Legislator Giurisprudenza & Legislazione
815/2024 Generato dall'IA

Supreme Court allows appeal against inadmissibility ruling for debt restructuring request lacking debt date.

Numero d'incarto 815/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of her debt restructuring request. The appellant argued the First Instance Court erred in rejecting her claim because she did not specify the exact date of the debt in her application. The court held that the absence of a specific debt date does not render the request inadmissible under the relevant law. Consequently, the appeal was accepted, the original dismissal was revoked, and the case was remitted to the First Instance Court for further examination.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; The failure to specify the date of the debt in a request for debt restructuring does not constitute a ground for inadmissibility, provided the request itself is otherwise valid and clear.

Parole chiave

Generato dall'IA
debt restructuring request inadmissibility ground Code of Civil Procedure specific debt date remittal for retrial dilazione di pagamento soddisfacimento del credito mutamento delle condizioni finanziarie

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 560, paragraph 1, letter a of the Code of Civil Procedure
Article 560, paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 1, Article 3, paragraph 2 and 4 of Law 4335/2015
Article 8, paragraph 6, letter b of Law 3869/2010

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 815 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 815/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Π. Κ., το γένος Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κονομόδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CREDICOM CONSUMER FINANCE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) εταιρείας με την επωνυμία "NPA SERVICING ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕΔΑΔΠ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υποχρέου διαδίκου και ως εντολοδόχου, ειδικής πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εδρεύουσας στη Λευκωσία Κύπρου και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρίας με την επωνυμία "TAMZO HOLDINGS LTD", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Vivabank Μονοπρόσωπη ΑΤΕ" (πρώην "PRAXIA BANK Μονοπρόσωπη ΑΤΕ"), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 5η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αφροδίτη Πετροπούλου, ενώ οι 2η, 3η, 4η και 6η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 497/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 144/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-9-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1η και 5η των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάδων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 5-9-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ.120/2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 144/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εφεσίβλητων και ήδη δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών με την επωνυμία "CREDICOM CONSUMER FINANCE", "ATTICA BANK ΑΕ" και "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", αντίστοιχα.

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 548/2023, ΑΠ 1231/2023, ΑΠ 811/2023).

Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του (μοναδικού) λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από την αναιρεσείουσα, με αριθ. 1068ΣΤ/17-10-2022, 1061ΣΤ/14-10-2022, 1070ΣΤ/17-10-2022 και 1181ΣΤ/31-10-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Κ.

Δ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 5-9-2022, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "CREDICOM CONSUMER FINANCE", στη τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ATTICA BANK ΑΕ", στη τέταρτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" και στην έκτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΝ ΠΙ ΣΕΡΒΙΣΙΝΓΚ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΝΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", αντίστοιχα.

Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, την από 24-12-2015 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 504/30-12-2015) αίτηση κατά των ήδη πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών, με την οποία ισχυρίστηκε ότι είναι ηλικίας 39 ετών, έγγαμη χωρίς τέκνα, η ίδια είναι από 30-5-2012 άνεργη, χωρίς να λαμβάνει επίδομα ανεργίας, ο σύζυγός της είναι ελεύθερος επαγγελματίας (χημικός επιθεωρητής και σύμβουλος συστημάτων ISO) και εξωτερικός συνεργάτης της εταιρίας ...

το οικογενειακό τους εισόδημα κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ανέρχεται στο ποσό των 2.150 ευρώ και τα έξοδα για κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών ανέρχονται στο ποσό των 1.850 ευρώ. Επικαλούμενη δε έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τις πιστώτριες, που αναλυτικά αναφέρονται για κάθε μια, ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτή σχέδιο διευθέτησης, διαφορετικά να απαλλαγεί των χρεών της προς αυτές, αφού ληφθεί υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση, με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της κατά τον προτεινόμενο από αυτή τρόπο.

Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. 497/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, με την οποία κρίθηκε αυτή ως ορισμένη, αφού πέραν των στοιχείων που αναφέρονται στη προσωπική και οικογενειακή της κατάσταση, καθώς και στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τις πιστώτριες, περιέχονται σε αυτήν κατ' άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και α) η κατάσταση της περιουσίας της και τα πάσης φύσεως εισοδήματα αυτής και του συζύγου του, β) η κατάσταση των πιστωτριών της και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, γ) το σχέδιο διευθέτησης οφειλών και δ) αίτημα ρύθμισης αυτών με σκοπό τη προβλεπόμενη από το νόμο απαλλαγή της και δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, ρύθμισε τα χρέη της, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση τη κύρια κατοικία της και επέβαλε τη καταβολή των μηνιαίων δόσεων, που καθόρισε προς διάσωση της κύριας κατοικίας.

Ακολούθως, η πρώτη καθής η αίτηση και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, άσκησε, κατά της ως άνω απόφασης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, την, από 15-11-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 157/2019), έφεση, με την οποία, επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1 και 9 του ν. 3869/2020 και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την απόρριψη της αίτησης.

Επί της έφεσης, η οποία συνεκδικάστηκε με την από 23-2-2022 κύρια παρέμβαση που άσκησε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις, η τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΝ ΠΙ ΣΕΡΒΙΣΙΝΓΚ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΝΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΝΡΑ SERVICING ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε.Δ.Α.Π.", εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη τη κύρια παρέμβαση λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο, δικάστηκε εκ νέου η ως άνω, από 24-12-2015, αίτηση και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.

Στη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, που περιέχει ειδική ρύθμιση για τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στο πλαίσιο αυτού του νόμου, ορίζεται ότι "Οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ". Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου.

Σε αντίθετη περίπτωση, η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας, με βάση τον οποίο ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβάλλεται. Εξάλλου, το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1231/2023, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 75/2016).

Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει το προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με το παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1231/2023, ΑΠ 224/2023).

Προκειμένου δε περί αοριστίας της αγωγής, ελέγχεται, στο πλαίσιο του συγκεκριμένου λόγου, μόνο η "νομική αοριστία", δηλαδή εκείνη, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει στη περίπτωση που το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη κρίση του, αξίωσε περισσότερα ή αντίθετα αρκέστηκε σε ολιγότερα των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 18/1998, ΑΠ 1231/2023, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 635/2019, ΑΠ 213/2018, ΑΠ 220/2012).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' και παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως η παρ. 2 ισχύει μετά την αντικατάστασή της με τη παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαραγρ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α94/14-8-2015) και εφαρμόζεται στη παρούσα περίπτωση, "1. Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. .....

Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. α' και εδ. β' του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τη παρ. 3 του άρθρου 1 της υποπαραγρ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α94/14-8-2015) και εφαρμόζεται στη παρούσα περίπτωση, "Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου, συνοδευόμενη από τα έγγραφα της παρ. 2 του παρόντος άρθρου.

Η αίτηση του οφειλέτη πρέπει να αναφέρει: α) τη περιουσιακή κατάσταση του ιδίου και του συζύγου και τα πάσης φύσεως εισοδήματά τους, β) τους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, αναλυόμενες σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 4 και παρ. 4α του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, γ) τυχόν μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί ακινήτων, στις οποίες ο οφειλέτης προέβη τη τελευταία τριετία πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, δ) τυχόν αίτημα για διαγραφή των χρεών του κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 του παρόντος νόμου ή σχέδιο για τη διευθέτηση των οφειλών του, που λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τα συμφέροντα των πιστωτών, τη περιουσία, τα εισοδήματα και τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και της οικογενείας του και τη προστασία της κύρια κατοικίας του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη παρ. 2 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου".

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι για το ορισμένο της αίτησης ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου ο αιτών - οφειλέτης πρέπει να εκθέτει σε αυτή ότι, είναι φυσικό πρόσωπο στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, έχει ληξιπρόθεσμα χρέη προς τρίτους, τα οποία υπάγονται στις ρυθμίσεις του νόμου, περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής αυτών των χρεών, απέτυχε η προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού με τους πιστωτές του και δεν έχει υπάρξει άλλη απαλλαγή από τα χρέη του στο παρελθόν με βάση το νόμο.

Επιπλέον, πρέπει να εκθέτει ποιοι είναι οι πιστωτές του, με πλήρη στοιχεία, ποιες είναι οι απαιτήσεις τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, να περιγράφει την οικογενειακή του κατάσταση (έγγαμος, άγαμος, διαζευγμένος, εάν έχει προστατευόμενα μέλη, τα οποία υποχρεούται εκ του νόμου να διατρέφει), τα εισοδήματα του ίδιου και του συζύγου του και τα περιουσιακά στοιχεία του.

Τέλος, πρέπει να περιλάβει στην αίτησή του σαφές και ορισμένο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του, που να περιέχει ρύθμιση για όλους τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους, αίτημα δικαστικής ρύθμισης των οφειλών του, επί αποτυχίας δικαστικού συμβιβασμού και διάσωσης - εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του.

Εκτός των ανωτέρω, κανένα άλλο στοιχείο δεν απαιτείται για τη πληρότητα και το ορισμένο της αίτησης. Δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της αίτησης η εξέλιξη της εισοδηματικής κατάστασης του αιτούντος από το χρόνο λήψης των δανείων και μέχρι τη κατάθεση της υπό κρίση αίτησης δηλ. δεν απαιτείται να εκτίθενται οι μεταβολές που επήλθαν κατά το χρόνο μετά την ανάληψη του χρέους, ούτε απαιτείται η αναφορά των εισοδημάτων του (αιτούντος) οφειλέτη κατά το χρόνο ανάληψης των εισαγόμενων προς ρύθμιση χρεών του, τα οποία, άλλωστε, ο οφειλέτης καθιστά γνωστά στους πιστωτές, προσκομίζοντας δημόσια έγγραφα, προς απόδειξή τους, κατά το χρόνο σύναψης των δανειακών συμβάσεων, οπότε είναι προαπαιτούμενος ο έλεγχος της πιστοληπτικής του ικανότητας.

Επιπρόσθετα, δεν είναι απαραίτητο να εκτίθεται ούτε ο τρόπος με τον οποίο περιήλθε ο αιτών σε μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης των χρεών του, αρκεί η επίκληση της μονιμότητας της αδυναμίας πληρωμής τους, ούτε ο ακριβής χρόνος ανάληψης των προς ρύθμιση οφειλών, καθώς αρκεί η αναφορά ότι τα δάνεια ελήφθησαν σε χρόνο προγενέστερο του έτους από τη κατάθεση της αίτησης, ούτε απαιτείται να παρατίθενται στην αίτηση τα ποσά των δανείων, που ο αιτών έλαβε από τις πιστώτριες τράπεζες, κατά τον αντίστοιχο χρόνο χορήγησής τους, ούτε οι δόσεις των δανείων.

Η συνδρομή ή μη των ανωτέρω είναι ζήτημα απόδειξης, του οφειλέτη φέροντος το σχετικό βάρος να αποδείξει ότι, κατά το κρίσιμο χρόνο, η σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του είναι αρνητική. Τα στοιχεία αυτά δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αίτηση για ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, αλλά, όντας κρίσιμα για τον προσδιορισμό της οικονομικής κατάστασης του αιτούντος, μπορούν να προκύψουν και από τις αποδείξεις και η παράλειψη αναφοράς τους στην αίτηση δεν προκαλεί το απαράδεκτο αυτής, λόγω αοριστίας (ΑΠ 1231/2023, ΑΠ 334/2020, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 635/2019, ΑΠ 213/2018).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το ερευνώμενο κρίσιμο ζήτημα της υπαγωγής της αναιρεσείουσας στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ερευνώντας τη νομική βασιμότητα της ένδικης αίτησης, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: ''.........

με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση εφέσεως, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του ν. 3869/2010 και πιο συγκεκριμένα τα άρθρα 1 και 4 αυτού, με το να δεχθεί την αίτηση της αιτούσας ως επαρκώς ορισμένη, παρά το γεγονός ότι σε αυτή δεν προσδιοριζόταν η εισοδηματική και περιουσιακή κατάσταση της αιτούσας κατά τη χρονική περίοδο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων, καθώς και η ενδεχόμενη μεταβολή των εισοδημάτων αυτής σε σχέση με τη στιγμή ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων και κατάθεσης της ένδικης αίτησης.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αίτησης, κατά τη κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, αυτή τυγχάνει απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι η αιτούσα δεν εκθέτει σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια την εξέλιξη της εισοδηματικής και της εν γένει περιουσιακής καταστάσεώς της από το χρόνο αναλήψεως των χρεών και μέχρι τη κατάθεση της κρινόμενης αιτήσεώς της προς ρύθμιση των χρεών της.

Ειδικότερα, δεν αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ποια ήταν η εισοδηματική και η εν γένει περιουσιακή κατάστασή της κατά το χρόνο αναλήψεως των χρεών και πως αυτή εξελίχθηκε μέχρι τη κατάθεση της κρινόμενης αιτήσεώς της, τα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή των οικονομικών και εισοδηματικών δεδομένων της, που μεταβλήθηκαν, ώστε να κριθεί και το ενδεχόμενο περιέλευσής της σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, από δόλο.

Η εκ μέρους της αιτούσας γενικόλογη έκθεση γεγονότων, απέχει πολύ από την ορισμένη και σαφή παράθεση της πραγματικής, αιφνίδιας και απρόβλεπτης αιτίας μεταβολής της οικονομικής κατάστασης ή την ορισμένη περιγραφή κάποιου ιδιαίτερου αναπάντεχου γεγονότος (χρόνια ανεργία, δραματική μείωση των αποδοχών της, σοβαρή ασθένεια που να την καθιστά ανίκανη για εργασία κλπ), το οποίο να την έχει περιαγάγει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής.

Η κατάσταση των εισοδημάτων και της περιουσίας της, καθώς και η εισοδηματική κατάσταση της αιτούσας, αποτελεί μέρος του ελάχιστου περιεχομένου, που πρέπει να έχει η αίτηση του άρθρ. 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, ενόψει και του άρθρ. 216 ΚΠολΔ, η δε αναφορά των στοιχείων αυτών, καθώς και του ύψους του μηνιαίου εισοδήματος στη πορεία ετών, είναι απαραίτητη, ώστε να εκτιμηθεί α) η κατάσταση των εισοδημάτων και της περιουσίας της αιτούσας και β) ο ισχυρισμός της περί μόνιμης αδυναμίας πληρωμής.

Προσέτι, είναι απολύτως απαραίτητες οι ανωτέρω πληροφορίες προκειμένου το Δικαστήριο να σχηματίσει δικανική πεποίθηση περί του καταχρηστικού ή μη της περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση, κατά τους ισχυρισμούς της, μόνιμης αδυναμίας πληρωμής. Η πλημμέλεια, συνεπώς, αυτή καθιστά αδύνατη τη κρίση περί του εάν η περιέλευση στη σημερινή κατάσταση οφείλεται σε δολιότητα της αιτούσας, κάτι που, εάν συμβαίνει, έχει ως αποτέλεσμα τη θέση της αίτησης εκτός πεδίου εφαρμογής του νόμου (άρθρ. 1 του Ν. 3869/2010).

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός λόγος της υπό κρίση εφέσεως. Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή της υπό κρίση έφεσης της εκκαλούσας ως και κατ' ουσία βάσιμης, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Αφού, δε κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο και εξεταστεί το παραδεκτό και νόμιμο της υπό κρίση αίτησης, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας......''.

Έτσι όμως που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, αξιώνοντας για τη νομική θεμελίωση της ένδικης αίτησης της αναιρεσείουσας περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί προς τούτο ο νόμος, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, αφού, ενόψει του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου αυτού και εκείνων του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, που προαναφέρθηκαν για το ορισμένο της αίτησης υπαγωγής του οφειλέτη στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 δεν απαιτείται να αναφέρονται στο δικόγραφό της τα παραπάνω στοιχεία, ούτε αυτά συνιστούν προαπαιτούμενα της δικαστικής διάγνωσης ως προς την εφαρμογή ή όχι του συστήματος του συγκεκριμένου νόμου (άρθρο 1 του ν. 3869/2010), και άρα δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στην ως άνω αίτηση της αναιρεσείουσας.

Για το ορισμένο της αίτησης υπαγωγής του οφειλέτη στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, αναφέρονται σε αυτή, σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη προαναφέρθηκαν, όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία, δηλαδή 1) η οικογενειακή κατάσταση και η κατάσταση της περιουσίας της αιτούσας και των εισοδημάτων της, 2) η κατάσταση των πιστωτών και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 3) σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της και 4) οι δαπάνες διαβίωσής της, δεν αποτελεί δε στοιχείο του ορισμένου της αίτησης η αναφορά της εξέλιξης της εισοδηματικής και της εν γένει περιουσιακής κατάστασής της από το χρόνο ανάληψης των χρεών και μέχρι τη κατάθεση της κρινόμενης αίτησής της, ενώ από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι δεν απαιτείται για το ορισμένο της αίτησης να αναφέρεται και ο χρόνος ανάληψης των εισαγόμενων προς ρύθμιση χρεών, καθόσον από τη διατύπωση αυτών δεν προκύπτει ότι ο χρόνος ανάληψης του χρέους αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της αίτησης του οφειλέτη άρα, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται στην αίτηση.

Επομένως, ο προαναφερόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 560 παρ. 1α' του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο ίδιος, ερειδόμενος στον αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αίτηση απορρίφθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, αντίστοιχος με αυτόν του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, ιδρύεται αν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλο τυπικό λόγο, οπότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 44/1990, ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 10/2022, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 76/2019, ΑΠ 438/2019). Συνακόλουθα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της.

Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά τη παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που αυτή κατέθεσε στο Δημόσιο Ταμείο.

Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 1513/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθ. 144/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ