Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive mortgage law issues regarding debt conversion deadlines.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final decision. The appellant argued that the respondent failed to convert a security pledge into a mortgage within the statutory 90-day period, claiming the deadline started only upon the publication of the court's decision rather than the registrar's entry. The court rejected this, ruling that the deadline commenced upon the registrar's entry into the public records, which occurred before the 90-day limit expired. Consequently, the appeal was found baseless on both procedural and substantive grounds.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 576, 1005 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The deadline for converting a security pledge into a mortgage runs from the registrar's entry of the decision cancelling the auction, not from the publication of the decision in the case file.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 810 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 810/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Β. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Παπανικολάου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Β. συζύγου Α. Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/2/2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1578/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3727/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/8/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα Γ-4786/16-4-2019 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Α. Κ.Σ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την παρούσα δικάσιμο της 13-1-2020 με κλήση να παραστεί κατ' αυτήν, επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε όταν αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.
Πρέπει, συνεπώς, κατ' εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης, να προχωρήσει η έρευνα της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
ΙΙ. Με την κρινόμενη από 01-08-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 3727/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 01-06-2009 έφεση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ.1578/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και είχε απορρίψει την ανακοπή κατά της από 4-1-2007 επιταγής προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο του πρώτου απογράφου εκτελεστού της υπ' αριθμ.5856/2006 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επιτασσόταν αυτός να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 79.246,11 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά τη σαφή έννοια των άρθρων 1276, 1277, 1278 και 1279 Α.Κ, η προσημείωση χορηγεί δικαίωμα μόνο προτίμησης για την απόκτηση υποθήκης, υπό τη διπλή αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης και της τροπής αυτής σε υποθήκη, μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 1323 αριθμ. 2 του Α.Κ, ήτοι εντός 90 ημερών από την τελεσιδικία της απόφασης, που επιδικάζει την ασφαλιζόμενη απαίτηση.
Η πλήρωση της ως άνω αίρεσης ενεργεί αναδρομικώς, δηλαδή η υποθήκη λογίζεται εγγραφείσα από την ημέρα της προσημείωσης, η ρύθμιση δε αυτή δεν επηρεάζεται από την πτώχευση του οφειλέτη. Η απαίτηση που είναι ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, δεν εξομοιώνεται με ενυπόθηκη, αλλά χορηγεί δικαίωμα μόνο προτίμησης για την απόκτηση υποθήκης και, ταυτόχρονα, δικαίωμα τυχαίας κατάταξής της, σύμφωνα με το άρθρο 1007 § 1 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1005 παρ. 3 ΚΠολΔ, η καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή επιφέρει απόσβεση της υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης που βαρύνει το ακίνητο. Ο υπερθεματιστής μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος έχει δικαίωμα να ζητήσει την εξάλειψη των υποθηκών, προσημειώσεων και κατασχέσεων, που έχουν εγγραφεί στο ακίνητο.
Αν ο πλειστηριασμός ακυρωθεί, αναβιώνουν αυτοδικαίως οι υποθήκες και ο προσημειώσεις που εξαλείφθηκαν, ο δε υποθηκοφύλακας έχει υποχρέωση να κάνει σχετική σημείωση στα ειδικά βιβλία, όταν προσαχθεί σ' αυτόν αντίγραφο της ακυρωτικής απόφασης. Από τις διατάξεις του άνω άρθρου σαφώς προκύπτει: (α) ότι, εάν ακυρωθεί ο πλειστηριασμός με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία, ως διαπλαστική συνεπάγεται αναδρομική άρση, ως προς όλους, των εννόμων συνεπειών του πλειστηριασμού, αναβιώνουν οι υποθήκες ή οι προσημειώσεις υποθήκης, που είχαν αποσβεστεί και εξαλειφθεί, μετά την καταβολή από τον υπερθεματιστή του πλειστηριάσματος, για να περιέλθει σ' αυτόν το εκπλειστηριασμένο ακίνητο ελεύθερο από βάρη, εφόσον οι ασφαλιζόμενες με αυτά απαιτήσεις δεν έχουν ικανοποιηθεί από τη διανομή του πλειστηριάσματος και εξακολουθούν να υπάρχουν, στο σύνολό τους ή εν μέρει, ενώ δεν αναβιώνουν οι απαιτήσεις που έχουν ικανοποιηθεί πλήρως από τη διανομή του πλειστηριάσματος, ούτε οι αντίστοιχες υποθήκες και προσημειώσεις, οι οποίες αποσβήνονται με τις απαιτήσεις που ασφαλίζουν, (β) ότι η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άνω άρθρου ρύθμιση ισχύει όχι μόνο για τις υποθήκες ή τις προσημειώσεις υπέρ του δανειστή που επέσπευσε τον πλειστηριασμό, αλλά για όλες αδιακρίτως τις υποθήκες ή προσημειώσεις οποιουδήποτε δανειστή από οποιονδήποτε τίτλο, ανεξάρτητα από το αν ο πλειστηριασμός ενεργήθηκε με βάση τις κοινές διατάξεις του ΚΠολΔ ή τις διατάξεις του ν.δ.
της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" ή του ΚΕΔΕ και (γ) ότι, η άνω αναβίωση, επέρχεται μόνο από και με τη σημείωση από τον υποθηκοφύλακα στα σχετικά βιβλία υποθηκών της ακυρωτικής του πλειστηριασμού απόφασης, χωρίς την οποία οι δικαιούχοι των υποθηκών και προσημειώσεων δανειστές δεν δικαιούνται να επικαλεσθούν ή να ασκήσουν τις εξουσίες τους από τα δικαιώματα αυτά.
Τούτο είναι σύμφωνο και με την αρχή της δημοσιότητας, που διέπει το δίκαιο των υποθηκών και με την ασφάλεια των συναλλαγών (ΑΠ 397/2003).
ΙV. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι "αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...", συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, οι επικαλούμενες δε ελλείψεις της μείζονος προτάσεως και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση ( Α.Π. 903/2010).
V. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Γ.Κ. Β. & Σια ΟΕ", στην οποία μεταξύ άλλων ο εκκαλών Κ. Β. και ο αδελφός τους Γ. Β. μετείχαν ως ομόρρυθμοι εταίροι, είχε καταρτίσει με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος συμβάσεις πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό. Με αυτοτελή σύμβαση παροχής εγγύησης που καταρτίστηκε στην Αθήνα στις 05/10/1983 μεταξύ της εφεσίβλητης ως εγγυήτριας και της Εθνικής τράπεζας ως δανείστριας η εφεσίβλητη εγγυήθηκε προς την άνω τράπεζα ανεπιφύλακτα μέχρι του ποσού των 7.000.000 και 2.000.000 δραχμών την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική κατά κεφάλαιο, τόκους, έξοδα, προμήθειες, εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου των συμβάσεων παροχής πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο λογαριασμό) και των ταυτάριθμων μ' αυτή αυξητικών πράξεων πίστωσης. Η εφεσίβλητη εγγυήθηκε στις άνω συμβάσεις πίστωσης γιατί η θυγατέρα της Μ. Ν. είχε νυμφευθεί το 1986 με τον Γ. Β. με τον οποίο στη συνέχεια, μετά το 1989, διαζεύχθηκε. Ο εκκαλών αποχώρησε από την ομόρρυθμη εταιρία στις 25/11/1983.
Συνεπώς μέχρι τότε ευθυνόταν για τα χρέη της ομόρρυθμης εταιρίας έναντι της δανείστριας Εθνικής τράπεζας. Οι αλληλόχρεοι λογαριασμοί που τηρήθηκαν για τις συμβάσεις πίστωσης κλείστηκαν οριστικά από τη δανείστρια τράπεζα το 1985 και 1986 και κοινοποιήθηκε στην πρωτοφειλέτιδα και στην εφεσίβλητη ως εγγυήτρια το προκύψαν χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο η πρωτοφειλέτιδα εταιρία δεν πλήρωσε στη δανείστρια τράπεζα.
Κατόπιν αυτού η τελευταία εξέδωσε σε βάρος της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας, των ομορρύθμων μελών της και της εφεσίβλητης εγγυήτριας την υπ' αρ. 5870/1987 διαταγή πληρωμής. Η εφεσίβλητη ως εγγυήτρια και σε εκτέλεση της άνω διαταγής πληρωμής κατέβαλε προς την Εθνική τράπεζα το συνολικό ποσό των 53.061.000 δραχμών ή 155.718,27 € (5.000.000 δραχμές κατέβαλε τμηματικά στις 25/4/1989 και 27/3/1991 και 48.061.000 δραχμές με το εκπλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε από τον πλειστηριασμό δύο ακινήτων της στις 20/3/1991 και 29/5/1991).
Η εφεσίβλητη ως εγγυήτρια που ικανοποίησε κατά τον άνω τρόπο τη δανείστρια τράπεζα είχε δικαίωμα αναγωγής κατά της πρωτοφειλέτριας ομόρρυθμης εταιρίας και των ομόρρυθμων μελών της και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας για το άνω ποσό της αξίωσης εκείνης κατά της πρωτοφειλέτριας κατά το άρθρο 858 ΑΚ.
Προκειμένου να εξασφαλιστεί η άνω απαίτησή της η εφεσίβλητη κατόπιν αιτήσεώς της πέτυχε να εκδοθεί η υπ αρ 11125/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κατά του νυν εκκαλούντος και της συζύγου του, δυνάμει της οποίας ενέγραψε προσημείωση υποθήκης στις 08/8/1990 (τόμους 3543, 3552 και 3662 με αυξ.
αρ. 109. 107 και 63 αντίστοιχα) μέχρι του ποσού των [70.000.000 δραχμών] στις ακόλουθες οριζόντιες ιδιοκτησίες πολυώροφης οικοδομής επί των οδών ...: α) στο υπό στοιχεία 4 ισόγειο κατάστημα εμβαδού 23,85 τ.μ, β) στο υπό στοιχεία 1-3 ισόγειο κατάστημα εμβαδού 23,85 τ.μ και γ) στο υπό στοιχεία Υ-12 υπόγειο κατάστημα εμβαδού 6,40 τ.μ, των οποίων κύριος ήταν ο νυν εκκαλών και με το υπ' αρ.
…/1990 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ρυθ. Μαστραποστόλη μεταβίβασε λόγω δωρεάς στη σύζυγο του την ψιλή κυριότητα παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία αυτών (βλ. την υπ' αρ. 11125/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Στη συνέχεια η εφεσίβλητη άσκησε την από 10-8-1992 (αρ. κατ. 8621/21-8-1992) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά του εκκαλούντος και του αδελφού του Γ.
Β. και ζητούσε να υποχρεωθούν αυτοί αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος να της καταβάλουν τα ποσά που η ίδια ως εγγυήτρια είχε καταβάλει στην Εθνική τράπεζα. Παράλληλα ο εκκαλών και η σύζυγός του Α. Β., επίσης ομόρρυθμος εταίρος στην άνω εταιρία, άσκησαν την από 28/9/1993 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι δεν όφειλαν τα ποσά που αυτή ζητούσε να της επιδικασθούν με την αγωγή της.
Οι αγωγές αυτές συνεκδικάσθηκαν, χωρίς να εισαχθεί η αγωγή ως προς τον εναγόμενο στην πρώτη αγωγή Γ. Β. και εκδόθηκε η υπ' αρ. 4275/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την πρώτη αγωγή και δέχθηκε ως βάσιμη τη δεύτερη. Κατ' αυτής της απόφασης η εφεσίβλητη άσκησε έφεση και εκδόθηκε η υπ' αρ. 5948/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεσή της ως αβάσιμη.
Κατά της απόφασης του Εφετείου η εφεσίβλητη άσκησε αναίρεση η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αρ. 917/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου και παρέπεμψε την υπόθεση να εκδικασθεί εκ νέου στο εφετείο. Μετά την εκ νέου συζήτηση της εκδόθηκε η υπ' αρ. 9921/2000 μη οριστική απόφαση, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή του νυν εκκαλούντος και της συζύγου του , δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή της νυν εφεσίβλητης και στη συνέχεια διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων με μάρτυρες.
Μετά την ολοκλήρωση των αποδείξεων εκδόθηκε η υπ' αρ. 5856/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι ο νυν εκκαλών ευθύνεται ως ομόρρυθμος εταίρος της άνω πιστούχου εταιρίας για το κατάλοιπο των λογαριασμών, που είχε εγγυηθεί η νυν εφεσίβλητη, και έκλεισαν μετά την αποχώρησή του, έως το χρεωστικό υπόλοιπο που υπήρχε κατά το χρόνο της αποχώρησής του από την ομόρρυθμη εταιρία, το οποίο ανερχόταν σε [16.984.122 δραχμές] πλέον συμβατικών τόκων και υπερημερίας για το διάστημα μέχρι τότε που ικανοποιήθηκε η απαίτηση της δανείστριας τράπεζας από την ενάγουσα ως εγγυήτρια και την βαρύνουσα αναλογία των δικαστικών εξόδων και λοιπών τελών και εξόδων για την έκδοση διαταγής πληρωμής.
Αυτά αθροιζόταν στο ποσό των 38.440.906 δραχμών ή 112.812,63 € (βλ. την υπ' αρ. 5856/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου). Υποχρεώθηκε δε αυτός να καταβάλει με την άνω (5856/2006) απόφαση αυτού του Δικαστηρίου στην νυν εφεσίβλητη το ποσό των [14.673,51 €] με το νόμιμο τόκο ως προς το ποσό των 13.206,16 € από 26/4/1989 και ως προς το ποσό των 1.467,35 € από 28/3/1991.
Επιπλέον αναγνωρίστηκε ότι αυτός οφείλει στην νυν εφεσίβλητη το ποσό των [98.139,12 €] με το νόμιμο τόκο ως προς το ποσό των [41.261,92 €] από 05/4/1991 και ως προς το ποσό των (56.877,20 ευρώ) από 13-6-1991. Ωστόσο με την υπ' αρ.373/16-02-1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο νυν εκκαλών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με χρόνο παύσης πληρωμών την 10/01/1992.
Η απαίτηση όμως της εφεσίβλητης είχε γεννηθεί πριν από την κήρυξη της πτώχευσης του εκκαλούντος αφού είχε υποκατασταθεί στα δικαιώματα της τράπεζας σε χρόνο προγενέστερο της κήρυξης του εκκαλούντος σε πτώχευση και συνεπώς αυτή ήταν κατά το χρόνο κήρυξης της πτώχευσης προσημειούχος πτωχευτική πιστώτρια, αφού είχε εγγράψει ήδη προσημείωση υποθήκης δυνάμει της προαναφερόμενης υπ' αρ. 11125/1990 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά τη συνέλευση των πιστωτών στις 08/5/1995 επιτεύχθηκε πτωχευτικός συμβιβασμός, συνταχθείσας προς τούτο της υπ' αρ. …/…-5-1995 έκθεσης συνέλευσης πιστωτών με προσφορά ποσοστού 15% των εγχειρόγραφων πιστωτών, ο οποίος επικυρώθηκε καθ' όλες τις διατάξεις του με την υπ' αρ. 26/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη.
Δηλαδή βάσει του εν λόγω πτωχευτικού συμβιβασμού ο νυν εκκαλών ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει ποσοστό 15% των εγχειρόγραφων πιστώσεων πληρωτέων σε (5) μηνιαίες δόσεις κατά τα ειδικότερα οριζόμενα την άνω έκθεση συνέλευσης πιστωτών. Μετά δε την επικύρωσή του με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ο συμβιβασμός δεσμεύει όλους τους εγχειρόγραφους πιστωτές όχι μόνο τους υπερψηφίσαντες αλλά και τους μειοψηφίσαντες και τους μη λαβόντες μέρος στη συμβιβαστική συνέλευση.
Δεν δεσμεύονται όμως από τους όρους του συμβιβασμού, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις οι εμπραγμάτως ασφαλισμένοι πιστωτές, όπως η εφεσίβλητη, εφόσον δεν ψήφισαν στη συμβιβαστική συνέλευση ή δεν παραιτήθηκαν από την ασφάλειά τους. Ωστόσο το δικαίωμα επικαρπίας του εκκαλούντος στα άνω τρία ακίνητα, στα οποία η εφεσίβλητη είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης, με επίσπευση της ανώνυμης εταιρίας "ΑΦΟΙ Ζ.
Α.Ε.Β.Ε", είχε κατασχεθεί και εκτεθεί σε αναγκαστικό πλειστηριασμό τον Ιούλιο του 1991 συνταχθείσας προς τούτο της υπ' αρ. …/….-7-1991 έκθεσης πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανθής Κρέτση και το κατασχεμένο εμπράγματο δικαίωμα επικαρπίας των τριών ακινήτων είχε κατακυρωθεί στον υπερθεματιστή Ι.
Δ. για το ποσό των 9.006.000 δραχμών. Αυτός κατέβαλε το εκπλειστηρίασμα και στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αρ. …/…-7-1992 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφτηκε νομίμως στις 03/8/1992 με συνέπεια η ως άνω προσημείωση υποθήκης που είχε εγγράψει η εφεσίβλητη να αποσβεστεί από την καταβολή του πλειστηριάσματος κατ' άρθρο 1005 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Ωστόσο η άνω προσημείωση υποθήκης δεν εξαλείφθηκε από τα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Αθηνών γιατί ο υπερθεματιστής δεν υπέβαλε σχετική αίτηση εξάλειψης, όπως είχε δικαίωμα κατά το άρθρο 1005 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ. Μετά όμως τις από 10/3/1992 και 22/9/1992 ανακοπές της Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος, η οποία συμμετείχε στον ως άνω πλειστηριασμό ως πλειοδότης, ο πλειστηριασμός ακυρώθηκε με την υπ' αρ. 2134/13-4-1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη και έγινε σημείωση αυτής στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στις 06/3/2013 με συνέπεια την τελευταία αυτή ημερομηνία να αναβιώσει η προσημείωση υποθήκης και στη συνέχεια η εφεσίβλητη να την τρέψει εγκύρως και εμπροθέσμως σε υποθήκη δυνάμει της προαναφερθείσας 5856/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, αφού προηγουμένως υπέβαλε την από 04/6/2013 (αρ.
πρωτ. 11436/2013) αίτηση προς την υποθηκοφύλακα Αθηνών και στη συνέχεια λόγω άρνησης της υποθηκοφύλακα διατάχθηκε η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη με την υπ' αρ. 962/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι δεν ήταν νομικά δυνατή η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη πριν από την αναβίωσή της που έγινε όχι με την τελεσίδικη ακύρωση του πλειστηριασμού αλλά με τη μεταγραφή της ακυρωτικής απόφασης στα βιβλία μεταγραφών στις 06/3/2013.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την έκδοση της υπ' αρ. 5856/25-7-2006 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου με την οποία ο νυν εκκαλών υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εφεσίβλητη τα προαναφερθέντα ποσά, η τελευταία επέδωσε στον εκκαλούντα αντίγραφο από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό αυτής με την κάτω από αυτήν από 04/01/2007 επιταγή προς εκτέλεση με την οποία τον επέταξε να της καταβάλει το συνολικό ποσό των [79.246,11 €] για το κεφάλαιο που της επιδικάστηκε, τους τόκους υπερημερίας, τη δικαστική δαπάνη και τα έξοδα σύνταξης της επιταγής και της επίδοσης της.
Κατ' αυτής της επιταγής προς εκτέλεση ο εκκαλών άσκησε την άνω από 23/2/2007 ανακοπή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προβάλλοντας για πρώτη φορά με το δεύτερο λόγο της ανακοπής του ότι η απαίτηση για την οποία επισπευδόταν εκτέλεση εναντίον του έχει αποσβεστεί κατά ποσοστό 85% λόγω του επιτευχθέντος πτωχευτικού συμβιβασμού που προαναφέρθηκε και ότι η εφεσίβλητη είναι εγχειρόγραφη πιστώτρια και όχι προσημειούχος πτωχευτική πιστώτρια γιατί δεν έτρεψε την προσημείωση αυτή σε υποθήκη εντός (90) ημερών από την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης της με την υπ' αρ. 5856/25-7-2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου.
Σύμφωνα όμως με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις η προσημείωση που είχε εγγράψει η εφεσίβλητη σε τρία ακίνητα του εκκαλούντος και η οποία είχε αποσβεστεί με την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή Ι. Δ. κατ' άρθρο 1005 παρ. 3 ΚΠολΔ, αναβίωσε αυτοδικαίως μόνο από και με τη σημείωση από τον υποθηκοφύλακα στα σχετικά βιβλία της ακυρωτικής του πλειστηριασμού απόφασης που έγινε όπως προαναφέρθηκε στις 06/3/2013 και όχι αυτοδικαίως με μόνη την τελεσιδικία της απόφασης που ακύρωσε τον πλειστηριασμό.
Πριν από την παρέλευση ενενήντα ημερών από τις 06/3/2013 η εφεσίβλητη έτρεψε εγκαίρως την προσημείωση σε υποθήκη. Από τη σημείωση δε της απόφασης που ακύρωσε τον πλειστηριασμό στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών άρχισε να τρέχει η προθεσμία των (90) ημερών για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη και όχι από τη δημοσίευση της υπ' αρ. 5856/2006 τελεσίδικης απόφασης αυτού του Δικαστηρίου που επιδίκασε την ασφαλιζόμενη απαίτηση στην εφεσίβλητη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών.
Πριν δε από την παρέλευση ενενήντα ημερών από τις 06/3/2013 η εφεσίβλητη έτρεψε εγκαίρως την προσημείωση σε υποθήκη...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και επικύρωσε (με διαφορετική αιτιολογία ως προς την απόρριψη των 2ου και 3ου λόγων της ανακοπής) την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την από 23-2-2007 ανακοπή του αναιρεσείοντος.
Έτσι που έκρινε το εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1005 παρ.3 του ΚΠολΔ, ενόψει ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στην εν λόγω διάταξη, όπως αυτή αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.
Ειδικότερα, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, η αναιρεσίβλητη δεν ήταν εγχειρόγραφη πιστώτρια, αφού η προσημείωση που είχε εγγράψει αυτή σε τρία ακίνητα, των οποίων είχε την επικαρπία ο αναιρεσείων και η οποία είχε αποσβεστεί με την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή Ι.
Δ. κατ' άρθρο 1005 παρ. 3 ΚΠολΔ, αναβίωσε αυτοδικαίως μόνο από και με τη σημείωση από τον υποθηκοφύλακα στα σχετικά βιβλία της ακυρωτικής του πλειστηριασμού απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθ. 2134/13-4-1994, που έγινε στις 06/3/2013 και όχι αυτοδικαίως με μόνη την τελεσιδικία της απόφασης, που ακύρωσε τον πλειστηριασμό.
Από τη σημείωση δε αυτή στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών και όχι από τη δημοσίευση της υπ' αρ. 5856/2006 τελεσίδικης απόφασης , που επιδίκασε την ασφαλιζόμενη απαίτηση στην αναιρεσίβλητη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, άρχισε να τρέχει η προθεσμία των ενενήντα (90) ημερών, για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, πριν από την παρέλευση της οποίας η αναιρεσίβλητη έτρεψε εγκαίρως την προσημείωση σε υποθήκη.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, όπως εκτιμάται, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και προβάλλει την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1005 παρ. 3 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου. Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του αναιρεσείοντος, αφού η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και ως εκ τούτου δεν υποβλήθηκε σε δικαστική δαπάνη .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 01-08-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3727/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών .
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ