Supreme Court dismisses appeal on restitution request but allows partial appeal on damages and moral compensation.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request for restitution of seized funds because no payment was proven. However, the court allowed the appeal regarding damages and moral compensation, overturning the lower court's rejection of the appellant's counterclaim. Consequently, the case was remitted for retrial on the damages portion while the moral compensation claim was upheld.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court erred on specific claims while upholding others, requiring remittal for retrial on the contested issues.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 837 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 837/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ρ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο - Σπυρίδωνα Μαζαράκη, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." με διακριτικό τίτλο "..." και ήδη με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στο Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/1/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που ασκήθηκε με δήλωση που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και τις προτάσεις του. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2904/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5108/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/3/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 26.3.2018 και με αριθ. κατάθεσης 3176/274/27.3.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 5108/14.11.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 3.11.2014 και με αριθ.
κατάθ. 7326/5.11.2014 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 2904/18.9.2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 30.1.2013 και υπ' αριθ. κατάθ. 51205/1693/5.4.2013 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και είχε επιδικασθεί στην τελευταία με καταψηφιστική διάταξη το συνολικό ποσό των 206.496,69 ευρώ, ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της επελθούσας σε αυτήν ζημίας από την πλημμελή παροχή της εργασίας του εναγομένου, και επί πλέον, με αναγνωριστική διάταξη, το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που αυτή υπέστη από την αδικοπραξία.
Με την εν λόγω απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε επίσης τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η ασκηθείσα από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με τις από 9 Μαΐου 2017 προτάσεις αυτής ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου αντέφεση αυτής, ως προς το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 1.3.2018, όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση επί της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Κ., η δε αναίρεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 27.3.2018 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 652 του ΑΚ ορίζεται ότι ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει με επιμέλεια την εργασία που ανέλαβε και ευθύνεται για τη ζημία που προξενείται στον εργοδότη από δόλο ή αμέλεια του. Ο βαθμός της επιμέλειας για την οποία ευθύνεται ο εργαζόμενος, κρίνεται με βάση τη σύμβαση, ενόψει της μόρφωσης ή των ειδικών γνώσεων που απαιτούνται για την εργασία, καθώς και των ικανοτήτων και ιδιοτήτων του εργαζομένου, τις οποίες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο εργοδότης.
Με τη διάταξη αυτή, για την ευθύνη του εργαζομένου υιοθετείται η αρχή της υπαιτιότητας (άρθρο 330 ΑΚ), που αποτελεί το θεμέλιο της αστικής ευθύνης στο ισχύον σύστημα αποζημίωσης, με συνέπεια ο εργαζόμενος να υποχρεούται σε αποζημίωση του εργοδότη για τη ζημία που του προκάλεσε κατά την εκτέλεση της εργασίας υπαιτίως, δηλαδή έστω και από ελαφρά αμέλειά του, επειδή και ο εργαζόμενος, όπως και κάθε άλλος οφειλέτης, οφείλει να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 288 ΑΚ), πολύ δε περισσότερο επειδή η επίδειξη επιμέλειας, προθυμίας, πνεύματος συνεργασίας και εντιμότητας από τον εργαζόμενο έχει στη σύμβαση εργασίας ιδιαίτερη σημασία, λόγω του σημαντικού ρόλου των αμοιβαίων παρεπομένων καθηκόντων πίστης που τη χαρακτηρίζουν.
Έτσι, το απαιτούμενο μέτρο επιμέλειας κρίνεται κάθε φορά από το είδος της εργασίας, τις ικανότητες, τη μόρφωση και τις ειδικές γνώσεις, που έχει ο μέσος τυπικός εκπρόσωπος του συγκεκριμένου επαγγελματικού κύκλου, στις οποίες απέβλεψε κάθε φορά ο εργοδότης. Επομένως, σε περίπτωση παράβασης της παραπάνω υποχρέωσης του εργαζομένου (δηλαδή σε περίπτωση πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του), ο εργοδότης μπορεί να ζητήσει αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης, η οποία περιλαμβάνει τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία (άρθ. 298 του ΑΚ), χωρίς να αποκλείεται η ευθύνη του εργαζομένου από αδικοπραξία και συνακόλουθα η ευθύνη του τελευταίου για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του εργοδότη (ΑΠ 1454/2018, ΑΠ 729/2015).
Στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάρχει συρροή ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης του εργαζομένου. Μόνη όμως η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής, όπως είναι η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου, δεν συνιστά παράλληλα και αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ και κατά συνέπεια δεν επάγεται τη γέννηση αξίωσης για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του αντισυμβαλλομένου κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, η επιδίκαση της οποίας προβλέπεται μόνο στις από το νόμο οριζόμενες περιπτώσεις (άρθ. 299 του ΑΚ).
Είναι, όμως, δυνατόν μια υπαίτια ζημιογόνα συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν η συμπεριφορά αυτή θα ήταν παράνομη και αν είχε διαπραχθεί χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, ως ενέχουσα προσβολή δικαιώματος το οποίο αντιτάσσεται κατά του ζημιώσαντος και το οποίο, επομένως, αυτός όφειλε να σεβαστεί (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 729/2015, ΑΠ 1801/2001).
Συνακόλουθα δεν στοιχειοθετείται ευθύνη από αδικοπραξία του μισθωτού, όταν λόγω πλημμελούς από αμέλειά του εκπλήρωσης των εργασιακών καθηκόντων του στο πλαίσιο της μεταξύ του εργοδότη του σχέσης εργασίας, άλλος μισθωτός διέπραξε υπεξαίρεση σε βάρος του εργοδότη, καθότι η ως άνω υπαίτια πλημμελής συμπεριφορά του μισθωτού καθεαυτή, δηλαδή νοουμένη χωρίς τη σύμβαση εργασίας, δεν συνιστά αδικοπραξία (σχετ.
ΑΠ 754/1990). Κατ' εξαίρεση, μπορεί να στοιχειοθετηθεί στην περίπτωση αυτή ευθύνη από αδικοπραξία του συνδεομένου με τον εργοδότη με σύμβαση εργασίας μισθωτού και συνακόλουθα ευθύνης του τελευταίου προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του πρώτου, εφόσον συντρέχουν παράλληλα οι προϋποθέσεις του άρθρου 919 του ΑΚ, όταν δηλαδή η κατά τρόπο αντιβαίνοντα προς τα χρηστά ήθη παράλειψη εκ μέρους του εργαζομένου ενημέρωσης του εργοδότη για τον σε βάρος των συμφερόντων του κίνδυνο από τη συμπεριφορά άλλου μισθωτού ή τρίτου, έλαβε χώρα εκ μέρους του εργαζομένου με την πρόθεση (έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου) της πρόκλησης βλάβης του εργοδότη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Η συνδρομή του κατά τα άνω αναιρετικού λόγου εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 562 παρ.4 του ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή αυτή που συνδέεται με την εκτίμηση του δικαστηρίου ως προς τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 991/2014).
Αντίθετα τόσο η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, όσο και η ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή αυτού συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ελέγχονται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1, ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1864/2011, σχετ. ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015). Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 652 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης που αξιώνει αποζημίωση κατά του μισθωτού για τη ζημία που υπέστη από την πλημμελή εκπλήρωση των εργασιακών καθηκόντων του μισθωτού στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, οφείλει για το ορισμένο της αγωγής αυτού να επικαλεστεί τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, την παράβαση της υποχρέωσης του μισθωτού στο πλαίσιο των εργασιακών του καθηκόντων, τη ζημία του, ως και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράβασης και της ζημίας.
Το πταίσμα του μισθωτού, όπως σε κάθε περίπτωση ενδοσυμβατικής ευθύνης, τεκμαίρεται. Έτσι, προκειμένου να απαλλαγεί ο μισθωτός από την ευθύνη πρέπει κατ` ένσταση να επικαλεσθεί ανυπαρξία πταίσματός του και, ειδικότερα, ότι κατέβαλε την επιμέλεια που όφειλε και στο βαθμό που μπορούσε σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 652 παρ. 2 ΑΚ (ΑΠ 1454/2018, ΑΠ 1247/2017, ΑΠ 1642/ 2012, ΑΠ 929/2006).
Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της συγκεκριμένης ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1136/2018, ΑΠ 412/2018, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).
Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. β του ιδίου Κώδικα είναι επιτρεπτή η από τον ενάγοντα συμπλήρωση, διευκρίνιση ή διόρθωση των ισχυρισμών του με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ή με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.
Από την τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποσκοπεί στο να αποτρέψει την απόρριψη αγωγών ως αορίστων, συνεπεία της ανεπαρκούς ή ασαφούς διατύπωσης των περιεχομένων στην αγωγή ισχυρισμών, πράγμα που αντιβαίνει στην αρχή της οικονομίας της δίκης, χωρίς όμως παράλληλα η δυνατότητα αυτή του ενάγοντος να εξικνείται και μέχρι την αναπλήρωση ελλειπόντων ισχυρισμών από την εκ τούτου αόριστη αγωγή, πράγμα που θα αιφνιδίαζε ανεπιτρέπτως τον εναγόμενο, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 236 του ΚΠολΔ [που απευθύνεται προς τον διευθύνοντα τη συζήτηση δικαστή] συνάγεται ότι ο ενάγων μπορεί να συμπληρώσει με τις πρωτόδικες προτάσεις του ή με προφορική του δήλωση στο ακροατήριο την ατελή έκθεση των ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής που αναφέρεται στη συγκεκριμενοποίηση των θεμελιωτικών αυτής γεγονότων, όχι όμως και τη νομική αοριστία αυτής (ΑΠ 556/2009, ΑΠ 273/2009, ΑΠ 184/2007, ΑΠ 842/2005, ΑΠ 1604/2002).
Δηλαδή η ανωτέρω απαγόρευση, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. α του ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή.
Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, ούτε [σε περίπτωση αγωγής από αδικοπραξία] η εναλλαγή μεταξύ δόλου και αμέλειας, ως στοιχείου προσδιοριστικού της μορφής της υπαιτιότητας, στην οποία (μορφή υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής (ΑΠ 1781/2006, ΑΠ 1013/2005), με την επιφύλαξη βεβαίως της περίπτωσης που η γέννηση της αξίωσης από αδικοπραξία προϋποθέτει κατά νόμο ορισμένη μορφή υπαιτιότητας, όπως δόλο, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 910/2017, ΑΠ 517/2017, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 1404/2008).
Πολλώ δε μάλλον δεν συνιστά μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η υπό διαφορετική ουσιαστικά διατύπωση των ιδίων περιστατικών που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής. Κατά συνέπεια στις περιπτώσεις αυτές η λήψη των ισχυρισμών αυτών από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο της λήψης υπ' όψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 180/2011, ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 30.1.2013 και με αριθ. κατάθ. 51205/1693/5.4.2009 αγωγή, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία [ήδη αναιρεσίβλητη] ιστορούσε ότι προέκυψε από τη συγχώνευση των εταιρειών 1) "... Α.Ε.", 2) "..." και 3) "...", με απορρόφηση της δεύτερης και τρίτης από την πρώτη, η οποία ολοκληρώθηκε στις 30.12.2010.
Ότι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Τ.Ε.", με βάση την από 23.9.1991 σύμβαση, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την από 2.8.1994 τοιαύτη, που είχε καταρτίσει με την εδρεύουσα στο ... αμερικανική εταιρεία με την επωνυμία ... INC. κατέστη αποκλειστικός διανομέας των παγκοσμίως γνωστών μοτοσυκλετών με το σήμα ..., των ανταλλακτικών, αξεσουάρ, ρούχων και συναφών ειδών, των οποίων η πώληση λάμβανε χώρα μέσω τριών (3) καταστημάτων που βρίσκονται στη ….
στο ... και στη ….. Ότι δυνάμει της από 4.1.1999 σύμβασης, η οποία καταρτίσθηκε στην Αθήνα, ο εναγόμενος [ήδη αναιρεσείων] προσελήφθη από την ως άνω δικαιοπάροχο εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Τ.Ε." αρχικώς με την ιδιότητα του πωλητή και εξελίχθηκε στη συνέχεια σε διευθυντή πωλήσεων και εργάσθηκε μέχρι τις 31.12.2012, οπότε η σύμβαση εργασίας αυτού καταγγέλθηκε από την ενάγουσα.
Ότι ο εναγόμενος, που κατείχε τη θέση του διευθυντή πωλήσεων του δικτύου των καταστημάτων ... σε … και ….., είχε την πλήρη και αποκλειστική ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία αυτών, η οποία αναλυτικότερα συνίστατο στον έλεγχο της τήρησης των διαδικασιών λειτουργίας των καταστημάτων, στην παρακολούθηση και τον συντονισμό των διευθυντών και των πωλητών των καταστημάτων, στην ορθή τήρηση της οικονομικής διαχείρισης και της παρακολούθησης των ταμειακών συναλλαγών, καθώς και στην εποπτεία, στην πρόσληψη, στην απόλυση και την εν γένει παρακολούθηση της υπηρεσιακής κατάστασης των εργατοϋπαλλήλων των ως άνω καταστημάτων.
Ότι ο εναγόμενος κατά την άσκηση των καθηκόντων του επέδειξε βαρύτατη αμέλεια με άμεσο αποτέλεσμα την κατάρρευση του καταστήματος της …., την ανεπανόρθωτη έκθεση του ονόματος (υπό την έννοια του σήματος φήμης) ... και τον διασυρμό της ενάγουσας στην κλειστή αγορά της … και όχι μόνο. Ότι ειδικότερα η αμελής συμπεριφορά αυτού συνίστατο ότι ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την τήρηση των διαδικασιών σε σχέση με τις οικονομικές δοσοληψίες του ως άνω καταστήματος, ουδέποτε άσκησε εποπτεία και έλεγχο των υφισταμένων του στο κατάστημα αυτό και δη στον διευθυντή του εν λόγω καταστήματος και προσωπικό του φίλο Ε.
Σ., παρά τις κατά καιρούς ενδείξεις κακοδιαχείρισης και πλημμελούς έως ανύπαρκτης τήρησης των διαδικασιών λειτουργίας εκ μέρους των εργαζομένων στο εν λόγω κατάστημα και δη εκ μέρους του Ε. Σ. και ειδικότερα παρά την διαπίστωση εκ μέρους του παρατυπιών στην ορθή τήρηση του ταμείου και συγκεκριμένα ως προς την εκ μέρους του πιο πάνω διευθυντή έγκαιρη απόδοση - κατάθεση των εισπράξεων του καταστήματος την ίδια ημέρα σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας σύμφωνα με τις προβλέψεις του εσωτερικού της κανονισμού, για τις οποίες (παρατυπίες) ο εναγόμενος όφειλε να έχει ενεργοποιήσει τους μηχανισμούς ελέγχου, πέραν του ότι δεν προέβη στους προβλεπόμενους τακτικούς ελέγχους, οι οποίοι κατά τις οδηγίες της ενάγουσας έπρεπε να διενεργούνται τουλάχιστον μία φορά ετησίως.
Ότι η ως άνω αμελής και πλημμελής παροχή της εργασίας εκ μέρους του εναγομένου είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία τεραστίων ταμειακών ελλειμμάτων. Ότι στις 17.9.2012 ο Ε. Σ.ς δεν προσήλθε στην εργασία του στο ως άνω κατάστημα της …, όπου εργαζόταν από 5.5.2009 μετά την πρόσληψή του μετά από παρέμβαση εκ μέρους του εναγομένου, και, αντί άλλων απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα, δηλώνοντας ότι αποχωρεί από αυτή, ότι αυτός είναι αποκλειστικά υπεύθυνος του τρόπου λειτουργίας του καταστήματος στη ….
και ότι λόγω της οικονομικής του κατάρρευσης, αυτός και κανένας άλλος εκ των υπαλλήλων της ενάγουσας έχει ζημιώσει αυτήν με το ποσό των 150.000 ευρώ. Ότι, όπως διαπίστωσε η ενάγουσα μετά την αποχώρηση του εν λόγω εργαζομένου από την εταιρεία, ο Ε. Σ. από πρόθεση διέπραξε εξακολουθητικά σε βάρος της το αδίκημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, ενεργώντας εξ αφορμής της προαναφερόμενης ιδιότητάς του ως διαχειριστής ξένης περιουσίας, διότι παράνομα ιδιοποιήθηκε το τίμημα από πωλήσεις κινητών πραγμάτων (μοτοσυκλετών και αξεσουάρ), ιδιοκτησίας της ενάγουσας που του είχε εμπιστευθεί και παράλληλα τέλεσε με πρόθεση το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση, με την κατάρτιση πλαστών εγγράφων, τα οποία παρέδωσε σε τρίτους για την προσκόμιση παρανόμου οφέλους.
Στη συνέχεια η ενάγουσα περιγράφει στην αγωγή τις παράνομες ενέργειες στις οποίες προέβη ο Ε. Σ. έναντι των κατονομαζομένων στην αγωγή πελατών της και την εντεύθεν προκληθείσα ζημία της, η οποία θα είχε αποφευχθεί εάν ο εναγόμενος ασκούσε επιμελώς τα καθήκοντα εποπτείας και ελέγχου αναφορικά με τον εν λόγω υπάλληλο.
Ότι από την ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγομένου αυτή υπέστη ζημία συνολικού ύψους 206.496,69 ευρώ, όπως οι ανωτέρω ζημίες και τα επί μέρους ποσά αυτών αναλύονται και περιγράφονται στην αγωγή, τα οποία αθροιζόμενα ανέρχονται στο πιο πάνω ποσό. Ότι η προπεριγραφείσα συμπεριφορά του εναγομένου έπληξε τη φήμη και το κύρος της ενάγουσας εταιρείας και διέρρηξε τη σχέση εμπιστοσύνης με τους πελάτες της.
Ότι για την αποκατάσταση της ως άνω προσβολής, η οποία συνίσταται αφενός μεν στην εν γένει αποθετική ζημία - διαφυγόν κέρδος από πωλήσεις που θα επετύγχανε και δεν επέτυχε ήδη και από πωλήσεις που δεν θα επιτύχει στο μέλλον, αφετέρου της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη μείωση της φήμης και της εμπορικής πίστης στην αγορά της …., ένεκα της παράνομης συμπεριφοράς του εναγομένου, πρέπει ο εναγόμενος να της καταβάλλει τουλάχιστον 300.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση.
Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε με την αγωγή της να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 506.496,69 ευρώ, εκ των οποίων 206.496,69 ευρώ προς αποκατάσταση της ζημίας από την πιο πάνω αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγομένου και 300.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης.
Κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και με τις πρωτόδικες προτάσεις αυτής η ενάγουσα προέβη σε συμπλήρωση ισχυρισμού της που είχε υποβληθεί ελλιπώς, επικαλούμενη το άρθρο 236 του ΚΠολΔ, δηλώνοντας ότι από το αιτηθέν ποσό των 300.000 ευρώ, 100.000 ευρώ αποτελούν απαίτηση αυτής προς αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας - διαφυγόντος κέρδους και 200.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς το ποσό των 100.000 ευρώ των διαφυγόντων κερδών (κεφάλαιο για το οποίο η ηττηθείσα ενάγουσα δεν άσκησε έφεση) και ερεύνησε κατ' ουσία την αγωγή (και) κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, την οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος, επιδικάζοντας για την αιτία αυτή το ποσό των 30.000 ευρώ.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη κατά το κεφάλαιο καταβολής του ποσού των 206.496,69 ευρώ, που αφορά αποζημίωση της ενάγουσας προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας που αυτή υπέστη συνεπεία της επικαλουμένης πλημμελούς εκπλήρωσης των εργασιακών καθηκόντων του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα του αγωγικού δικογράφου η περαιτέρω εξειδίκευση των καθηκόντων ελέγχου και εποπτείας στη λειτουργία των δικτύου καταστημάτων ... εκ μέρους του εναγόμενου, που κατείχε τη θέση του διευθυντή πωλήσεων του δικτύου των εν λόγω καταστημάτων, ούτε απαιτείτο η αναφορά περαιτέρω στοιχείων ως προς το ζήτημα της συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πιο πάνω συμπεριφοράς του ενάγοντος και της προκληθείσας από τις πράξεις του Ε.
Σ. ζημίας της ενάγουσας, είναι ζήτημα δε απόδειξης εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση η επικαλουμένη εκ μέρους του εναγομένου πλημμελής συμπεριφορά κατά την παροχή της εργασίας του υπήρξε ή όχι το αίτιο της συγκεκριμένης ζημίας που υπέστη η ενάγουσα στην καθεμία των επικαλουμένων από αυτήν περιπτώσεων, ως και κατά πόσο η στη συγκεκριμένη περίπτωση παρεμβολή της συμπεριφοράς τρίτου προσώπου (Ε.
Σ.) διέκοψε ή όχι τον αιτιώδη σύνδεσμο. Ουδεμία δε σύγχυση δημιουργείται από το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής ως προς την υπαγωγή των θεμελιούντων την αγωγή εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης ή σε εκείνες περί αδικοπραξίας, αφού στη σχετική υπαγωγή προβαίνει ο ουσιαστικός δικαστής, ο οποίος προτού απορρίψει την αγωγή οφείλει να κάνει όλες τις δυνατές νομικές υπαγωγές.
Αντιθέτως ο διάδικος αφενός μεν δεν έχει υποχρέωση να προβεί σε νομικό χαρακτηρισμό της επίδικης έννομης σχέσης, ο οποίος (χαρακτηρισμός) δεν συνιστά στοιχείο του ορισμένου της αγωγής, αφετέρου δε και αν ακόμη ο διάδικος προβεί (όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση) στο χαρακτηρισμό αυτό, ο τελευταίος δεν δεσμεύει το δικαστήριο.
Σημειώνεται πάντως ότι με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα ρητώς επικαλέσθηκε τις διατάξεις για ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου αναφορικά με τις αξιώσεις της προς αποκατάσταση της θετικής της ζημίας (βλ. σελ 18 - 19 της αγωγής) και τις διατάξεις περί αδικοπραξίας αναφορικά με τις αξιώσεις της προς αποκατάσταση της ζημίας της από διαφυγόντα κέρδη και προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης με την καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (βλ σελ 20 της αγωγής).
Τέλος η αναφορά με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις της ενάγουσας μετά τη συζήτηση ότι κατά τους ισχυρισμούς της η αγωγή της εστιάζεται όχι στο ότι ο εναγόμενος γνώριζε τις λεπτομέρειες των παράνομων πράξεων του Ε. Σ. (τις οποίες γνώριζε προφανώς μόνο ο τελευταίος), επισημαίνοντας μάλιστα ότι αυτή (ενάγουσα) ουδέποτε ισχυρίσθηκε κάτι τέτοιο, αλλά στο ότι ο εναγόμενος γνώριζε ότι ο τελευταίος εκτελούσε πλημμελώς τις οικονομικές του υποχρεώσεις ως διευθυντής του καταστήματος της …., με το να μην αποδίδει εγκαίρως την ίδια ημέρα τα από αυτόν εισπραττόμενα ποσά και παρά ταύτα ουδέν έπραξε, όπως όφειλε και μπορούσε στο πλαίσιο των εργασιακών του καθηκόντων για την επάνοδο του καταστήματος στον ορθό ρυθμό λειτουργίας, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, όπως αβασίμως ισχυρίζεται με σχετικό αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων, αφού με τον ισχυρισμό αυτό η αναιρεσίβλητη ουσιαστικά επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της πιο πάνω αγωγής για την πλημμελή εκπλήρωση των εργασιακών καθηκόντων εκ μέρους του εναγομένου, ως προς την άσκηση ελέγχου και εποπτείας επί των απασχολουμένων στο κατάστημα της …., περιλαμβανομένου ιδίως του διευθυντή αυτού Ε.
Σ., στην οποία (αγωγή) γίνεται, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, ρητή μνεία της εκ μέρους του εναγομένου διαπίστωσης ενδείξεων ότι λάμβαναν χώρα παρατυπίες ως προς την ορθή τήρηση του ταμείου και ως προς την έγκαιρη την ίδια ημέρα απόδοση - κατάθεση των χρημάτων εκ μέρους του διευθυντή αυτού σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε (όπως και το πρωτοβάθμιο) ότι η αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό ήταν ορισμένη και απέρριψε τον περί του αντιθέτου περί αοριστίας ισχυρισμό του εναγομένου, τον οποίο ο τελευταίος υπέβαλε με τις προτάσεις του και επανέφερε με τον πρώτο λόγο της έφεσης αυτού, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν οι περί του αντιθέτου:
Α) πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 [και αληθώς και από τον αριθμό 14] του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κατά το τέταρτο αυτού σκέλος υπό στοιχεία (α), (β) και (γ), με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή σε σχέση με την περιγραφή των καθηκόντων του εναγομένου, σε σχέση με την υπαγωγή των επικαλουμένων πλημμελειών κατά την παροχή της εργασίας του ενάγοντος στις ρυθμίσεις του νόμου για ενδοσυμβατική ή αδικοπρακτική ευθύνη και σε σχέση με την συνδρομή πρόσφορα αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επικαλούμενης πλημμελούς εκπλήρωσης της εργασίας του και της συγκεκριμένης ζημίας στις επικαλούμενες με την αγωγή επί μέρους περιπτώσεις συναλλαγών του Ε. Σ. με πελάτες της αναιρεσίβλητης εταιρείας, την οποία, αντιθέτως, έκρινε χωρίς ειδικότερες σκέψεις, ορισμένη και
Β) ο ίδιος (πρώτος) από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν δέχθηκε ότι με την ως άνω προσθήκη στις προτάσεις της ενάγουσας έλαβε χώρα απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στόχος του ανωτέρω αναιρετικού λόγου είναι η διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 του ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακρόασης όλων των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Επομένως "πράγματα" κατά την έννοια αυτή νοούνται οι βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 2028/2009, ΑΠ 148/2009, ΑΠ 759/2006, ΑΠ 1765/2005). Τέλος λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕ", με δ.τ. "..." και ήδη με την επωνυμία "..." με δ.τ. "..." [ήδη αναιρεσίβλητη] που εδρεύει στο Δήμο ... στο 23ο χλμ Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας προέκυψε από τη συγχώνευση των εταιριών 1) "... Α.Ε.", 2) "..." και 3) "...", με απορρόφηση της δεύτερης και τρίτης από την πρώτη εταιρία. Ειδικότερα η εν λόγω συγχώνευση με απορρόφηση αποφασίσθηκε [...].
Με την παραπάνω καταχώρηση στα Μητρώα Ανωνύμων Εταιριών της εγκριτικής της συγχωνεύσεως πράξεως της Διοικήσεως, συντελέσθηκε κατά νόμο η συγχώνευση με απορρόφηση των ανωνύμων εταιριών "... ΑΒΕΤΕ" και "..." από την ενάγουσα ανώνυμη εταιρία κατ' άρθρο 75 παρ.1 του Ν. 2190/1920 και έκτοτε οι απορροφηθείσες εταιρίες έπαυσαν να υφίστανται.
Η δικαιοπάροχος της ενάγουσας εταιρίας "... ΑΒΕΤΕ", με την από 23.9.1991 σύμβαση, όπως αυτή ανανεώθηκε με την από 2.8.1995 τοιαύτη που υπέγραψε με την αμερικανική εταιρία με την επωνυμία "... INC.", που εδρεύει στο ..., κατέστη αποκλειστικός διανομέας των παγκοσμίως γνωστών μοτοσυκλετών με το σήμα "...", των ανταλλακτικών, αξεσουάρ, ρούχων και συναφών ειδών, η πώληση των οποίων ελάμβανε χώρα μέσω τριών καταστημάτων της, που βρίσκονται το πρώτο στη ..., το δεύτερο στο ...
και το τρίτο στη …. επί της οδού ... που αυτό τελικά (της ….) έκλεισε στις 30.9.2012. Μετά την κατά τα παραπάνω συγχώνευση δι' απορροφήσεως στις 30.12.2010 της ... ΑΒΕΤΕ από την ενάγουσα ανώνυμη εταιρία συνεχίσθηκε από την τελευταία η εν λόγω επιχειρηματική δραστηριότητα και υπεισήλθε στη σύμβαση αυτή, ως ειδικός διάδοχος της απορροφηθείσας εταιρίας, η οποία δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε στις 4.1.1999 στη ...
προσέλαβε τον εναγόμενο [ήδη αναιρεσείοντα] με την ήδη υπάρχουσα ειδικότητά του, δηλαδή του πωλητή - πλασιέ και η οποία εργοδότρια εταιρία (... ΑΒΕΤΕ) αποδέχθηκε ρητά, για τον προσδιορισμό όλων των εργασιακών δικαιωμάτων του εργαζομένου - εναγομένου και ειδικότερα για την αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, ως πραγματικό και συνεχή χρόνο εργασίας στον ίδιο εργοδότη την 1.1.1992.
Ακολούθως ο εναγόμενος εξελίχθηκε υπηρεσιακά και με την από 1.7.2010 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης στελεχών μεταξύ των αυτών μερών (... ΑΒΕΤΕ και εναγομένου) η εν λόγω εταιρία προσέλαβε από 1.1.1992 τον εναγόμενο ως Διευθυντή Πωλήσεων με τη ρητή συμφωνία όπως "το είδος της απασχόλησης του μισθωτού, τα επί μέρους καθήκοντά του και οι παρεμφερείς με τα κύρια καθήκοντά του εργασίες θα προσδιορίζονται και θα εξειδικεύονται εκάστοτε από την εταιρεία ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των προσόντων, ικανοτήτων και ειδίκευσης του μισθωτού".
Εξάλλου συμφωνήθηκε μεταξύ των παραπάνω συμβληθέντων μερών, όπως ο εναγόμενος να απασχολείται καταρχήν στις εγκαταστάσεις της εταιρίας στον ..., ενόψει όμως της γνωστής σ' αυτόν διάρθρωσης της επιχείρησης σε επιμέρους υποκαταστήματα στον ελλαδικό χώρο, ρητά συμφωνήθηκε ότι η εταιρία έχει δικαίωμα να χρησιμοποιήσει τον εναγόμενο σε ανάλογες θέσεις, είτε ενταύθα, είτε σε διάφορους άλλους τόπους όπου λειτουργούν εγκαταστάσεις, υποκαταστήματα, ανάλογα με τις υφιστάμενες εκάστοτε λειτουργικές, οικονομικές, τεχνικές ή άλλες ανάγκες κατά την αδέσμευτη κρίση της, ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να συμμορφώνεται πλήρως με τις διδόμενες προς αυτόν εντολές, οδηγίες και συμβουλές σ' όλα τα θέματα που ανάγονται στην εκπλήρωση των καθηκόντων του, καθώς και με όσα περιλαμβάνονται στο εγχειρίδιο νεοπροσλαμβανομένων, επί πλέον συμφωνήθηκε ο μηνιαίος μικτός μισθός του εναγομένου από 3.500 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων αμοιβών για απασχόλησή του κατά τις Κυριακές, τις νόμω εξαιρετέες εορτές του έτους, τις νυχτερινές ώρες κλπ, να λαμβάνει ως bonus 100 ευρώ μικτά για κάθε μηχανή που πωλείται από τα σημεία πώλησης που αναφέρονται στον εναγόμενο, καθώς και 3% επί του λοιπού κύκλου εργασιών (πλην μηχανών) που θα επιτυγχάνουν τα προαναφερόμενα σημεία πώλησης (καταστήματα).
Έκτοτε συνεχίσθηκε η συνεργασία των διαδίκων μέχρι τις 31.12.2012, οπότε η επίδικη σύμβαση εργασίας του εναγομένου στη θέση του Διευθυντή πωλήσεων του δικτύου καταστημάτων της ... σε … και … καταγγέλθηκε από την ενάγουσα. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος ως άμεσος προϊστάμενος 30 ατόμων προσωπικού των διαδικασιών καταστημάτων μηχανών HD, στις 10.1.2003 είχε συμπληρώσει και παραδώσει στη διοίκηση της ενάγουσας - εργοδότριας εταιρίας το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως ερωτηματολόγιο που είχε εκπονηθεί από την εταιρία ορκωτών λογιστών με την επωνυμία "..." αναφορικά με την πλήρη κατανόησή του και αποδοχή των διαδικασιών ελέγχου και δικλείδων ασφαλείας που έπρεπε ν' ακολουθούνται από τους προϊσταμένους / διευθυντές / στελέχη της εργοδότριας εταιρίας προκειμένου να υποστηριχθεί το έργο του εσωτερικού ελέγχου της επιχείρησης.
Η ενάγουσα εργοδότρια ισχυρίζεται ότι στα πλαίσια της επίδικης εργασιακής σχέσης με τον εναγόμενο, ο τελευταίος είχε αναλάβει και την ορθή τήρηση της οικονομικής διαχείρισης και της παρακολούθησης των ταμειακών συναλλαγών, καθώς και την εποπτεία, την πρόσληψη, την απόλυση και την εν γένει παρακολούθηση της υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των καταστημάτων, επίσης ότι από βαριά αμέλεια παραμελούσε συστηματικά τα καθήκοντά του υπό την έννοια ότι ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την τήρηση των διαδικασιών σε σχέση με τις οικονομικές δοσοληψίες του υποκαταστήματος της ….ς και ότι ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την οικονομολογιστική λειτουργία του ως άνω υποκαταστήματος και ουδέποτε προκάλεσε οικονομικό έλεγχο του καταστήματος αυτού και ότι με την ανωτέρω συμπεριφορά έδειξε ανοχή στην συμπεριφορά του Ε.
Σ., υπαλλήλου, ο οποίος προκάλεσε δι' υπεξαιρέσεως οικονομική ζημία στην εταιρία της. Τους ισχυρισμούς αυτούς αρνείται ο εναγόμενος, αναφέροντας ότι ουδεμία υποχρέωση εποπτείας και ελέγχου είχε αναφορικά με την ορθή τήρηση της οικονομικής διαχείρισης και της παρακολούθησης των ταμειακών συναλλαγών του καταστήματος της …..
Από τους προαναφερθέντες εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων βάσει των ιδίων παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων προέκυψαν τα ακόλουθα: Είναι γεγονός ότι όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα από 1.7.2010 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης στελέχους, ο εναγόμενος προσλήφθηκε με την ειδικότητα του Διευθυντή Πωλήσεων, του οποίου ο προσδιορισμός των επιμέρους καθηκόντων του αφέθηκε να εξειδικευτεί αποκλειστικά από την εργοδότρια, ανάλογα με τις ανάγκες της.
Βεβαίως η εν λόγω εξειδίκευση των καθηκόντων του εναγομένου από την ενάγουσα έλαβε χώρα με το από 9.7.2009 πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρίας που δημοσιεύθηκε με το με αρ. 1984/2011 ΦΕΚ, όπου και προβλέφθηκε ότι ο εναγόμενος εξουσιοδοτείται να εκδίδει για λογαριασμό της εταιρίας συναλλαγματικές και να καταθέτει τα χρήματα των πωλήσεων σε λογαριασμούς της εταιρίας, ενώ ο ίδιος ο εναγόμενος στην επικαλουμένη και προσκομιζομένη από 4.7.2013 έγκλησή του σε βάρος των εκπροσώπων και μελών της ενάγουσας στη σελίδα 8 παρ. 2.1 και 2.3 αναφέρει ότι είχε την καθοδήγηση και εποπτεία του τιμολογιακού χρηματοδοτικού καθεστώτος των πωλήσεων και ότι παρακολουθούσε και εφάρμοζε τις εντολές της εταιρίας σχετικά με τα εποπτευόμενα απ' αυτόν καταστήματα (εμφάνιση, καθαριότητα, ευπρέπεια και ευγένεια υπαλλήλων με συμβουλές, παραινέσεις και υποδείξεις προς αυτούς) αναφερόμενος για κάθε τι που κατά την κρίση του έπρεπε ν' αναφερθεί στη διοίκηση.
Περαιτέρω από το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων (e - mail) μεταξύ του εναγομένου και του Διευθυντή του καταστήματος της …. Ε. Σ. που αναφέρονται κατά λέξη στις 25.2.2012 "Αν όμως αυτή η υπερπροσπάθεια παραβιάζει όλους τους νόμους της εταιρείας και του κράτους δεν τη θέλω. Από Δευτέρα σας απαλλάσσω από το άγχος της πώλησης, εάν δεν είναι σύμφωνα με τους νόμους και τις υποδείξεις της εταιρείας" και στις 21.11.2011 "Μάνο συγγνώμη, αλλά ήθελα να κατέβεις να τα πούμε, γιατί δυστυχώς εγώ δεν κατάλαβα από το επιθετικό μέιλ και μάλλον ή εγώ ή εσύ μιλάμε διαφορετικά.
Ακριβώς επειδή πιστεύω ότι δεν έχεις λεφτά, για αυτό προσπαθώ να βοηθήσω, εσύ όμως κινήσε μόνος σου. Είμαστε όλοι ανενημέρωτοι, κρεμόμαστε από το στόμα σου να μάθουμε τι γίνετε. Οι εκκρεμότητες είναι πιο πολλές από αυτές που συζητάμε, γιαυτό θέλω να έρθεις κάτω να τα βάλουμε σε χαρτί, αν θέλεις ν' ανοιχτείς και να μου δείξεις εμπιστοσύνη ...και τελειώνω λέγοντας ότι έχουμε κόσμο που μας ελέγχει και πρέπει να ξέρουμε τι λέμε, να υπάρχει μία συνοχή ...
και τέλος πάντων κατέβα μία εργάσιμη με τα χαρτιά ανοιχτά" προκύπτει ότι ο εναγόμενος γνώριζε ότι η οικονομική λειτουργία του καταστήματος ήταν προβληματική, εξαιτίας των παράτυπων ενεργειών του Ε. Σ., με τον οποίο ο εναγόμενος εμφανιζόταν να έχει καλές σχέσεις και να γνωρίζει τις ενέργειές του, καθώς και ότι αν και γνώριζε τις οικονομικές παρατυπίες του (Ε.
Σ.) τον κάλυπτε και σε καμία ενέργεια δεν προέβη προς ενημέρωση της διοίκησης. Βάσει των προαναφερθέντων προέκυψε αρχικά ότι το πλέγμα των αρμοδιοτήτων του εναγομένου που ήταν σημαντικές, καθώς και η νευραλγικότητα της θέσης του στην εταιρεία, δεν οδηγεί στη βασιμότητα των ισχυρισμών της ενάγουσας περί υπάρξεως στο πρόσωπό του των προαναφερομένων μειζόνων ελεγκτικών και εποπτικών αρμοδιοτήτων (έλεγχος δηλαδή ορθής οικονομικής διαχείρισης και παρακολούθησης των ταμειακών συναλλαγών της εταιρίας, με το λογιστικό έλεγχο και εποπτεία όλων των καταστημάτων της στη χώρα και με την παρακολούθηση της υπηρεσιακής απόδοσης της κατάστασης των εμποροϋπαλλήλων αυτής), δεδομένου μάλιστα ότι αφενός μεν υφίσταντο και λειτουργούσαν κανονικά άλλα όργανα της εταιρίας, κεκτημένα ελεγκτικές αρμοδιότητες, όπως η οικονομική διεύθυνση και αφετέρου δε πέραν του ως άνω από 7.9.2009 πρακτικού του Δ.Σ.
της εταιρίας δεν επακολούθησε άλλη έγγραφη εξειδίκευση των αρμοδιοτήτων του εναγομένου που να περιλαμβάνει ή να προσθέτει ελεγκτικής φύσεως καθήκοντα και αρμοδιότητες. Ακολούθως όμως εκ του περιεχομένου της ως άνω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ του εναγομένου και του Ε. Σ. συνάγεται ότι γνώριζε καλώς ο εναγόμενος τις έκνομες ενέργειες του τελευταίου και αδιαφόρησε για την έκνομη και ζημιογόνα δράση του.
Δηλαδή ο εναγόμενος εργαζόμενος περί τα 20 χρόνια στην ενάγουσα, έμπειρος υπάλληλός της (πωλητής) όφειλε κατά την εκτέλεση της εργασίας του να την εκπληρώσει, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και, αφού αντιλήφθηκε ότι κάποιος άλλος εργαζόμενος (ο Ε. Σ.ς) προέβαινε σε παραβατικές συμπεριφορές που ζημιώνουν την εταιρία, είχε καθήκον να αναφέρει τις συμπεριφορές αυτές στους προϊσταμένους του και να προκαλέσει τη διενέργεια σχετικών ελέγχων, προκειμένου να αποφευχθεί η περαιτέρω ζημία της εργοδότριας του, υποχρέωση συνεπώς που πλημμελώς τήρησε ο εναγόμενος, όσον αφορά το κατάστημα της …., με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερο το πεδίο δράσης στον εκεί δραστηριοποιούμενο φίλο του διευθυντή Ε.
Σ., ώστε να ιδιοποιηθεί ο τελευταίος παράνομα τεράστια ποσά της εταιρίας και να την ζημιώσει με πρόκληση σημαντικής περιουσιακής ζημίας, ύψους 206.496,69 ευρώ. Πρέπει ν' αναφερθεί ότι ο Ε. Σ.ς στις 17.9.2012 δεν προσήλθε στην εργασία του στο παραπάνω κατάστημα που εργαζόταν και απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην ενάγουσα, δηλώνοντας ότι ήταν υπεύθυνος για τη ζημία που υπέστη αυτή και για τον τρόπο που λειτούργησε στο εν λόγω κατάστημα και ότι προτίθεται να αποκαταστήσει τη ζημία που προξένησε στην ενάγουσα και στους πελάτες της.
Ειδικότερα οι παράνομες ενέργειες του Ε. Σ. έναντι των πελατών της ενάγουσας εταιρίας [ενν. αφορούν] τους Π. Ν., Ζ. Λ., Ε. Ζ., Ν. Ζ., Δ. Φ. και Δ. Α., Δ. Α., Α. Τ., Α. Μ., Γ. Ψ., Κ. Π., έλλειμμα ταμείου καταστήματος …. και οφειλές του Ε. Σ.υ και η εντεύθεν ζημία της ενάγουσας, που συμπίπτει χρονικά με την αποστολή εκ μέρους του εναγομένου των προαναφερθέντων ηλεκτρονικών μηνυμάτων, ανερχομένη στο συνολικό ποσό των 206.496,69 ευρώ (δηλαδή 8.234 + 46.000 + 30.200 + 4.000 + 6.720 + 10.170 + 14.000 + 11.400 + 20.000 + 20.000 + 13.510,23 + 22.202,46), που δεν αμφισβητείται (ζημία) ειδικότερα.
Σύμφωνα με τα αποδειχθέντα παραπάνω περιστατικά αποδείχθηκε η πλημμελής εκπλήρωση εκ μέρους του εναγομένου παροχής της εργασίας του, καθόσον παραβίασε την υποχρέωσή του να ενημερώσει τη διοίκηση της εταιρίας για τις παραβατικές συμπεριφορές του διευθυντή του καταστήματος της …. που γνώριζε αυτός, για να αποφευχθεί η προκληθείσα περιουσιακή ζημία ύψους 206.496,69 ευρώ και εν πάση περιπτώσει να κινήσει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της ενάγουσας για να περιορισθεί ή διακοπεί η περαιτέρω ζημία της εταιρίας, κάτι που δεν έπραξε, υποχρεούμενος ο εναγόμενος συνεπεία των ανωτέρω πράξεων και παραλείψεών του να αποκαταστήσει την παραπάνω ζημία της ενάγουσας από 206.496,69 ευρώ".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τους περί του αντιθέτου λόγους έφεσης του εναγομένου, επικυρώνοντας την ομοίως κατ' αποτέλεσμα αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε επιδικάσει στην ενάγουσα εταιρεία ως αποζημίωση το πιο πάνω ποσό των 206.496,69 ευρώ, με διαφορετική όμως εν μέρει αιτιολογία, καθότι είχε δεχθεί ότι ο εναγόμενος στο πλαίσιο των εργασιακών του καθηκόντων είχε ελεγκτικές αρμοδιότητες.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 652 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 288 του ιδίου Κώδικα, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα της συνδρομής ή μη ενδοσυμβατικής ευθύνης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος προς αποζημίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα,
α) ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων στο πλαίσιο των εργασιακών του καθηκόντων, τα οποία εξειδικεύει ειδικότερα στο σκεπτικό της, δεν ήταν επιφορτισμένος με τον έλεγχο της ορθής οικονομικής διαχείρισης και παρακολούθησης των ως άνω καταστημάτων της αναιρεσίβλητης, περιλαμβανομένου και εκείνου της …., καθότι υφίσταντο και λειτουργούσαν προς τούτο άλλα προς τούτο αρμόδια όργανα της τελευταίας, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι στο πλαίσιο των καθηκόντων του ο αναιρεσείων έπρεπε να προκαλέσει τη διενέργεια σχετικών ελέγχων, και να κινήσει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της αναιρεσίβλητης για να περιορισθεί ή διακοπεί η περαιτέρω ζημία της.
β) δεν διευκρινίζει ποίες ακριβώς ήταν οι παράτυπες, έκνομες και ζημιογόνες ενέργειες του Ε. Σ., τις οποίες γνώριζε ο αναιρεσείων και παρόλα αυτά αδιαφόρησε, ούτε διευκρινίζει σε τι ακριβώς κάλυπτε ο αναιρεσείων τον Ε. Σ. και ειδικότερα δεν διευκρινίζει εάν οι παράτυπες, έκνομες και ζημιογόνες ενέργειες του Ε. Σ. που είχε αντιληφθεί ο αναιρεσείων αφορούσαν μόνο την τυχόν καθυστέρηση απόδοσης - κατάθεσης των εισπραττομένων από τον Ε. Σ. χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς της αναιρεσίβλητης και τη διάρκεια της καθυστέρησης αυτής ή εάν αντιθέτως αφορούσαν και περαιτέρω ενέργειες και ποίες του Ε. Σ. σε βάρος των αναγραφομένων πελατών της αναιρεσίβλητης, ούτε διαλαμβάνει περαιτέρω παραδοχή περί του εάν ο προβληματικός τρόπος λειτουργίας του καταστήματος της …. είχε περιέλθει σε γνώση των αρμοδίων για τον έλεγχο και εποπτεία αυτού οργάνων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, προκειμένου να κριθεί η συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ως άνω παράλειψης εκ μέρους του αναιρεσείοντος και της συγκεκριμένης ζημίας που υπέστη η αναιρεσίβλητη ανά περίπτωση,
γ) ενώ δέχεται ότι οι επί μέρους ζημίες της αναιρεσίβλητης συνολικού ύψους 206.496,69 ευρώ συμπίπτουν χρονικά με την αποστολή των 25.2.2012 και 21.11.2011 ηλεκτρονικών μηνυμάτων (e - mail) του αναιρεσείοντος προς τον Ε. Σ., επί των οποίων μάλιστα η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζει κυρίως τη δικαιοδοτική της κρίση, δεν διευκρινίζει τον ακριβή χρόνο που έλαβαν χώρα οι επί μέρους έκνομες ενέργειες του Ε. Σ. έναντι εκάστου εκ των αναγραφομένων πελατών της αναιρεσίβλητης, ούτε το χρόνο που δημιουργήθηκε έλλειμμα του ταμείου του καταστήματος της …, ούτε σε τι συνίστανται οι (λοιπές) οφειλές του Ε. Σ., προκειμένου να διευκρινισθεί η σχέση μεταξύ του περιεχομένου των πιο πάνω ηλεκτρονικών μηνυμάτων και των ζημιογόνων ενεργειών του Ε. Σ.,
δ) δεν διαλαμβάνει παραδοχές σε σχέση με τις ειδικότερες συνθήκες αποστολής των πιο πάνω ηλεκτρονικών μηνυμάτων από τον αναιρεσείοντα προς τον Ε. Σ. και ειδικότερα εάν αυτά κατά περιεχόμενο αφορούσαν απαντήσεις του αναιρεσείοντος σε προηγούμενα ηλεκτρονικά μηνύματα του Ε. Σ. προς τον αναιρεσείοντα και, στην τελευταία περίπτωση, ποίο ήταν το περιεχόμενο των τελευταίων και
ε) στερείται παντελώς αιτιολογιών ως προς τις συνθήκες επέλευσης της ζημίας και του ύψους αυτής για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση που αφορά η συμπεριφορά του Ε. Σ.υ έναντι των αναγραφομένων ως άνω πελατών της αναιρεσίβλητης εταιρείας και έναντι της τελευταίας, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της ότι η συνολικώς ανερχομένη στο ποσό των 206.496,69 ευρώ ζημία δεν αμφισβητείται ειδικά, παρόλο που ο εναγόμενος - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με την έφεσή του και με τον τρίτο λόγο αυτής (βλ. σελ. 61 - 82 αυτής) ρητώς διατύπωσε αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς με τους οποίους αμφισβήτησε τη βασιμότητα κάθε επί μέρους περίπτωσης, το ύψος της επελθούσας ζημίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της (επικαλουμένης) πλημμελούς συμπεριφοράς αυτού και της πρόκλησης της συγκεκριμένης ζημίας. Επομένως οι περί τούτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος κατά το τρίτο σκέλος του, δεύτερος κατά το δεύτερο και εν μέρει τρίτο σκέλος του και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες αφενός μεν της ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών, αφετέρου δε (ως προς τη ζημία) της παντελούς έλλειψης αιτιολογίας, όπως οι λόγοι αυτοί παραδεκτώς συμπληρώνονται με την παρούσα (άρθ. 562 παρ.4 του ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015) είναι βάσιμοι.
Με τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση περαιτέρω την πλημμέλεια ότι, χωρίς να υφίσταται σχετική βάση αγωγής, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων γνώριζε το περιεχόμενο των (συγκεκριμένων) έκνομων ενεργειών του Ε. Σ. έναντι των προαναφερόμενων πελατών της αναιρεσίβλητης εταιρείας και παρά ταύτα αδιαφόρησε. Ο λόγος αυτός στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε κάτι τέτοιο, αλλά διέλαβε γενική παραδοχή περί της εκ μέρους του αναιρεσείοντος γνώσης των παράτυπων, έκνομων και ζημιογόνων ενεργειών του Ε. Σ., χωρίς κατά τα αμέσως ανωτέρω προεκτεθέντα να διευκρινίσει σε τι ακριβώς αφορούσε η γνώση αυτή. Σημειώνεται δε ότι στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής διαλαμβάνεται ισχυρισμός για διαπίστωση εκ μέρους του εναγομένου (η οποία σημαίνει γνώση) παρατυπιών ως προς την ορθή τήρηση του ταμείου του καταστήματος της ….και ως προς την μη έγκαιρη απόδοση - κατάθεση των εισπράξεων του καταστήματος σε λογαριασμούς της ενάγουσας εταιρείας εκ μέρους του διευθυντή αυτού Ε. Σ..
Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού διέλαβε ειδική σκέψη περί των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 919 του ΑΚ ως συμπληρωματικής διάταξης εκείνης του άρθρου 914 του ΑΚ, έκρινε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία δικαιούται, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ, σε βάρος του εναγομένου εύλογης χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης από την αδικοπραξία που από αμέλειά του τέλεσε ο εναγόμενος, το ύψος της οποίας καθόρισε σε 30.000 ευρώ, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που είχε επιδικάσει με αναγνωριστική του διάταξη το ίδιο ποσό.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ότι: "Περαιτέρω βάσει της προπεριγραφείσης συμπεριφοράς του εναγομένου, η οποία ήταν παράνομη και υπαίτια κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δημιουργήθηκε στους πελάτες της ενάγουσας που εξαπατήθηκαν, αλλά και σε ανυπολόγιστο αριθμό πελατών της, αλλά και υποψηφίων πελατών της η εσφαλμένη αντίληψη ότι η ενάγουσα εταιρία στερείται συνέπειας, επαγγελματικότητας, συναλλακτικού ήθους, καθώς και της απαραίτητης οργάνωσης.
Ειδικότερα ορισμένοι πελάτες της εξέφρασαν προφορικά και εγγράφως παράπονα προς την ενάγουσα, αλλά και δυσμενή σχόλια σε αόριστο αριθμό προσώπων με αποτέλεσμα να προσβληθεί η επαγγελματική υπόληψη και φήμη της ενάγουσας και να διαρραγεί η σχέση εμπιστοσύνης με τους πελάτες της. Συνεπεία τούτων ο εναγόμενος υποχρεούται έναντι της παθούσας ενάγουσας σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη αυτή και ενόψει του βαθμού και του είδους της αμέλειας του εναγομένου, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών και του είδους της προσβολής και των εν γένει συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ως άνω χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας πρέπει να προσδιορισθεί στο εύλογο ποσό των 30.000 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ορθά εφάρμοσε το νόμο και αξιολόγησε τις αποδείξεις, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, με σχετικό λόγο της κρινόμενης έφεσης του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 299, 914, 919 και 932 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε αν και δεν ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση, εφόσον η εκ μέρους του αναιρεσείοντος επικαλουμένη από αμέλεια του παράλειψη ενημέρωσης της αναιρεσίβλητης εταιρείας, στο πλαίσιο της μεταξύ των μερών σύμβασης εργασίας, ότι άλλος εργαζόμενος προβαίνει σε έκνομες σε βάρος της ενέργειες, δεν στοιχειοθετεί, πέραν της ενδοσυμβατικής ευθύνης αυτού από τα άρθρα 652 και 288 του ΑΚ, και αδικοπρακτική ευθύνη του εργαζομένου, καθότι η ως άνω από αμέλεια πλημμελής συμπεριφορά καθεαυτή, δηλαδή διαπραττομένη χωρίς τη σύμβαση εργασίας (παράλειψη ενημέρωσης ζημιωθέντος ότι τρίτος υπάλληλός του προβαίνει σε έκνομες σε βάρος του ενέργειες) δεν συνιστά αδικοπραξία.
Κατά συνέπεια η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό (το οποίο πλήττει ο αναιρεσείων με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος in fine και με τον τρίτο λόγο αναίρεσης υπό στοιχ. 3.13) υπέπεσε στην από το αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, κατ' αυτεπάγγελτη εξέταση του λόγου αυτού από τον Άρειο Πάγο.
Σημειώνεται ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός στην αγωγή ότι ο εναγόμενος, εκπληρώνοντας πλημμελώς τα εργασιακά του καθήκοντα κατά τρόπο αντιβαίνοντα στα χρηστά ήθη, είχε την πρόθεση επαγωγής ζημίας σε βάρος της ενάγουσας εταιρείας. Τέλος, μετά την κατά τα άνω αυτεπάγγελτη αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, παρέλκει η έρευνα του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος υπό στοιχείο (δ), με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη πλημμέλεια ότι απαραδέκτως έκρινε ως ορισμένο το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, επιδικάζοντας για την αιτία αυτή το ποσό των 30.000 ευρώ (όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), καθότι με την αγωγή ζητείτο συλλήβδην η επιδίκαση ποσού 300.000 ευρώ για αποθετική ζημία - διαφυγόν κέρδος και χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της ενάγουσας, χωρίς διάκριση - επιμερισμό των ποσών που αντιστοιχούν σε καθεμία από τις πιο πάνω αιτίες, και ότι η συμπλήρωση με τις προτάσεις της ενάγουσας κατά τη συζήτηση της αγωγής της διάκρισης αυτής στα ποσά των 100.000 και 200.000 ευρώ αντίστοιχα τυγχάνει απαράδεκτη, λόγω έλλειψης προδικασίας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος αυτού, του δευτέρου λόγου κατά το δεύτερο και τρίτο (εν μέρει) σκέλος αυτού, του τρίτου λόγου αναίρεσης και του αυτεπαγγέλτως ερευνηθέντος αναιρετικού λόγου πρέπει ν' αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα της βασιμότητας των από τους αριθμούς 20 και 11 περ.
γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δευτέρου κατά το πρώτο και τρίτο (εν μέρει) σκέλος και τέταρτου λόγων αναίρεσης που αναφέρονται στην παραμόρφωση του περιεχομένου των ως άνω ηλεκτρονικών μηνυμάτων και τη μη λήψη υπόψη αποδεικτικών εγγράφων αντίστοιχα. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το κεφάλαιο που αφορά την αποκατάσταση της θετικής ζημίας της ενάγουσας από την πλημμελή παροχή της εργασίας του εναγομένου, η οποία κατά το μέρος αυτό χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, κατά το επιδικασθέν κεφάλαιο καταβολής χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της ενάγουσας από αδικοπραξία του εναγομένου που ορίσθηκε στο ποσό των 30.000 ευρώ, η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.
Συνεπώς πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία κατά το μέρος αυτό η από 3.11.2014 και με αριθ. κατάθ. 7326/5.11.2003 έφεση του εκκαλούντος - εναγομένου, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 2904/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσία την από 30.1.2013 και με αριθ.
κατάθ. 51205/1693/5.4.2013 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και είχε αναγνωρίσει αξίωση αυτής ύψους 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, πλέον νομίμων τόκων από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, και αφού κρατηθεί και δικασθεί η αγωγή κατά το μέρος αυτό, ν' απορριφθεί η αγωγή κατά το μέρος αυτό ως νομικά αβάσιμη, στο πλαίσιο του κατά το άρθρο 522 επ.
του ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ενόψει του ότι με την έφεση (σελ. 82 επ. της έφεσης) πλήττεται για λόγους ουσίας η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς το επιδικασθέν κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Επί επιδίκασης χρηματικής απαίτησης, με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, ως και της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης (ΟλΑΠ 11/2007). Για την εφαρμογή, επομένως, της παραπάνω διάταξης απαιτείται η στο πλαίσιο αναγκαστικής εκτέλεσης ή εκουσίας συμμόρφωσης προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ή της ενσωματωθείσας σε αυτήν πρωτόδικης απόφασης μετά την επικύρωσή αυτής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ικανοποίηση εν όλω ή εν μέρει του αναιρεσίβλητου.
Συνεπώς, δεν αρκεί η επιβολή κατάσχεσης από τον τελευταίο σε βάρος του αναιρεσείοντος, η δε εγκυρότητα της κατάσχεσης μετά την τυχόν ακύρωση του εκτελεστού τίτλου με την παραδοχή της αναίρεσης θα κριθεί στο πλαίσιο ανακοπής κατά της εκτέλεσης σύμφωνα με τα άρθρα 933 και επ. του ΚΠολΔ (σχετ. ΑΠ 1548/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, ο αναιρεσείων διώκει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, όπως αυτή είχε πριν την επιβολή της σε βάρος του από 13.3.2018 κατάσχεσης ποσού ύψους 286.414,37 ευρώ στα χέρια τρίτων και συγκεκριμένα επί των τηρουμένων τραπεζικών λογαριασμών του στις εκεί αναγραφόμενες Τράπεζες, η οποία επιβλήθηκε με επίσπευση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, δυνάμει της με αριθμό 2904/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής έφεσης με την αναιρεσιβαλλομένη με αριθ. 5108/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αίτηση επαναφοράς είναι μη νόμιμη και πρέπει ν' απορριφθεί, εφόσον ο αιτών δεν επικαλείται ότι έλαβε χώρα καταβολή του όλου ή μέρους της επιδικασθείσας απαίτησης στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, είτε εκουσίως, είτε στο πλαίσιο της ως άνω αναγκαστικής εκτέλεσης. Τέλος, πρέπει καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη εταιρεία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος,
λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 5108/14.11.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το κεφάλαιο αποκατάστασης της ζημίας της ενάγουσας συνολικού ύψους 206.496,69 ευρώ, πλέον τόκων, για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της ενάγουσας. Δέχεται ως κατ' ουσία βάσιμη και κατά το μέρος αυτό την από 3.11.2014 και με αριθ. κατάθ. 7326/5.11.2014 έφεση του εκκαλούντος - εναγομένου. Εξαφανίζει την υπ' αριθ. 2904/18.9.2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό.
Δικάζει την από 30.1.2013 και με αριθ. κατάθ. 51205/1693/5.4.2013 αγωγή κατά το μέρος αυτό.
Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος αυτό.
Απορρίπτει την αίτηση του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ