Legislator Giurisprudenza & Legislazione
821/2007 Generato dall'IA

Supreme Court partially allows appeal against expropriation compensation, remanding specific valuation issues for retrial.

Numero d'incarto 821/2007
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the final determination of compensation for forced expropriation. The Court found the lower court erred in applying the critical date for valuation, which included land areas designated for third-party compensation, whereas it should have been the date of the new hearing. Consequently, the specific valuation issue was remanded for retrial by a newly constituted panel, while the State was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(1)(a) and 17(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must allow an appeal if the lower court applied the wrong critical date for determining compensation value, necessitating a retrial to correct the factual error regarding the valuation timeline.

Parole chiave

Generato dall'IA
forced expropriation compensation valuation critical date error remand for retrial legal costs award Supreme Court appeal third party compensation

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 17(2) of the Code of Civil Procedure
Article 18(4)(c) of Law 3693/1957
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 821 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 821/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. ..... και 2. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό της Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Σεπτεμβρίου 1999 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2843/2000, 3716/2001 μη οριστικές και 8299/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 20 Μαΐου 2002 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1294/2003 απόφαση του Τμήματος τούτου, η οποία παρέπεμψε το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος του πρώτου λόγου της ως άνω αίτησης αναίρεσης στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, η οποία στη συνέχεια εξέδωσε την 10/2004 απόφαση, με την οποία αναίρεσε τις ως άνω εφετειακές αποφάσεις (8299/2001 και 2843/2000 του Εφετείου Αθηνών) και ανάπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τμήμα τούτο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 502/2005 απόφασή του, η οποία αναίρεσε κατά ένα μέρος τις ως άνω εφετειακές αποφάσεις και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της στο Εφετείο Αθηνών. Κατόπιν εκδόθηκε η 6709/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23 Νοεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου ανέγνωσε την από 29 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α΄ του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία που είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριούμενου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1.1.2002, όπου επιπλέον χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα...".

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων διαφορών ή προστίμων".

Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".

Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικώτερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι σε απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής και όχι κατά το χρόνο της προγενέστερης συζήτησης της ίδιας αίτησης, κατά την οποία, με βάση τα τότε ισχύοντα στη νομολογία, απορρίφθηκε ως απαράδεκτο το αίτημα της μη ωφέλειας του ιδιοκτήτη παρόδιου ακινήτου.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, αφού επιλήφθηκε κατόπιν της υπ' αριθ. 10/2004 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που ανήρεσε την προεκδοθείσα, επί αντιθέτων αιτήσεων καθορισμού οριστικής αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, υπ' αριθ. 2843/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα των αιτουσών και ήδη αναιρεσειουσών, με το οποίο ζητούσαν να αναγνωριστούν ότι δεν ήταν ωφελούμενες παρόδιες ιδιοκτήτριες από την απαλλοτρίωση της με αριθ.

Κ.Π. 158 ιδιοκτησίας τους και συνεπώς δεν υποχρεούνταν σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών για εδαφικό τμήμα εμβαδού 11.50 μ2 ούτε σε αυτοαποζημίωση για εδαφικό τμήμα εμβαδού 35,50 μ2, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής "στη συγκεκριμένη περίπτωση η ιδιοκτησία των αιτουσών δεν υφίσταται καμιά ωφέλεια από τη διαπλάτυνση της οδού ....

και κατά συνέπεια το σχετικό αίτημα τούτων είναι βάσιμο...... Πρέπει λοιπόν να αναγνωρισθεί ότι δεν υποχρεούνται αυτές σε αυτοαποζημίωση ή σε αποζημίωση τρίτων, η οριστική δε τιμή μονάδας αποζημιώσεως που καθορίσθηκε για τα ρυμοτομούμενα τμήματα της ιδιοκτησίας τους με την 2843/2000 απόφαση του δικαστηρίου τούτου καταλαμβάνει και τις εκτάσεις για τις οποίες στους κτηματολογικούς πίνακες ορίζεται υποχρέωση της πιο πάνω ιδιοκτησίας για αυτοαποζημίωση ή αποζημίωση τρίτων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία, τις προεκτεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διότι ενώ με την 2843/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθορίστηκε, με κρίσιμο χρόνο την 20-11-1998, σε 85.000 δραχμές το τ.μ. η οριστική αποζημίωση των ρυμοτομούμενων εδαφικών εκτάσεων της ιδιοκτησίας των αναιρεσειουσών με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις 27-7-2005, κρίθηκε ότι η ως άνω οριστική τιμή αποζημίωσης καταλαμβάνει και τις εκτάσεις για τις οποίες στους κτηματολογικούς πίνακες ορίζεται υποχρέωση της ιδιοκτησίας τους για αυτοαποζημίωση ή αποζημίωση τρίτων δηλαδή έλαβε ως κρίσιμο χρόνο και πάλι την 20-11-1998 και όχι αυτόν της νέας συζήτησης της ίδιας αίτησης (17.5.2005), σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

ΙΙ. Επειδή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε σχετικά με το ζήτημα της δικαστικής δαπάνης και το ύψος αυτής τα ακόλουθα "Τέλος το καθ'ού η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των αιτουσών γιατί χάνει τη δίκη (άρθρο 176 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Η δαπάνη ωστόσο αυτή θα καθορισθεί μειωμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 ν. 3693/1957, που έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, παρά την ισχύ της διάταξης του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' Κ.Α.Α.Α., αφού κατά το αληθές της περιεχόμενο η τελευταία εφαρμόζεται μόνο στις δίκες για τον προσωρινό ή οριστικό καθορισμό και την αναγνώριση των δικαιούχων αποζημιώσεως απαλλοτριούμενων ακινήτων, ώστε να μη φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση τούτων".

Με βάση τις παραδοχές αυτές καταδίκασε το καθ'ου και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αιτουσών και ήδη αναιρεσειουσών την οποία όρισε στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ του Κ.Α.Α.Α.

και διέλαβε στην απόφασή του πλήρη αιτιολογία ως προς τα ζητήματα της μη εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση της προαναφερόμενης διάταξης και του ύψους της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στο Εφετείο οι εκ των αριθμών 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 4 εδ.

γ' του Κ.Α.Α.Α., 6 παρ. 1 του ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και έλλειψη αιτιολογίας αντίστοιχα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης που καθορίστηκε, με κρίσιμο χρόνο την 20.11.1998, για τα ρυμοτομούμενα τμήματα της ιδιοκτησίας των αναιρεσειουσών, με την 2843/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατέλαβε και τις εδαφικές εκτάσεις τους, για τις οποίες στους κτηματολογικούς πίνακες οριζόταν υποχρέωση της ιδιοκτησίας τους για αποζημίωση τρίτων και αυτοαποζημίωση, αν και για τις τελευταίες η οριστική αποζημίωση θα έπρεπε να καθοριστεί με κρίσιμο χρόνο αυτόν της νέας συζήτησης την 17.5.2005 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6709/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ