Legislator Giurisprudenza & Legislazione
834/2021 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against bank loan decision under voluntary jurisdiction law due to lack of legal basis.

Numero d'incarto 834/2021
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the Eurobank's appeal against a first-instance judgment regarding the voluntary jurisdiction of two borrowers. The court found the lower court's decision legally sound because it properly assessed the liquidation value of the borrowers' real estate to determine if it could satisfy the debt. Consequently, the appeal was rejected as both inadmissible and substantively unfounded.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Ν. 3869/2010, άρθρο 3; Ν. 4161/2013, άρθρο 9 παρ.1: Under voluntary jurisdiction procedures, a second-instance court must independently verify the legal basis of the first-instance decision regarding asset liquidation, and an appeal based on alleged procedural defects in such assessments is inadmissible if the lower court provided sufficient reasoning.

Parole chiave

Generato dall'IA
voluntary jurisdiction procedure bank loan enforcement asset liquidation assessment inadmissible appeal legal basis requirement situazione finanziaria coniuge occupato tenore di vita matrimoniale

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Ν. 3869/2010, άρθρο 3
Ν. 4161/2013, άρθρο 9 παρ.1
άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ
άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ
άρθρο 9 παρ.1 Ν. 3869/2010

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 834 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 834/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ergasias Aνώνυμη Εταιρεία» και ήδη «Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας εταιρείας.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Μ. Μ. του Δ.,

2) Π. Β. του Δ., κατοίκων ...,

3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και

4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ AE», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28.12.2015 (αρ. εκθ. καταθ. 473/2015 και 474/2015) αιτήσεις των ήδη 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Λαυρίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 266/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2448/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20.06.2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Η κρινόμενη από 20.06.2019 (αρ.κατ.85/2019) αίτηση αναίρεσης της πιστώτριας τράπεζας απευθύνεται κατά των 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων – αιτούντων την υπαγωγή τους στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 καθώς επίσης, κατά της 3ης και της 4ης πιστώτριας ανώνυμης εταιρείας, ως αναγκαίων ομοδίκων της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας, παραδεκτά, λόγω της φύσης της υπόθεσης, που μπορεί να δημιουργήσει αντιδικία μεταξύ των αναγκαίων ομοδίκων (ΟλΑΠ 15/1996) και προσβάλλει την υπ’ αρ. 2448/2019 οριστική απόφαση του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (αρ. 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ. ΚΠολΔ), ερήμην της τότε 1ης εφεσίβλητης και ήδη 3ης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, η οποία δεν είχε παρασταθεί προσηκόντως, αλλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, που όμως δεν είναι νοητή στην ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και γι’ αυτό η συζήτηση της υπόθεσης διεξήχθη χωρίς την παρουσία της τότε 1ης εφεσίβλητης και ήδη 3ης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, καθώς επίσης ερήμην της τότε 2ης εφεσίβλητης και ήδη 4ης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις ανωτέρω 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων, που δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ.1περ.β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ’ αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ.1 εδ.β’ περ.β’ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους.

Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 12/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (αρ. 577 παρ.1 σε συνδ. 553 παρ.1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε παρά την απουσία της τότε 1ης και 2ης των εφεσιβλήτων και ήδη 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων, τραπεζικών εταιρειών με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ και ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ.5 έως 7 αυτής) είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στη δικάσιμο της 09.03.2018 ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (αρ. 764 παρ.2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό 741 και 524 παρ.4 εδ.α’ ΚΠολΔ, όπως, ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τον Ν. 4335/2015, που ισχύει από 01.01.2016).

Δεδομένου δε ότι σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 3869/2010 η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, ως προς τις ανωτέρω ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, και ήδη 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων, η απόφαση αυτή είναι τελεσίδικη, και συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, (κατ’ αρ. 553 παρ.1β σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ), ως προς τις ανωτέρω 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς αυτές.

[II] Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30 με αριθμό πινακίου 25, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ.2-4 ΚΠολΔ) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης αυτής προ εξήντα (60) ημερών.

Εξάλλου, από τις υπ’ αρ. ..., και .../15-1-2020 και από τις υπ’ αρ. ... και .../13-1-2020 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Νικόλαου Κατσιβάρδα, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του Αντώνιου Χονδρόπουλου, πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας τράπεζας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 128 παρ.4 ΚΠολΔ στους 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων (βλ.την συνημμένη στις εκθέσεις επίδοσης απόδειξη παράδοσης εγγράφου στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του ΑΤ Καλυβίων και την βεβαίωση παραλαβής αυτών από το ταχυδρομικό γραφείο Αθηνών) και κατ’ αρ. 129 παρ.1 ΚΠολΔ στην 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 1η και 2ος αναιρεσίβλητοι – αιτούντες την υπαγωγή τους στο Ν. 3869/2010 και οι 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών,ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατ’ αρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα τράπεζα.

Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 περ.γ’ ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία αυτών. Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ'ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

[III] Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρ.561 αρ.2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι οι ήδη 1η και 2ος αναιρεσίβλητοι – σύζυγοι, άσκησαν την από 28.12.2015 (αρ.κατ. 473/2015) και την από 28.12.2015 (αρ.κατ. 474/2015) αίτηση, αντίστοιχα καθένας, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, με τις οποίες αιτήσεις επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους προς τις καθ’ ών η αίτηση πιστώτριες αυτών και ήδη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS ANΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και 3η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, προς τις οποίες αμφότεροι οι αιτούντες – σύζυγοι έστρεψαν τις ως άνω αιτήσεις τους και επί πλέον, ο 2ος αιτών απηύθυνε την αίτησή του και προς την ήδη 4η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ, ζητούσαν τη ρύθμιση των χρεών τους σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που αυτοί πρότειναν, άλλως επικουρικά, ζητούσαν τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους, προκειμένου να υπαχθούν στον Ν. 3869/2010 λαμβανομένης υπόψη της οικογενειακής και περιουσιακής τους κατάστασης, με σκοπό την απαλλαγή από τα χρέη τους, καθώς επίσης να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία αυτών, που αποτελεί την οικογενειακή τους στέγη.

Επί των αιτήσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αρ. 266/2016 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση της 1ης αιτούσας – 1ης αναιρεσίβλητης και ρυθμίστηκαν τα χρέη της, με μηνιαίες καταβολές ποσού 487,40 ευρώ προς την ήδη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία και ποσού 12,60 ευρώ προς την 3η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία για χρονικό διάστημα τριών ετών, ενώ επίσης καθορίστηκαν μηδενικές καταβολές για τον ήδη 2ο αναιρεσίβλητο – 2ο αιτούντα, σύζυγο, ο οποίος κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου ήταν μακροχρόνια άνεργος και δεν είχε εισόδημα. Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε το αίτημα των αιτούντων – συζύγων για την εξαίρεση από την ρευστοποίηση της μοναδικής κύριας κατοικίας τους, για τη διάσωση της οποίας όρισε, μετά την περίοδο χάριτος, να καταβάλουν μηνιαίως, η μεν 1η αιτούσα και ήδη 1η αναιρεσίβλητη στην ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα 176,85 ευρώ μηνιαίως και στην ήδη 3η αναιρεσίβλητη 4,57 ευρώ μηνιαίως για δεκαπέντε έτη, ο δε 2ος αιτών και ήδη 2ος αναιρεσίβλητος στην ήδη αναιρεσείουσα 170,90 ευρώ μηνιαίως, στην 3η αναιρεσίβλητη 4,33 ευρώ μηνιαίως και στην 4η αναιρεσίβλητη 6,19 ευρώ μηνιαίως επίσης για δεκαπέντε έτη, νομιμότοκα κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Η καθ’ ής η αίτηση και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα άσκησε σε βάρος της ως άνω οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την από 15.02.2017 (αρ.κατ. 4/2017) έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση αυτής για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικότερα, με τον 1ο λόγο της έφεσης, προέβαλε την ένσταση αοριστίας αμφοτέρων των αιτήσεων, με το 2ο λόγο της έφεσης προέβαλε την ένσταση καταχρηστικότητας και δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε καθεστώς αδυναμίας πληρωμής και ως προς την εξαίρεση της κύριας κατοικίας κατοικίας αυτών από τη ρευστοποίηση, ενώ με τον 3ο λόγο της έφεσης επανέφερε την ένσταση περί αντισυνταγματικότητας του Ν. 3869/2010, που είχε προβάλει και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

[IV] Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1 Ν. 3869/2010, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και για να απαλλαγεί από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο αυτού, την ύπαρξη του οποίου (δόλου) προτείνει ο πιστωτής (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/2014).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη, τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση – εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 1226/2014).

[V] Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).

[VI] Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα πιστώτρια τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, δέχτηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στο Ν. 3869/2010 της 1ης και του 2ου των αναιρεσιβλήτων – συζύγων διαλαμβάνοντας ελλιπή αιτιολογία ως προς το ζήτημα της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, που ήταν ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα, διότι, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ερεύνησε τη μόνιμη αδυναμία σε ατομική βάση για κάθε αιτούντα, αλλά σε οικογενειακή βάση, ούτε το ατομικό εισόδημα καθενός συζύγου, τις βιοτικές ανάγκες αυτού και το μηνιαίο ποσό, που καθένας όφειλε σε κάθε πιστωτή, ούτε το ακριβές ύψος των οφειλών τους και τη μονιμότητα της αδυναμίας πληρωμών αυτών και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

[VII] Από την επιτρεπτή (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το ερευνώμενο κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης χωρίς δόλο των αιτούντων και ήδη 1ης και 2ης των αναιρεσιβλήτων σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλά και για την διευθέτηση των ληξιπροθέσμων χρεών τους και την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας αυτών, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα:

«| Η αιτούσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη, Μ. Μ. του Δ., γεννηθείσα το έτος 1965, ασκεί βιοποριστική δραστηριότητα ως Διευθύντρια του … Γυμνασίου στο …, αντί μηνιαίων καθαρών αποδοχών ποσού 1.503,55 ευρώ. Επιπλέον, εισπράττει ετησίως από την εκμίσθωση ενός αγροτεμαχίου στηn ... του Δήμου ... Π.Ε. Θεσσαλονίκης, ποσό 799,98 ευρώ και με αναγωγή αυτού σε μηνιαία βάση ποσό 66,66 ευρώ μηνιαίως.

Ο δε αιτών και ήδη εφεσίβλητος, Π. Β. του Δ., ασκούσε βιοποριστική δραστηριότητα ως μηχανικός ηλεκτρονικών υπολογιστών έως τον Ιούνιο του έτους 2010, οπότε και έμεινε άνεργος και εγγράφηκε στα Μητρώα Ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ. χωρίς ωστόσο, να εισπράττει επίδομα ανεργίας. Κατά τα οικονομικά έτη 2009, 2010, 2011 τα εισοδήματα των αιτούντων ανήλθαν στα ποσά των 59.391,99 ευρώ, 61.568.69 ευρώ και 43.349,87 ευρώ αντίστοιχα, ενώ κατά τα οικονομικά έτη 2012, 2013, 2014 και κατά τα φορολογικά έτη 2014 και 2015, τα εισοδήματα τους ανήλθαν στα ποσά των 19.883,23 ευρώ, 21.054,94 ευρώ, 21.052,79 ευρώ, 21.995,01 ευρώ και 21.912,72 ευρώ αντίστοιχα.

Περαιτέρω, οι αιτούντες είναι εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρίαν συγκύριοι ενός αστικού ακινήτου εκτάσεως 603 τ.μ., το οποίο κείται στα ... Δ. ... Π.Ε. Ανατολικής Αττικής, όπως αυτό εμφαίνεται υπό στοιχεία Α-Ε-Ι-Κ-Α στα από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1998 και Ιούλιο 2004 τοπογραφικά διαγράμματα του αρχιτέκτονος μηχανικού Α.

Κ. μετά του αναποχωρίστου συστατικού αυτού, ήτοι μίας μονοκατοικίας εμβαδού 160,89 τ.μ., πλέον βοηθητικών χώρων 36,22 τ.μ. Το ως άνω ακίνητο περιήλθε κατά συγκυριότητα στους αιτούντες κατά παράγωγο τρόπο εν ζωή και συγκεκριμένα μεταβιβάσθηκε σε αυτούς λόγω πωλήσεως από τους αληθείς συγκυρίους του ακινήτου με το υπ’ αριθμ. .../1999 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστούλας Καραγιάννη – Κόκκινου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κερατέας στον τόμο … και αριθμό … .

Η αντικειμενική αξία της ανωτέρω μονοκατοικίας ανέρχεται στο ποσό των 54.424,80 ευρώ και η αντικειμενική αξία του ποσοστού του καθενός από τους αιτούντες στο ποσό των 27.212.40 ευρώ, η δε αξία της ως κύριας κατοικίας αυτών δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού για έγγαμους φορολογούμενους όπως οι αιτούντες, όπως απαιτεί ο νόμος νια την εξαίρεση της από την εκποίηση.

Επιπλέον, η αιτούσα είναι εξ αδιαιρέτου συγκυρία σε ποσοστό 50% ενός αστικού ακινήτου, εκτάσεως 750 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη ... Δ. ... Π.Ε. Θεσσαλονίκης, μετά του αναποχωρίστου συστατικού αυτού: ήτοι μίας ισόγειας οικίας, εμβαδού 70 τ.μ., πλέον βοηθητικών χώρων εμβαδού 80 τ.μ., η αντικειμενική αξία του οποίου ποσοστού ανέρχεται στο ποσό των 20.310, 00 ευρώ καθώς επίσης είναι εξ αδιαιρέτου συγκυρία σε ποσοστό 50% ενός αγροτικού ακινήτου εκτάσεως 24.862 τ.μ., το οποίο κείται στη ...

Δ.... Π.Ε. Θεσσαλονίκης. Τα ως άνω δύο ακίνητα λόγω της χαμηλής εμπορικής τους αξίας δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον ούτε και να επιφέρουν αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης τους (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ), και ως εκ τούτου κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ’ άρθρο 9 § 1 του Ν. 3869/2010 εκποίηση τους.

Αντιθέτως ο αιτών στερείται οιασδήποτε άλλης έγγειας ιδιοκτησίας, ενώ είναι κάτοχος του με στοιχεία κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας Peugeot, τύπου 206, 1.587 c.c. βενζινοκίνητο, με ημεροχρονολογία πρώτης κυκλοφορίας τις 15.05.2002, το οποίο αγοράσθηκε με τον όρο παρακράτησης της κυριότητας υπέρ του πωλητή.

Ήδη σε χρόνο προγενέστερο του ενός έτους από την κατάθεση των υπό κρίση αιτήσεων και δη κυρίως κατά το έτος 2008, οι αιτούντες ανέλαβαν τα κάτωθι χρέη, τα οποία θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης αυτής, όπως σαφώς ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 6 § 3 του Ν. 3869/2010, με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της πρωτόδικης αποφάσεως:

(Α) Στην πρώτη καθ’ ης οι αιτήσεις – μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια και ήδη εκκαλούσα, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASΙAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» οφείλουν:

(α1) ποσό 3.806,88 ευρώ από την υπ’ αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου,

(α2) ποσό 336.877,04 ευρώ από την υπ’ αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου,

(α3) ποσό 38.561,22 ευρώ, από την υπ’ αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου,

(α4) ττοσό 30.806.56 ευρώ από την υπ’ αριθμ ... σύμβαση υπερανάληψης,

(α5) ποσό 8.885,37 ευρώ από την υπ’ αριθμ. ... σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας (αιτούσα) και

(α6) ποσό 14.295,94 ευρώ από την υπ' υπ'αριθμ. ... σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας (αιτών).

Τα ως άνω στεγαστικά δάνεια χορηγήθηκαν σε αμφότερους τους αιτούντες με τους δανειολήπτες να ενέχονται εις ολόκληρον νια την αποπληρωμή τους, η δε ως άνω πιστώτρια τράπεζα προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της εκ των ως άνω συμβάσεων έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί της ως άνω κύριας κατοικίας αυτών.

(Β) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.»:

(β1) ποσό 10.829,10 ευρώ από την υπ’ αριθμ. ... σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας (αιτούσα),

(β2) ποσό 10.776,48 ευρώ από την υπ’ αριθμ. ... σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας (αιτούσα) και

(Γ) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» ποσό 15.372,24 ευρώ από την υπ’ αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου.

Κατά συνέπεια, η συνολική οφειλή της αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 429.766,17 ευρώ και η συνολική οφειλή του αιτούντος στο ποσό των 450.496,36 ευρώ, από τα οποία η κοινή εις ολόκληρον οφειλή των αιτούντων ανέρχεται στο ποσό των 410.051.70 ευρώ.

Για την κάλυψη δε του συνόλου των ως άνω υποχρεώσεών τους απαιτείτο να καταβάλουν στις πιστώτριες τους ποσό 2.000,00 ευρώ κατά προσέγγιση μηνιαίως (24.000,00 ευρώ σε ετήσια βάση). Λόγω της ανεργίας του αιτούντος κατά τα τελευταία έτη και της επακόλουθης συρρίκνωσης των οικογενειακών τους εισοδημάτων, της υπερχρέωσης τους, της αύξησης του κόστους ζωής και της υπερφορολόγησης, οι αιτούντες βρίσκονται σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των οφειλών τους ήτοι αδυνατούν με το ως άνω εισόδημα του να καλύψουν τις βιοτικές τους ανάγκες και να είναι συγχρόνως συνεπείς στις δανειακές τους υποχρεώσεις. Ήτοι συντρέχουν στα πρόσωπα τους οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010 και ειδικότερα, για μεν την αιτούσα σ’ αυτή του άρθρων 8 § 2, για δε τον αιτούντα, λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων που αντιμετωπίζει (μακροχρόνια ανεργία) και της έλλειψης εισοδήματος, σ’ αυτές του άρθρου 8 § 5 με μηδενικές καταβολές για διάστημα τριών ετών, και για αμφότερους στη ρύθμιση του άρθρου 9 § 2 του Ν. 3869/2010.

Συνεπώς, η ρύθμιση των χρεών της αιτούσας θα έπρεπε να γίνει με μηνιαίες καταβολές ποσού 500,00 ευρώ απευθείας στις πιστώτριες της επί τριετία, εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της απόφασης, μήνα από το οποίο ποσό 487,40 ευρώ αντιστοιχεί στην πρώτη καθ’ ης η πρώτη αίτηση και ποσό 12,60 ευρώ στη δεύτερη καθ’ ης, ενόψει της αναλογίας των απαιτήσεων εκάστης πιστώτριας έναντι του συνόλου των απαιτήσεων όλων των πιστωτριών.

Στα πλαίσια δε της ρύθμισης του άρθρου 9 § 2 του Ν. 3869/2010 ο καθένας από τους αιτούντες θα πρέπει να καταβάλει στις καθ’ ων πιστώτριες του το 80% της αντικειμενικής αξίας του ποσοστού του επί της κύριας κατοικίας τους, δηλαδή το ποσό των ευρώ 21.769,92 ευρώ (27.212,40 ευρώ Χ 80%) στο οποίο ποσό εξαντλείται η υποχρέωσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 9 § 2 Ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 §§ 1 και 2 Ν. 4161/2013, με το χρόνο αποπληρωμής να ορίζεται σε δεκαπέντε (15) έτη μετά την παρέλευση της περιόδου καταβολής των δόσεων κατ’ άρθρ. 6 § 2 του Ν. 3869/2010, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κυρίας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας θα ικανοποιηθούν συμμέτρως οι καθ’ ων, όπως και με τις παραπάνω επί τριετία καταβολές, όπως προβλέπεται από το άρθρο 9 § 2 του Ν. 3869/2010 μετά την τροποποίηση του με το Ν. 4336/2015, αφού η αίτηση κατατέθηκε μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού.

Η μηνιαία δόση θα έπρεπε να ανέρχεται στο ποσό των 181,42 ευρώ (21.769,92 ευρώ ÷ 180 μήνες) για την αιτούσα, το οποίο θα έπρεπε να καταβάλλεται προς τις πιστώτριες της κατά το λόγο των απαιτήσεων αυτής έναντι του συνόλου όλων των απαιτήσεων, και συγκεκριμένα, ποσό 176,35 Ευρώ στην ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASΙAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ και ποσό 4,57 ευρώ στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ A.Ε., ενώ για τον αιτούντα η μηνιαία δόση θα έπρεπε να ανέρχεται στο ίδιο ποσά (181,42 ευρώ), το οποίο θα έπρεπε να καταβάλλεται προς τις πιστώτριες της κατά το λόγο των απαιτήσεων αυτής έναντι του συνόλου όλων των απαιτήσεων, και συγκεκριμένα, ποσό 170,90 ευρώ στην ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, ποσό 4,33 ευρώ στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., ποσό 6,19 Ευρώ στην ΤΡΑΠΕΖΑ.

ΠΕΪΡΑΙΩΣ Α.Ε.

Έπρεπε, συνεπώς, να γίνουν δεκτές οι από 28.12.2015 αιτήσεις ως και κατ’ ουσίαν βάσιμες ρυθμίζοντας τα χρέη της αιτούσας με μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριες της επί μία τριετία, οι οποίες θα γίνονται μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της απόφασης μήνα, στην ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASΙAS, ποσού τετρακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και σαράντα λεπτών (487,40 ευρώ) και στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, ποσού εβδομήντα δώδεκα ευρώ και εξήντα λεπτών (12,60 ευρώ), καθώς και ορίζοντας μηδενικές μηνιαίες καταβολές του αιτούντος προς τις πιστώτριες του στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, για διάστημα τριών ετών από τη δημοσίευση της παρούσας, επιβάλλοντας στους αιτούντες την υποχρέωση να καταβάλουν μηνιαίως, ως αναφέρεται παραπάνω.

Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, και διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό του τα ανωτέρω, έκανε δεκτές ως και κατ’ ουσίαν βάσιμες τις από 28.12.2015 αιτήσεις, και υποχρέωσε τους αιτούντες στα ανωτέρω, ορθώς έκρινε. Πρέπει, μετά ταύτα, απορριφθούν οι λόγοι εφέσεως και ακολούθως η υπό κρίση έφεση|».

[VIII] Με τις ανωτέρω παραδοχές του το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι αιτούντες – σύζυγοι και ήδη 1η και 2ος αναιρεσίβλητοι δικαιούνται της προστασίας του Ν. 3869/2010, διότι δεν περιήλθαν από δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρεών τους, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που δικαιολογούν το διατακτικό του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 1 περ.α’ Ν. 3869/2010, την οποία επομένως δεν παραβίασε εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή.

Πιο συγκεκριμένα, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε ότι οι αιτούντες – σύζυγοι είναι φυσικά πρόσωπα στερούμενα πτωχευτικής ικανότητας, διότι η 1η αναιρεσίβλητη είναι καθηγήτρια του … Γυμνασίου στο … και ο 2ος αναιρεσίβλητος σύζυγός της ασκούσε μέχρι τον μήνα Ιούνιο του έτους 2010 το επάγγελμα του μηχανικού ηλεκτρονικών υπολογιστών, ότι έκτοτε περιήλθε σε κατάσταση ανεργίας και ότι δεν λαμβάνει επίδομα ανεργίας από τον ασφαλιστικό του φορέα – ΟΑΕΔ, ως μακροχρόνια άνεργος.

Αναφορικά με το εισόδημα κάθε συζύγου και τα περιουσιακά στοιχεία αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές της 1ης αιτούσας – 1ης αναιρεσίβλητης από το μισθό της ανέρχονται σε 1503,55 ευρώ και ότι επί πλέον ετησίως έχει εισόδημα ποσού 799,98 ευρώ, δηλαδή μηνιαία 66,66 ευρώ, από την εκμίσθωση ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στην περιοχή ...

του Δήμου ... Θεσσαλονίκης• ότι αμφότεροι οι σύζυγοι είναι συγκύριοι σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αστικού ακινήτου και ειδικότερα, μιας μονοκατοικίας επιφάνειας 160,89 μ² με βοηθητικούς χώρους επιφάνειας 36,22 μ², που έχει οικοδομηθεί επί οικοπέδου, επιφάνειας 603 μ²,το οποίο βρίσκεται στα ... Αττικής και αποτελεί τη μοναδική κύρια οικογενειακή τους στέγη, ότι η αντικειμενική αξία του ανωτέρω ακινήτου ανέρχεται σε 54.424,80 ευρώ και ότι κατά το ποσοστό συγκυριότητας καθενός συζύγου η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας ανέρχεται σε 27.212,40 ευρώ, ότι επί πλέον η 1η αιτούσα – 1η αναιρεσίβλητη είναι συγκυρία σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου επιφάνειας 24.862 μ² στη περιοχή ...

Δ.... Π.Ε Θεσσαλονίκης και ενός αστικού ακινήτου (ισόγεια οικία επιφάνειας 70 μ² με βοηθητικούς χώρους επιφάνειας 80 μ²), επίσης κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας 20.310 ευρώ, που βρίσκεται στην ίδια ως άνω περιοχή• ότι ο 2ος αιτών – 2ος αναιρεσίβλητος, εκτός από το ιδανικό μερίδιο στην ανωτέρω οικογενειακή στέγη είναι κύριος ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής PEUGEOT, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2002.

Εξάλλου, αναφορικά με τις δανειακές υποχρεώσεις των αναιρεσιβλήτων συζύγων το Εφετείο δέχθηκε ότι η 1η αιτούσα – 1η αναιρεσίβλητη είχε λάβει το έτος 2008 μαζί με τον σύζυγό της από την ήδη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία 4 στεγαστικά δάνεια με βάση τις υπ’αρ. ..., ..., ... και ... δανειακές συμβάσεις ποσού αντίστοιχα 3.806,88 ευρώ, 336.877,04 ευρώ, 38.561,22 ευρώ και 30.806,56 ευρώ• και συνολικά ότι αμφότεροι ευθύνονται σε ολόκληρο καθένας για το ποσό των 410.050 ευρώ ,ότι επί πλέον η 1η αιτούσα – 1η αναιρεσίβλητη όφειλε στην αναιρεσείουσα τράπεζα το συνολικό ποσό των 15.180,31 ευρώ από τη χορήγηση δύο πιστωτικών καρτών (885,37 ευρώ και 14.295,94 ευρώ), καθώς επίσης στην 3η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία το συνολικό ποσό των 21.605,58 ευρώ από τη χορήγηση δύο πιστωτικών καρτών (10.829,10 ευρώ και 10.776,48 ευρώ) και στην 4η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία το ποσό των 15.372,24 ευρώ από ένα καταναλωτικό δάνειο.

Εξάλλου, με βάση μαθηματικό υπολογισμό το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε ότι η συνολική οφειλή από τις ανωτέρω δανειακές υποχρεώσεις της 1ης αιτούσας – 1ης αναιρεσίβλητης ανέρχονται στο ποσό των 450.496,36 ευρώ, αντί του εσφαλμένου από προφανή παραδρομή 429.766,17 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στις δανειακές υποχρεώσεις του 2ου αιτούντα – συζύγου της και ήδη 2ου αναιρεσίβλητου για τα αναληφθέντα από κοινού στεγαστικά δάνεια, τα οποία οφείλουν σε ολόκληρο καθένας.

Μετά δε από την αναλυτική παράθεση των παραπάνω δανειακών υποχρεώσεων το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε με επαρκή αιτιολογία ότι οι αναιρεσίβλητοι σύζυγοι περιήλθαν χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία εξόφλησης των ληξιπροθέσμων ως άνω χρεών τους, που αντιστοιχούσαν στο ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαία περίπου, διότι λόγω της πολυετούς ανεργίας του 2ου αναιρεσιβλήτου από το έτος 2010 και εφεξής και της εξαιτίας του γεγονότος αυτού συρρίκνωσης του οικογενειακού τους εισοδήματος, σε αντίθεση με την αύξηση του κόστους διαβίωσης και της υπερφορολόγησης, αδυνατούσαν να καλύψουν τις βιοτικές τους ανάγκες και ότι αναγκάστηκαν να καταστούν ασυνεπείς στις δανειακές τους υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα η ρευστότητά τους, που προερχόταν μόνον από το εισόδημα της συζύγου (δηλαδή από το μηνιαίο μισθό της και το ενοίκιο που εισέπραττε ποσού 66,66 ευρώ μηνιαία) έναντι των ληξιπροθέσμων ως άνω υποχρεώσεών τους να είναι πλέον αρνητική, διότι, κατά τις παραδοχές, εάν αφαιρεθούν οι δαπάνες για την κάλυψη των αναγκαίων βιοτικών οικογενειακών αναγκών τους, η υπολειπόμενη ρευστότητα δεν επαρκεί για να καλύψουν τα χρέη τους.

Επομένως, με τις ανωτέρω παραδοχές, αναφορικά με το ζήτημα της γενικής και μόνιμης αδυναμίας των πληρωμών, για το οποίο αιτιάται με τον 1ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα τράπεζα, το Εφετείο αιτιολογεί με πληρότητα την οικογενειακή και περιουσιακή κατάσταση των συζύγων, τις οφειλές τους προς τους πιστωτές τους, τα έξοδα διαβίωσης, τα οποία αν και δεν προσδιορίζει αριθμητικά, εντούτοις εκτίμησε συνολικά με βάση το οικογενειακό εισόδημα, με την επί πλέον επισήμανση, ότι κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών για τη δικαστική ρύθμιση των χρεών, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 Ν. 3869/2010, ο προσδιορισμός των βιοτικών αναγκών από τον Δικαστή ουσίας αρκεί να είναι και σιωπηρός (ΑΠ 641/2019) και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η σχέση ρευστότητας προς τα ληξιπρόθεσμα χρέη τους είναι αρνητική και ότι επομένως, οι αναιρεσίβλητοι σύζυγοι περιήλθαν χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών τους και ότι, για το λόγο αυτό, δικαιούνται να υπαχθούν στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα, στη δικαστική ρύθμιση των χρεών τους, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα τράπεζα με τον 1ο αναιρετικό λόγο για ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το νομικό ζήτημα της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα και συνακόλουθα ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν.

[IX] Από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744 ΚΠολΔ) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).

Μάλιστα, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1844/2009, ΑΠ 2228/2007) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 636/2017). Επιπλέον τούτων, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρο 744, 745, 751 ΚΠoλΔ, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, επιβάλλει την ενεργή συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης και επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις, στο δε ειρηνοδικείο και προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (αρθρ. 115 παρ. 3 ΚΠολΔ) εκείνων των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, επομένως και του αιτήματος αυτής (ΑΠ 1131/1987).

Διότι, στις δίκες της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, όπως ισχύει στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα σε σχέση με τη νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού προσώπου.

Συνεπώς, ο σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις προς πραγμάτωση του σκοπού της, προς επέλευση δηλαδή του ρυθμιστικού αποτελέσματος (ΑΠ 640/2003). Επίσης, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος, που καθιερώνεται στην εκούσια δικαιοδοσία και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας αυτής, επιτρέπεται η προβολή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και στην κατ’ έφεση δίκη και, έτσι, καθιερώνεται εξαίρεση από το συγκεντρωτικό σύστημα, αλλά και από τα άρθρα 223 και 224 ΚΠολΔ, στο μέτρο που επιτρέπουν τη συμπλήρωση, αλλά και τη μεταβολή της αίτησης, με νέα στοιχεία και μετά την (πρώτη) συζήτηση (ΑΠ 2270/2014).

Συνεπώς,η μεταβολή ή η συμπλήρωση της ιστορικής βάσης της αιτήσεως είναι δυνατή και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 744, 745 και 765 του ΚΠολΔ, κατ’ εξαίρεση εκείνης του άρθρου 224 του αυτού Κώδικα (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 550/2019, ΑΠ 528/2017).

Περαιτέρω, το άρθρο 9 παρ.1 του Ν. 3869/2010 ορίζει ότι «εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών […] ορίζεται εκκαθαριστής». Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου παρ. 2 Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ.1 Ν. 4161/2013 και ισχύει από 14.06.2013, δηλαδή κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (25.11.2016) και συνεπώς εφαρμοζόταν κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 533 παρ.2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι «ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η περίοδος τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης πάντως δεν μπορεί να υπερβεί τα είκοσι έτη».

Από τη σαφή έννοια της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ’ αρχήν από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής - συναλλακτικής κοινωνίας.

Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού, συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ’ άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 του νόμου, όπως ίσχυε κατά τη 2η έκδοση αυτού, υπό την οποία δημοσιεύτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας κατ’ ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο.

Με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο Δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση. Όταν υπάρχει αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας η εξόφληση των χρεών του οφειλέτη γίνεται με συνδυασμένες καταβολές στα πλαίσια των άρθρων 8 παρ.2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010.

Προηγούνται οι καταβολές του άρθρου 8 παρ.2 και ακολουθούν οι καταβολές του άρθρου 9 παρ.2 και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει τον ανωτέρω συνδυασμό μηνιαίων καταβολών, με παράλληλη εφαρμογή τους, την οποία δεν μπορεί να παρακάμψει. Κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών του άρθρου 8 παρ.2 προηγείται ο προσδιορισμός του ποσού, που χρειάζεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του αιτούντος και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του και στην απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει, είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς να προσδιορίζεται τέτοιο ποσό και κατόπιν να καθορίζεται το ύψος των μηνιαίων καταβολών.

Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 9 παρ.2 δεν έχει ως αποτέλεσμα τον αυτόματο καθορισμό των μηνιαίων καταβολών από την πλευρά του οφειλέτη και του συνολικού χρονικού διαστήματος αυτών. Παρεμβάλλεται αναγκαίως το Δικαστήριο, το οποίο θα διαπιστώσει τη συνδρομή των όρων του νόμου και θα καθορίσει το ύψος και τη διάρκεια των καταβολών.

Η επιβαλλόμενη στον οφειλέτη με τη δικαστική απόφαση πρόσθετη υποχρέωση μπορεί να προβλέπει και «περίοδο χάριτος», δηλαδή χρονική συνήθως αρχική περίοδο, κατά την οποία ο οφειλέτης δεν καταβάλει κανένα ποσό οφειλής στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ.2 του νόμου. Πάντως για τη χορήγηση περιόδου χάριτος δεν απαιτείται οπωσδήποτε αίτημα του οφειλέτη.

Η διάρκεια της χάριτος δεν προβλέπεται στο νόμο, αλλά αφήνεται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου και θεωρείται σκόπιμο να χορηγείται στον οφειλέτη περίοδος χάριτος τόσης διάρκειας, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις, τόσο του άρθρου 8 παρ.2 του νόμου ,όσο και τις υποχρεώσεις με βάση το άρθρο 9 παρ.2 του νόμου και να μην επιβαρύνεται συγχρόνως με καταβολές και από τις δύο πηγές.

Από το όλο πνεύμα της διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 προκύπτει, ότι εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο και όχι δυνητική, ενώ αντιθέτως, η περίοδος χάριτος εναπόκειται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 632/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου 3869/2010, για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμοδίου δικαστηρίου. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: (α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσης εισοδημάτων του ιδίου και του συζύγου του, (β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και (γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση, τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη (ΑΠ 213/2018, ΑΠ 66/2017). Τα στοιχεία αυτά μπορούν άλλωστε να περιέχονται σε συνημμένα στην αίτηση έγγραφα, οπότε συγκοινοποιούνται με αυτήν.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να δεχθεί ότι η αξία της μονοκατοικίας (οικόπεδο με κτίσμα), που αποτελεί την οικογενειακή στέγη των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων συζύγων ανέρχεται στο ποσό των 54.424,80 ευρώ και κατά την ιδανική μερίδα καθενός σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στο ποσό των 27.212,40 ευρώ, διέλαβε ελλιπή αιτιολογία ως προς τη ζώνη του ακινήτου, την τιμή εκκίνησης αυτής, τον συντελεστή απομείωσης με βάση την επίκληση των σχετικών υπουργικών αποφάσεων, με τις οποίες υπολογίζεται η αντικειμενική αξία ενός αστικού ακινήτου, καθώς επίσης διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζει τα εκκαθαριστικά σημειώματα ΕΝΦΙΑ και την αναγραφόμενη σ’ αυτά αξία του ανωτέρω αστικού ακινήτου και έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος ως άνω ουσιαστικού κανόνος δικαίου.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται για ελλιπή αιτιολογία ως προς την αντικειμενική αξία του ακινήτου – οικογενειακή στέγη, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, η αναιρεσείουσα τράπεζα επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από τον Δικαστή ουσία (άρ.561 αρ.1 ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Πιο συγκεκριμένα, κατά την κατάθεση της αίτησης του δανειολήπτη για την υπαγωγή του στον Ν. 3869/2010, προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία της επικύρωσης ενδεχόμενου προδικαστικού συμβιβασμού κατά το άρθρο 4 του Ν. 3869/2010, αυτός οφείλει, μεταξύ άλλων εγγράφων που αφορούν την περιουσία του και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, να συνοδεύσει την αίτησή του με πρόσφατο έντυπο της Εφορίας Ε9, που αποδεικνύει την κατάσταση της ακίνητης περιουσίας του και έτσι αποφεύγεται η απόκρυψή της από τους πιστωτές του, καθώς επίσης το Φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, εφόσον υφίσταται τέτοια.

Επίσης, ο δανειολήπτης οφείλει στην αίτησή του να εξειδικεύσει την κατηγορία του ακινήτου του (ως αστικό ή αγροτικό, το εμβαδόν αυτού, τη θέση, τον όροφο κλπ.), ώστε να είναι δυνατός ο προσδιορισμός της αντικειμενικής αξίας από τον Δικαστή με τη συνδρομή των όρων του νόμου. Αν αντίθετα προκύψει αοριστία της αίτησης, αυτή μπορεί να αρθεί μέσω των αποδείξεων, αλλά και με την παρέμβαση του Δικαστηρίου, στα πλαίσια του άρθρου 236 ΚΠολΔ (διασαφήσεις των διαδίκων).

Τούτο επιτρέπεται να γίνει με τις προτάσεις ή με δήλωση στα πρακτικά στα πλαίσια του ανακριτικού συστήματος και της ελαστικότητας της παρούσας διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας. Επομένως, ο προσδιορισμός της αντικειμενικής αξίας θα γίνει από τον Δικαστή ουσίας με βάση τα στοιχεία, που προσκομίζονται ενώπιον αυτού, αρκεί να εξειδικεύεται με αυτά η κατηγορία του ακινήτου.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των κατ’ έφεση προτάσεων των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) ως διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι αμφότεροι οι αιτούντες σύζυγοι και ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί νόμιμα ως σχετικά με αριθμό 5,14 και 16 το έντυπο Ε9 της Εφορίας, το Φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου τους και τις αποδείξεις πληρωμής ΕΝΦΙΑ, ενώ επίσης, από την επιτρεπτή επισκόπηση των κατ'έφεση πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι δηλώθηκε παραδεκτά ως αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας τους, με βάση τον ΕΝΦΙΑ του έτους 2016, το ποσό των 27.212,40 ευρώ κατά το ιδανικό μερίδιο κάθε συγκυρίου συζύγου. Το ποσό αυτό άλλωστε δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση το αποδεικτικό υλικό, που ανελέγκτως αναιρετικά έκρινε με βάση τα ανωτέρω ιδιωτικά και δημόσια έγγραφα. Επομένως, ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδάφ. α' και β' του Ν. 3869/2010 «ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών.

Η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών, εφόσον έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει ως συνέπεια, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή, σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή, που έχει ήδη αποφασιστεί και μέχρι 2 έτη μετά την επέλευσή της, ενώ νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο 2 ετών από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αίτησης ή την τελεσιδικία της απόφασης για την έκπτωση.

Την παράβαση αυτή μπορεί να επικαλεστεί οποιοσδήποτε πιστωτής μέσα σε ένα έτος από τη στιγμή, που πληροφορήθηκε τη διάσταση της πραγματικής κατάστασης του οφειλέτη σε σχέση με εκείνη που δηλώθηκε. Μολονότι ο νόμος κάνει λόγο για «αίτηση» του πιστωτή, είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ’ ένσταση μέχρι την περάτωση της συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρ. 745 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται, ή περιουσιακά στοιχεία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να πετύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης, όπως θα εκτεθεί παρακάτω.

Ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς, την οποία αυτός επιχειρεί, αν και γνωρίζει τα περιστατικά, που την καθιστούν παράνομη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με δόλο ενεργεί ο οφειλέτης, όταν, εν γνώσει του, υποβάλει ψευδή δήλωση, που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη.

Η κρίση για το χαρακτήρα της αμέλειας ως βαριάς είναι θέμα αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο. Για να επέλθουν σε βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στο νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις δεν απαιτείται με τη συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών.

Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτών. Όταν, όμως, οι παραβάσεις του οφειλέτη είναι εντελώς επουσιώδεις, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπιση. Επίσης, δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τα ποσά που είχαν εισπραχθεί κατά το παρελθόν, στο βαθμό που αυτά, κατά την υποβολή της αίτησης, έχουν πλέον αναλωθεί προς κάλυψη αναγκών του οφειλέτη ή για εξόφληση οφειλών του, αφού έχουν πάψει να αποτελούν περιουσία του.

Ο οφειλέτης, πάντως, πρέπει να αναφέρει και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά τη δική του υποκειμενική εκτίμηση, μπορεί να είναι και χωρίς αξία ή και χωρίς πιθανότητα ρευστοποίησης ή είσπραξης, καθώς ο μόνος αρμόδιος να ενημερωθεί γι' αυτά και να τα αξιολογήσει είναι ο δικαστής . Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο αυτόν αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης των οφειλών του.

Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης (περιουσιακή κατάσταση – εισοδήματα) δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχείρισης του νόμου (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 636/2017).

Κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναιρέσεως, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου εκείνος στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, είχε νομίμως προβληθεί ενώπιον αυτού (ΟλΑΠ 15/2001, 43/1990). Επίσης, από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570 παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και με την επ’ αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναιρέσεως.

Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1724/2012).

Με τον 3ο λόγο αναίρεσης κατά το Α’ σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.1 περ.α ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να δεχθεί ότι η 1η αναιρεσίβλητη είναι συγκυρία σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός αστικού ακινήτου (οικοπέδου με κτίσμα), που βρίσκεται στη περιοχή ... του Δήμου Θεσσαλονίκης, αντικειμενικής αξίας 20.310 ευρώ και ότι επίσης είναι συγκυρία σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου στην ίδια περιοχή, τα οποία εξαίρεσε από την εκποίηση, λόγω δήθεν χαμηλής εμπορικής αξίας αυτών, αν και η 1η αναιρεσίβλητη δεν τα είχε δηλώσει στην αίτησή της, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 του Ν. 3869/2010, αν και τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν πληρούσαν το πραγματικό της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης, εφόσον η παράλειψη αυτή οφείλεται σε δόλο ή σε βαρεία αμέλεια της 1ης αναιρεσίβλητης, ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στη δίκη.

Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος κατ’ αρ. 562 αρ.2 ΚΠολΔ, διότι αφορά ισχυρισμό – ένσταση του άρθρου 10 παρ.1 περ.α’ και β’ του Ν. 3869/2010, που δεν είχε προταθεί παραδεκτά από την αναιρεσείουσα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως όφειλε και είχε δυνατότητα κατά τη διάταξη του άρθρου 765 ΚΠολΔ.

Πιο συγκεκριμένα, από την επιτρεπτή (άρθρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των κατ'έφεση πρακτικών της δίκης, ως διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η 1η αναιρεσίβλητη –1η αιτούσα συμπλήρωσε την αίτησή της παραδεκτά ως προς τα δύο ακίνητα στα οποία είναι συγκυρία κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και βρίσκονται στην περιοχή ...

Θεσσαλονίκης, τα οποία, όπως ανέφερε, από παραδρομή δεν είχε δηλώσει στην αίτησή της και ειδικότερα (α) το αγροτεμάχιο, από το οποίο εισπράττει ετησίως μίσθωμα 799 ευρώ και το οποίο δήλωνε στο έντυπο Ε9 της Εφορίας με κωδικό 102 και (β) την κληρονομική οικία, που επίσης δήλωνε στην Εφορία, ως συγκυρία με την αδελφή της σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, παρά το γεγονός ότι οι κληρονόμοι είναι τέσσερα άτομα, αλλά, όπως δήλωσε στα ανωτέρω πρακτικά, επειδή δεν είχε χωρήσει αποδοχή κληρονομίας, για οικονομικούς λόγους εξαιτίας της έλλειψης χρημάτων, δηλώθηκε μόνον στην Εφορία κατά τα ανωτέρω από τις δύο αδελφές.

Η ανωτέρω συμπληρωματική δήλωση της περιουσιακής κατάστασης της 1ης αναιρεσίβλητης-1ης αιτούσας στα πρακτικά του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ήταν επιτρεπτή στα πλαίσια της ελαστικότητας της διαδικασίας του ανακριτικού συστήματος της εκουσίας δικαιοδοσίας με την οποία εκδικάζεται η παρούσα υπόθεση.

Όμως, η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία, αν και είχε παρασταθεί στη δευτεροβάθμια δίκη και συνεπώς έλαβε γνώση της ανωτέρω συμπληρωματικής δήλωσης, δεν πρόβαλε κατ’ αρ. 765 ΚΠολΔ την ένσταση ανειλικρινούς δήλωσης, όπως είχε δικαίωμα.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν όφειλε να ερευνήσει ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί ενώπιόν του παραδεκτά και ειδικότερα, εάν η παράλειψη της 1ης αιτούσας – 1ης αναιρεσίβλητης να αναφέρει στην αρχική της αίτηση τα δύο ως άνω ακίνητα, έγινε από δόλο ή από βαρεία αμέλεια αυτής. Επομένως, τυχόν έρευνα τέτοιου νέου ισχυρισμού από το Δικαστήριο τούτο, μετά την τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε Δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού. Συνακόλουθα, ο σχετικός 3ος αναιρετικός λόγος, κατά το Α’ σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού.

Με το Β’ σκέλος του ίδιου 3ου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης για την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 9 παρ.1 Ν. 3869/2010, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να εξαιρέσει από την εκποίηση τα δύο ανωτέρω ακίνητα, που βρίσκονται στη ... Θεσσαλονίκης, διότι δήθεν εξαιτίας της χαμηλής εμπορικής αξίας αυτών δεν θα προκληθεί αγοραστικό ενδιαφέρον, και διότι, δήθεν, δεν θα επιτευχθεί αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών, λαμβανομένων υπόψη, δήθεν, των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης, χωρίς όμως συγχρόνως το Εφετείο να εξειδικεύσει την εμπορική αξία των ακινήτων αυτών, αλλά μόνον την αντικειμενική τους αξία, διέλαβε ελλιπή αιτιολογία σε κρίσιμο ζήτημα που ήταν ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ.

Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα, αναφορικά με το ρευστοποιήσιμο ή όχι της λοιπής ακίνητης περιουσίας της 1ης αναιρεσίβλητης δανειολήπτριας και την επάρκεια ή όχι αυτής να ικανοποιήσει την οφειλή της προς την πιστώτρια αναιρεσείουσα Τράπεζα.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο περιγράφει τα ανωτέρω δύο ακίνητα κατ’ είδος (αγροτεμάχιο και αστικό ακίνητο), κατά θέση και επιφάνεια αυτών, προσδιορίζει την αντικειμενική τους αξία (όπως άλλωστε απαιτεί η διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 Ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε από τον Ν. 4161/2013 και ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο) και δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι λόγω της χαμηλής αγοραστικής αξιας αυτών (άλλωστε είναι ενδεικτικό τούτου το μηνιαίο μίσθωμα του αγροτεμαχίου στο ποσό των 66,66 ευρώ) και αφού ληφθούν συγχρόνως υπόψη τα έξοδα της εκτελεστικής διαδικασίας, τυχόν ρευστοποίηση των ανωτέρω ακινήτων δεν θα επαρκούσε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Με την επαρκή ως άνω αιτιολογία το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο εξαίρεσε από την ρευστοποίηση τα ως άνω δύο ακίνητα, που βρίσκονται στην περιοχή ... Θεσσαλονίκης. Επομένως, η προσβαλλόμενη έχει νόμιμη βάση και το σχετικό Β’ σκέλος του 3ου αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμο, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

[X] Κατόπιν όλων αυτών και επειδή δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 περ. Βδ’ ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.β Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ.6 εδ.β’ του Ν.3869/2010, κατά την οποία «δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται» και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.06.2019 (αρ.κατ. 85/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 2448/2019 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας).

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ