Legislator Giurisprudenza & Legislazione
811/2023 Generato dall'IA

Supreme Court allows appeal against civil costs ruling in voluntary jurisdiction cases under specific law.

Numero d'incarto 811/2023
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal regarding the imposition of court costs in a voluntary jurisdiction case. The appellant argued that the lower court violated Article 8(6) of Law 3869/2010, which prohibits awarding court costs in such proceedings. The court agreed, noting that while the general rule allows cost awards, the specific provision in Law 3869/2010 prevails and bars such costs. Consequently, the appeal was accepted on this point, and the case was remitted for further trial.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 8(6) of Law 3869/2010; In voluntary jurisdiction proceedings, the specific provision prohibiting the award of court costs prevails over the general rule allowing such awards.

Parole chiave

Generato dall'IA
voluntary jurisdiction court costs legal costs Law 3869/2010 appeal admissibility procedural time limits remittal for trial rateizzazione del debito

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 8(6) of Law 3869/2010
Art. 74 of Law 4690/2020
Art. 560(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 746 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 811 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 811/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Ζ. του Μ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. ΑΕ", που εδρεύει στην .. και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. «Ε. και δ.τ. «E.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. «Α. (πρώην «Τ. E. E. E. Α."), 4) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Τ. Ε. Α.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή - ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "P. Ε. Ε. Ε. Α. Ε., Ε. Ε. Π. Ι. και δ.τ. «P. Ε. Ε. Ε. Α.", που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γιασλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, ενώ οι 2η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2013 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 148/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-11-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1η και 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020(A` 104) ορίζεται ότι "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), δηλ.

η 6-4-2021" (ΑΠ 987/2022).

Με την υπό κρίση, από 20-11-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ../5-4-2021, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 148/2018 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των: 1.

δεύτερης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", 2. τρίτης ων εφεσιβλήτων και ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τ. E. E. ΑΕ", 3. τέταρτης των εφεσιβλήτων και ήδη τέταρτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Α.

Τ. της Ε. Α.", η οποία τελεί υπό ειδική εκκαθάριση και 4. πέμπτης των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Α. Τ. Α.", οι οποίες σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στη δικάσιμο της 2-6-2017 ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου 'Άρτας, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 2-2-2018, η δε συζήτηση της υπόθεσης έγινε με επίσπευση του εκκαλούντος "Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων" και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρισε σαν να ήταν και αυτές (απολειπόμενες) παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Επομένως, ως προς τις ανωτέρω ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες (εφόσον αυτές είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, η δε συζήτηση της υπόθεσης έγινε με επίσπευση του εκκαλούντος), η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 508/2020).

Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην ως άνω μείζονα σκέψη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της, στις 5-4-2021, στη Γραμματεία του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), δεδομένου ότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της και από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθ. 148/2018 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (23-11-2018) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε 23-11-2020, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.

α' του ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ. α' του ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, στις 5-4-2021. Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από το αναιρεσείον, με αριθμ.

…εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών…., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 20-11-2020, αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην δεύτερη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών.

Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και δεν έχουν καταθέσει δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη (Β.

Ζ. ), άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άρτας, την, από 21-3-2013 (αριθμ. κατάθ. ..2013), αίτηση κατά του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" και χάριν συντόμευσης ΤΠΔ, καθώς και κατά των δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών, με την οποία επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών της, εκ των οποίων αυτή προς το αναιρεσείον ΤΠΔ ανέρχεται στο ποσό των 14.397,50 ευρώ και προέρχεται από σύμβαση δανείου, ζήτησε τη ρύθμιση και του χρέους της αυτού, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης το οποίο αυτή πρότεινε, άλλως τη δικαστική ρύθμιση αυτού, σύμφωνα με τις ευεργετικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, αφού ληφθεί υπόψη η περιουσιακή και η οικογενειακή της κατάσταση, καθώς επίσης την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της μοναδικής κύριας κατοικίας της, προκειμένου να απαλλαγεί από τις οφειλές της προς τις πιστώτριες.

Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθμ. 144/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Άρτας, η οποία δέχτηκε εν μέρει την αίτηση και ρύθμισε δικαστικά, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3869/2010, το χρέος της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και προς το αναιρεσείον ΤΠΔ, υποχρεώνοντας αυτή να καταβάλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα πέντε ετών το ποσό των 17,78 ευρώ, ενώ εξαίρεσε από την ρευστοποίηση την κύρια κατοικία της (αιτούσας).

Ακολούθως, το ηττηθέν αναιρεσείον ΤΠΔ άσκησε κατά της ως άνω απόφασης, την από 2-12-2016 (αριθμ. κατάθ. ../2016) έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης, προκειμένου να απορριφθεί η αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης-οφειλέτιδος. Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε αυτή κατ' ουσία.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α` και β` και 2 περ. α` του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη

υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι, φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή τους.

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών και για να απαλλαγεί από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται, σε δόλο του.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ` άρθρ. 323 και 340 του ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 1173/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1162/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 640/2020, ΑΠ 1379/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2020 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση(Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2021).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 90/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον, παραθέτοντας τις συνοπτικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην απόφαση αυτή την αιτίαση ότι, σχετικά με την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για το ότι η πρώτη εκκαλούσα ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τις πιστώτριες και το εκκαλούν-αναιρεσείον ΤΠΔ, δεν αναφέρονται οι βασικές, τουλάχιστον, βιοτικές ανάγκες της ιδίας και του προστατευόμενου μέλους της οικογενείας της (συνοικούσα μητέρα της) και, έτσι, παραβιάστηκε η διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο χρόνο συνομολόγησης των δανείων της, ούτε στο ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεών της για την εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων.

Ειδικότερα, το πιο πάνω δικαστήριο δέχθηκε, ως προς το ζήτημα αυτό, τα εξής, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται: ''... από την επισκόπηση της εκκαλουμένης προκύπτει ότι το εισόδημα της αιτούσας ανέρχεται σε 1080 € μηνιαίως, οι οφειλές της ανέρχονται σε ποσό 121.458,65 €, από τα οποία μόνον 43.828,72 € αφορούν απαίτηση από στεγαστικό δάνειο, ενώ οι υπόλοιπες οφειλές αφορούν καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, τα προϊόντα δε αυτά έχουν πολύ υψηλά επιτόκια και η αποπληρωμή τους, προκειμένου να είναι κανείς ενήμερος, πρέπει να γίνεται σε σύντομο χρόνο, και άρα η μηνιαία δόση τους είναι πολύ υψηλή.

Εκ τούτων παρέπεται ότι είναι αυταπόδεικτη η αδυναμία της αιτούσας να ανταπεξέλθει στην εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών της, δεδομένου ότι μόνον οι οφειλές από πιστωτικές κάρτες (οφειλές δηλαδή για τις οποίες δεν προβλέπονται τοκοχρεωλυτικές δόσεις) ανέρχονται σε ποσό που υπερβαίνει τις 30.000 € (30.511,36) οι δε οφειλές από καταναλωτικά δάνεια σε ποσό 47.118,57 €.

Συνεπώς, η εκκαλουμένη που έκρινε ότι η αιτούσα κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης και συζήτησης αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης των δανειακών της υποχρεώσεων, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 2-12-2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 144/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Άρτας, που είχε κρίνει ομοίως.

Κρίνοντας, όμως, έτσι, το εν λόγω δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται μεν τα μηνιαία εισοδήματα της πρώτης αναιρεσίβλητης (1080 ευρώ), όχι όμως και οι βασικές, τουλάχιστον, βιοτικές ανάγκες της ιδίας και της οικογένειάς της (συνοικούσας μητέρας της), προκειμένου να καταστεί δυνατός ο έλεγχος, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων της (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες της για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν η αναιρεσείουσα - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά της δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων της αιτούσας για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών της, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων της (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ιδίας και του ως άνω προστατευόμενου μέλους της οικογένειάς της, δηλ.

για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν η αναιρεσείουσα - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά της δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής.

Με άλλα λόγια, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ότι τα αναγραφόμενα καθαρά κατά μήνα εισοδήματα της πρώτης αναιρεσίβλητης, ανέρχονταν, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης στο ποσό των 1080 ευρώ (δεν αναφέρονται τα έτη του εν λόγω εισοδήματος, ούτε ο χρόνος λήψης των δανείων έστω και χρονικά σε έτος πριν την κατάθεση της ένδικης αίτησης), δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης-αιτούσας για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών της με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η κρίση του δικαστηρίου για το ότι αυτή έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών της.

Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ορίζει ότι ... δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται. Η ρύθμιση αυτή ως ειδικότερη επικρατεί των γενικών διατάξεων, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.

β' του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του ανωτέρω άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010 (ΑΠ 1051/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 περ.

α' του ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο με το να καταδικάσει το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, μετά την απόρριψη της έφεσής του ως ουσιαστικά αβάσιμης, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 του ν. 3869/2010, η οποία ως ειδική κατισχύει των γενικών διατάξεων και δεν προβλέπει την επιβολή δικαστικών εξόδων στην ένδικη ειδική διαδικασία, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, διότι τα περιστατικά που δέχθηκε δεν πληρούσαν το πραγματικό του ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο για το ζήτημα των δικαστικών εξόδων δέχθηκε τα εξής: "... τα δικαστικά έξοδα της πρώτης των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος κατ' αποδοχή του σχετικού αιτήματος που υπέβαλε η τελευταία με τις προτάσεις της, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό ...

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της πρώτης εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, σε βάρος του εκκαλούντος, τα οποία καθορίζει στο ποσό των διακοσίων εξήντα ευρώ (260,00) ..." Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 του ν. 3869/2010, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.

Επομένως και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το κεφάλαιο αυτής περί δικαστικών εξόδων. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων της.

Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Στη παρούσα απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.

β' του ν. 3869/ 2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 548/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμ. 148/2018 απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας).

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ