλικίας, κατά το χρόνο του θανάτου, 31 ετών, ήταν, όπως αναφέρθηκε, υιός της πρώτης ενάγουσας, αδελφός των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εναγουσών και δεν αμφισβητείται η πιο πάνω συγγενική σχέση αυτών με το θανόντα.

Αυτός (ο θανών), ζούσε πριν το θάνατό του στην Ελλάδα, όπου εργαζόταν, ενώ η πρώτη ενάγουσα - μητέρα του και η δεύτερη και η τέταρτη ενάγουσες, αδελφές του, ζούσαν στη Βενεζουέλα, η δε τρίτη ενάγουσα ζούσε στην Ελλάδα. Μεταξύ τους ήταν έντονα και αμοιβαία τα αισθήματα αγάπης και από το θάνατό του δοκιμάσθηκαν ψυχικά η μητέρα του πρώτη ενάγουσα και οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αδελφές του που ήταν μέλη της οικογένειάς του, κατά την έννοια του άρθρου 932 του ΑΚ, που, κατά τα παραπάνω, έχει εφαρμογή εν προκειμένω...

Υπέστησαν, συνεπώς ψυχική οδύνη και πρέπει να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη: α) τις αναφερόμενες παραπάνω συνθήκες του ατυχήματος, β) το βαθμό υπαιτιότητας του πρώτου εναγόμενου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, γ) το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα (θάνατος), δ) την ηλικία του θανόντος, τη μέχρι το ατύχημα καλή κατάσταση της υγείας του.

ε) το στενό εξ αίματος συγγενικό δεσμό και ιδιαίτερα στενό συναισθηματικό σύνδεσμο των ως άνω εναγουσών με το θανόντα και την αναλόγως με την ως άνω συγγένεια της καθεμίας ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού της άλγους, στ) την κοινωνική και οικονομική θέση και κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων εναγουσών και εναγομένων, εκ των οποίων η μητέρα και οι δεύτερη και τέταρτη αδελφή ζουν στην Βενεζουέλα και η τρίτη βρισκόταν και σε άμεση στενή και άρρηκτη σχέση με τον θανόντα, αφού ήταν ο μοναδικός αδελφός που είχε στην Ελλάδα, έμενε και στο σπίτι της και αυτή αντιμετώπισε πρώτη τον αδόκητο θάνατό του.

Εκ των εναγομένων ο πρώτος Ν. Α., ηλικίας μόλις 23 ετών, υπεβλήθη σε δεξιά ορχεκτομή λόγω σεμμινώματος 9/2011 και μετεγχειρητική ΧΜΘ, είναι ανίκανος για κάθε βιοποριστικό επάγγελμα με ποσοστό αναπηρίας 80% κατά ιατρική πρόβλεψη από 24-1-2012 έως 31-1-2014..., η δε δεύτερη εναγομένη - μητέρα του πρώτου αντιμετωπίζει το πρόβλημα υγείας του πρώτου εναγομένου, υιού της, δεν εργάζεται και τα ετήσια εισοδήματα του συζύγου της και πατέρα του πρώτου εναγομένου ανέρχονται στο ποσό των 20.160,50 ευρώ..., ενώ η ευθύνη της τρίτης εναγομένης - εκκαλούσας - εφεσιβλήτου είναι μόνο εγγυητική και ζ) τις εν γένει, ως άνω, περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής...

κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθούν ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, τα ποσά: α) των 30.000 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα (μητέρα), εκ των οποίων το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ καταψηφιστικώς και το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) αναγνωριστικώς, β) των 5.000 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα (αδελφή), γ) των 10.000 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα (αδελφή) και δ) των 5.000 ευρώ στην τέταρτη ενάγουσα (αδελφή), με το νόμιμο τόκο...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το κεφάλαιο τούτο, τις από 9-12-2013 και 11-12-2013 εφέσεις των αναιρεσιβλήτων (με αύξοντες αριθμούς κατάθεσης .../2013, αντίστοιχα, των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και της τρίτης απ’ αυτούς, αντίστοιχα) και απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 10-12-2013 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../2013) έφεση των αναιρεσειουσών, κατά της πρωτόδικης 3050/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε επιδικάσει, για την πιο πάνω αιτία, μεγαλύτερα ποσά και, αφού την εξαφάνισε, κατά το μέρος της αυτό, δικάζοντας, κατ’ ουσίαν, την υπόθεση, επιδίκασε στη δεύτερη αναιρεσείουσα το προαναφερόμενο ποσό των 10.000 ευρώ, δεχόμενο, εν μέρει, την ένδικη, από 5-12-2011 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../ 2011, αγωγή.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση της δεύτερης αναιρεσείουσας, λόγω ψυχικής οδύνης, στο ποσό αυτό, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο δεύτερος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η δεύτερη αναιρεσείουσα, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 (εδάφ. δ’ ) του Συντάγματος και 932 του ΑΚ, καθώς και των λοιπών που αναγράφονται στο αναιρετήριο, προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, της επιδίκασε, ως εύλογη χρηματική της ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό του αδελφού της, το πιο πάνω ποσό, το οποίο, όμως, είναι, κατά την αναιρεσείουσα, δυσαναλόγως μικρό σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έγινε επίκλησή τους. Η βεβαίωση του δικαστηρίου για την προσκόμιση ή όχι των αποδείξεων, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο απαράδεκτα έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, επειδή δεν έγινε επίκλησή του, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α’ έως γ’ της παραγράφου 2 του πιο πάνω άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 222/2015, ΑΠ 1058/2011, ΑΠ 1419/2007).

Επιπλέον, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να προσδιορίζονται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να προσκομιστούν με επίκληση, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη, καθώς και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη και γ) η επίδραση που έχει ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό αν δεν λαμβάνονταν υπόψη οι επίμαχες αποδείξεις.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το ότι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους, έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στη σελίδα 15 του αναιρετηρίου αποδεικτικά έγγραφα, σχετικά με το αν ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου - πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, που είχε σοβαρή επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου για το βαθμό του πταίσματος του οδηγού και που επηρεάζει, συνακόλουθα, τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης.

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, σύμφωνα και με όσα παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η παράλειψη της επίκλησης των παραπάνω εγγράφων προβλήθηκε στο Εφετείο από τη δεύτερη αναιρεσείουσα, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ για το παραδεκτό της προβολής του, διότι, αφενός μεν, με δεδομένη την προσκόμιση των εγγράφων αυτών, η πρόταση της μη επίκλησής τους ήταν δυνατή, αφετέρου δε, δεν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Πέραν τούτου, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, δεν προκύπτει ότι περιέχεται σ’ αυτό ισχυρισμός ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί αυτή που νικήθηκε στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, με την επισήμανση ότι, λόγω του αντικειμένου της διαφοράς, δεν παρίστατο ανάγκη εκπροσώπησης των αναιρεσιβλήτων με διαφορετικούς δικηγόρους.

Στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχουν καταθέσει όλες οι αναιρεσείουσες, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκήθηκε από τις πρώτη και τρίτη των αναιρεσειουσών, ως προς τις οποίες κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της (ΑΠ 60/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 2 Ιουνίου 2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-6-2016 αίτησης για αναίρεση της 6785/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τις πρώτη και τρίτη των αναιρεσειουσών.

Διατάζει το χωρισμό της συζήτησης της υπόθεσης ως προς αυτές.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα, την εν λόγω αίτηση αναίρεσης.

Και

Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ