Supreme Court dismisses appeal on co-ownership co-ownership and evidence evaluation grounds.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding co-ownership of a property. The appellant argued that the lower court erred by considering unsubmitted facts and misinterpreted a letter, but the court found these arguments lacked legal basis. The court ruled that the lower court properly evaluated the evidence and that the appellant's claims did not meet the strict requirements for an appeal under Greek civil procedure law.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 787, 974, 980-984, 994, 1113 of the Civil Code; Article 559, paragraphs 8 and 20 of the Code of Civil Procedure: A co-owner holds the common property jointly and cannot oppose prescription until they become sole owner; an appeal ground for distortion of document content requires a diagnostic error in evidence assessment, not merely a disagreement with the court's evaluation of facts.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 824 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 824/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Καλπακίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-6-1997 και 15-11-2006 αγωγές αντίστοιχα των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7370/1998 μη οριστική, 9062/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 473/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-5-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 6-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984, 994 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα στο όνομα και των λοιπών συγκυρίων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την απόφασή του να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό ως κύριος (ΑΠ 696/2009, ΑΠ 1248/2004).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν προτάθηκαν παραδεκτώς.
Μη παραδεκτή δε πρόταση συνιστά και η επαναφορά στο Εφετείο ισχυρισμών, που δεν έγινε κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, κατά το οποίο, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζητήσεως που τους περιέχουν, με προσκόμιση των προτάσεων της προηγούμενης συζητήσεως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Επομένως η συρραφή και ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεων, που είχαν υποβληθεί στο πρωτόδικο δικαστήριο, στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, χωρίς ειδική μνεία στις τελευταίες των ισχυρισμών που επαναφέρονται σε σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρώτων, που τους περιέχουν, δε συνιστά νόμιμο τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών (Ολ ΑΠ 9/2000, ΑΠ 806/2009, ΑΠ 1917/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, δικάζοντας την έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του, που έχει ως βάση την έκτακτη χρησικτησία, παρά το νόμο δέχτηκε ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, τους οποίους ο τελευταίος δεν είχε προτείνει παραδεκτώς με τις από 28-11-2006 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι περιορίστηκε σε απλή συρραφή και ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεών του που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως, και δη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε ισχυρισμούς του εναγομένου σχετικά με την απόφαση του ενάγοντος να χρησιμοποιηθεί ο υπόγειος χώρος της οικοδομής ως επαγγελματική του στέγη, να διαμορφωθούν δύο καταστήματα στο ισόγειο για να λάβει από ένα κάθε διάδικος, να ανεγερθεί κατοικία στον πρώτο όροφο, για ανέγερση της οικοδομής με δικές του δαπάνες και σχετικά με τη συμπεριφορά του ως προς το επίδικο ακίνητο από το έτος 1972 μέχρι και το έτος 1996, οπότε για πρώτη φορά απεστάλη σ' αυτόν εξώδικη δήλωσή του, τη συναίνεση του εναγομένου στην ανέγερση της οικοδομής με αποκλειστικά δικές του δαπάνες υπό την προϋπόθεση ότι ο εναγόμενος θα διατηρούσε ακέραια τα δικαιώματά του στην ανεγερθείσα οικοδομή, ότι ο εναγόμενος ουδέποτε επέδειξε αδιαφορία για το επίδικο ακίνητο και ότι ουδέποτε ο εναγόμενος έλαβε γνώση της πρόθεσης του ενάγοντος να νέμεται το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό του.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και δη τις από 28-11-2006 προτάσεις του εναγομένου ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει μεν ότι ο εναγόμενος περιορίστηκε σε απλή συρραφή και ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεών του που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως, όμως οι ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου δεν συνιστούν παρά το νόμο λήψη υπόψη αυτοτελών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν νόμιμα, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν άρνηση της αγωγής, καθώς και επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Επειδή, περαιτέρω ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς του που νόμιμα πρότεινε και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του ότι ο εναγόμενος γνώριζε τις ενέργειές του για την ανέγερση οικοδομής στο επίδικο, ότι ο εναγόμενος είχε παραιτηθεί από το δικαίωμά του συγκυριότητας επ' αυτού και ότι ο εναγόμενος είχε αναγνωρίσει αυτόν ως αποκλειστικό κύριο του επίδικου ακινήτου.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το έτος 1972, και ενόσω ο εναγόμενος υπηρετούσε ακόμα στην αεροπορία, ο πατέρας των διαδίκων και ο ενάγων αποφάσισαν, προκειμένου να αξιοποιηθεί το ακίνητο, να ανεγείρουν σ' αυτό οικοδομή, έτσι ώστε, σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα τους που έγινε αποδεκτή και από τους δύο, να χρησιμοποιήσει τον υπόγειο χώρο της οικοδομής, που θα κατασκευαστεί, ο ενάγων, ως επαγγελματική στέγη (σιδηρουργείο), να διαμορφωθούν δύο καταστήματα στο ισόγειο, για να λάβει από ένα ο κάθε διάδικος, να ανεγερθεί κατοικία στον πρώτο όροφο, για να χρησιμεύσει ως οικογενειακή στέγη του ενάγοντος, ο οποίος είχε ήδη νυμφευθεί και δημιουργήσει οικογένεια, και να μοιραστούν και οι δύο τους μελλοντικούς ορόφους.
Πράγματι, δυνάμει της ... οικοδομικής αδείας, που εκδόθηκε με την φροντίδα και επ' ονόματι του ενάγοντος, αφού καθαιρέθηκε η παλαιά παράγκα, κτίστηκε στο οικόπεδο νέα οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο χώρο και πρώτο όροφο-οροφοδιαμέρισμα, με δαπάνες του ενάγοντος, με τη συνδρομή και του πατέρα τους.
Ο εναγόμενος δεν συμμετείχε στις δαπάνες ανέγερσης της οικοδομής, αφού ήταν στρατιώτης και αντικειμενικά δεν είχε καμία οικονομική δυνατότητα, συναίνεσε όμως στην ανέγερσή της, ως συγκύριος του οικοπέδου, διατηρώντας ακέραια τα δικαιώματά του σ' αυτό, χωρίς να αδιαφορήσει ή να παραιτηθεί του δικαιώματος συγκυριότητάς του.
Ειδικότερα, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος από την αρχή επέδειξε αδιαφορία για το ακίνητο και ότι δήλωσε πως παραιτείται των δικαιωμάτων του επ' αυτού, υπέρ του ενάγοντος και των τέκνων του. Ο ισχυρισμός αυτός διαψεύδεται, ιδίως από το προσκομιζόμενο και από τις δύο πλευρές από 16.12.1980 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο μάλιστα συντάχθηκε με επιμέλεια του ίδιου του ενάγοντος και φέρει την υπογραφή του.
Ειδικότερα, επειδή ακριβώς ο εναγόμενος, ο οποίος, σημειωτέον, είχε μετοικήσει στη ... από το έτος 1977 (αρχικά για σπουδές και στη συνέχεια για εργασία), οχλούσε συχνά τον ενάγοντα ζητώντας τη διανομή του ακινήτου τους, ο ενάγων επιμελήθηκε της σύνταξης ενός συμφωνητικού, το οποίο απέστειλε στον εναγόμενο η σύζυγος του ενάγοντος, σημειώνοντας στη σχετική από 18.12.1980 επιστολή ότι ο αδελφός του ήθελε να κάνει προσύμφωνο σε συμβολαιογράφο για τη διανομή, αλλά επειδή αυτό κόστιζε ακριβά, ανέθεσε σε δικηγόρο να συντάξει το εν λόγω από 16.12.1980 συμφωνητικό, που έπρεπε να υπογράψει και ο εναγόμενος, να κρατήσει ένα αντίγραφο και να αποστείλει το άλλο στον αδελφό του.
Στο κρίσιμο αυτό έγγραφο αναφέρεται ρητά, α) ότι οι διάδικοι είναι συγκύριοι και συννομείς του επίδικου ακίνητου - άρα δεν τίθεται ζήτημα αποκλειστικής νομής του ενάγοντος επ' αυτού -, β) ότι ο ενάγων ανήγειρε στο οικόπεδο με αποκλειστικά δικές του δαπάνες την οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο 80 τ.μ, , ισόγειο κατάστημα 60 τ.μ.
και Α' όροφο 60 τ.μ., τα οποία χρησιμοποιεί έκτοτε και τα εκμισθώνει "με τη συναίνεση του άλλου συμβαλλομένου Ψ" και γ) Τέλος ότι: "οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν ότι το υπάρχον κτίσμα θα παραμείνει στην ιδιοκτησία την αποκλειστική του Χ (ενάγοντος), αφού κτίστηκε με έξοδα και επιστασία του, οι δε δύο όροφοι, που θα κτισθούν στο υπάρχον κτίσμα, θα ανήκουν αποκλειστικά στον Ψ (εναγόμενο) αν βέβαια επιβαρυνθεί με ατομικά του έξοδα να τους κτίσει.
Η μελλοντική καθ' ύψος επέκταση πάνω από τους δύο ορόφους θα ανήκει κατ' ισομοιρίαν σε αμφότερους τους συμβαλλομένους" και ακόμα ότι, με βάση τους όρους του συμφωνητικού αυτού θα συνταχθεί συμβόλαιο διανομής "του κτίσματος και του οικοπέδου". Από το ανωτέρω, αναλυτικά παριτεθέμενο περιεχόμενο του εν λόγω "συμφωνητικού", συνάγεται σαφέστατα ότι ο εναγόμενος ουδέποτε παραιτήθηκε του δικαιώματος συγκυριότητάς του στο επίδικο, αλλά και ότι ουδέποτε έλαβε γνώση τυχόν πρόθεσης του ενάγοντος να το νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό του διότι, διαφορετικά, αν δηλαδή είχε παραιτηθεί ο εναγόμενος και ο ενάγων νεμόταν αποκλειστικά για τον εαυτό του, δεν θα είχε κανένα λόγο να συντάξει το εν λόγω συμφωνητικό (ο ενάγων) ή, εν πάση περιπτώσει, το περιεχόμενό του θα ήταν εντελώς διαφορετικό (δηλαδή ο ενάγων θα καλούσε τον εναγόμενο να του μεταβιβάσει και τυπικά το μερίδιό του, ή έστω, θα του γνωστοποιούσε την πρόθεσή του να νέμεται το ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό του, αντί να του δηλώνει ότι οι δύο μελλοντικοί όροφοι ανήκουν σ' εκείνον (τον εναγόμενο) και αντί να κάνει λόγο για διανομή του επικοίνου ακινήτου τους).
Έτσι ο ενάγων κατείχε και χρησιμοποιούσε το επίδικο ακίνητο, νεμόμενος όμως τούτο και για λογαριασμό του συγκυρίου αδελφού του, στον οποίο μάλιστα απέστειλε κατά καιρούς ορισμένα χρηματικά ποσά από τα δικαιούμενα ενοίκια. Πρέπει εδώ να σημειωθεί, ότι ο εναγόμενος δεν συμφώνησε με τον προτεινόμενο από τον ενάγοντα τρόπο διανομής του ακινήτου τους και δεν υπέγραψε το συμφωνητικό, ενημέρωσε δε τον ενάγοντα για την αντίθεσή του με την από 29.12.1980 επιστολή του, διατυπώνοντας συγχρόνως τη γνώμη του σε σχέση με τη διανομή.
Συγκεκριμένα, πρότεινε στον ενάγοντα να παραμείνει το υπόγειο και το ισόγειο κατάστημα στην συγκυριότητα και των δύο, ή να χωριστεί το ισόγειο σε δύο καταστήματα για να λάβουν ο καθένας από ένα και να μεταβιβάσει ο εναγόμενος το μερίδιό του στο υπόγειο προς τον υιό του ενάγοντος, και σε σχέση με τους ορόφους να λάβουν ο καθένας από έναν όροφο εναλλάξ, αφού τακτοποιήσουν τις οικονομικές εκκρεμότητες που αφορούν τις δαπάνες ανοικοδόμησης και την ωφέλεια του ενάγοντος από τη μέχρι τότε χρήση του όλου ακινήτου, υπολογιζόμενων και των ποσών που είχε ήδη λάβει ο εναγόμενος έναντι των μισθωμάτων - τα οποία μάλιστα κατέγραψε αναλυτικά στην επιστολή του-.
Ο ενάγων όμως δεν απάντησε ποτέ στην ως άνω επιστολή του εναγομένου, ούτε προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια σε σχέση με τη διανομή του επίκοινου ακινήτου ή τη σύσταση οροφοκτησίας επ' αυτού. Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, ενώ δηλαδή κατείχε όλη την υπάρχουσα οικοδομή ο ενάγων και τη νεμόταν και για λογαριασμό του συγκυρίου αδελφού του, αποστέλλοντας πάντα προς αυτόν διάφορα χρηματικά ποσά έναντι των μισθωμάτων, το έτος 1995, εκμεταλλευόμενος την απουσία του εναγομένου στη ..., χωρίς να τον ενημερώσει και χωρίς τη συγκατάθεσή του, αφού ζήτησε και έλαβε την υπ' αριθμ. ...
οικοδομική άδεια για την προσθήκη Β' και Γ' ορόφου στο υπάρχον κτίσμα, προέβη στην προσθήκη των δύο ορόφων. Ο εναγόμενος, μόλις πληροφορήθηκε στη ... (από τρίτους) τις ενέργειες του ενάγοντος, του τηλεφώνησε αμέσως και, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην από 2.12.1996 εκτενή επιστολή του προς τον ανηψιό του ... (υιό του ενάγοντος αδελφού του και πνευματικό τέκνο του εναγομένου), ο ενάγων, απαντώντας στις ερωτήσεις του, του απέκρυψε ότι έκτιζε νέους ορόφους, λέγοντας ότι επιδιορθώνει τη στέγη (πλάκα) που έσταζε, ενώ αργότερα, όταν προχώρησαν οι οικοδομικές εργασίες, διέδιδε στο συγγενικό περιβάλλον τους ότι κατασκευάζει τους δύο ορόφους κατ' εντολήν και για λογαριασμό του εναγομένου αδελφού του.
Πάντως, μόλις βεβαιώθηκε ο εναγόμενος ότι ο ενάγων οικοδομεί νέους ορόφους, διαμαρτυρήθηκε, κοινοποιώντας του την από 28.12.1995 εξώδικη διαμαρτυρία (βλ. 2187/4.1.1996 έκθεση επίδοσης) και, αφού δεν υπήρξε ανταπόκριση εκ μέρους του ενάγοντος, άσκησε στη συνέχεια κατ' αυτού την 4044/3.2.1997 αγωγή διανομής - κατόπιν της οποίας άσκησε ο ενάγων την ένδικη 26068/14.7.1997 αγωγή κυριότητας.
Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ουδέποτε έλαβε χώρα σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας στην επίδικη -τριώροφη πλέον- οικοδομή, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν απέκτησε ποτέ αποκλειστική κυριότητα επ' αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού ο εναγόμενος δεν παραιτήθηκε της συγκυριότητάς του και δεν έλαβε ποτέ γνώση ότι ο ενάγων τη νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό του - και δη για διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Ούτε, εξάλλου, απέκτησε ο ενάγων κυριότητα σ' οποιονδήποτε διαιρετό χώρο της οικοδομής (διαμέρισμα ή κατάστημα) με έκτακτη χρησικτησία, διότι, πριν από τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε όροφο ή διαμέρισμα ορόφου οικοδομής, σύμφωνα με τον κανόνα ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας συστατικού με χρησικτησία.
Επομένως, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς και τους απέρριψε και συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ( Ολ.
ΑΠ 1/1999, ΑΠ 194/2005). Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 2/2009, Α.Π 442/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου της από 28-12-1995 εξώδικης επιστολής του εναγομένου προς τον ενάγοντα, στην οποία κατά κύριο λόγο το Εφετείο στήριξε την κρίση του ότι ο εναγόμενος ουδέποτε παραιτήθηκε του δικαιώματός του συγκυριότητας επί του επίδικου ακινήτου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου ότι <<ο ενάγων δεν απέκτησε ποτέ αποκλειστική κυριότητα στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, διότι ο εναγόμενος δεν παραιτήθηκε της συγκυριότητάς του και δεν έλαβε ποτέ γνώση ότι ο ενάγων το νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό του>>, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου, ενώ επίσης δεν προκύπτει από αυτήν την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, στο οποίο κατέληξε ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων αποδεικτικών στοιχείων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-5-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 473/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ